ΟΙ ΣΕΡΡΕΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ,

ΜΕΣΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1940 - ΤΕΛΗ 20ού  ΑΙΩΝΑ

 

Τα είδη της μουσικής, οι σύλλογοι, τα συγκροτήματα

 

Συνοπτικό ιστορικό σημείωμα[1]

 

Στην εργασία μας για το Μεταπολεμικό «Ορφέα» Σερρών και τις Πρώτες συναυλίες του 1952 περιλάβαμε συνοπτικά την παρουσίαση των μουσικών συγκροτημάτων που ιδρύθηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης (14.9.1944)[2]. Τα συγκροτήματα αυτά και οι ιδρυτικοί φορείς τους δραστηριοποιούνται και διαλύονται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Ο Όμιλος ΟΡΦΕΑΣ (ίδρ. 1.8.1905), που ουσιαστικά καθοδηγεί την πορεία του πολιτισμού της πόλης των Σερρών το προηγούμενο μισό του 20ού αιώνα, οριοθετεί εκ νέου την πολιτισμική εξέλιξή της μέχρι περίπου τον τελειωμό του. Ως ένα σημείο τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή, μιας και ο ιστορικός σύλλογος συνεχίζει την πολυσχιδή δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκειά του, έστω και με ενδιάμεσες περιόδους κόπωσης. Οι Σερραίοι στηρίζουν τη δράση του ταυτίζοντας, όχι αδικαιολόγητα, την προσφορά του στη μουσική με την τύχη, την πρόοδο και τον πολιτισμό της γενέτειράς τους. Η δράση αυτή αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις και καταργεί τις διαφορές τους. Στα τμήματά του «στρατεύονται» φτωχοί βιοπαλαιστές αλλά και επιστήμονες, έμποροι ή εύποροι επαγγελματίες.

Στο δεύτερο ιστορικό σημείωμά μας πάλι για το Μεταπολεμικό «Ορφέα», πρώτο στη σειρά των κειμένων μας εδώ, καταγράψαμε τη δραστηριότητα του μουσικού τμήματος μέχρι και την περίοδο 1953-54. Την επόμενη χρονιά διαλύεται το πρώτο μεταπολεμικό πολυφωνικό χορωδιακό συγκρότημα, η ΧΟΡΩΔΙΑ ΣΕΡΡΩΝ (1945-55). Tα περισσότερα μέλη του, τραγουδιστές του Ωδείου Σερρών ΟΡΦΕΥΣ (1934-40) αλλά και της παλιάς ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΟΥΖΟΥΝΗ (ΟΡΦΕΑ), εντάσσονται σ’ αυτόν ενισχύοντας τη νέα μικτή χορωδία του, που επανασυστήνεται το Μάιο του 1951.

Το 1945 ιδρύεται η φιλαρμονική του Δήμου Σερρών από τα μέλη της προπολεμικής φιλαρμονικής του ΟΡΦΕΑ. Λειτουργεί παραγωγικά μέχρι και το 1963 με μια μικρή διακοπή στα μέσα της δεκαετίας του 1950[3]. Το 1971 αναδιοργανώνεται με πρωτοβουλία του Δ.Σ. του ΟΡΦΕΑ. Με φανερά τα σημάδια μιας συνεχιζόμενης και ενδεικτικής των καιρών παρακμής διαλύεται τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990.

 Επανασυστήνεται τον Οκτώβριο του 1999 υπό την επωνυμία Φιλαρμονική Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής Δήμου Σερρών και την εποπτεία της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης (Δ.Ε.Π.Κ.Α., ίδρ.: 1993).

