Σερραϊκά βιβλία

EYTYXΩΣ... ΠOY ΔE ME ΣKOTΩΣEΣ

Τέσσερις νέες γυναίκες, γύρω στα τριάντα πέντε, τόσο ίδιες όσο και διαφορετικές, η Άννα, η Στέλλα, η Ρούλα και η Μαίρη, συνδέονται στενά με μια βαθιά φιλία κάποια στιγμή της ζωής τους που ο κόσμος τους γίνεται χίλια κομμάτια. Η προδοσία, η αντικατάσταση, η αγάπη, ο φόβος, η απελπισία και η ελπίδα παίζουν ένα τρελό παιχνίδι, καθώς οι τέσσερις φίλες προσπαθούν να ξεγελάσουν τον εαυτό τους και τη ζωή και να βρουν τη λύτρωση. Όλα αλλάζουν τη στιγμή που μπαίνουν στον κόσμο τους δυο άλλες γυναίκες, η Μαρίνα, ψυχολόγος, και η Θεανώ, γιατρός, οι οποίες έχοντας βιώσει τον απόλυτο πόνο της απώλειας βρίσκουν το νόημα της ζωής μέσα από την άνευ όρων και ορίων προσφορά αγάπης προς τους συνανθρώπους τους. Οι χαρακτήρες εξελίσσονται μέσα στο χρόνο, μέρα με τη μέρα ωριμάζουν και βρίσκουν τη δύναμη να κάνουν όνειρα και να χαμογελάσουν στη ζωή, αφήνοντας πίσω όλα όσα τις βασάνισαν και λίγο έλλειψε να σκοτώσουν το σώμα και την ψυχή τους. Οι ήρωες, άντρες και γυναίκες, φτάνουν στην κάθαρση μετά από πολλές εσωτερικές συγκρούσεις, αφήνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι "αυτή τη ζωή αξίζει να τη ζήσει κανείς κι από την καλή κι από την ανάποδη".


ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ? ΔΕ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ!

Αφιερωμένο σ΄ αυτούς
που μέσα από τη στάχτη της ζωής τους,
βρήκαν τη δύναμη ν? αγαπήσουν
τη ζωή
και τους συνανθρώπους τους.

Σ? αυτούς που βγήκαν δυνατότεροι,
μέσα από τη φωτιά που σάρωσε τη ζωή τους.

Σ? αυτούς που η ίδια η ζωή, τους δίδαξε την αξία της.

Σ? αυτούς που ξέρουν τι σημαίνει πόνος.

Σ? αυτούς που ξέρουν τι σημαίνει να «πιάνεις πάτο».

Σ? αυτούς που θέλουν να μάθουν
πως σηκώνεσαι από «τον πάτο».

Σ? όλους αυτούς που δε σταματούν ποτέ να κάνουν όνειρα !



Αποσπάσματα από το βιβλίο ΕΥΤΥΧΩΣ? ΠΟΥ ΔΕ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ
Σελ.22-25

