Σερραϊκά βιβλία

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Η Θεωρία της Επιστήμης της εργασίας γράφτηκε με σαφήνεια πνεύματος και διαλεκτική διάθεση, στηριγμένη σε μαθηματικούς τύπους τους οποίους ανακάλυψε ο συγγραφέας, γι? αυτό είναι πρωτότυπο επιστημονικό έργο. Οι μαθηματικοί αυτοί τύποι όπου σ? αυτούς στηρίζεται η οικονομική μας θεωρία ανατρέπουν σε πολλά σημεία την κλασική οικονομική Επιστήμη που διδάσκεται στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου, θέτοντας αυτήν σε νέες βάσεις. Η ανατροπή των σημείων της κλασικής οικονομικής επιστήμης αναφέρονται στο Μισθό της εργασίας και καταργεί τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης αναφορικά με το ημερομίσθιο, το κέρδος του επιχειρηματία και την τιμή πώλησης του προϊόντος. Η ανατροπή αναφέρεται ακόμα στον τόκο του κεφαλαίου, παραγωγή και παραγωγικότητα, Αποσβέσεις παγίων στοιχείων, αξία αγαθού, Σχηματισμός του εθνικού εισοδήματος, ανάπτυξη, εξέλιξη και πολλαπλασιασμός του κεφαλαίου κ.λπ.
Ο Γιώργος Θεοδωρίδης είναι ένας μάρτυρας της επιστήμης ο οποίος ανάλωσε τα νιάτα του και την ζωή του στο ιδανικό της Επιστήμης και της αρετής χωρίς την οικονομική και ηθική υποστήριξη της πολιτείας την στιγμή που για την έρευνα σήμερα διατίθενται εκατομμύρια ευρώ. Μόνος του και από το υστέρημά του ολοκλήρωσε δύο θεωρίες μία οικονομική και μία φιλοσοφική στηριγμένα στον ίδιο μαθηματικό άξονα που ανακάλυψε λαμβάνοντας τα θερμά συγχαρητήρια των καθηγητών του.
Το βιβλίο αυτό σήμερα πουλιέται στα βιβλιοπωλεία της Θεσ/νίκης ? Ανικούλα, Μαλλιάρης και Ιανός και πολύ σύντομα θα πουληθεί και στα βιβλιοπωλεία της οδού Σίνα στην Αθήνα.
Όσοι όμως θέλουν να προμηθευτούν το βιβλίο αυτό ας αποτανθούν στην παρακάτω διεύθυνση του συγγραφέα να τους αποσταλεί το βιβλίο με αντικαταβολή. Η διεύθυνση είναι : Τσιμισκή 2 Λευκώνας Σερρών Τ.Κ. 62100 τηλ. 23210 ? 50645.


1. Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Α1. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας

Το πρώτο ερώτημα, το οποίο προβάλλει στις οικονομικές επιστήμες είναι: Τι είναι οικονομία. Η έννοια αυτή είναι η ανώτατη γενική έννοια των οικονομικών επιστημών, η οποία περιλαμβάνει όλες τις άλλες μερικές έννοιες, δηλαδή την έννοια του κεφαλαίου, του αγαθού, των αναγκών, της τιμής, της παραγωγής κ.λπ. Ουδεμία απολύτως οικονομική έννοια δεν βρίσκεται έξω από την περιοχή της έννοιας της οικονομίας. Επειδή η οικονομία είναι αυτό το ίδιο το αντικείμενο έρευνας των οικονομικών επιστημών, η έννοια και η ουσία της έχουν θεμελιώδη σημασία.
Ως προς την έννοια της οικονομίας δεν επικρατεί μεταξύ των οικονομολόγων απόλυτη ομοφωνία. Υπάρχει όμως ένα σημείο, στο οποίο, συμφωνούν όλοι, και τούτο είναι ότι η στενότητα των μέσων ικανοποίησης των αναγκών αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομίας. γι? αυτό και στο σημείο αυτό συγκεντρώνεται η προσοχή όλων των Επιστημόνων.
Τα υλικά μέσα ικανοποίηση των αναγκών διαιρέθηκαν από τους οικονομολόγους σε δυο κατηγορίες: 1- σε σπάνια και 2- σε αφθονούντα. Τα μεν πρώτα χαρακτηρίστηκαν ως οικονομικά, τα δε δεύτερα ως ελεύθερα αγαθά π.χ. ο αέρας, το νερό, υπό ορισμένες συνθήκες, είναι μεν αγαθά, όχι όμως και οικονομικά, γιατί βρίσκονται σε αφθονία. Ενώ το σιτάρι, το γάλα, το λίπος δεν βρίσκονται σε αφθονία και επομένως είναι οικονομικά αγαθά. Άρα η ύπαρξη της οικονομίας οφείλεται στη στενότητα των αγαθών. Οικονομική δε πράξη είναι εκείνη η οποία αποβλέπει άμεσα ή έμμεσα στην απόκτηση των ευρισκομένων σε στενότητα υλικών αγαθών.
Τα παραπάνω συμπεράσματα δεν ανταποκρίνονται απόλυτα προς την πραγματικότητα. Ορθή πάντως είναι η αφετηρία της σκέψης και αυτό είναι σημαντικό. Πράγματι η οικονομία οφείλεται στην στενότητα των μέσων ικανοποίησης. Για την συγκρότηση όμως ορθών, θετικών εννοιών πρέπει να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα.