Την ίδια χρονιά (1945) ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ανεβάζει σειρά μουσικών επιθεωρήσεων. Παίρνουν μέρος πάνω από 30 ηθοποιοί, η μικτή χορωδία και η ορχήστρα εγχόρδων του συλλόγου. Την περίοδο αυτή ιδρύεται και λειτουργεί λίγους μήνες η μικτή εργατική χορωδία, τμήμα της Ε.Π.Ο.Ν. Σερρών. Από το 1946 και τα επόμενα 6 χρόνια η Εκκλησιαστική Χορωδία των Κατηχητικών Σχολείων πραγματοποιεί λειτουργίες με πολυφωνικό εκκλησιαστικό ύφος στην εκκλησία του Αγίου Μηνά. Από το 1947 λειτουργεί 5 χρόνια περίπου η πρώτη μεταπολεμική Σχολή Μουσικής Σερρών. Ιδρύεται ο Μουσικοκαλλιτεχνικός Σύλλογος ΠΑΝΣΕΡΡΑΪΚΟΣ. Στον ένα χρόνο δράσης του ανεβάζει πλήθος μουσικών επιθεωρήσεων. Από το 1950 δραστηριοποιείται το Παράρτημα του Συλλόγου Μουσικών Θεσσαλονίκης στα Σέρρας. Ακολουθούν οι 4 σχολές ακορντεόν (δεκαετία 1950), ο προπολεμικός ΑΠΟΛΛΩΝ -περιορισμένη δραστηριότητα της ανδρικής χορωδίας-  και το πρώτο και μακροβιότερο μεταπολεμικό ωδείο της πόλης αμέσως με την είσοδο της επόμενης δεκαετίας (1962), αυτό του Παραρτήματος του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών[4].

Οι τοπικές ορχήστρες Ελαφράς μουσικής, τα νεανικά συγκροτήματα ξένης μουσικής (δεκαετία του ’60) και τα φωνητικά σύνολα έχουν έντονη παρουσία. Το ενδιαφέρον όμως των Σερραίων κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. στρέφεται κυρίως στη σύσταση πολυπρόσωπων ερασιτεχνικών χορωδιακών συγκροτημάτων, την οργάνωση εντυπωσιακών εκδηλώσεων κλασικής μουσικής με κέντρο ενδιαφέροντος τον ΟΡΦΕΑ και την πραγματοποίηση χορωδιακών συναντήσεων, φεστιβάλ, διαγωνισμών, εκπαιδευτικών σεμιναρίων, παρουσιάσεων Σερραίων καλλιτεχνών της έντεχνης μουσικής και πολύ αργότερα, το 1995, ενός Βαλκανικού Συνεδρίου και του πρώτου πανελλήνιου χορωδιακού φεστιβάλ. Τότε γίνεται για πρώτη φορά προσπάθεια, που παραμένει μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού, για τη δημιουργία Βαλκανικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων με έδρα την πόλη των Σερρών και φορέα το Δήμο.

Η χορωδία και η νέα μαντολινάτα του ΟΡΦΕΑ (1953) πραγματοποιούν ανεπανάληπτες συναυλίες με ρεπερτόριο από αποσπάσματα - μεταγραφές έργων μεγάλων συνθετών της δύσης. Δίπλα τους οι Έλληνες συνθέτες Καλομοίρης, Καρρέρ, Καψάσκης, Λαυράγκας, Πολυκράτης, Ι. Σακελλαρίδης, Σπινέλλης,  Στρουμπούλης, Χάγιος, Χατζηαποστόλου, Αινιάν, Βακαλόπουλος, Γεωργιάδης, Γλυκοφρύδης, Δελαπόρτας, Αθ. και Ν. Κόκκινος, Μάντζαρος, Σαμάρας. Μετά τη μεταπολίτευση ακολουθεί μεταστροφή στο ρεπερτόριo, κατά τη γνώμη μας πέραν του δέοντος τα τελευταία χρόνια, και προστίθενται οι Αδάμης, Ανδριόπουλος, Δόικος, Θεοδωράκης, Κηλαηδόνης, Κουρουπός, Λοΐζος, Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Χατζιδάκις, Χατζηνάσιος κ.ά. αλλά και πλήθος δημοτικών σερραϊκών ή πανελλήνιων τραγουδιών εναρμονισμένων για μικτή - ανδρική τετράφωνη χορωδία και μαντολινάτα.