?Ο στόχος μας ήταν ο « εχθρός». Ποιος, όμως, ήταν ο πραγματικός εχθρός; Οι άπιστοι ή οι γητεύτρες, ή μήπως υπήρχε και συνεργός στο παρασκήνιο που ούτε καν τον υποψιαζόμασταν; Σ? αυτό το σημείο, υπήρξε μια μικρή διαφωνία. Η Μαίρη υποστήριζε ότι ο στόχος έπρεπε να είναι μόνο οι άλλες, οι αντικαταστάτριες. Η Στέλλα ότι έπρεπε να χτυπήσουμε τους δράστες και τις συνεργούς τους κι εγώ με τη Ρούλα ισχυριζόμασταν ότι πριν το μεγάλο χτύπημα έπρεπε να κάνουμε εξονυχιστική έρευνα πεδίου και μετά να προσδιορίσουμε το στόχο με μεγαλύτερη σαφήνεια. Τελικά, πέρασε η δική μας πρόταση, επειδή ήμασταν η πλειοψηφία. Ομάδα δράσης, λοιπόν, σε εγρήγορση!
Ενώ, όμως, η αρχική ιδέα και το πρόγραμμα δράσης ήταν κοινό, ο πραγματικός λόγος για τον οποίο στηνόταν όλη αυτή η επιχείρηση ήταν διαφορετικός για την καθεμιά μας .
Η Στέλλα ήθελε να τον πιάσει στα πράσα με την ερωμένη του, για να μη μπορεί έπειτα αυτός να ισχυριστεί ότι όλα είναι δημιουργήματα της φαντασίας της. «Μετά θα αποφασίσω πώς θα το χειριστώ το θέμα!» έλεγε σοβαρά.
Η Μαίρη, σαν πιο οργανωτική, ήθελε να έχει πολλά ενοχοποιητικά στοιχεία συγκεντρωμένα, για να μπορέσει να δράσει, αναζητώντας βοήθεια σε άλλες δυνάμεις, πιθανά μεταφυσικές, μια και η ίδια δεν αισθανόταν ικανή να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. « Φοβάμαι μήπως του έχουν κάνει μάγια» έλεγε και το πίστευε.
Η Ρούλα ήθελε κι αυτή να βεβαιωθεί πρώτα για τα γεγονότα και για τις προθέσεις του Γιώργου, πριν πάρει την οριστική και αμετάκλητη απόφαση να γυρίσει σελίδα στο βιβλίο της ζωής της.«Τον αγαπώ, αλλά την κοροϊδία, δεν τη ανέχομαι» έλεγε και το εννοούσε.
Τέλος, εγώ δεν ήξερα τι ήθελα. Ή μάλλον, δεν ήθελα τίποτε! Ήθελα να ξυπνήσω από τον εφιάλτη που ζούσα και να είναι όλα όπως πριν! «Μου φαίνεται απίστευτο! Πώς είναι δυνατόν να μη μ? αγαπάει πια;» έλεγα και δεν το πίστευα.
Στη συνέχεια, βρεθήκαμε μπρος στο μεγάλο δίλημμα των τρόπων δράσης: ντετέκτιβ, παρακολουθήσεις, φωτογραφήσεις, μαγνητοφωνήσεις, μέντιουμ, παπάδες, μάγια ή ξόρκια;
- Να τους κάνουμε μάγια, για να γυρίσουν πίσω, ή να κάνουμε ξόρκια για τα λυθούν τα μάγια που μας έκαναν αυτές που εισέβαλαν απρόσμενα στη ζωή μας και την απειλούν ; αναρωτιόταν η Ρούλα με τη Μαίρη.
- Ξεχάσαμε τις χαρτορίχτρες, κορίτσια, έλεγε κοροϊδευτικά η Στέλλα, σιγοτραγουδώντας το «πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες, ?».
- Εγώ, τα φοβάμαι αυτά, ψιθύριζα.
Και πάλι συμβούλιο μεταμεσονύκτιο, αφού βάζαμε τα παιδιά στα κρεβάτια τους. Και πάλι librax και τσάι του βουνού. Μόνο η Στέλλα έμενε πιστή στο κρασάκι της. Έπαιρνε ύφος ειδήμονα, μυστηριώδες ,έκανε δαχτυλίδια με τον καπνό του τσιγάρου της και σχολίαζε τα γεγονότα, έβγαζε συμπεράσματα, μας εμψύχωνε ή μας συμβούλευε. Ήταν η αρχηγός μας!
Της την είχαμε παραχωρήσει ομόφωνα τη θέση του αρχηγού, γιατί είχε πολλές και ποικίλες εμπειρίες, από τα παιδικά της χρόνια, από τον πρώτο της γάμο κι από τον τωρινό. Το είχε η μοίρα της, όπως έλεγε συχνά, θεωρώντας ότι το πεπρωμένο της έφταιγε για ό,τι της συνέβαινε και όχι ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν αυτή τα πράγματα.
- Και γιατί να φταίει ο τρόπος μου; Δε βλέπετε στη τηλεόραση τους ειδικούς που λένε καθημερινά ότι ένας στους δυο γάμους περνάει σοβαρή κρίση μετά την πρώτη πενταετία συμβίωσης, και ότι ένα στα τέσσερα ζευγάρια χωρίζει; Πολύ απλά, λοιπόν, πρώτα, ο πρώην και εγώ και τώρα, ο νυν και εγώ, είχαμε την ατυχία να ανήκουμε σ? αυτά τα ζευγάρια! έλεγε σοβαρή.
- Ίσως και να έχεις δίκιο, Στέλλα μου, απαντούσε η Μαίρη. Και δεν αναφέρουν μόνο τα ποσοστά όλοι αυτοί οι ειδήμονες, αλλά αναλύουν πολύ απλοϊκά και τους λόγους που οδηγούν μια σχέση στην κρίση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι αναπόφευκτο κακό στις μέρες μας. Και έπειτα, τόσοι και τόσοι διάσημοι βγαίνουν στα κανάλια και καμαρώνουν για τις σχέσεις τους με τη μια και την άλλη! Τι ξεπεσμός!
- Έτσι είναι! Και μετά, πώς να μην μπεις στον πειρασμό να γευτείς και συ αυτό το νεόφερτο μοντέλο ζωής, για να είσαι μέσα στα πράγματα; Και κάπου-κάπου ακούς και τη φράση: «Τα παιδιά είναι τα θύματα των διαζυγίων»! Λες και τα παιδιά είναι τα μόνα θύματα της υπόθεσης! έλεγε η Ρούλα, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι της:
- Τι να πει κανείς για τη λέξη «θύμα»; συμπλήρωνα εγώ. Πόσες φορές τη μέρα επαναλαμβάνεται στα δελτία ειδήσεων; Θύμα εκμετάλλευσης, θύμα κακοποίησης, θύμα δολοπλοκίας, θύμα βιασμού, θύμα, θύμα?Οι λέξεις έχασαν πια την αξία τους!
- Καλά τα λες, Αννούλα, συμφωνούσε και η Στέλλα. Αχ! Μόνο το θύμα ξέρει τι σημαίνει να είσαι θύμα. Μόνο το παιδί των χωρισμένων ξέρει τι σημαίνει να πρέπει να διαλέξεις γονιό και στρατόπεδο. Μόνο ο γονιός που μεγαλώνει ένα παιδί-θύμα ξέρει τι σημαίνει να είσαι γονιός του παιδιού-θύματος.
Λέγοντας αυτά τα λόγια η Στέλλα άναβε τσιγάρο και έπαιρνε τη σκυτάλη η Μαίρη, ξεχειλίζοντας από αγανάκτηση.
- Εμένα εκείνο που με εκνευρίζει είναι που όλοι αυτοί οι γλυκανάλατοι κύριοι και οι κυρίες, που μιλούν εκ του ασφαλούς , αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για την ουσία των πραγμάτων, κολλάνε στο τέλος και το εξής: «Αυτά τα παιδιά θα μάθουν να ζουν έτσι, θα προσαρμοστούν, θα βρουν τρόπο να επιβιώσουν!». Πείτε μου, σας παρακαλώ, βρε κορίτσια! Η προδοσία συνηθίζεται; Η απόρριψη χωνεύεται; Τον συγχωρέσαμε μες στην ψυχή μας τον Ιούδα που πρόδωσε τον Χριστό; Πρέπει δηλαδή, να μάθουμε στα παιδιά μας να ζουν μια δήθεν ζωή; Με δήθεν σχέσεις; Με δήθεν φίλους;
- Και όταν τα παιδιά πάψουν να είναι παιδιά, τότε, είτε θα συνεχίσουν να είναι θύματα, όπως τους έχουμε μάθει, ή θα μετατραπούν σε θύτες, αναζητώντας για τις πράξεις τους ένα άλλοθι σε κάποιο ντιβάνι ψυχανάλυσης, πρόσθετα εγώ σκεπτική και προβληματισμένη.
- Και εκεί, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι, θα σκαλίζουν τις πληγές της παιδικής τους ηλικίας, μεγαλοποιώντας τα γεγονότα και γεμίζοντας ενοχές τους γύρω τους, συνέχιζε η Ρούλα σκεπτική.
??????????????????????????????????.
σελ.151-155
H υπόλοιπη βδομάδα κύλησε χωρίς ιδιαίτερα γεγονότα. Μια φαινομενική ηρεμία επικρατούσε. Νηνεμία. Στασιμότητα .Ούτε δράση ,ούτε αντίδραση, λες και περιμέναμε όλοι να γιάνουν οι πληγές μας με το χρόνο, να μπει ο καθένας στη θέση του, λες και θέλαμε να ξεχάσουμε το χθες, να το κόψουμε σαν παράσιτο και να το πετάξουμε μακριά και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Η καθημερινότητα με τις υποχρεώσεις και τους έντονους ρυθμούς ισοπεδώνει τα γεγονότα, τα συναισθήματα, τους ανθρώπους. Δεν αφήνει χώρο για πολλά λόγια και φιλοσοφίες. Ακόμη και αυτοί οι καβγάδες, πρέπει να είναι προγραμματισμένοι, αν επιμένουμε, σώνει και καλά, να γίνουν. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που στις μεγάλες αργίες, στις μέρες χαράς και χαλάρωσης, πουλιούνται οι μεγαλύτερες ποσότητες αντικαταθλιπτικών! Είναι, γιατί τότε αποφασίζουν οι άνθρωποι να ξύσουν τις πληγές τους, να ζητήσουν εξηγήσεις και διευκρινίσεις, να επιρρίψουν ευθύνες στους άλλους, να κάνουν απολογισμό της ζωής τους, να διαπιστώσουν τελικά ότι δεν ξέρουν να ζουν τη ζωή, δεν ξέρουν ποιοι είναι και τι ψάχνουν. Και τότε ακριβώς, αποφασίζουν να επικοινωνήσουν με το διπλανό τους, χωρίς να ξέρουν τον τρόπο, ή, μάλλον, χωρίς να γνωρίζουν το «διπλανό» τους. Όταν ήμουν φοιτήτρια, μας είχαν ζητήσει να ερμηνεύσουμε τη φράση του Σαρτρ «η Κόλαση μας είναι οι άλλοι». Εκείνη την εποχή, στα είκοσι, δεν μπορούσα να νιώσω τι εννοούσε μ? αυτά τα λόγια ο Γάλλος συγγραφέας, γιατί στα είκοσι η ζωή είναι παράδεισος, είναι δημιουργία, είναι αναζήτηση, είναι περιπέτεια. Και οι «άλλοι» είναι αυτοί με τους οποίους γευόμαστε τη ζωή, οι φίλοι, οι αγαπημένοι, οι κολλητοί, ο κόσμος μας. Την «Κόλαση» την πρωτογνώρισα παιδί, μέσα από το βιβλίο των Θρησκευτικών, σαν το αντίθετο του Παραδείσου κι από μια παλιά, φοβερή εικόνα, με έντονα, σκούρα χρώματα και τερατόμορφες φιγούρες που είχε κρεμασμένη η γιαγιά μου δίπλα στο εικονοστάσι. Αυτά, όμως, το βιβλίο και η εικόνα, τότε, ήμουν σίγουρη ότι ήταν μια φανταστική απεικόνιση της Κόλασης, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αποδίδει τον κόσμο μας και τους άλλους, όσο στραβοί και κακοί κι αν ήταν.
Την πραγματική κόλαση τη γνώρισα αργότερα, γύρω στα τριανταπέντε, και είχε χρώμα, γεύση, άρωμα, αρχή. Μόνο τέλος δεν είχε! Ήταν τότε που βρέθηκα μέσα της, γιατί μ? έσπρωξαν να μπω ή ,καλύτερα, με πέταξαν. Και τότε, πίστεψα, μέσα στον πανικό μου ότι δεν υπήρχε έξοδος, γιατί το μόνο που έβλεπα, από τη γωνία όπου είχα κουρνιάσει, τρομαγμένη ήταν κάτι αποκρουστικά όντα που προσπαθούσαν να με διαλύσουν, που άπλωναν τα χέρια τους για να με πονέσουν, που μου πετούσαν λάσπες και πέτρες, για να με αφανίσουν, που φώναζαν δυνατά, για να με τρομάξουν. Και δυστυχώς, τον πρώτο καιρό της παραμονής μου στα παγωμένα σκοτάδια της κόλασης το κατάφεραν, καθώς, τότε, πίστευα ότι θα έμενα για πάντα εκεί κάτω.
Μόνο μια φωνή, πολύ βαθιά μέσα μου, μου επαναλάμβανε ακούραστα ότι αυτό το μαρτύριο δε θα κρατούσε για πάντα, ότι θα τέλειωνε κάποια στιγμή, ότι θα ήταν προσωρινό. Εγώ όμως το φοβόμουν πολύ αυτό το προσωρινό και επαγρυπνούσα, γιατί δεν ήθελα να την πάθω σαν τις «μωρές παρθένες» του Ευαγγελίου. Ένα παγωμένο βράδυ , εκ πρώτης όψεως, σαν όλα τ? άλλα, που τα στοιχειά της κόλασης κοιμούνταν, τρύπωσε από μια χαραμάδα του μυαλού μου μια κόκκινη αχτίδα φωτός, ένας ελάχιστος κόκκος ελπίδας. Και αυτόν, τον ανεπαίσθητο κόκκο ελπίδας τον άρπαξα με τα δυο μου χέρια και έδωσα μια, και πήδηξα στο κενό, ελπίζοντας ότι κάπου θα σκάλωνα πέφτοντας, ότι θα σταματούσα κάπου και θα λυτρωνόμουν επιτέλους. Έτσι βγήκα από την βασανιστική απομόνωσή μου και ρίχτηκα σ? έναν ατέλειωτο, καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Πόσα πράγματα έκανα τότε, για να γεμίσει το κενό που είχε δημιουργηθεί από την απουσία του Θωμά! Ποτέ δεν το είχα φανταστεί ότι η αποχώρηση ενός ανθρώπου αφήνει τόσο πολύ άδειο χώρο ! Από τη μια, το κενό στην ψυχή! Εκεί που μέχρι τώρα είχα έναν σύζυγο, τώρα δεν υπήρχε κανείς, μόνο το απόλυτο κενό, όπου ό,τι πέσει δημιουργεί αντίλαλο. Αν, βέβαια, υπήρχε ήδη ένας αντικαταστάτης του πρώην, τότε τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά, γιατί τότε δε θα υπήρχε κενό. Εγώ, όμως, νόμιζα πως είχα μέσα μου μια μεγάλη μαύρη τρύπα, μια από τις μαύρες τρύπες του διαστήματος, που δεν έχουν αρχή και τέλος , που μοιάζουν με απύθμενα πηγάδια που οδηγούν στο χάος ή σε μια άλλη ζωή. Αυτή η μαύρη τρύπα, όπως λένε κάποιοι από την πείρα τους, κλείνει μόνο μ? ένα θαύμα ή με την πάροδο του χρόνου. Εγώ βιαζόμουν να την κλείσω, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γιατί ένιωθα ότι κάθε λεπτό της ζωής μου ήταν ανεπανάληπτο. Μ? έπιασε, λοιπόν, μια μανία να πετάω μέσα στο κενό της ψυχής μου και της ζωής μου ό,τι εύρισκα μπροστά μου, μικροπράγματα, πετραδάκια, ξυλαράκια, άχυρα, σκουπίδια, στην προσπάθειά μου να δημιουργήσω και πάλι μια βάση σταθερή, για να μπορέσω, στη συνέχεια, να ξαναχτίσω ένα καινούριο κόσμο. Όμως, σαν τα τρία γουρουνάκια κι εγώ, μάταια προσπαθούσα με τ? άχυρα και τα ψευτοπράγματα. Τη μια κάποια κλήση από τον κλητήρα, την άλλη μια καθυστέρηση στη διατροφή των παιδιών, την άλλη ένας καβγάς χωρίς αιτία και ουσία και πάει το αχυρόσπιτο, γινόταν φύλλο και φτερό στους πέντε ανέμους. Κάποια μέρα, κατάλαβα ότι ζωή καλή με ψευτοπράγματα δε χτίζεται, χρειάζονται τούβλα καλής ποιότητας, να μπουν ένα-ένα με τη σειρά , με τάξη και υπομονή, για να αντέχουν. Και βάλθηκα να ξαναφτιάξω, προσεχτικά και επιφυλακτικά, τη νέα μου ζωή. Τα ΄βαλα τα πράγματα κάτω και είπα:
«Τι έχω λιγότερο και τι περισσότερο από πριν; Λιγότερη μαγειρική, λιγότερο πλύσιμο, λιγότερο σιδέρωμα, λιγότερα ψώνια, λιγότερη συζήτηση, λιγότερα λεφτά, λιγότερη ξεκούραση, λιγότερα όνειρα, καθόλου σεξ. Περισσότερο χρόνο, να τον διαχειριστώ όπως μου αρέσει, περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ανεξαρτησία, περισσότερη ηρεμία.»
Η διαπίστωση ήταν οδυνηρή. Τα «λιγότερα» ήταν τα περισσότερα, και αφορούσαν στο σώμα. Ενώ τα «περισσότερα» ήταν τα λιγότερα και αφορούσαν στην ψυχή και στο πνεύμα, άρα δεν μπορούσα να κάνω προσθαφαιρέσεις σε ποσά ανόμοια και να έχω ένα τελικό αποτέλεσμα. Και υπήρχε και κάτι άλλο, ακόμη πιο σοβαρό. Ήταν η τεράστια ευθύνη της ανατροφής των δυο παιδιών μας που έπεφτε όλη επάνω μου και αυτό, ούτε το είχα επιλέξει ούτε το είχα επιδιώξει, ούτε όμως ήθελα να το αποποιηθώ. Γιατί, εγώ, γι? αυτά τα παιδιά, είχα κάνει πολλά όνειρα, ήθελα να γίνουν άνθρωποι ξεχωριστοί, να δώσουν αξία στη ζωή τους, να τη ζήσουν, αφήνοντας πίσω τους μια λεπτή, χρυσή γραμμή, όπως τα σοφά σαλιγκαράκια.
Τον πρώτο μαύρο καιρό, την περίοδο της απόγνωσης, οι ατέλειωτες ώρες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τις φίλες μου λειτούργησαν ψυχοθεραπευτικά. Όταν βγήκα απ? αυτό το απαραίτητο στάδιο της ανάρρωσης, αποφάσισα ότι υπήρχαν δυο εναλλακτικές δυνατότητες. Ατέλειωτες, νεκρές ώρες μπροστά στην τηλεόραση και ανούσιες συζητήσεις δεξιά κι αριστερά ή νέες δραστηριότητες. Επέλεξα το δεύτερο, γιατί είχα τα παιδιά και μ? ενδιέφερε πολύ το τι μηνύματα θα τους περνούσα με την στάση μου. Έφτασα δε σε σημείο ο χρόνος μου να είναι τόσο γεμάτος, ώστε μερικές φορές ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για να τον ελαφρύνω. Κι αυτό, ήταν η απόδειξη ότι το κενό είχε πάψει πια να υπάρχει, ότι η μαύρη τρύπα είχε κλείσει και ότι μια νέα ζωή, αλλιώτικη, αλλά το ίδιο γοητευτική και προκλητική, μου έκλεινε το μάτι.

