Σερραϊκά βιβλία

Ζώντας ανάμεσα στους Βλάχους των Σερρών

«Ζώντας ανάμεσα στους Βλάχους των Σερρών», είναι ο τίτλος του βιβλίου και αυτό το ανάμεσα υποδηλώνει στο πλαίσιο του σύγχρονου λαο-ανθρωπολογικού προβληματισμού, την ένταξη αλλά και την αποστασιοποίηση και αντικειμενικότητα που απαιτεί η επιστημονική έρευνα.

Στη σύγχρονη ερευνητική πρακτική η συμβίωση του ερευνητή - ξένου ως προς τη συγκεκριμένη κουλτούρα - με τα υποκείμενα της έρευνάς του, προϋποθέτει την αναγνώριση και τη βαθύτερη κατανόηση των αθέατων πτυχών της υπό διερεύνηση ταυτότητας μιας πολιτισμικής ομάδας, όπου το απρόσωπο του αντικειμενικού παρατηρητή συνδιαλέγεται με την οικειότητα που προϋποθέτει η συναναστροφή με την καθημερινότητα των ερευνώμενων.
Το βιβλίο αυτό είναι το απαύγασμα μιας πολύχρονης συμβίωσης της συγγραφέως κ. Καλλιόπης Πανοπούλου-Τζιώνη με τους Βλάχους για πάνω από τέσσερες δεκαετίες στην πόλη των Σερρών και του πάθους της για τον Π. Χορό από τα παιδικά της χρόνια που άρχισε να γίνεται περισσότερο συνειδητό με τις σπουδές της στη Φ.Α και ακόμα περισσότερο με τα επιστημονικά εργαλεία που κατέκτησε κατά την εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής εφοδιάζοντας έτσι και την παραπέρα ερευνητική της πορεία ως μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου.
Δεν είναι εύκολο να αναλογιστεί καθείς ότι ένα τόσο ισχνό πολιτισμικό προϊόν, όπως ο χορός, μπορεί να γίνει το κλειδί για να ανοίξει ένας ερευνητής τις κλειστές πόρτες ενός «άλλου», απομακρυσμένου γεωγραφικά αλλά και διπλανού του και να ξετυλίξει το κουβάρι της λανθάνουσας μνήμης προκειμένου να κατανοήσει το παρελθόν και τη σχέση του με το παρόν. Η περισσότερο διαδεδομένη αντίληψη, είναι αυτή που θεωρεί το χορό μια ευχάριστη συναισθηματική έκφραση, έναν τρόπο ξεγνοιασιάς και διασκέδασης, έναν τόπο διαφυγής από τη βάσανο της καθημερινότητας. Μέσα από τη σπουδή του χορού η συγγραφέας διέγνωσε ότι ο χορός δεν είναι μόνο αυτά, αλλά εκτός από χαρά είναι και πόνος και εκτός από αισθητική απόλαυση στη θέση του καινού χρόνου είναι τελετουργία, όπου το ιερό και το κοσμικό συνδιαλέγεται μιας και στους παραδοσιακούς πολιτισμούς είναι ενσωματωμένος στις εθιμικές πρακτικές. Μια πολιτισμική πρακτική, ένας τόπος και τρόπος που ενσαρκώνει συμβολικά ιδέες, αντιλήψεις, αξίες και προσδοκίες μιας συγκεκριμένης ομάδας αντίστοιχα με τον ιστορικό χωροχρόνο που επιτελείται.