Το συγκρότημα και ο όμιλος κατορθώνουν να κατακτήσουν μια ζηλευτή θέση στις προτιμήσεις του μεσοαστικού κυρίως σερραϊκού κοινού. Αποκτούν πανελλήνια φήμη εκπροσωπώντας την πόλη ακόμα και σε διεθνούς κύρους εκδηλώσεις των Αθηνών επί ένα ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα και σηματοδοτώντας τη μοναδική, θα ισχυριζόμασταν, πνευματική ζωή της. Η δραστηριότητα της μεγάλης μαντολινάτας, της τελευταίας άξιας λόγου για τα σερραϊκά δεδομένα, ατονεί κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, για να διαλυθεί οριστικά το 1985-86.

Η αίγλη του συλλόγου ανεβαίνει τόσο ώστε από την αίθουσά του (μετέπειτα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) στέκεται δυνατό να περάσουν πολλά από τα περισσότερο γνωστά ονόματα της πανελλήνιας μουσικής σκηνής: Ανθή Ζαχαράτου (συνεργασίες με τη χορωδία 1959 [ανδρική] και 1970 [μικτή]), Νικ. Αστρινίδης, Κ. Γαϊτάνος, Κοσμάς Γαλιλαίας, Τούλα Δράκου, Γ. Ζερβάνος, Λέλα Σταματοπούλου, Γ. Θυμής, Ελ. Τερζής, Βύρων Κολάσης, Β. Κοσμόπουλος, Κ. Λιόντας, οικογένεια Πολυζωίδη, Βασ. Θεοφάνους κ.ά.

Κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα οι συνεργασίες του συλλόγου με μεγάλους καλλιτέχνες και συγκροτήματα κύρους, ελληνικά και ξένα, γνωρίζουν περίοδο κάμψης. Ο πρωταγωνιστικός του ρόλος ως οργανωτή πρωτοποριακών εκδηλώσεων της κλασικής μουσικής μειώνεται αισθητά.

Αμέσως μετά την ίδρυση της μαντολινάτας ο ΟΡΦΕΑΣ ανακοινώνει την ίδρυση επίσης της πρώτης εκκλησιαστικής ανδρικής πολυφωνικής χορωδίας του. Οι λειτουργίες των επόμενων 5-6 χρόνων και οι παραδοσιακές παρουσιάσεις του Τροπαρίου της Κασσιανής (από το 1972 με μικτή χορωδία) από τους δεξιοτέχνες εκείνους χορωδούς θέτουν τις βάσεις στο οικοδόμημα της έντεχνης θρησκευτικής μουσικής στα Σέρρας.

Μέλη του ΟΡΦΕΑ είναι και τα πρώτα στελέχη της τετράφωνης πάλι ανδρικής εκκλησιαστικής χορωδίας ΔΑΥΙΔ, που ιδρύεται το 1972. Έχει την περισσότερο σημαντική παρουσία και προσφορά στην ευρεία διάδοση του είδους της μουσικής που με θέρμη υπηρετούν τα μέλη της. Από το 1987 είναι γνωστή -διάδοχο σχήμα- ως Εκκλησιαστική Χορωδία Σερρών και αποτελεί τμήμα της Εταιρίας Φιλομούσων Σερρών ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, που ιδρύει ο γράφων το 1995. Κατά το διάστημα από τον Ιούνιο του 1997 μέχρι τον Ιανουάριο του 2000 συνεργάζεται με τον ΟΡΦΕΑ.