Τα ερωτήματα τα οποία αμέσως ανακύπτουν είναι τα εξής:
1 ? Τι είναι μέσο ικανοποίησης 2 ? Ποιες είναι οι συνθήκες της οικονομίας και 3 ? Ποια η διαφορά μεταξύ των μέσων και των συνθηκών της οικονομίας:
Μέσον ικανοποίησης δεν είναι βέβαια κάθε τι που συμμετέχει στην ικανοποίηση των Ανθρώπινων αναγκών. Πρέπει επί πλέον ο άνθρωπος να έχει επάνω σ? αυτό το μέσο ?εξουσία διαθέσεως? πρέπει δηλαδή να είναι υποταγμένο τούτο το μέσο στη θέληση του ανθρώπου. Επομένως οι δυνάμεις οι οποίες λαμβάνουν μέρος στην ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου θα διαιρεθούν σε δυο βασικές κατηγορίες. 1 ? Στις δυνάμεις οι οποίες είναι υποταγμένες στην θέληση του ανθρώπου και 2 ? στις δυνάμεις εκείνες οι οποίες όχι μόνο δεν είναι υποταγμένες στην θέληση του ανθρώπου, αλλά αντίθετα ο άνθρωπος είναι υποταγμένος σ? αυτές.
Τα πρώτα είναι τα μέσα ικανοποίησης του ανθρώπου, τα δεύτερα είναι οι συνθήκες, δηλαδή οι όροι της ύπαρξης του ανθρώπου. Άρα υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ συνθηκών και μέσων ικανοποίησης, αν και αμφότερα συμμετέχουν στην ικανοποίησης των αναγκών. Άρα η φύση η οποία θεωρείται ως συντελεστής της παραγωγής από την κλασσική οικονομική επιστήμη δεν είναι και δεν αποτελεί συντελεστή σύμφωνα με την θεωρία της Επιστήμης της Εργασίας, αλλά αποτελεί τον όρο ύπαρξης όχι μόνο του ανθρώπου άλλα και κάθε άλλου όντος. Δηλαδή αποτελεί τις συνθήκες ύπαρξης του ανθρώπου.
Οι ακτίνες του ηλίου, ο αέρας και γενικά η φύση, αποτελούν τις συνθήκες της ύπαρξης όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και κάθε άλλου όντος. Η εργατική όμως ενέργεια του ανθρώπου παριστάνει την δύναμη εκείνη με την οποία ικανοποιεί ο άνθρωπος τις Ανάγκες του. επάνω στην εργατική ενέργεια ο άνθρωπος έχει εξουσία διαθέσεως, δηλαδή είναι η δύναμη αυτή υποταγμένη στη θέληση του. Αντίθετα στις δυνάμεις και τους νόμους της φύσης και του Σύμπαντος ήταν ο σχετικός άνθρωπος, είναι και θα είναι μέχρι να γίνει απόλυτος υποταγμένος σ? αυτούς. Προς αυτές τις δυνάμεις της φύσεως και τους νόμους της κατευθύνει και στρέφει ο άνθρωπος την προσπάθεια του με το σκοπό να γνωρίσει αυτούς τους νόμους και να αποσπάσει από αυτούς μυστικά τα οποία θα εφαρμόσει στην ζωή του προκειμένου να βελτιώσει το επίπεδο της ζωής του.
Επομένως συντελεστές παραγωγής σύμφωνα με την θεωρία μας είναι οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες είναι υποταγμένες στη θέληση του ανθρώπου, επί των οποίων δηλαδή ο άνθρωπος έχει εξουσία διαθέσεως, όπου με τις δυνάμεις αυτές ο άνθρωπος ικανοποιεί όλες του τις ανάγκες. Για να χαρακτηριστεί όμως συντελεστής κάποιος παράγοντας, πρέπει να υπάρχει εκτός από το στοιχείο της εξουσίας διαθέσεως και το στοιχείο της πρώτης αιτίας δηλαδή θα πρέπει ο παράγοντας αυτός να μη παράγεται από άλλο παράγοντα δηλαδή να είναι πρωτογενής. Τέτοια δύναμη που έχει τα παραπάνω στοιχεία είναι μόνο η εργασία, η εργατική δύναμη και ενέργεια η οποία είναι δύναμη εσωτερική, ενέργεια εσωτερική. Ενώ ο άλλος παράγοντας της παραγωγής το Κεφάλαιο δεν είναι και δεν θεωρείται ως συντελεστής της παραγωγής γιατί ενώ έχει το στοιχείο της εξουσίας διαθέσεως δεν έχει το πρωτογενές στοιχείο της πρώτης αιτίας, γι? αυτό το Κεφάλαιο δεν θεωρείται ως συντελεστής άλλα ως παραγωγικό μέσο που χωρίς αυτό η ζωή μας και η ανθρώπινη κοινωνία θα βρίσκονταν στην πρωτόγονη εποχή. Το κεφάλαιο είναι εξωτερική δύναμη και ενέργεια δηλαδή δημιουργείται από την αποκρυστάλλωση του πνεύματος του ανθρώπου στην ύλη που βρίσκεται έξω στη φύση.
Η εργατική δύναμη ως εσωτερική δύναμη και ενέργεια διαιρείται σε δυο δυνάμεις σε δυο ενέργειες. Είναι η πνευματική ενέργεια και η σωματική. Αυτές οι δυο δυνάμεις είναι εσωτερικής φύσεως και δρουν μαζί και όχι μεμονωμένα, δεδομένου ότι καθαρή πνευματική και καθαρή σωματική εργασία δεν υπάρχει, και δρουν όπως ο θετικός και αρνητικός ηλεκτρισμός προκειμένου να παραχθεί το φως, γι? αυτό και η σχέση τους είναι πολλαπλασιαστική, σε αντίθεση με τους συντελεστές της κλασσικής οικονομικής επιστήμης εργασία ? φύση ? κεφάλαιο όπου η σχέση τους είναι προσθετική γιατί δρουν μεμονωμένα και όχι μαζί.
Στα πλαίσια δε της κάθε παραγωγικής διαδικασίας σύμφωνα με την θεωρία μας η πραγματική οικονομική λειτουργία των δυο συντελεστών της παραγωγής είναι ότι η μεν πνευματική δύναμη και ενέργεια επιτάσσει, συνδυάζοντας και κατευθύνοντας, ενώ η σωματική δύναμη μαζί με την κεφαλαιϊκή δύναμη εκτελούν ότι επιτάσσει η πνευματική δηλ. το ανθρώπινο πνεύμα. Αυτή είναι η πραγματική οικονομική λειτουργία που λαμβάνει χώρα σε οποιαδήποτε παραγωγική διαδικασία. Ενώ οι υποστηρικτές των συντελεστών της παραγωγής της κλασσικής οικονομικής Επιστήμης, δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δουν την πραγματική αυτή παραπάνω οικονομική λειτουργία και υποστηρίζουν την άλλη οικονομική λειτουργία σύμφωνα όμως όχι με τα εσωτερικά τους άλλα με τα εξωτερικά τους γνωρίσματα.