Σελ.197-198
Κάποια στιγμή, άκουσα τις πόρτες των δωματίων τους να κλείνουν. Τότε ,σηκώθηκα αργά, έβαλα λίγο Baylley?s σ? ένα ποτήρι και πήρα από το συρτάρι του γραφείου μου ένα όμορφο τετράδιο, δώρο μαθητών μου, όπου κάπου-κάπου φυλάκιζα τις σκέψεις μου, αυτές που δεν άντεχα να πω σε κανένα. Άνοιξα, τυχαία, σε μια λευκή σελίδα και έγραψα:
«Ο δρόμος της ζωής είναι μοναχικός. Μόνος περπατάς προς το τέλος, προς την τελείωση, προς την κορυφή. Απόλυτη μοναξιά. Άραγε το πάγωμα του μυαλού και του σώματος είναι αμυντικός μηχανισμός ή μήπως αυτή είναι η αλήθεια της ύπαρξης; Μήπως είναι ο φόβος που οδηγεί το μυαλό σε λάθος μονοπάτια, σ? απατηλά ξέφωτα; Είναι τελικά ο χρόνος ποτάμι που όλα τα αλλάζει, τα διαβρώνει, τα παρασύρει; Δεν ξέρω. Ίσως! Είμαι περίεργη να ζήσω το μέλλον, ν? αφεθώ στην αβασάνιστη ροή του χρόνου , να ζήσω τις εξελίξεις στην ψυχή και το πνεύμα. Στα σαράντα μου, το μεγάλο γκρέμισμα, η καταστροφή, ο καταποντισμός. Δεν έμεινε τίποτε. Ούτε καν ερείπια. Μόνο χορτάρι, κιτρινοπράσινο, κοντό χορτάρι και ένας ήλιος πλάγιος, χλιαρός που φωτίζει, χωρίς να καίει. Σίγουρα κάπου υπάρχει φως! Μέσα στη σκόνη των ερειπίων είναι δύσκολο να πεις ποιος είσαι και τι θέλεις! Δύσκολο, αφάνταστα δύσκολο, όταν για χρόνια ολόκληρα δεν είχε χρειαστεί να δώσεις απάντηση σ? αυτά τα ερωτήματα. Και ο « εις σάρκαν μια», ο επικίνδυνος αγαπημένος και οι άλλοι, οι γνωστοί άγνωστοι, οι απόμακροι κολλητοί, τι δικαίωμα είχαν στ? αλήθεια να μου ξεσκίσουν την ψυχή, να μου κουρελιάσουν την ύπαρξη, να μου εξουθενώσουν το μυαλό; Έχασα τα πάντα, γιατί έχασα αυτό που θεωρούσα ότι ήταν το « παν» στη ζωή μου. Τα έχασα ή μου τα έκλεψαν; Το ίδιο είναι, τελικά! Όμως, μου έμειναν αυτά που δε χάνονται, αυτά που δε κλέβονται, γιατί είναι από τη φύση τους ελεύθερα! Η αγάπη των παιδιών μου και τα όνειρά μου, μικρά, αργοκίνητα, αλλά ελεύθερα και τολμηρά σαν τα πουλιά που κάνουν μακροβούτια στον απέραντο ουρανό.