Αν και ο χορός και η εθιμική πρακτική αποτελεί το κεντρικό θέμα του βιβλίου, το πώς βρέθηκαν οι Βλάχοι στο Ν. Σερρών, πως δημιουργήθηκαν οι πρώτοι οικισμοί, ποια ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα σημάδεψαν τη μετεγκατάστασή τους στο Νομό αλλά και στην πόλη των Σερρών, ποιοί είναι οι Βλάχοι των Σερρών ειδικά, ποια η δομή της οικογένειας και πως οι κοινωνικές σχέσεις, οι αντιλήψεις και η γενικότερη φιλοσοφία των Βλάχων ενσαρκώνονται στη χορευτική πρακτική, αποτέλεσαν τα βασικά ερωτήματα για την αναγνώριση και κατανόηση της πολιτισμικής ταυτότητας των Βλάχων, που νομιμοποίησε την ιδιαίτερη φυσιογνωμίας της στις παρυφές των βόρειων συνόρων της χώρας για πάνω από έναν αιώνα. Γι’ αυτό και το βιβλίο δομείται από πέντε κύρια κεφάλαια που πλαισιώνονται αρχικά από τον Πρόλογο και την Εισαγωγή και με κατάληξη τον Επίλογο του βιβλίου.
Το πρώτο και δεύτερο κεφάλαιο με εστίαση στα ιστορικά αρχεία αναφέρεται στην παρουσία των Βλάχων στο Ν. Σερρών, χρονολογούμενη από τις απαρχές του 17ου αιώνα. Ειδική αναφορά γίνεται στους πρώτους οικισμούς που συγκροτήθηκαν με τη μετανάστευση του κύριου όγκου των Βλαχόφωνων από τη Γράμμουστα και την Αβδέλα, καθώς και στη μετοίκησή τους στην πόλη των Σερρών στο πλαίσιο του εξαστισμού της ελληνικής κοινωνίας. Οι ιστορικές πηγές στο δεύτερο κεφάλαιο συνδιαλέγονται και με τις μαρτυρίες των Βλάχων, φέρνοντας στο φως αντιλήψεις και συμπεριφορές για τον τρόπο ζωής εκείνης της περιόδου.
Στο τρίτο κεφάλαιο, η συγγραφέας διαπραγματεύεται τη δομή της βλάχικης οικογένειας, με εστίαση στις σχέσεις των δυο φύλων, στη σχέση πεθεράς και νύφης, στον καταμερισμό των ασχολιών ως προς τα φύλα, θεματικές αρκετά σημαντικές.
Το τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο διαπραγματεύεται αναλυτικά τις εθιμικές και χορευτικές πρακτικές στον κύκλο του χρόνου και στο ιστορικό φάσμα των τριών γενεών. Αν και η έρευνά της διεξήχθη στα βλαχόφωνα χωριά του Νομού, η ανάλυσή της επικεντρώθηκε σε δυο κυρίως χωριά, το Χιονοχώρι και το Λαϊλιά. Όπως αναφέρει η συγγραφέας, με εστίαση στην πρώτη γενιά των Βλάχων, τις αναφορές για το χορό οι πληροφορητές τις συνέδεαν με κάποια εκδήλωση, κάποιο κοινωνικό γεγονός όπως γάμο, πανηγύρι, ονομαστικές γιορτές κ. ά. Προκειμένου να διαφανεί ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι Βλάχοι το χορό και που ισχύει γενικότερα στην παραδοσιακή κοινωνία, παραθέτω ένα απόσπασμα από μια προφορική μαρτυρία που αναγράφεται στη σελίδα 187 του πέμπτου κεφαλαίου.