Α3. Μέσο ικανοποίησης ανθρωπίνων αναγκών ? και συνθήκες ύπαρξης του Ανθρώπου και της οικονομίας

Προς θεμελίωση της θεωρίας μας, λαμβάνουμε ως αφετηρία αφ? ενός μεν το απεριόριστο της ανάπτυξης των ανθρωπίνων αναγκών και αφ? ετέρου την στενότητα των μέσων ικανοποίησης. Η στενότητα των μέσων ικανοποίησης εξαρτάται τόσο από το πλήθος όσο και εκ της εντάσεως και εκτάσεως των αναγκών και έτσι προκύπτει το βασικό ερώτημα: Ποια μέσα ευρίσκονται σε στενότητα;
Τα αμέσως προ οφθαλμών ευρισκόμενα σε στενότητα αγαθά, είναι τα εξωτερικά υλικά αγαθά, τα οποία χρησιμοποιούμε για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Επειδή όμως αυτά τα υλικά αγαθά δύναται και πρέπει να αποκτηθούν με την εργασία, γι? αυτό η στενότητα αυτών ανάγεται στην στενότητα και στην ανεπάρκεια της εργατικής ενέργειας. Η εργατική δηλαδή ενέργεια δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γιατί αυτές οι ανάγκες αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται απεριόριστα. Από την ανεπάρκεια λοιπόν της εργατικής ενέργειας του ανθρώπου, προκειμένου αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες του, από το λόγο αυτό προκύπτει η ύπαρξη της οικονομίας. Άρα οικονομικό μέσο που προορισμό έχει την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου, και βρίσκεται σε στενότητα υπάρχει στην ουσία ένα και μόνο και αυτό το μέσο είναι η Εργατική ενέργεια. Αυτή ενέχει το βασικό στοιχείο της οικονομίας. όλα τα? άλλα δηλαδή ολόκληρο το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου, αποτελούν τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις της ύπαρξης του.
Γίνεται έτσι αυστηρή διάκριση μεταξύ μέσου και συνθηκών της οικονομίας, στην οποία διάκριση προσδίδεται μεγάλη σημασία. Το ερώτημα τώρα είναι: ποιο είναι το μέσο και ποιες είναι οι συνθήκες της οικονομίας, και ποιο είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα των δυο τούτων βασικών εννοιών.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι τόσο οι συνθήκες όσο και τα μέσα ικανοποίησης είναι απολύτως απαραίτητα για την ζωή του ανθρώπου. Η ζωή δεν δύναται να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη αμφοτέρων. Εν τούτοις υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ μέσου και συνθηκών. Οι έννοιες αυτές δεν δύνανται να ταυτιστούν. Είναι δυο έννοιες ριζικά διάφοροι. Χωρίς έδαφος, ήλιο, αέρα κ.λπ δεν δύναται να ζήσει ο άνθρωπος. Εκ τούτου όμως δεν έπεται ότι η φύση μπορεί να παριστάνει ένα μέσο του ανθρώπου. Η έννοια του μέσου σύμφωνα με την θεωρία μας προϋποθέτει την εξουσία διαθέσεως εκ μέρους του ανθρώπου. Σαν μέσο μπορούμε να ορίσουμε κάθε τι που λαμβάνει μέρος στην πραγματοποίηση των ανθρώπινων σκοπών και επί του οποίου να έχει ο άνθρωπος εξουσία διαθέσεως. Οι ανθρώπινοι σκοποί δύναται να πραγματοποιηθούν μόνο με τα μέσα. Γιατί μόνο αυτά διαθέτει ο άνθρωπος. Η φύση δεν εξουσιάζεται από τον άνθρωπο, χωρίς όμως αυτήν δεν δύναται καν να νοηθεί η ζωή του. Ότι είναι απόλυτα απαραίτητο για την ζωή του ανθρώπου, χωρίς ο άνθρωπος να έχει επάνω σ? αυτό εξουσία διαθέσεως, παριστάνει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης ζωής, σε αντίθεση με τα μέσα τα οποία συνολικά κρινόμενα είναι εξ? ίσου αναγκαία, αλλά επί των οποίων ο άνθρωπος έχει εξουσία διαθέσεως. Άρα πρέπει να γίνει αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ μέσων και συνθηκών της οικονομίας. Συνεπώς το ερώτημα το οποίο προβάλλει είναι: τι εξουσιάζει ο άνθρωπος και σε τι είναι υποταγμένος αυτός και κάθε άλλο ον;
Στο βασικό τούτο ερώτημα δίδεται η εξής απάντηση σύμφωνα με την θεωρία μας. Εξουσία διαθέσεως είχε κατ ΄αρχήν ο άνθρωπος μόνο στην εργατική του ενέργεια. Επομένως αυτή η ενέργεια του ανθρώπου ήταν το μόνο οικονομικό μέσο και γενικότερα το μέσο με το οποίο ικανοποιούσε όλες του τις ανάγκες. Αντίθετα ολόκληρο το φυσικό του περιβάλλον ανήκει στις συνθήκες της ζωής του και συνεπώς και της οικονομίας. Με την πάροδο όμως του χρόνου και σύμφωνα με τους τύπους μου στο n = 2 δεύτερη ιστορική εποχή, αποκρυστάλλωσε και ενσωμάτωσε ένα μεγάλο μέρος της εργατικής του ενέργειας της σκέψης του δηλαδή στον εξωτερικό κόσμο, κατά τρόπο ώστε δεν διαθέτει σήμερα ο άνθρωπος μόνο την εσωτερική του εργατική ενέργεια αλλά και την εις τον εξωτερικό κόσμο ενσωματωμένη ενέργεια του σκέψη του, γνώση. Έτσι υπάρχουν κατά βάθος δυο δυνάμεις. 1) Η εργατική δύναμη του ανθρώπου η οποία είναι σχετική και περιορισμένης φύσεως και επί της οποίας αυτός έχει εξουσία διαθέσεως και 2) Οι άπειρες δυνάμεις του Σύμπαντος, της φύσης, τις οποίες ο άνθρωπος όχι μόνο δεν εξουσιάζει αλλά αντίθετα αυτός είναι υποταγμένος σ? αυτές τις δυνάμεις και συνεπώς παριστάνουν αυτές τους όρους και τις συνθήκες της ζωής του. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι ο άνθρωπος κατά βάθος διαθέτει, διέθετε και θα διαθέτει σε όλους τους τόπους και χρόνους μόνο ένα μέσο, την αυτούσια και την εις τον εξωτερικό κόσμο αποκρυσταλλωθείσα εργατική του ενέργεια, δηλαδή το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο είναι εξωτερική παραγωγική ενέργεια επί του οποίου έχει ο άνθρωπος εξουσία διαθέσεως, ενώ η αυτούσια ανθρώπινη εργατική ενέργεια είναι εσωτερικής φύσεως.