Πολύχρονη διαδρομή στην πολυφωνική εκκλησιαστική μουσική έχει από τη δεκαετία του 1950 η χορωδία του Γυμνασίου Θηλέων Σερρών και στη συνέχεια η Χορωδία των Αποφοίτων του (1980). Από το 1998 πραγματοποιεί συναυλίες ως Γυναικεία Χορωδία του Λυκείου Ελληνίδων. Τέλος, εντυπωσιακές συναυλίες του είδους αυτού της χορωδιακής μουσικής παρουσιάζει η Μικτή Χορωδία Σερρών (1981-90) με συνθέσεις Ελλήνων και ξένων συνθετών αλλά και του διευθυντή της[5].

Στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής καμία αξιομνημόνευτη οργανωμένη δραστηριότητα σε επίπεδο σωματείου ή φορέα δε φαίνεται να επικρατεί μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1980, παρά μόνο μια χρονικά παράλληλη ύπαρξη. Λαϊκοί οργανοπαίχτες και τραγουδιστές ζουν στα προάστια και στις προσφυγικές συνοικίες της πόλης μα περισσότερο στην περιφέρεια. Δραστηριοποιούνται στο στενό, συνήθως, συγγενικό τους περιβάλλον αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια δημόσιας παρουσίας με εξαίρεση ένα μικρό αριθμό απ’ αυτούς που συμμετέχουν στη δράση των πολλών χορευτικών συγκροτημάτων συλλόγων, αδελφοτήτων κ.λπ.

Μόλις το 1985 η Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης (Ν.Ε.Λ.Ε.) οργανώνει τμήμα κατασκευής παραδοσιακών οργάνων. Το 1989, ύστερα από δεκαετίες σιγής, ιδρύεται και λειτουργεί ανελλιπώς η πρώτη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής πενταετούς φοιτήσεως[6], ενταγμένη στο πρόγραμμα του Υπουργείου Πολιτισμού. Λειτουργούσε άτυπα από τον Οκτώβριο του 1977 ως σχολή του Συλλόγου Ιεροψαλτών Σερρών ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ (ίδρ.: Οκτ. 1971, μαθήματα Β.Μ., από το 1978-79 δημόσιες εμφανίσεις της 40μελούς χορωδίας). Από την επόμενη χρονιά (1990), και επί αρχιερατείας (1984-2003) του αειμνήστου και φιλότεχνου μητροπολίτη Μαξίμου Ξύδα, η σχολή περιέρχεται στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης με τον τίτλο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ Ο ΝΕΟΣ. Το Νοέμβριο του 1998 εγκαινιάζεται το Μαξίμειο Πνευματικό και Πολιτιστικό Κέντρο, όπου και επίσημα πλέον η δημοτική ελληνική μουσική (χορωδία, ορχήστρα) διδάσκεται στα τμήματα της σχολής[7].

Τη διδασκαλία όμως της έντεχνης -ας μας επιτραπεί ο όρος, στο επίπεδο μόνο που χρησιμοποιούνται γραφή, επεξεργασία και ανάγνωση της παρτιτούρας από σπουδαγμένους μουσικοδιδασκάλους- παραδοσιακής μουσικής (δημοτική, βυζαντινή) περιλαμβάνει στα προγράμματά του και το Μουσικό Σχολείο από την ίδρυσή του το 1994 καλύπτοντας το πνεύμα και το φανερό προσανατολισμό της επίσημης πολιτείας για την προώθηση - διάδοση της ελληνικής μουσικής και την αναπλήρωση του κενού που προκύπτει από τις καθαρά ωδειακές σπουδές.

 