ΕΥΤΥΧΩΣ? ΠΟΥ ΔΕ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ

Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε που διάβασα το πρώτο χειρόγραφο που μου εμπιστεύθηκε η φίλη μου, Αντωνία Θεοχαρίδου. Σε εκείνες τις γραμμές , μέσα από τις λέξεις, ανακάλυψα την ίδια ανησυχία, τους ίδιους προβληματισμούς, τα ίδια πράγματα που με άγγιζαν κάθε φορά που ακολουθούσαμε παράλληλη ή και αντίθετη πορεία αναζητήσεων στις συναντήσεις μας.
Ο τόνος της παρουσίασης θα είναι προσωπικός και γιατί ο καθένας διαβάζει με τον τρόπο του και με τις ανάγκες του ένα βιβλίο, αλλά και γιατί με την Αντωνία Θεοχαρίδου μας συνδέει μια ιδιαίτερα φιλική σχέση. Ο αρχικός φόβος μου ότι θα ήταν δύσκολο για μένα να κρατήσω τις απαραίτητες αποστάσεις ξεπεράστηκε, όταν διαβάζοντας ολοκληρωμένο πια το βιβλίο της αφέθηκα στην ανίχνευση του ψυχισμού της και ανακάλυψα πολλά που με έκαναν να τη γνωρίσω καλύτερα. Με την ιδιότητα της αναγνώστριας περιηγήθηκα στις σελίδες του βιβλίου και παρασύρθηκα από τη γοητεία του πρωτόγνωρου.
Η αμεσότητα και η αλήθεια πέρα από επιτηδευμένους σχεδιασμούς με έκανε να αγαπήσω αυτό το βιβλίο, που είναι η πρώτη της κατάθεση στο χώρο της λογοτεχνίας, η πρώτη της προσπάθεια να εκφράσει μέσα από τη μυθοπλασία αλήθειες που πονούν, μέσα από το χιούμορ τον πόνο της απώλειας, μέσα από τον εγκλωβισμό την ελπίδα της ουσιαστικής ελευθερίας.
Ειλικρινά με τιμά η επιλογή της να είμαι εγώ αυτή που θα παρουσιάσω το βιβλίο αυτό στο αναγνωστικό κοινό των Σερρών σήμερα. Και είναι αλήθεια πολύ όμορφο να μιλάς για το έργο ανθρώπων που με την καλλιέργεια και την ευαισθησία τους σε τιμούν με τη φιλία τους.

Το πρώτο της βιβλίο «Ευτυχώς?που δε με σκότωσες» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με αγάπη για τον άνθρωπο που πόνεσε και πονά, αλλά ζει και αγωνίζεται κρατώντας την αξιοπρέπεια και το ήθος του. Αγγίζει το σύγχρονο άνθρωπο που προσπαθεί να κρατήσει ακόμη τις αξίες στην ζωή του σε μια εποχή που εύκολα προσπερνάς, αντικαθιστάς, συμβιβάζεσαι και προχωρείς ακόμη και σπρώχνοντας ή ποδοπατώντας τους άλλους.
Θα ήταν άστοχο να μπούμε στη διαδικασία να εντοπίσουμε τη δοσολογία του βιώματος και της φαντασίας στη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Σίγουρα αυτό εδράζεται σε ένα βιωματικό υπόβαθρο, αλλά χτίζεται κυρίως με υλικά μιας δημιουργικής φαντασίας. «Χρειάζεται φαντασία, για να κερδηθεί το χαμένο έδαφος από τις προσδοκίες της μνήμης» μας διδάσκει ο Μπόρχες. Έτσι λοιπόν, έρχεται η τέχνη, για να υποκαταστήσει την έλλειψη της δυνατότητάς μας να ανασυνθέσουμε με καινούργια υλικά το παρελθόν. Εξάλλου, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στο βίωμα και την αφηγηματική εκδοχή του λειτουργεί καταλυτικά ίσως και λυτρωτικά. Το βίωμα κατατίθεται-εκτίθεται επεξεργασμένο.

Το θέμα του μυθιστορήματος είναι το διαζύγιο με τα προβλήματά του (ένα είδος αναγκαστικής ελευθερίας που όμως δεν ξέρεις πολλές φορές πώς να διαχειριστείς). Με μια πρώτη ματιά, μένοντας στην επιφάνεια, θα έλεγε κανείς, ότι είναι ένα θέμα συνηθισμένο, ειδικά σήμερα που ο αριθμός των διαζυγίων παρουσιάζει εκρηκτική αύξηση και αντιμετωπίζεται με ανησυχητική αδιαφορία. Αν όμως προχωρήσουμε στην ουσία του μυθιστορήματος, θα δούμε την αγωνία και την προσδοκία της συγγραφέως να δώσει την εικόνα μιας ζωής που αλλάζει, που διαλύεται, για να διαρθρωθεί ξανά.
Έχοντας σα βασικό άξονα ένα θέμα καθημερινό η συγγραφέας κατορθώνει με ευαισθησία να θίξει πολλές από τις παραμέτρους που είναι συνειδητά ή ασυνείδητα άγνωστες σε αυτούς που επιδερμικά κρίνουν, σε αυτούς που εύκολα βάζουν ταμπέλες σε ανθρώπους, που βίωσαν και βιώνουν την απόρριψη και την αντικατάσταση.
----------------------------------------------------------------------σελ.72-73
Σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας μας εκτυλίσσεται η υπόθεση. Οι δρόμοι, τα σπίτια, γενικά οι χώροι, αλλά και οι άνθρωποι, τα γεγονότα κινούνται στη σφαίρα του πραγματικού, του απλά καθημερινού. Η οικογενειακή ζωή με τα προβλήματά της, οι σχέσεις των συζύγων και το επώδυνο, αλλά πάντα τόσο επίκαιρο, θέμα της απιστίας θα αποτελέσουν την αφετηρία του προβληματισμού των προσώπων. Όλοι ζουν στους ρυθμούς που επέλεξαν (αναγκαστικά ή μη), ώσπου η αποκάλυψη της προδοσίας αλλάζει τους συσχετισμούς δυνάμεων και μια διαφορετική τροχιά είναι πια πραγματικότητα για όλους: τις γυναίκες και τους άντρες. Τότε, η ζωή αποκαλύπτει σιγά ? σιγά άλλες διόδους και διεξόδους και η επιλογή είναι πια στα χέρια των ηρώων. Ο καθένας τους μπαίνει σε μια διαδικασία ανίχνευσης του ίδιου του του εαυτού, πριν πάρει αποφάσεις. Έρχεται αντιμέτωπος με αποκαλύψεις, αλήθειες και ψέματα. Στο τέλος όμως μέσα από συγκρούσεις η ανθρώπινη προσωπικότητα (και όχι μόνο η γυναικεία, που κυριαρχεί στο βιβλίο) οικοδομείται, ανατρέπεται και άλλοτε επαναδομείται, καθώς το κάθε πρόσωπο αφήνει πίσω του ό,τι ευτυχώς?δεν το σκότωσε.
---------------------------------------------------------------------σελ.15-16
Η συγγραφέας επιλέγει τέσσερις γυναίκες, τέσσερις ηρωίδες πλασμένες από «υλικά καθημερινά», γυναίκες που είναι μέρος του δικού μας μικρόκοσμου: του χώρου της δουλειάς, του άμεσου φιλικού περιβάλλοντός μας ίσως και του ίδιου μας του εαυτού.
Τέσσερις γυναίκες «απολαμβάνουν» τους συμβιβασμούς της συμβίωσης και νιώθουν την ασφάλεια και την ανακούφιση που μπορεί να προσφέρει το καταφύγιο του οικιακού βίου και της καθημερινότητας. Οι προσωπικότητες των ηρωίδων διαγράφονται από τις πρώτες σελίδες, έτσι, ώστε να φαίνονται οι μετέπειτα ενέργειές τους ως φυσική απόρροια των χαρακτηριστικών που η καθεμιά έχει.