Στην εξωτερική αυτή ενέργεια δηλαδή στο κεφάλαιο κατατάσσει η θεωρία μας και το έδαφος. Το έδαφος δεν κατατάσσεται στα παραγωγικά μέσα, (συντελεστές παραγωγής) αλλά στις συνθήκες της οικονομίας. Το έδαφος το οποίο χρησιμοποιείται ως παραγωγικό μέσο της οικονομίας, κατατάσσεται στο Κεφάλαιο, διατηρεί όμως ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία το διακρίνουν από τα άλλα είδη του κεφαλαίου. Έτσι υπάρχουν δυο βασικές κατηγορίες των παραγωγικών μέσων: Η εργασία η οποία είναι εσωτερική δύναμη και το κεφάλαιο το οποίο είναι εξωτερική δύναμη επί των οποίων ο άνθρωπος έχει εξουσία διαθέσεως. Το κεφάλαιο ως ανωτέρα γενική έννοια περιλαμβάνει ολόκληρη την εξωτερική ενέργεια, η οποία είναι ενιαία επειδή παριστάνει την εις τον εξωτερικό κόσμο αποκρυσταλλωθείσα εργατική ενέργεια. Δηλαδή μέσα στην ύλη ενσωματώνεται η σκέψη, η γνώση που πηγάζουν από την πνευματική ενέργεια και η ενσωμάτωση γίνεται μέσω της σωματικής ενέργειας.

















Β3. Παραγωγικά μέσα - Συντελεστές της παραγωγής και το στοιχείο της πρώτης αιτίας

Υπάρχουν δυο βασικές κατηγορίες των παραγωγικών μέσων και δυο ριζικά διάφοροι συντελεστές της παραγωγής. Οι Συντελεστές της παραγωγής διαφέρουν τελείως από τις κατηγορίες των παραγωγικών μέσων, καθ? ότι οι μεν κατηγορίες των παραγωγικών μέσων προκύπτουν εκ των εξωτερικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, ενώ αντίθετα οι Συντελεστές της παραγωγής προκύπτουν εκ της οικονομικής λειτουργίας των παραγωγικών ενεργειών. Εκτός από αυτό οι Συντελεστές της παραγωγής πρέπει να φέρουν μαζί τους και το στοιχείο του πρώτου αιτίου, δηλαδή να είναι πρωτογενείς δηλαδή να μην παράγονται από άλλους παράγοντες, να είναι δηλαδή εσωτερικής φύσεως, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει με τις κατηγορίες των παραγωγικών μέσων. Έτσι η μια κατηγορία δύναται να είναι το προϊόν της άλλης κατηγορίας, οπότε δεν φέρει η δεύτερη μαζί της το στοιχείο της πρώτης αιτίας.
Αυτά τα διακριτικά γνωρίσματα είναι εκείνα τα οποία διακρίνουν τις κατηγορίες των παραγωγικών μέσων από τους Συντελεστές της παραγωγής. Το ερώτημα λοιπόν, το οποίο προβάλλει είναι το εξής: Ποιοί είναι οι συντελεστές της παραγωγής οι οποίοι περιέχουν τα δυο αυτά μνημονεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα οι οποίοι εκπληρούν τους όρους με τους οποίους δύνανται να χαρακτηριστούν ως πραγματικοί συντελεστές της παραγωγής και της αξίας;
Η κατηγορία των παραγωγικών μέσων, η οποία είναι το προϊόν μιας άλλης, δεν δύναται όπως είπαμε να αναγνωρισθεί ως συντελεστής της παραγωγής, γιατί είναι το επακόλουθο ενός πραγματικού συντελεστή, και τούτο γιατί δεν φέρει μαζί της το στοιχείο της πρώτης αιτίας, ώστε να είμαστε σε θέση να εξακριβώσουμε με βάση αυτή το τελευταίο αίτιο των οικονομικών φαινομένων. Επομένως το κεφάλαιο ως εις τον εξωτερικό κόσμο αποκρυσταλλωθείσα εργατική ενέργεια, δεν ανταποκρίνεται προς τα παραπάνω καθορισθέντα αιτήματα των συντελεστών της παραγωγής γιατί δεν περιέχει το στοιχείο της πρώτης αιτίας. Γι? αυτό το κεφάλαιο δεν δύναται να θεωρηθεί ως συντελεστής της παραγωγής αλλά ως παραγωγικό μέσο. Μόνο η εργασία είναι εκείνη η οποία εκπληρώνει τους παραπάνω όρους.