Η μαζική μετακίνηση μεγάλου αριθμού κατοίκων της υπαίθρου τα τελευταία χρόνια για βιοποριστικούς κυρίως λόγους σε συνδυασμό με το γεγονός της συνεχούς μετανάστευσης των προηγούμενων χρόνων της μικροαστικής τάξης προς τα κέντρα της Θεσσαλονίκης και περισσότερο των Αθηνών, έχουν αναντίρρητα επακόλουθα τη θεαματική αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλης και μια ολοένα αυξανόμενη πνευματική ύφεση σε όλα τα επίπεδα. Η έντεχνη παράδοσή της στη μουσική, κοσμική και εκκλησιαστική, φαίνεται να υποχωρεί την τελευταία δεκαετία του αιώνα φανερά εκτοπισμένη και υπό το γενικότερο πνεύμα της ανέλεγκτης πλην συνειδητής συχνά προβολής της παραδοσιακής μουσικής, παρά τις αγαθές προθέσεις ολίγων από τους φορείς της. Το φαινόμενο είναι πανελλήνιο και φαίνεται να συνδέεται με μια τάση[8]-καθόλου άγνωστη στην πατρίδα μας- επιστροφής στο παρελθόν (παραστάσεις αναβιώσεως εθίμων, ανιστόρητες και επιπόλαιες ενίοτε παρουσιάσεις «θεσμών» κατά τόπους κ.λπ.), την ανάπτυξη, με όλες τις συνακόλουθες υπερβολές, του μουσικού φολκλόρ και την πρόσκαιρη παρουσία αναρίθμητων σχημάτων (ρεμπέτικες κομπανίες, χορευτικά, μονοφωνικές παραδοσιακές χορωδίες, βυζαντινοί χοροί κ.ά.) στην πόλη και στο νομό με αμφιλεγόμενη αρκετών απ’ αυτά την προσήλωσή τους στη γνήσια ελληνική παράδοση.

Το 1983 ιδρύεται η τρίφωνη χορωδία του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Δαρνακοχωριτών Ν. Σερρών ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ (ίδρ.: 1972). Ακολουθούν το 1994 η χορωδία παραδοσιακού τραγουδιού της ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΛΕΣΧΗΣ (1949), την περίοδο 1996-2000 η παιδική χορωδία παραδοσιακού ελληνικού τραγουδιού ΜΙΚΡΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ του Ωδείου Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών (1995), το 1999 η χορωδία Βυζαντινής και Παραδοσιακής Μουσικής της Αδελφότητας Μικρασιατών Ν. Σερρών Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ (1972) και, τέλος, το 2000 η χορωδία της Θρακικής Εστίας Ν. Σερρών (1975). Τμήματα διδασκαλίας ελληνικών παραδοσιακών οργάνων οργανώνουν ο Σύλλογος Βλάχων Ν. Σερρών ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΟΣ (1976, περίοδοι 1985-89 και 1998-2000), η Θρακική Εστία (περ. 1990-92), το Λύκειο Ελληνίδων (1957, περ. 1991-97), ο Λαογραφικός Όμιλος ΛΑΪΛΙΑΣ και Φίλοι αυτών (1985, περ.1996-2000) και το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων στα Σέρρας (1979, περ.1998-99).

Παρ’ όλ’ αυτά, στο κατώφλι του 21ου αιώνα η λόγια παράδοση της πόλης ενός και πλέον αιώνα παραμένει ζωντανή[9]. Η δραστηριότητά της σηματοδοτείται με τη λειτουργία σημαντικού αριθμού ωδείων και μουσικών σχολών[10], την οργάνωση συναυλιών φημισμένων συγκροτημάτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό -παρά την πανθομολογούμενη έλλειψη κατάλληλων συναυλιακών χώρων στην πόλη- και την έλευση ικανού αριθμού μουσικοδιδασκάλων από τη γείτονα Θεσσαλονίκη αλλά και από τα κράτη της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Δεν παραλείπουμε να σημειώσουμε ακόμα τη θετική παρουσία της νέας γενιάς μουσικών, σπουδαστών και αποφοίτων των πανεπιστημίων και των κρατικών φορέων της Θεσ/νίκης (Α.Π.Θ., Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Κρατικό Ωδείο), στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης και της περιοχής.