--Η Μαίρη είναι μια γυναίκα με χαρίσματα, αλλά και με μια μεγάλη αδυναμία. Μοιάζει ρομαντική και συγκαταβατική ζώντας στο δικό της «κουκλόσπιτο» που στεγάζει το δικό της κόσμο, το σύζυγο και τα παιδιά της. Η οικογένεια είναι η απάντησή της στη σκληρότητα των παιδικών και νεανικών της χρόνων. Μοιάζει όμως αδύναμη να ανταποκριθεί σε αλλαγές που η ίδια η ζωή απαιτεί. Βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό, τα συναισθήματά της και συγκλονίζεται από την αποκάλυψή τους, καθώς κινδυνεύει να καταρρεύσει η τάξη των πραγμάτων στη ζωή της, το προσωπικό της status quo. Θα το διαφυλάξει άραγε ή η ροή των γεγονότων θα την παρασύρει;
--Η Στέλλα είναι μια δυναμική και αποφασιστική γυναίκα, αλλά ανασφαλής και παράξενα υποταγμένη στη μοίρα. Θα έλεγε κανείς ότι οι εμπειρίες δεν την ατσάλωσαν. Ο πόνος της άλλοτε πνίγεται με μια κραυγή στα δαχτυλίδια του καπνού της και άλλοτε καταλαγιάζει ανήμπορος να εκδηλωθεί. Εγκλωβισμένη στο χθες ακόμη παλεύει με καταστάσεις του σήμερα. Θα κατορθώσει να κάνει τη δική της υπέρβαση, να ξεφύγει από αυτά που χρόνια την κρατούν πίσω;
--Η Ρούλα είναι η μικρότερη της παρέας, μια νέα γυναίκα με όνειρα που όμως εγκλωβίζονται στην ατολμία και στην αναβλητικότητά της. Μοιράζει τις πράξεις και τις σκέψεις της ανάμεσα σε επώδυνες αναμνήσεις με χρώμα κόκκινο και στο απόλυτο χωρίς αποχρώσεις μαύρο παρόν της. Ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα και μια κόκκινη αέρινη φιγούρα στοιχειώνουν τα όνειρά της ώσπου?γίνεται η ανατροπή.
--Η Άννα, μητέρα και σύζυγος, είναι εγκλωβισμένη συνειδητά ή ασυνείδητα (δεν έχει και τόση σημασία) μέσα σε τείχη που οι κοινωνικές συμβάσεις έχτισαν. Αγναντεύει το δικό της ουρανό, βάφει με έντονα χρώματα τα όνειρα των άλλων και περιμένει να ζήσει το δικό της άλικο όνειρο. Όλα αλλάζουν, όταν βιώνει την προδοσία, την εγκατάλειψη. Τότε βγαίνει από τα όρια του «ενυδρείου της» και καλείται να κολυμπήσει στον ωκεανό. Η πίστη της στο Θεό με τρόπο ανεπιτήδευτο θα της δώσει τα στηρίγματα που αποζητά.. Τουλάχιστόν αυτό πιστεύει. Άραγε, θα επιβιώσει; Θα κατορθώσει να γευτεί τη ζωή «από την καλή και από την ανάποδη»;

Οι τέσσερις γυναίκες συναντιούνται και μια δύναμη χαράσσει γι αυτές πορείες, άλλοτε παράλληλες και άλλοτε τεμνόμενες. Πάντα όμως καταλήγουν σε συνάντηση που χαρακτηρίζεται από ανθρώπινη αγωνία. Ανασφάλειες, φοβίες τροφοδοτούν τις συζητήσεις τους. Άλλοτε χάνονται σε μια κινούμενη άμμο συναισθημάτων και άλλοτε ο ορθολογισμός παίζει το σωτήριο ρόλο του. Καθώς αποκαλύπτονται μέσα από τις εξομολογήσεις που μοιράζονται, μοιάζουν εύαλωτες και εύθραυστες από τη μια, αλλά κατακτητικές και σκληρές από την άλλη.
-----------------------------------------------------------------------------
Οι ηρωίδες κινούνται στο «τώρα» εγκλωβισμένες στους γρήγορους ρυθμούς, αλλά και στη στασιμότητα. Ακροβατούν ανάμεσα στο κενό και στην πληθώρα των μικροπραγμάτων με τα οποία φιλοδοξούν να το γεμίσουν. Αγωνίζονται καθημερινά πιστεύοντας ότι η ζωή κερδίζεται όταν ακολουθείς κανόνες και συνταγές. Στην αρχή λοιπόν, παρουσιάζονται εγκλιματισμένες στο περιβάλλον, συμβιβασμένες και γοητευτικά σίγουρες ότι θα δικαιωθούν με τη συμπεριφορά τους. Είναι φανερό, εξάλλου, ότι είναι πιο εύκολο να αποδεχτείς, να προσπεράσεις, να παραβλέψεις παρά να αρνηθείς, να εναντιωθείς, γιατί αν επιλέξεις το δεύτερο πρέπει όχι μόνο να κρίνεις, αλλά και να κριθείς. Επιλέγουν λοιπόν να ζούνε ακολουθώντας νόρμες που κάνουν τελικά την καθημερινότητά τους προβλέψιμη.
----------------------------------------------------------------------σελ.92-93
Αλλά η ζωή κάνει τις δικές της επιλογές και βάζει τους δικούς της κανόνες, που μας βγάζουν από μια προσεκτικά οργανωμένη δική μας καθημερινότητα. Κάποιες φορές, συχνά νομίζω, καλείται ο καθένας μας να βγει από την ασφάλεια του συμβιβασμού και να επιλέξει το ρίσκο, τη γοητεία του άγνωστου, και τελικά την ίδια τη ΖΩΗ. Έτσι, και οι ηρωίδες ξυπνούν από το λήθαργό τους, ενεργοποιούν ένα κομμάτι του εαυτού τους καταπιεσμένο, ανενεργό και επιμελώς κρυμμένο, αλλά γοητευτικά πρωτόγνωρο και αντιμετωπίζουν επιτέλους την αλήθεια της ζωής.
--------------------------------------------------------------------σελ.129-130
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα παρακολουθούμε, λοιπόν τις ηρωίδες να περνούν σταδιακά από την άγνοια στη γνώση μπαίνοντας σε ένα παιχνίδι τραγικό που τους όρους τους ορίζει η ζωή και όχι οι πρωταγωνιστές. Συνειδητοποιούν μέσα από τα γεγονότα τη βαρύτητα του παρελθόντος και την ανασφάλεια του μέλλοντος. Ανακαλούν το χθες και πληγώνονται με το σήμερα, καθώς συνειδητοποιούν την εικόνα που οι άλλοι έχουν γι αυτές.
-----------------------------------------------------------------------
Ξεπερνούν, άραγε, τα όριά τους, καθώς μάχονται να βρουν την ταυτότητά τους; Θα έλεγε κανείς ότι ανιχνεύουν το χώρο, δοκιμάζουν τις αντοχές και τις δυνάμεις τους, αλλά προστατεύουν τον εαυτό τους από ακραίες αντιδράσεις. Ακόμη και την κραυγή τους με ελεγχόμενη ένταση τη βγάζουν τη στιγμή που βιώνουν την προδοσία από το σύντροφο, τον πόνο από την απουσία του γονιού. Κάποιες στιγμές ο αναγνώστης νομίζει ότι είναι έτοιμες να σπάσουν το φράγμα και να ξεπεράσουν τα όρια, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Δεν είναι πλασμένες, για να ξεφύγουν τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά μπορούν αυτά που οι άνθρωποι μπορούν και θέλουν αυτά που οι άνθρωποι θέλουν. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Σίγουρα κάποιες στιγμές αγγίζουν τα άκρα, αλλά όχι, για να τα ξεπεράσουν! Το κάνουν, για να ορίσουν ποιο είναι το μέσο και να πορευτούν πάνω σε αυτό επιτυγχάνοντας τον αυτοπροσδιορισμό τους.
Η αλλαγή τους χτίζεται σταδιακά και η εξιλέωση έρχεται μέσα από τον πόνο και τη χαρά, το δάκρυ και το γέλιο, τη στιγμή και την αιωνιότητα. Τις παρατηρούμε, λοιπόν, να ωριμάζουν φυσικά και αβίαστα μέσα από συγκρούσεις, συμπτώσεις, σωστούς ή λανθασμένους χειρισμούς. Στο τέλος, η καθεμιά θα πραγματοποιήσει τη δική της λυτρωτική φυγή από ανθρώπους, καταστάσεις, αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό.
-------------------------------------------------------------------------σελ.152-154
Καθοριστικός και συγχρόνως αποκαλυπτικός για τις προθέσεις της συγγραφέως είναι και ο ρόλος των δευτερευόντων προσώπων, καθώς αυτά εμπλέκονται σε μια δορυφορική κίνηση μεταξύ τους, αλλά και με τις τέσσερις γυναίκες. Βιώνουν και αυτά τα πρόσωπα τις συγκρούσεις τους, εξελίσσονται, ολοκληρώνονται, καθώς προχωρούμε προς τη λύση, όπου το καθένα θα καταλάβει το χώρο του.
Η Θεανώ και η Μαρίνα είναι δύο γυναίκες που η καθεμιά ξεκινώντας από άλλη αφετηρία, κάνοντας μια άλλη διαδρομή θα φτάσουν στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η ουσία της ύπαρξης βρίσκεται στην προσφορά στο συνάνθρωπο. Ζεις ουσιαστικά, όταν μπορείς μετά από μεγάλο πόνο να κλείνεις τις πληγές σου και να κάνεις τον άνθρωπο σκοπό σου. Η Θεανώ χάνει το σύντροφό της και τα κοινά τους όνειρα καλείται να τα πραγματοποιήσει μόνη πια. Με σθένος τα υπερασπίζεται. Δεν τα αφήνει να σβήσουν, όπως έσβησε εκείνος. Έχει χρέος απέναντι στον άνθρωπό της και στον Άνθρωπο. Η Μαρίνα βασανίζεται από τις τύψεις της για ένα παιδί που δε γεννήθηκε ποτέ, αλλά μέσα από αυτές βρίσκει τη δύναμη να προσφέρει, ώστε το χαμόγελο του παιδιού της, που ποτέ δεν είδε ,να το δει σε πολλά παιδικά πρόσωπα.
Ο Θωμάς, ο Γιώργος, ο Ανδρέας και ο Κώστας, οι σύζυγοι των τεσσάρων γυναικών, είναι άνδρες που διανύουν την εποχή της γλυκιάς ωριμότητας, τουλάχιστον ηλικιακά. Ο καθένας έχει τις ανασφάλειές του, τις φιλοδοξίες του αλλά και έντονη δόση από ανάγκη επιβεβαίωσης. Θα έλεγε κανείς ότι μέσα στο μυθιστόρημα υπάρχουν, για να δώσουν τη δυνατότητα στις συζύγους να δραστηριοποιηθούν, να βγουν από τη νωθρότητα μιας τελματωμένης σχέσης, να ωριμάσουν. Είναι, τελικά, οι καταλύτες, αυτοί που είναι απαραίτητοι σε κάποια κατάλληλη χρονική στιγμή, για να αλλάξει τελικά η ζωή μιας γυναίκας.
Ο Αρης, ένας γοητευτικός άντρας, έρχεται στη ζωή της Άννας, για να την αφυπνίσει. Είναι αυτός που θα βγάλει από μέσα της τη «γυναίκα», μια ιδιότητα που απόλυτα καταπιέστηκε, αφού παραχώρησε τη θέση της στο ρόλο της μητέρας. Ο Άρης της μιλά για όνειρα και επιθυμίες που της ανήκουν και τη βάζει στη διαδικασία να τα ανιχνεύσει, να τα ομολογήσει και να τα διεκδικήσει. Ο ίδιος αποζητά να γίνει ένα κομμάτι των ονείρων της και αγωνίζεται γι αυτό.
----------------------------------------------------------------------σελ267
Ο Αχιλλέας, η Μαργαρίτα, ο Σωτήρης, παιδιά που το καθένα βιώνει με το δικό του τρόπο το πένθος που συνεπάγεται κάθε απώλεια. Ο Αχιλλέας και η Μαργαρίτα, δυο παιδιά με όνειρα φαίνεται να ωριμάζουν απότομα καθώς το μοντέλο της οικογένειάς τους αλλάζει και το αρμονικό «τέσσερα» γίνεται προβληματικό «τρία». Τα συναισθήματά τους είναι αντιφατικά, τρυφερά και σκληρά, απέναντι στον πατέρα, που πάντα θα έχει τη θέση του στη ζωή τους. Περνούν τις δύσκολες στιγμές μέσα στην αγκαλιά της μητέρας τους, της Άννας, και περιμένουν από αυτήν να καλύψει το κενό. Παράλληλα, την στηρίζουν και της δίνουν τη δύναμη να ανταποκριθεί στο νέο της ρόλο.
Ο Σωτήρης είναι αυτός που βίωσε την απουσία του πατέρα και αγωνίζεται να ωριμάσει, καθώς συγκρούεται με τους άλλους και με τον εαυτό του. Η σχέση με τη μητέρα του, τη Στέλλα, είναι αυτή που του βγάζει ό,τι πιο άσχημο και ό,τι πιο όμορφο μπορεί να αισθανθεί. Ο πατέρας είναι απών και ο αντικαταστάτης του ανεπαρκής για ένα άντρα που προσπαθεί να ζήσει τη δική του ζωή. Άραγε, θα ωριμάσει μέσα από τα αντιφατικά του συναισθήματα και τις συγκρουσιακές του σχέσεις; Θα βρει ποιος φταίει; Θα το αποδεχτεί, όταν φταίχτης θα παρουσιαστεί και ο ίδιος του ο εαυτός;