Η εργασία όμως ως προς την ουσία της και ως προς την εσωτερική αυτής σύνθεση, παρουσιάζει δυο ουσιώδης διαφορετικές λειτουργίες, οι οποίες δεν δύνανται και δεν πρέπει να περιληφθούν σε ένα ενιαίο συντελεστή της παραγωγής και της αξίας. Εάν παρατηρήσει κανείς επισταμένα την εργασία θα εξακριβώσει ότι αυτή συνίσταται από δυο διαφορετικές, ως προς την λειτουργία τους ενέργειες και ότι χωρίς την ταυτόχρονη συμμετοχή αμφοτέρων των ενεργειών ουδεμία εργασία και παραγωγή μπορεί να προκύψει. Η μια από τις ενέργειες αυτές κατευθύνει ενώ η άλλη εκτελεί ότι η πρώτη επιτάσσει. Γι? αυτό η πρώτη καθορίζει όλες τις κατευθύνσεις της εργασίας, το πρόγραμμα και το τι και το πώς δηλαδή το τι θα παραχθεί και πως θα παραχθεί, η δε άλλη ενέργεια έχει ένα μόνο προορισμό να εκτελεί παν ότι η πρώτη δηλαδή η κατευθυντήρια ενέργεια επιτάσσει. Η πρώτη η οποία κατευθύνει και συνδυάζει τα πάντα, είναι η πνευματική ενέργεια η δε δεύτερη η οποία εκτελεί είναι η σωματική ενέργεια. Η Σωματική λοιπόν ενέργεια έχει ως οικονομική λειτουργία τελείως διαφορετική της πνευματικής, γιατί ενώ η πνευματική ενέργεια καθορίζει το τι, το πώς, το πότε και το που θα κατευθυνθεί η εκτελεστική ενέργεια (σωματική ενέργεια) αντίθετα η σωματική εκτελεί ότι επιτάσσει η πνευματική ενέργεια. Άρα πρόκειται για δυο διαφορετικές ως προς την λειτουργίας τους συντελεστές της παραγωγής και της αξίας, οι οποίοι ως προς την ιδιότητα και την λειτουργία τους αποκαλούνται Κατευθυντήριος και Εκτελεστικός παράγοντας.
Από την άποψη της οικονομικής λειτουργίας εξεταζόμενο το κεφάλαιο παριστάνει μια καθαρά εκτελεστική ενέργεια. Έχει δηλ. την αυτήν ακριβώς οικονομική λειτουργία όπως και η εργατική εκτελεστική ενέργεια (σωματική εργασία). Το κεφάλαιο δεν έχει κάποια ιδιάζουσα λειτουργία, η οποία να το διακρίνει από την εργατική εκτελεστική ενέργεια. Ένεκα τούτου δεν δύναται να θεωρηθεί ως τρίτος ανεξάρτητος συντελεστής. Το κεφάλαιο χωρίς την εργασία δεν παριστάνει τίποτα και είναι μια νεκρή δύναμη. Εφ? όσον το κεφάλαιο μόνο με την συμμετοχή της εργασίας προσφέρει υπηρεσίες, η δε εργασία αποτελείται από δυο συντελεστές, τον Κατευθυντήριο και τον Εκτελεστικό, έπεται ότι η εργατική εκτελεστική ενέργεια κατευθυνόμενη από το πνεύμα (Κατευθυντήριος) ενούται με το κεφάλαιο, οπότε κεφάλαιο και εργατική εκτελεστική ενέργεια εκτελούν μαζί ότι επιτάσσει ο Κατευθυντήριος παράγοντας δηλαδή το ανθρώπινο πνεύμα. Επομένως προκύπτει το αδιάσειστο βασικό συμπέρασμα, ότι σε όλους τους τόπους και χρόνους υπάρχουν δυο και μόνο ενέργειες, δυο μόνο συντελεστές της παραγωγής και της αξίας, ο Κατευθυντήριος παράγοντας ο οποίος εκπροσωπείται παντού και πάντοτε από την πνευματική ενέργεια, και ο Εκτελεστικός παράγοντας ο οποίος περιλαμβάνει την σωματική και την κεφαλαιϊκή ενέργεια, δηλαδή ολόκληρη την εξωτερική παραγωγική ενέργεια.
Η παραπάνω διάκριση θεωρείται σημαντικότατη, γιατί μόνο με την βοήθεια αυτής της διάκρισης δύναται να αναλυθεί με σαφήνεια η διαδικασία της οικονομίας και της παραγωγής και να αναχθούν τα οικονομικά και παραγωγικά φαινόμενα στην τελευταία αυτών αιτία. Μόνο με βάση την διάκριση αυτή μπορεί να εξακριβωθεί η λειτουργία και ο ρόλος κάθε συντελεστή της παραγωγής και της αξίας και να προσδιοριστεί το δυναμικό εκείνο στοιχείο στο οποίο οφείλεται ολόκληρη η οικονομική και κοινωνική πρόοδος, ολόκληρη η εξέλιξη της πρωτογενούς οικονομίας στη σημερινή παγκόσμια. Επειδή δε το στοιχείο το κατέχει μόνο ο Κατευθυντήριος παράγοντας, η διάκριση αυτή καθίσταται τελείως απαραίτητη προς εξήγηση όλων των δυναμικών οικονομικών προβλημάτων, όπως είναι το πρόβλημα της δημιουργίας και της ανάπτυξης του κεφαλαίου του μισθού της εργασίας του κέρδους κ.λπ.













Β5. ΤΥΠΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Λαμβάνουμε τους δύο τύπους παραγωγής
Τύπος Πρώτος Πn= Κ · Ε ·
Τύπος Δεύτερος Κn = Κ · Ε ·
Ο πρώτος τύπος εκφράζει την παραγωγή υλικών αγαθών ενώ ο δεύτερος τύπος εκφράζει την παραγωγή πνευματικών αγαθών δηλαδή την παραγωγή της Γνώσης στο χώρο της επιστημονικής έρευνας (παιδεία).