Πρωτεύοντα και καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών γνωριμίας - προσέγγισης του ευρύτερου σερραϊκού κοινού με την καλή μουσική αποτελεί η λειτουργία των ορχηστρικών ή μικτών συνόλων του Μουσικού Σχολείου και η κατά τακτά διαστήματα παρουσίαση απ’ αυτά κλασικών έργων Ελλήνων και ξένων συνθετών. Η συγκυρία της πραγματοποίησης των συναυλιών αυτών εκπέμπει προς κάθε κατεύθυνση το αισιόδοξο μήνυμα της αντάξιας συνέχειας. Είναι η περίοδος που αρχίζει να διαφαίνεται η υλοποίηση της ύστατης προσπάθειας των Σερραίων για την ίδρυση συμφωνικής ορχήστρας - εργαστηρίου στην πόλη με την ευθύνη του Μουσικού Σχολείου και τη συμβολή της πολιτείας και της τοπικής κοινωνίας.

Στον τομέα της έντεχνης μουσικής μνημονεύεται η δραστηριότητα που αναπτύσσουν, πρωτίστως, ο Σύλλογος Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Σερρών (1987) και από το 1985 το Μουσικό Εργαστήρι Σερρών (Μ.Ε.Σ.). Ο πρώτος, κύριος φορέας εκδηλώσεων της λόγιας μουσικής στα Σέρρας από την ίδρυσή του, διατηρεί πρότυπο ωδείο (1995) μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Παρουσιάζει συγκροτήματα κύρους και πολύ συχνά μεμονωμένους καλλιτέχνες της κλασικής μουσικής στην αίθουσα εκδηλώσεών του επί της Βασ. Βασιλείου. Το Μ.Ε.Σ. διαθέτει τμήματα Μουσικής προπαιδείας από το 1998, μικρής ορχήστρας και χορωδιών (παιδική, νεανική, μικτή) με ρεπερτόριο, κυρίως, έργων των σύγχρονων Ελλήνων συνθετών της αποκαλούμενης λαϊκής έντεχνης μουσικής.

 

 

Η φιλαρμονική του Δήμου Σερρών με το Δημ. Μικρούλη. Κάλαντα στο παλιό Νοσοκομείο. Φωτογράφηση του 1946.

 

 

Η Χορωδία Σερρών στο «Κρόνιο». Διευθυντής ο Γιάννης Ουζούνης.

 

 

1.7.1951. Σύντομη εμφάνιση για τα 46 χρόνια από την ίδρυση του «Ορφέα». Διευθυντής ο Χρήστος Σταματίου, συνοδεία πιάνου η Χρυσούλα Καλαϊτζή.

 

 

Η χορωδία του Γυμνασίου Θηλέων με την Ελπίδα Βεηλικτσίδου - Αθανασιάδου. Συναυλία του 1953.

 

 

Μάιος του 1953. Σπουδαστές της Μουσικής Σχολής Ακορντεόν του Μιχάλη Χαϊτίδη φωτογραφίζονται στο Ηρώο του Λευκώνα Σερρών

.

 

1955. Ορφείς μαντολινίστες στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου.

 

 

Η φιλαρμονική του Δήμου, δεκαετία του 1960. Επικεφαλής ο Λάκης Αδαμίδης.

 

 

22.2.1967. Ο «Ορφέας» ανεβάζει τον Καπετάν Γιακουμή του Δημ. Κόκκου. Σκηνοθεσία Γιώργου Καφταντζή, Αργίνης Προεστοπούλου, μουσική Χρ. Σταματίου.

 

 

[1] Σε πρώτη μορφή περιλήφτηκε στα 10 αδημοσίευτα ιστορικά σημειώματα (1892-2000, έκδοση περιορισμένου αριθμού CD ROM από το Τμήμα Πληροφορικής του Τ.Ε.Ι. Σερρών, Σεπτέμβριος 2004.

Περισσότερα για τους συλλόγους, τα ιδρύματα, τα ιστορικά τους, τους μουσικοδιδασκάλους καθώς και φωτογραφικό υλικό βλ. στις εργασίες του γράφοντος Η μουσική στις Σέρρες, 2 μέρη (1986, 1991), λευκώματα - ιστορία και «Η μουσική στην πόλη των Σερρών κατά τον εικοστό αιώνα», περ. Γιατί  298-99 (2000) 147-52.