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο δημιουργώντας μια αίσθηση αμεσότητας ανάμεσα στην αφηγήτρια και στον αναγνώστη. Η αφηγήτρια, η Άννα, εμφανίζεται ως κύριο πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται. Καταθέτει τα βιώματα και τις εμπειρίες της δίνοντας στο κείμενο ένα εξομολογητικό χαρακτήρα. Πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι μιλά στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά αφήνει διακριτικά τον αναγνώστη να μοιραστεί μαζί της αυτά που αισθάνεται. Είναι ένας «θηλυκός» τρόπος αφήγησης, αν επιτρέπεται τέτοιος χαρακτηρισμός, που αναδεικνύει τον ψυχισμό της αφηγήτριας-ηρωίδας.
Η Άννα γυρίζει στο παρελθόν με τρόπο επώδυνο, όπως επισημαίνει η ίδια, και ξετυλίγει στιγμές με χρώματα, με μυρωδιές, με λέξεις που στιγμάτισαν τη ζωή της. Πολλές φορές λειτουργεί συνειρμικά και καθώς γυρίζει πίσω, αγγίζει στιγμές του χθες, όταν η παιδική αθωότητα μεγαλοποιούσε όνειρα, αλλά και φοβίες. Συλλέγει τις πιο ευαίσθητες εικόνες από το παρελθόν και αναμετρά με μελαγχολία τις μικρές και τις μεγάλες απώλειες που επιφέρει ο αστάθμητος χρόνος. Στρέφεται μέσα της, ανακαλεί γεγονότα, για να φέρει στην επιφάνεια σκέψεις, αναμνήσεις, συνειρμούς και εντυπώσεις. Ατενίζει και τις πιο σκληρές στιγμές της με ρομαντική διάθεση, διάχυτη από γλυκά συναισθήματα και μια υποβόσκουσα πρόθεση διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα.
Αναζητώντας χαμένα ή καλύτερα κρυμμένα κομμάτια του εαυτού της, θα έλεγε κανείς ότι μαζί με τον αναγνώστη γνωρίζει τις φίλες της. Έτσι, παρακολουθεί μαζί με τον αναγνώστη τη Ρούλα, τη Στέλλα και τη Μαίρη να απογυμνώνονται, να πονάνε, να πέφτουν, αλλά και να σηκώνονται, καθώς η καθεμιά τους ωριμάζει. Και όλοι ίσως να έχουμε σκεφτεί πόσο πονά η ωριμότητα, αφού σε αφοπλίζει από το άλλοθι της νεότητας και σου περιορίζει αισθητά το περιθώριο λάθους!