Στον πρώτο τύπο ο Πn = όγκος παραγωγής και αποτελέσματος πάσης φύσεως. Το Κ = κατευθυντήριος παράγοντας (πνευματική εργασία) ο οποίος είναι η πηγή της παραγωγής, της αξίας, της παραγωγικότητας και του χρόνου που μέσα σ? αυτόν τον χρόνο παράγεται ένα αποτέλεσμα, μια ποσότητα παραγομένου προϊόντος. Ο Ε = ο εκτελεστικός παράγοντας δηλαδή η σωματική και κεφαλαιϊκή δύναμη ? ενέργεια. Και το σύνθετο κλάσμα εκφράζει τον βαθμό παραγωγικότητας ο οποίος διαφέρει από τον δείκτη παραγωγικότητας της κλασικής οικονομικής επιστήμης.
Στον δεύτερο τύπο ο οποίος λειτουργεί όπως ακριβώς και ο πρώτος με Κn εκφράζεται το μέγεθος της γνώσης που παράγεται από την επιστημονική έρευνα στο χώρο της παιδείας. π.χ. στην πρώτη ιστορική πρωτόγονη εποχή το επίπεδο της γνώσης ήταν ίσο με Κ · Ε. Γιατί αν θέσουμε στον τύπο όπου n = 1 τότε Kn = K . Αν όμως θέσουμε όπου n = που εκφράζει την μελλοντική έσχατη ιστορική εποχή του ανθρώπου, τότε το Kn θα ισούται με το άπειρο ( ). Δηλαδή ο άνθρωπος της έσχατης αυτής ανθρώπινης εποχής θα είναι άπειρος, τέλειος, απόλυτος και θα κατέχει την άπειρη γνώση που είναι ενσωματωμένη μέσα στην φύση, που σημαίνει ότι ο Κατευθυντήριος παράγοντας του ανθρώπου δηλαδή το πνεύμα του ανθρώπου θα είναι άπειρο και τέλειο και επομένως και η παραγωγή των υλικών αγαθών θα είναι άπειρη ( ), αφού όπως είπαμε στον πρώτο τύπο ο Κατευθυντήριος παράγοντας είναι η πηγή της παραγωγής και της αξίας. Δηλαδή εδώ παρατηρούμε την εξελικτική πορεία του ανθρώπου μέσω της εξελισσόμενης ανθρώπινης γνώσης που παράγεται από το ανθρώπινο πνεύμα (Κατευθυντήριος παράγοντας) η οποία γνώση τείνει στο άπειρο, και στο n = στον τύπο γίνεται αυτή άπειρη.
Τώρα γεννάται το ερώτημα τι είναι και τι εκφράζει το κλάσμα και δεύτερο τι είναι και τι εκφράζει το σύνθετο κλάσμα στους παραπάνω τύπους.
Ας πάρουμε το κλάσμα . Το κλάσμα αυτό εκφράζει το χρόνο μέσα στον οποίο παράγεται η αυτή ποσότητα παραγόμενου προϊόντος π.χ α = 20΄ λεπτά και Β0 = 8 ωρο x 60΄ = 480΄ λεπτά, δηλαδή με αυτό εκφράζεται ο εργάσιμος χρόνος της ημέρας. Άρα έχουμε και .
Τώρα τι σημαίνει το κλάσμα . Το κλάσμα αυτό εκφράζει το χρόνο που μέσα σ? αυτόν παράγεται η αυτή πάντα ποσότητα παραγόμενου προϊόντος. Δηλαδή όσες φορές ο χρόνος των 20? λεπτών χωράει στο 480? τόσες φορές επαναλαμβάνεται π.χ η παραγωγή των 5 μονάδων παραγόμενου προϊόντος στο 8 ωρο, και επαναλαμβάνεται αυτή η παραγωγή των 5 μονάδων 24 φορές μέσα στο 8 ωρο. Οπότε σύμφωνα με τον τύπο της παραγωγής θα έχουμε: Πn = K Πn = 5 μονάδες παραγωγής στο 8 ωρο.
Μακροχρόνια όσο εξελίσσεται η τεχνολογία και όσο εξελίσσεται η επιστημονική και τεχνολογική γνώση δηλαδή ο ορθολογισμός τόσο το κλάσμα αυτό τείνει προς το μηδέν προκειμένου να παραχθεί η αυτή ποσότητα. Οπότε στο n = η παραγωγή και η αξία θα είναι άπειρα.
Μέσα όμως στο χρόνο τον οποίο χρόνο παράγει ο Κατευθυντήριος παράγοντας καταβάλλεται ο εκτελεστικός παράγοντας Ε δηλαδή καταβάλλεται ο εσωτερικός εκτελεστικός παράγοντας = σωματική εργασία = Εε και δεύτερο καταβάλλεται επίσης ο εξωτερικός εκτελεστικός παράγοντας = κεφαλαιϊκή δύναμη = Εκ (δηλ. η λειτουργία της μηχανής). Οπότε αφού μακροχρόνια ο παραπάνω χρόνος τείνει προς το μηδέν προκειμένου να παραχθούν οι 5 παραγόμενες μονάδες έπεται ότι μακροχρόνια απαιτούνται όλο και λιγότερα έξοδα προερχόμενα από την καταβολή του εκτελεστικού παράγοντα προκειμένου να παραχθεί η αυτή ποσότητα των 5 μονάδων. Δηλαδή μακροχρόνια με λιγότερα έξοδα παράγεται η αυτή ποσότητα. Η? αντίθετα με τα αυτά έξοδα προερχόμενα από τον εκτελεστικό παράγοντα παράγονται πολλαπλάσια αποτελέσματα.
Άρα μακροχρόνια όσο ο κατευθυντήριος παράγοντας = ανθρώπινο πνεύμα αξιοποιούμενο τείνει στο άπειρο, τόσο ο παραγόμενος από αυτόν χρόνος θα τείνει προς το μηδέν προκειμένου να παραχθεί η αυτή ποσότητα προϊόντος.