«Ιμείς», μου έλεγε η γιαγιά μας, όταν μιλούσαμε για τα παλιά, «παρ’ όλα τα προβλήματα, όλο το χρόνο βρίσκαμε ευκαιρίες για να χορέψουμε. Α! οι δουλειές, δουλειές και ο χορός, χορός. Βέβαια το χειμώνα, εμείς που ζούσαμε στο Λευκώνα, δεν είχαμε και τόσες πολλές ευκαιρίες. Κάναμε, βέβαια, γάμους το Φθινόπωρο. Τις απόκριες, όμως, βρίσκαμε τρόπο να διασκεδάσουμε. Είχαμε και αστείους χορούς. Περιμέναμε πώς και πώς να έρθουν. ………..Αλλά και όταν ανεβαίναμε στο Λαϊλιά τα καλοκαίρια, εκεί που βρισκόμασταν με τους συγγενείς μας και τους φίλους μας, τις Κυριακές το απόγευμα μαζευόμασταν και χορεύαμε και τι τραγούδια λέγαμε!!! Α μα κι όταν έρχονταν το πανηγύρ’. Όλο το χωριό ξεσηκώνονταν. Τρεις μέρες κρατούσε. Ο χορός αρχίναγε το ηλιοβασίλεμα. Το χορό τον ξεκινούσαν οι μεγάλοι. Ήταν σεβασμός. Πρώτα οι άντρις και μετά οι γυναίκες. Τραγουδούσαμε με το στόμα. Όταν κουράζονταν οι μεγάλοι, τότες το ’πιαναν οι νέοι».
Συμπληρώνω και με μια ακόμα μαρτυρία από τη σελίδα 399:
«Χορεύαμε στρωτά. Το κορμί μας δεν το κουνούσαμε σχεδόν καθόλου. Μόνο τα χέρια μας και αυτά σε μερικούς μόνο χορούς. Να έτς, όταν χορεύαμε τον Ίσβορο, μετά όταν πήγαινε λίγο πιο γρήγορα, κατεβάζαμε τα χέρια και τα κουνούσαμε και μετά πάλι τα μαζεύαμε και στρώναμε το χορό. Για μένα ήταν το αγαπημένο μου τραγούδι κι όταν ήμασταν μόνο κορίτσια και το χορεύαμε έμπαινα πάντα πρώτη. Ιμείς τραγουδούσαμε και χορεύαμε, ενώ οι ντόπιοι εκεί στην Ορεινή και στον Ξηρότοπο λίγο πιο κάτω, δεν είχαν τραγούδια. Χόρευαν με γκάιντα και γρήγορα.»
Οι ενδεικτικές αυτές μαρτυρίες διατυπώνουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο την εικόνα που έχουν οι Βλάχοι για τη χορευτική τους ταυτότητα. Μια ταυτότητα που διακρίνεται από τις άλλες τις γειτονικές εδώ στη Μακεδονία με βάση το ιδιαίτερο ύφος της. Όπως επιχειρηματολογεί η συγγραφέας, η ουσιαστική διαφοροποίηση της χορευτικής ταυτότητας των Βλάχων σε σχέση με τις όμορες ομάδες του βορειοελλαδικού χώρου, έγκειται στο «χορεύουν με το στόμα» χωρίς τη συνοδεία οργανικής μουσικής, όπως επισημάνθηκε από τον πληροφορητή στην πρώτη μαρτυρία που σας ανέφερα. Η σχέση αυτή της άρρηκτης σύνδεσης κίνησης και φωνητικού τραγουδιού, διαμορφώνει και το ανάλογο ύφος, με δεδομένο ότι η υφολογική εικόνα του χορού διατυπώνει τις εμφυλοψωρούσες ιδέες και αντιλήψεις μιας συγκεκριμένης κουλτούρας. Αναλύοντας με χορολογικές μεθόδους το βλάχικο ρεπερτόριο, η συγγραφέας επισημαίνει το πώς το περιεχόμενο του τραγουδιού δομεί αντίστοιχα τα χορευτικά μοτίβα, συγκροτώντας έτσι τις διαφορετικές κατηγορίες των χορευτικών μορφών.