[2] Γ. Αγγειοπλάστης, Ο μεταπολεμικός «Ορφέας» Σερρών. Οι δύο πρώτες συναυλίες του 1952. Μνήμη Χρήστου Π. Σταματίου (1909-1998), περ. Γιατί  293-94 (1999), κυκλοφορία και σε ανάτυπο.

[3] Το 1957 η Νομαρχία αποδέχεται πρώτη φορά πρόταση του Δήμου για τη σύσταση του «Συνεργείου Φιλαρμονικής». Είναι η χρονιά που το Δημοτικό Συμβούλιο ανακοινώνει στον τοπικό τύπο την απόφαση με αριθμό 261/57 «περί δωρεάν εκμαθήσεως μουσικών οργάνων υπό εφήβων της πόλεως Σερρών, προς αρτιωτέραν επάνδρωσιν της φιλαρμονικής». Μουσικοδιδάσκαλος ο Χρήστος Σταματίου (Γ.Α.Κ. Νομού Σερρών, φάκ. Γ15/1957).

[4] Είχε προηγηθεί η ίδρυση και λειτουργία του παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου Αθηνών στα Σέρρας το 1959 με περιορισμένη δραστηριότητα. Είχε διευθυντή το Χρήστο Νικολαΐδη (Κοζάνη 1926-Αθήνα 2001). Την ίδια χρονιά επισκέπτεται την πόλη και το νέο ωδείο ο ιδρυτής των δύο ωδείων και των παραρτημάτων τους ανά την Ελλάδα Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962).

[5] Η Μικτή Χορωδία Σερρών ιδρύθηκε το 1981 με εκπροσώπηση και ευθύνη του γράφοντος. Αρχικά συγκροτήθηκε από παλιούς τραγουδιστές του ΟΡΦΕΑ που διαχώρισαν τη θέση τους από το σύλλογο. Διατήρησε, στην πλειονότητά του, το παλιό ρεπερτόριο προσθέτοντας έργα της εποχής της Αναγέννησης (14ος - 16ος αι.). Είχε διευθυντή τον περισσότερο σημαντικό Σερραίο μουσικό Χρ. Π. Σταματίου (1909-1998).

[6] Για τη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, τους δασκάλους και ιεροψάλτες μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, βλ. μελέτη μας στο περ. Γιατί 284 (1999), κυκλοφορία και σε ανάτυπο, ενώ κατάλογο και βιογραφικά πρωτοψαλτών στην εργασία μας Στοιχεία για την εξέλιξη της μουσικής τον εικοστό αιώνα στα Σέρρας με μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, έκδ. περ. Γιατί, Σέρρας 1992, 42-44.

[7] Για την ιστορία και μόνο συμπληρώνουμε πως στην πρωτοβουλία του μητροπολίτη Μαξίμου οφείλεται και η παράλληλη λειτουργία της Παιδικής Ορχήστρας - Χορωδίας της Ι. Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης επίσημα από το 1995. Από το 1998 στεγάζεται στο Μαξίμειο Π.Π. Κέντρο. Ρεπερτόριο, κυρίως, έργων σύγχρονων Ελλήνων συνθετών της λαϊκής έντεχνης μουσικής.