Τώρα τι σημαίνει και τι εκφράζει το σύνθετο κλάσμα . Το κλάσμα αυτό εκφράζει τον βαθμό παραγωγικότητας και παράγεται από τον Κατευθυντήριο παράγοντα (Κ). Όσο ο κατευθυντήριος παράγοντας τείνει προς το άπειρο τόσο το κλάσμα αυτό θα τείνει και αυτό στο άπειρο, οπότε στην μεν πρωτόγονη εποχή ο βαθμός παραγωγικότητας ισούται με την μονάδα διότι αν θέσουμε n =1 τότε = 1 εις δε την έσχατη εποχή του n = ο βαθμός αυτός παραγωγικότητας θα ισούται με το ( ) άπειρο. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο βαθμός παραγωγικότητας έχει την ιδιότητα να πολλαπλασιάζει το αποτέλεσμα του εκτελεστικού παράγοντα που στο παράδειγμα μας είναι οι 5 πέντε παραγόμενες μονάδες, οι οποίες πολλαπλασιάζονται με το 24 ο οποίος εκφράζει το βαθμό παραγωγικότητας. Δηλαδή όσο ο βαθμός παραγωγικότητας τείνει προς το άπειρο μεγαλώνοντας τόσο περισσότερο μεγαλύτερο αποτέλεσμα δημιουργεί και στο n = το αποτέλεσμα θα είναι άπειρο ( ).






β) Σχέσεις ορθολογισμού, αποταμίευσης, καταμερισμού εργα¬σίας και ανάπτυξης του κεφαλαίου.
Ολόκληρο το σημερινό κεφάλαιο από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμε¬ρα είναι προϊόν του ορθολογισμού. Έτσι η αποταμίευση καθίσταται δυ¬νατή μόνο με τον ορθολογισμό. Δυνάμει του ορθολογισμού, της ανά¬πτυξης της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα, απο¬κτούνται υπέρτερα οικονομικά αποτελέσματα, μεγαλύτερο και δυναμι¬κότερο κεφάλαιο, το οποίο διευκολύνει την ανάπτυξη του και τον ποσοτικό του πολλαπλασιασμό. Η σημερινή παγκόσμια αποταμίευση δεν δύναται να νοηθεί χωρίς τον τεχνολογικό και οργανωτικό ορθολογισμό.
Έτσι ο μεν τεχνικός ορθολογισμός οδήγησε και οδηγεί συνεχώς τό¬σο στη γένεση και την ανάπτυξη του κεφαλαίου, όσο και στην ανάπτυ¬ξη όλων γενικά των οικονομικών αποτελεσμάτων, ο δε οργανωτικός ορθολογισμός εναρμονίζει τις παραγωγικές κατευθύνσεις εντός του πλαισίου του νέου τούτου τεράστιου οικονομικού οργανισμού, και προ¬σπαθεί να τοποθετήσει κάθε άτομο στη θέση εκείνη στην οποία μπορεί να παράγει το σχετικά μεγαλύτερο προϊόν.
Το κεφάλαιο είναι μεν άμεσο προϊόν του τεχνικού ορθολογισμού και ως τέτοιο παριστάνει την αποκρυστάλλωση σε υλικά επιτεύγματα των νέων καλυτέρων παραγωγικών κατευθύνσεων, εμμέσως όμως συντε¬λεί προς την ανάπτυξη αυτού και ο οργανωτικός, διότι με αυτόν επιτυγ¬χάνεται ο κατάλληλος καταμερισμός της εργασίας και γενικά η εξύψω¬ση της παραγωγικότητας και η επαύξηση των πλουτοπαραγωγικών πη¬γών.
Με το κεφάλαιο υπερνικούνται οι αποστάσεις και έτσι αναπτύσσεται ο καταμερισμός της παραγωγής και της εργασίας και συσφίγγονται οι οικονομικές μονάδες ολόκληρου του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό αυ¬ξάνεται το εισόδημα όλων των οικονομικών μονάδων και καθίσταται δυνατή η αποταμίευση.
Με τον ορθολογισμό δεν επιτυγχάνεται μόνο η ανάπτυξη του κεφα¬λαίου, αλλά και ο καταμερισμός της εργασίας και έτσι οδηγείται η ερ¬γασία όλων των ατόμων σε συνεχώς νέες παραγωγικές κατευθύνσεις, αυξάνοντας έτσι το εκ της εργασίας προερχόμενο εισόδημα, το οποίο συντελεί στην οικονομική και την κοινωνική εξύψωση όλων των τάξε¬ων
Και ο μεν μονοειδής τεχνικός ορθολογισμός είναι εκείνος ο οποίος υποβιβάζει συνεχώς τα έξοδα της παραγωγής κάθε αγαθού, ο δε πολυειδής διανοίγει νέες παραγωγικές κατευθύνσεις και προσφέρει συνε¬χώς νέα αγαθά στην ανθρωπότητα.