Το «Ευτυχώς?που δε με σκότωσες», θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα με ποιητικό ρεαλισμό, που μπορεί να επισημαίνει ό,τι μας διαφεύγει μέσα από αυτό που θεωρούμε καθημερινό και οικείο. Η συγγραφέας επιδιώκει την αντικειμενικότητα και δεν στοχεύει στον εντυπωσιασμό. Η γραφή της κινείται στα πλαίσια του ρεαλισμού, αλλά σε πολλά σημεία έντονες είναι οι επιδράσεις από τις πεποιθήσεις της καθώς και από τη συναισθηματική φόρτιση με την οποία αντιμετωπίζει τα πράγματα. Ο έντονος συναισθηματισμός της και η ποιητική της ματιά χαλαρώνουν τα πλαίσια μιας ρεαλιστικής αφήγησης. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι πάνω στον καμβά μιας σκληρής πραγματικότητας μπαίνουν ποιητικοί χρωματισμοί.
Η συγγραφέας καταφεύγει στη χρονολογική παράθεση γεγονότων, αλλά, ενώ φαινομενικά η ιστορία μας εξελίσσεται γραμμικά στο χρόνο, στην πραγματικότητα οι συχνές αναδρομές ανοίγουν παρενθέσεις στη ζωή και στις σκέψεις των προσώπων. Με αυτόν τον τρόπο νοηματοδοτούνται κάποια γεγονότα ? σταθμοί και γίνονται οι πυρήνες γύρω από τους οποίους στρέφεται η δράση.
Άλλοτε τα γεγονότα προσημαίνονται και ο αναγνώστης περιμένει την εξέλιξη που μερικές φορές έρχεται αβίαστα και φυσικά, ενώ άλλοτε ο ρους αλλάζει δραματικά. Μέσα από ζεύγη αντιθέσεων προχωρά η πλοκή, αλλά και η ανίχνευση της προσωπικότητας των ηρώων: η σκληρότητα της ζωής και η απαλότητα του ονείρου, οι αλήθειες που πονούν και τα ψέματα που πληγώνουν, πολιορκητές και πολιορκημένοι, ελεύθεροι και εγκλωβισμένοι, προδότες και προδομένοι,
Τα παιχνίδια της μοίρας, οι παρτίδες της ζωής διαδέχονται η μία την άλλη. Ένα ντόμινο γεγονότων παρασύρει τα πρόσωπα σε ένα γοητευτικό παιχνίδι με τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους. Κάποιος κινεί τα νήματα και βάζει τους κανόνες ή πρόκειται για ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, καθώς συμπτώσεις και απροσδόκητα γεγονότα ορίζουν αλλαγές σε καταστάσεις και ανθρώπους; Μια εκδρομή, μια φωτογραφία, μια συνάντηση, μια κόκκινη κουκκίδα στο παρελθόν ανατρέπει διαθέσεις, αμφισβητεί σχέσεις, γκρεμίζει σαθρά τείχη ή χτίζει ανθρώπινους δεσμούς.
Η συγγραφέας εστιάζει το ενδιαφέρον της στις ανθρώπινες σχέσεις με τις ιδιαιτερότητες, την ομορφιά, τη χαρά και τον πόνο τους: η φιλία, οι σχέσεις των συντρόφων μέσα στο γάμο, οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς. Κάθε σχέση είναι ένας διαρκής αγώνας με τον ίδιο μας τον εαυτό σε πρώτη φάση και ένας αγώνας του «εγώ» μας με τον «άλλον» σε μια δεύτερη.
Τα πρόσωπα προσεγγίζονται μέσα στις σχέσεις που κάνουν, καθώς υπάρχουν και λειτουργούν όχι ως άτομα, αλλά μέσα στα πλαίσια της συνύπαρξης. Είναι εμφανής η προσπάθεια της συγγραφέως να δει τον άνθρωπο μέσα στην οικογένεια, δίπλα στο σύντροφο, μαζί με τα παιδιά του, κοντά στο φίλο του. Προσπαθεί με ευαισθησία να αναλύσει και να κατανοήσει τη συμπεριφορά του ακόμη και στις λεπτές της αποχρώσεις, όταν αυτός προδίδεται ή προδίδει, όταν πέφτει ή σηκώνεται, όταν αγωνίζεται να μείνει σε μια σχέση ή να φύγει από αυτήν.
Σε μια εποχή, όπου οι οικονομικοί όροι έχουν κυριαρχήσει και στο χώρο των συναισθημάτων η συγγραφέας τολμά να στηλιτεύσει το «δούναι» και «λαβείν» στις σχέσεις των προσώπων. Δεν είναι τυχαία η επιλογή οικονομικών όρων, όταν τα πρόσωπα μιλούν για τις σχέσεις τους: επενδύω, χάνω, κερδίζω, παίζω. Πρόκειται για λέξεις που παραπέμπουν όχι σε ανθρώπινη επαφή, αλλά σε χρηματιστήριο και τυχερά παιχνίδια.
Στη ζωή το παιχνίδι απαιτεί τουλάχιστον δύο παίκτες. Υπάρχουν αυτοί που ρισκάρουν και αυτοί που παίζουν συντηρητικά, αυτοί που κλέβουν και αυτοί που παίζουν τίμια, αυτοί που χάνουν και αυτοί που κερδίζουν. Τι συμβαίνει όταν αυτοί οι διαφορετικοί σε ήθος παίκτες συναντηθούν σε μια κοινή παρτίδα; Τι θα κερδίσει ο ένας; Τι θα χάσει ο άλλος;
Τα ενδεχόμενα είναι δύο: από τη μια έχουμε αυτούς που βιώνουν τον εφιάλτη της αντικατάστασης, αυτούς που επώδυνα συνειδητοποιούν ότι η μοναδικότητα είναι μια αυταπάτη και η συνιδιοκτησία μια πραγματικότητα και από την άλλη, έχουμε τους σκληρούς, τους ανάλγητους, αυτούς που αντικαθιστούν και προχωρούν πληρώνοντας το δικό τους κόστος. Οι καλοί και οι κακοί. Είναι σίγουρα πολύ βολικό να καταφύγουμε σε αυτόν τον απλοποιημένο διαχωρισμό.
Το κοινό αίσθημα δικαίου καταδικάζει τους «κακούς» και καθαγιάζει τους «καλούς» που μένουν πίσω και υπομένουν. Η συγγραφέας όμως προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες και να μοιράσει τις ευθύνες δίνοντας στον καθένα αυτό που του αναλογεί. Και αυτός που έχει απορριφθεί και αυτός που απορρίπτει έχουν ευθύνες. Ο πρώτος, γιατί εγκλωβίστηκε σε ένα ψέμα. Ο δεύτερος, γιατί ποδοπάτησε, προσπέρασε και διέγραψε στιγμές και ανθρώπους.
Τελικά, δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι νικητές και ποιοι οι νικημένοι, ποιοι οι θύτες και ποιοι τα θύματα. Διατυπώνονται ερωτήματα, εκφράζονται αμφιβολίες, βγαίνουν στην επιφάνεια βασανιστικές ενοχές και τύψεις γι αυτά που κάνανε ή που δεν κάνανε οι ήρωες καταδικασμένοι σε μια σχέση για δύο.
Ο αναγνώστης σταδιακά μπαίνει στην ψυχή των ηρώων. Προσεκτικά η συγγραφέας μας αφήνει να μοιραστούμε τις αγωνίες αυτών που άλλοτε αναλαμβάνουν το βάρος που τους αναλογεί και άλλοτε αρνούνται να το αποδεχτούν. Αυτή η «συμμετοχή» οδηγεί πέρα από την παροδική τέρψη και σε προβληματισμό, όταν ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Τα ερωτήματα και οι αμφιβολίες αλλάζουν υποκείμενο και ο καθένας μας με το δικό τρόπο αναρωτιέται, απαντά, σιωπά, ανακαλύπτοντας ένα κομμάτι (μικρό ή μεγάλο) του εαυτού του. Ερωτήματα και διαπιστώσεις για τον καθένα μας:
-Τελικά, πόσο λίγο ξέρουμε τον εαυτό μας, όταν προτιμούμε να δούμε τα πράγματα, όπως μας βολεύουν, όπως εμείς θέλουμε και όχι όπως είναι στην πραγματικότητα!
-Τι εύκολη αλήθεια η θυματοποίηση! Είναι το άλλοθι, αλλά από την καταδίκη δε μας σώζει. Αυτή είναι δεδομένη και σκληρή, αφού η ποινή είναι η ματαίωση της δικής μας παράστασης και όχι η ακύρωση μιας πρόβας.
Η συγγραφέας δίνει τις απαντήσεις της. Οι φοβίες, οι συμβιβασμοί, το ψέμα και η άρνηση είναι αυτά που μας οδηγούν στην αδράνεια και μας εμποδίζουν να ζήσουμε. Ας αντιμετωπίσουμε τις φοβίες μας, ας αντικρίσουμε την αλήθεια, ας δεχτούμε τα λάθη μας, αλλά και τις προκλήσεις της ζωής, ακόμη και αν οδηγήσουν σε άλλα λάθη. Ποτέ μη λέμε «ποτέ ». Ποτέ μη λέμε «ποτέ» στην ζωή. Πάντα μπορούμε να σβήσουμε αυτά που στρέβλωσαν την ομορφιά των ονείρων της νιότης μας. Μπορεί να μην υπάρχει τίποτε τέλειο στη ζωή, αλλά η ίδια η ζωή είναι τέλεια και αξίζει να τη ζήσουμε από την καλή και από την ανάποδη!