Έτσι, γίνεται κατανοητή η διαφοροποίηση του χορού Δερβέναγα σε σχέση με τον Ίσβορο, όπου τα διαφοροποιημένα μοτίβα τους παραπέμπουν σε διαφορετικές αξίες της βλάχικης κουλτούρας σε συνδυασμό και με τη θέση ή την απουσία τους, αντίστοιχα με τα εθιμικά πλαίσια που επιτελούνται. Αυτές οι αξίες που έχουν ενσαρκωθεί στη χορευτική πρακτική των Βλάχων συγκροτούν και την ιδιομορφία τους. Αν και ο κλειστός, εσωστρεφής τρόπος ζωής όσον αφορά στη πρώτη γενιά δεν επέτρεπε την αλληλεπίδραση με τις γειτονικές χορευτικές κουλτούρες, ο χορός Ζαχαρούλα μπολιασμένος από το κυρίως μακεδονίτικο μουσικο-χορευτικό πρότυπο, κρατώντας τον τύπο στα τρία του γνώριμου μοτίβου τους, έρχεται να εμπλουτίσει το ρεπερτόριο και να διατυπώσει τη δημιουργικότητα των Βλάχων, με εμφανή αυτήν την προδιάθεση στην οικονομική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε με την αστικοποίηση της κοινωνίας των Σερρών.
Η πρωτοτυπία αυτής της μελέτης από επιστημονική άποψη είναι θεωρητική και μεθοδολογική. Αν και αρκετές μελέτες από διάφορους επιστημονικούς κλάδους στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία ασχολούνται με τους Βλάχους γενικά, οι Βλάχοι των Σερρών προσεγγίζονται ειδικά για πρώτη φορά μέσα από τη χρήση του μοντέλου των τριών γενεών. Έτσι, αντί για μια εθνογραφία του παρόντος έχουμε μια μελέτη της σχέσης παρελθόντος – παρόντος διευρύνοντας έτσι το οπτικό πεδίο στην κατεύθυνση μιας κοινωνικο-ιστορικής ανάλυσης, προκειμένου να διαφανούν οι αλλαγές στην ταυτότητα των Βλάχων στο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο των τριών γενεών. Οι αλλαγές που προέκυψαν μέσα από τη σύγκριση του χορού, του τραγουδιού και των εθιμικών πρακτικών, έφεραν στο προσκήνιο το πώς οι Βλάχοι διαπραγματεύτηκαν και διαχειρίστηκαν την ταυτότητά τους αφομοιώνοντας δημιουργικά τις επιδράσεις του περιβάλλοντος διατηρώντας όμως την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους.
Μια άλλη καινοτομία αυτής της μελέτης είναι η χρήση της προφορικής ιστορίας μέσα από την οποία η συγγραφέας δεν είναι ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής αλλά ένας μέτοχος που δίνει φωνή μέσα από μια πλειάδα συνεντεύξεων στους κύριους συντελεστές της γραφής της ιστορίας, στους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που έχουν βιώσει την ιστορία τους από πρώτο χέρι. Κάτω από αυτή την οπτική, η ιστορία των Βλάχων γίνεται δημοκρατική καλώντας τη συγγραφέα να την αξιοποιήσει μεταβιβάζοντας τις αξίες της ταυτότητάς τους στις επερχόμενες γενιές. Και αυτό το αίτημα η συγγραφέας το έχει πραγματοποιήσει επιτυχώς με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.
Το βιβλίο αυτό έρχεται να ξεδιπλώσει αναμνήσεις, να προκαλέσει προβληματισμό για τα χορευτικά γεγονότα μιας εθνοπολιτισμικής ομάδας για το πριν και το τώρα να αναδείξει τη δυναμική της βλαχόφωνης παράδοσης και τους μετασχηματισμούς της στο διάβα του χρόνου. Μια παράδοση που καλεί και προσκαλεί να την αναγνωρίσουμε όχι απλά για να την διατηρήσουμε μουσειακά, πράγμα ανέφικτο στο σύγχρονο περιβάλλον, αλλά να την κατανοήσουμε σχεδιάζοντας με βάση τις αξίες της τη μελλοντική της πορεία. Ένα βιβλίο που είναι απαραίτητο να κοσμεί τη βιβλιοθήκη όχι μόνο της βλάχικης οικογένειας των Σερρών αλλά των Βλάχων γενικότερα.

Επιστροφή στο κατάλογο