[8] Ο Γιώργος Λεωτσάκος, φέρ’ ειπείν, Παύλος Καρρέρ, απομνημονεύματα και εργογραφία, έκδ. του Μουσείου Μπενάκη και του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, Αθήνα 2003, 166, σημειώνει πολύ εύστοχα όσα και εμείς διαπιστώναμε τοπικά, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 (σχόλιά μας στον Παρατηρητή Σερρών, Φεβρ.1988). Γράφει, λοιπόν, ο Γ.Λ.: «Έτσι σήμερα, ενώ βρισκόμαστε στο έτος 2002, ως ελληνική μουσική λογίζεται μόνον α) το δημοτικό τραγούδι, κι αυτό αραιότατα παρουσιασμένο, β) το βυζαντινό λειτουργικό μέλος, αλλά κυρίως γ) ο ευρύτατα λαϊκίστικος χώρος, όπου οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ σοβαράς και ελαφράς μουσικής έχουν πονηρότατα σβηστεί και όπου γνωστότατοι επώνυμοι κορυβαντιούν από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης». Δε θεωρούμε, ακόμα, καθόλου τυχαίο το γεγονός του διορισμού ιεροψαλτών ως πρώτων διευθυντών στα μουσικά σχολεία, αν όχι σε όλα, σίγουρα στα περισσότερα του βορειοελλαδίτικου χώρου, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των Σερρών.

Φαινόμενα, όμως, κραυγαλέου λαϊκισμού, παρακμής και άκριτης προβολής τους από τρίτους και από τα πολλά Μ.Μ.Ε. (συμμετοχή σε συναυλίες - show, συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων ακατάσχετης καυχησιολογίας επίδοξων μουσικοσυνθετών και μαέστρων) παρατηρούνται την ίδια περίοδο και σε εκδηλώσεις συγκροτημάτων της έντεχνης μουσικής, που οργανώνουν πολιτιστικοί σύλλογοι της πόλης και φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Από την κατηγορία αυτή δεν εξαιρούνται και σχήματα σωματείων, τους τίτλους των οποίων δε θεωρούμε αναγκαίο ούτε υπό τύπον σημειώσεως να μνημονεύσουμε στην παρούσα εργασία, με αποκλειστική ή ευκαιριακή παρουσίαση έργων της πολυφωνικής εκκλησιαστικής μουσικής.

                                                                                                         Ιούλιος 2003

[9] Ιστορικά σημειώματα των προηγούμενων περιόδων βλ. στις εργασίες μας Οκτώ κείμενα σερραϊκής μουσικής ιστοριογραφίας, κεφ. «Πληροφορίες για τη μουσική στην πόλη των Σερρών», έκδ. του Πολιτιστικού Συλλόγου Βυρώνειας, Σέρρες 1986, 15-26, «Ειδήσεις για τη μουσική της πόλης των Σερρών μέχρι τους πρώτους χρόνους του εικοστού αιώνα. Συμβολή στην προηγούμενη εργασία», ανάτ. του περ. Γιατί 305 (2000) και «Η μουσική στην πόλη των Σερρών κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου του εικοστού αιώνα (1919-1939). Η λόγια μουσική, τα ιδρύματα, οι συναυλίες και οι μουσικοδιδάσκαλοι», χρονολόγιο, πληροφορίες, σχόλια, ανάτ. περ. Γιατί 318 (Δεκ. 2001) 33-48.

[10] Κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αι., αν εξαιρέσουμε το Μουσικό Σχολείο και το τμήμα προπαιδείας του Μουσικού Εργαστηρίου, στην πόλη λειτουργούν 4 ωδεία αναγνωρισμένα από το κράτος: Παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών στα Σέρρας (1962), Ωδείο Σερρών (1990), Νέο Ωδείο Σερρών, μετέπειτα «Αρίων» (1990), Ωδείο του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Σερρών (1995). 4 μουσικές σχολές: Βυζαντινής Μουσικής της Ι.Μ. Σερρών και Νιγρίτης (1989), όπως ήδη καταγράψαμε, Αδελφών Λάμπρου (1991, παιδική μαντολινάτα [άτυπα από τον Ιούνιο του 1988, λειτουργία μέχρι τα τέλη του 2000], η μόνη άξια μνείας μετά τη διάλυση της μεγάλης μαντολινάτας του ΟΡΦΕΑ), Δημοτική (1997) και Τσαϊκόφσκι (1997).

 
Αρχή Επικοινωνία Αρχική