Η μητέρα μέσα στο μυθιστόρημα περισσότερο σαν κοινωνικός ρόλος, παρά σα συμβολοποιημένη φιγούρα εμφανίζεται δεκτική σε αντιθετικά πρόσημα. Προστατεύει, περιορίζει, παραδειγματίζει, αποδοκιμάζει, δίνεται και νουθετεί. Είναι μια ξεχωριστή μάνα, γιατί είναι αυτή που φέρει το «στίγμα» της χωρισμένης. Έχει να αντιπαλέψει με τις προκαταλήψεις και να διαφυλάξει τα παιδιά της κρατώντας ισορροπίες λεπτές. Έχει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των παιδιών και τις φοβίες τους, τις ανασφάλειες και τα θέλω τους σε μια οικογένεια, όπου ο ένας πρέπει να έχει ρόλο διπλό. Η συγγραφέας δημιουργεί μια μάνα που βαθιά αγαπά, όπως όλες, αλλά ποτέ δε μεταλλάσσεται σε μέγκενη, για να πνίξει το αγαπημένο της κτήμα. Αντίθετα, διδάσκει ελευθερία και σεβασμό.
Και τα παιδιά; Τι γίνεται, όταν όλα αλλάζουν στην οικογένεια; Το βάρος της ευθύνης αισθάνονται και τα παιδιά. Η εικόνα της μαμάς και του μπαμπά, ξεκάθαρη για κάποια χρόνια, τώρα αρχίζει να θολώνει, ώσπου η μια φιγούρα χάνεται εντελώς. Το κενό είναι επώδυνο για κάθε παιδική ψυχή. Τότε ο ένας (δεν έχει σημασία, αν είναι πατέρας ή μητέρα) καλείται να παίξει ρόλο διπλό. Πώς να είσαι καλός και στους δυο ρόλους; Τι μπορείς να πεις σε ένα παιδί, όταν ρωτά; Πως μπορείς να αγκαλιάζεις με τα δυο σου χέρια ένα παιδί που αποζητά μια διπλή αγκαλιά, για να νιώσει ασφαλές; Ενοχές, άγχος, αγωνία για το γονιό! Πόνος, κενό, αντίδραση για το παιδί!
???????????????????σελ.329
Εκτός από την ευαισθησία της δημιουργού, που περνά αβίαστα τόσα μηνύματα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, εκτός από τον πλούσιο ψυχισμό της, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στην εκφραστική της ικανότητα.
Ο αναγνώστης απολαμβάνει το κείμενο, καθώς ανακαλύπτει το ρυθμό και τη μουσικότητα μέσα στον ρέοντα λόγο. Η αφήγηση της Θεοχαρίδου χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και φυσική άνεση. Η περιγραφή δεν κουράζει με λεπτομέρειες, καθώς η συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να φανταστεί και να συμπληρώσει όσα η ίδια αγγίζει με τη ματιά της που περιπλανιέται σε χώρους και πρόσωπα.
Η αφήγηση και η περιγραφή αβίαστα συνδυάζονται με τους διαλόγους, οι οποίοι ενσωματώνονται με τρόπο φυσικό μέσα στο κείμενο και έχουν την αλήθεια και τη ζωντάνια που μπορούμε να βρούμε στον προφορικό λόγο: ένταση, οργή, τρυφερότητα, απογοήτευση, απορία.
Σημαντικός είναι ο ρόλος των εικόνων σε όλο το κείμενο. Δεν είναι λίγες οι φορές που η δράση διαιρείται σε σκηνές και πλάνα. Τότε όργανο έκφρασης γίνεται η εικόνα. Μπροστά στα μάτια του αναγνώστη περνούν εικόνες άλλοτε αισιόδοξες και άλλοτε έντονα μελαγχολικές. Όλες όμως έχουν χρώμα. Το χρώμα φανερά ενδιαφέρει τη συγγραφέα, καθώς οι ηρωίδες της δίνουν χρώμα στα όνειρά και στις αναμνήσεις τους μεταφέροντας εσωτερικά τοπία στον έξω κόσμο.
---------------------------------------------------------σελ.77
Η γραφή σε πολλά σημεία διακρίνεται για τη χρήση της γλώσσας με χιούμορ, αν και οι καταστάσεις στο βάθος δεν είναι καθόλου χιουμοριστικές. Το χιούμορ σίγουρα το χρειαζόμαστε, όταν τα χρώματα γίνονται σκούρα και η ελπίδα δε διακρίνεται μέσα σε θολό τοπίο. Είναι ο τρόπος, για να ξορκίσουμε το κακό, για να διασκεδάσουμε τη θλίψη.

Άξιο αναφοράς θεωρώ και το προσεκτικά επιλεγμένο λεξιλόγιο, που εκφράζει την αλήθεια χωρίς να πέφτει στην παγίδα της χυδαιότητας ή της βωμολοχίας. Η προσεγμένη έκφραση ακόμη και τις στιγμές που τα πρόσωπα εκφράζουν τον πόνο ή την οργή τους δεν είναι αληθοφανής ούτε ψεύτικη, αλλά ανεπιτήδευτα αληθινή. Ακόμη και τα πιο επώδυνα πράγματα διατυπώνονται και αρθρώνονται με τις πιο ανώδυνες λέξεις. Τελικά, αποδεικνύεται ότι είναι εφικτό να λέμε πράγματα σκληρά, να μεταφέρουμε τον καθημερινό λόγο χωρίς να ξεφεύγουμε από αυτό που το ήθος και η ποιότητά μας υπαγορεύουν.

Ο χρόνος και ο χώρος παίζουν καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Όλοι πιστεύουμε ότι ο χρόνος δαμάζει, αλλά όχι οι ηρωίδες μας. Στην αρχή δεν είναι συμφιλιωμένες με το χρόνο, αφού τις πληγές τους δεν τις θεράπευσε. Αλλά, κατόπιν, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη οι ηρωίδες θα γυρίσουν στο παρελθόν κάνοντας αναδρομές και θα προσπαθήσουν αποστασιοποιημένες πια να βρουν αιτίες και να αποδώσουν ευθύνες. Οι αναδρομές αυτές αποκτούν ψυχοθεραπευτικό χαρακτήρα και ο χρόνος τελικά δαμάζει πάθη και ενοχές. Τότε μόνο ζούνε ελεύθερες το παρόν.
Από την άλλη, μέσα στο μυθιστόρημα ο χώρος είναι ευκρινής και περιορισμένος στην αρχή (μια μικρή πόλη, σπίτι, μικρά ατμοσφαιρικά καφέ), αλλά αργότερα διευρύνεται (μετακινήσεις και ταξίδια: Αθήνα, Πάρος, Ρόδος, Αφρική). Αυτό «το άνοιγμα» του χώρου συμβαδίζει με το πέταγμα, τη φυγή των προσώπων, για να φτάσουν στην τελική τους κάθαρση.
-------------------------------------------------σελ.197-198

Κλείνοντας θα λέγαμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα που στηλιτεύει το νεόφερτο μοντέλο ζωής, όπως η σύγχρονη κυριαρχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης διαμόρφωσε, όπου το ψέμα, η προδοσία, ο εγωισμός, ο ξεπεσμός των ανθρώπινων σχέσεων μέσα σε μια δήθεν ζωή, δήθεν αγάπη θεωρούνται φυσιολογικά, αναγκαία για την επιβίωση. Αλλά μέσα στις σελίδες του δίνεται και η αντιπρόταση. Προβάλλονται αξίες, όπως οικογένεια, αγάπη, συγγνώμη, κατανόηση, προσφορά στο συνάνθρωπο, υπομονή, επιμονή. Ο άνθρωπος, λοιπόν είναι η απάντηση, ο σκοπός και όχι το μέσο. «Σ αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται» έγραψε ο Σεφέρης.
Μια γεύση αισιοδοξίας μένει στον αναγνώστη, όταν φτάσει στην τελευταία σελίδα, γιατί σίγουρα ο άνθρωπος υπάρχει! Και η αλήθεια του βιβλίου βρίσκεται στο χαμόγελο που σχηματίζεται, στην ελπίδα που διαφαίνεται, όταν αγωνιζόμαστε για την ίδια τη ζωή.
Σε όλους αυτούς λοιπόν που ακόμη και όταν ο πόνος είναι παρών, κάνουν όνειρα για το φως, για την αγάπη, για τον άνθρωπο είναι αφιερωμένο τούτο το βιβλίο.













Επιστροφή στο κατάλογο