Το πρόβλημα του σχηματισμού του κεφαλαίου τοποθετείται στη βάση της δυναμικής εξύψωσης και του πολλαπλασιασμού των παραγωγικών δυνάμεων. Το πρόβλημα τούτο περιλαμβάνει τόσο την ανάπτυξη της παραγωγικής ενέργειας του κεφαλαίου όσο και της εργασίας. Στις επικρατούσες θεωρίες δεν τίθεται το ερώτημα για την δυναμική εξύψωση και την ποσοτική αύξηση όλων γενικά των παραγωγικών μέσων, αλλά τίθεται μόνο το ερώτημα για τον σχηματισμό του κεφαλαίου δηλ. για την ανάπτυξη της εξωτερικής εκτελεστικής ενέργειας μόνο. Είναι όμως αδύνατο να αυξηθεί το κεφάλαιο δυναμικά και ποσοτικά, χωρίς να προηγηθεί η αύξηση του πρωτογενή εκείνου συντελεστή, εκ του οποίου εξαρτάται η ανάπτυξη του νέου τούτου προϊόντος δηλ. του Κεφαλαίου. Το πρόβλημα της ανάπτυξης του κεφαλαίου δεν δύναται να εξηγηθεί μεμονωμένα, ούτε δύναται το κεφάλαιο να θεωρηθεί ως προϊόν το οποίο να προκύπτει από τον περιορισμό της κατανάλωσης. Δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται δυναμικά και ποσοτικά ο ένας παράγοντας ο δε άλλος να παραμένει αμετάβλητος. Αμφότεροι οι συντελεστές βρίσκονται σε πλήρη αλληλεξάρτηση και δεν νοούνται μεμονωμένοι. Αγνοείται τελείως ο πνευματικός παράγοντας αν και στον παράγοντα αυτόν οφείλεται ολόκληρη η ανάπτυξη του κεφαλαίου. Χωρίς την συμμετοχή του πνευματικού παράγοντα δεν δύναται να δημιουργηθεί και να αναπτυχθεί το κεφάλαιο. Κάθε νέο κεφαλαιϊκό αγαθό, κάθε νέα δυναμική εξύψωση του κεφαλαίου πρέπει πρώτα να εφευρεθεί, να ανακαλυφθεί και μετά να λάβει εξωτερική μορφή, δηλ. να υλοποιηθεί στον εξωτερικό κόσμο. Η ανακάλυψη δε προκύπτει ακριβώς και μόνο από την εξύψωση της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα και ουδέποτε από την αποταμίευση. Επομένως για κάθε νέα δημιουργία κεφαλαίου είναι απόλυτα απαραίτητη μια νέα καλύτερη παραγωγική κατεύθυνση. Πρόκειται δηλ. για την παραγωγή και ανακάλυψη νέων ανωτέρας φύσεως δυναμικότητας κεφαλαιϊκών αγαθών, τα οποία προκύπτουν από την ποιοτική εξύψωση του Κατευθυντήριου παράγοντα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημιουργίας του κεφαλαίου και όχι ο ποσοτικός πολλαπλασιασμός των ήδη υπαρχόντων παραγωγικών μέσων.
Η κατεύθυνση αυτή είναι εκείνη η οποία άνοιξε στον άνθρωπο τον νέο δρόμο με την δύναμη του οποίου αποσπά ο άνθρωπος παραγωγικές δυνάμεις από το φυσικό του περιβάλλον τις οποίες χρησιμοποιεί προς πραγματοποίηση των σκοπών του.
Η θεωρία της αποταμίευσης περιορίστηκε στις παρατηρήσεις οι οποίες αναφέρονται μόνο στην ποσοτική και αριθμητική αύξηση των ήδη δημιουργηθέντων κεφαλαιϊκών αγαθών, χωρίς να δύναται να εξηγηθεί πως όλα αυτά δημιουργούνται σε ποιο παράγοντα οφείλουν την ύπαρξη τους και συνεπώς χωρίς καν να υπεισέρχεται στην ανάλυση και τον καθορισμό των πραγματικών αιτιών.
Το κοινωνικό εισόδημα σχηματίζεται δια της οδού του κεφαλαίου, δηλαδή δια της αναπαραγωγής της εξέλιξης και ανάπτυξης του κεφαλαίου και μετά καταλήγει στα έτοιμα προς κατανάλωση αγαθά. Την ουσία του κεφαλαίου δεν την βλέπει η θεωρία μας στην υπόσταση του παραχθέντος παραγωγικού μέσου αλλά στην εις τον εξωτερικό κόσμο ενσωμάτωση και αποκρυστάλλωση της εξύψωσης της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα, οπότε έπεται ότι το κεφάλαιο δεν προκύπτει από την αποταμίευση, δηλαδή εκ του περιορισμού της κατανάλωσης, αλλά το κεφάλαιο είναι το προϊόν της αύξησης της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα εκ του οποίου προκύπτει κάθε δημιουργία οικονομικών αξιών. Η αποταμίευση υπό την έννοια του περιορισμού της κατανάλωσης επιδρά δυσμενώς επάνω στην οικονομία, διότι προκαλεί δυσαρμονία και δυσαναλογία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και έχει ως επακόλουθο την ανεργία αφού περιορίζεται η παραγωγή.
Η δημιουργία του κεφαλαίου προηγείται, δεν έπεται της αποταμιεύσεως. Κατά πρώτο δημιουργείται κεφάλαιο και μετά απ? αυτό έπεται η αποταμίευση, καθ? όσον η εξύψωση της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα εκδηλούται μέσω του κεφαλαίου (εργαλείο ? μηχάνημα) το οποίο έχει εντός του ενσωματωμένο τον κατευθυντήριο παράγοντα (γνώση). Όσο δε μεγαλύτερο κοινωνικό εισόδημα πραγματοποιείται ? δια μέσω της εξύψωσης και της εις τον εξωτερικό κόσμο αποκρυστάλλωσης του Κατευθυντήριου παράγοντα ? τόσο μεγαλύτερη αποταμίευση προκύπτει. Άρα η αποταμίευση δεν είναι το αίτιο της δημιουργίας του κεφαλαίου, αλλά αντίθετα το επακόλουθο της δημιουργίας του κεφαλαίου. Στην πρωτόγονη οικονομία, όπου η παραγωγικότητα του κατευθυντήριου παράγοντα βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο, δεν υπήρχε περιθώριο αποταμίευσης.
Με την ανάπτυξη και εξέλιξη του κεφαλαίου αυξάνει ταυτόχρονα και το κέρδος του επιχειρηματία. Συνάμα όμως αυξάνεται ισότιμα και ο μισθός της εργασίας για να μη προκύψει οικονομική κρίση λόγω της δυσαρμονίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ευθύς αμέσως μόλις καταστεί η εξύψωσης της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα κοινό κτήμα του εργοδότη και εργαζόμενου, τότε παρουσιάζεται ολόκληρη η εκδηλωθείσα παραγωγικότητα του Κατευθυντήριου παράγοντα υπό μορφή μισθού εργασίας και κέρδους.


















Γ3. Παραγωγή ? Κατανάλωση

Η σημερινή λειτουργία της οικονομίας στηρίζεται κυρίως στην ελευθερία του ατόμου, άσχετα αν η έννοια αυτή της Ελευθερίας άλλοτε μεν επεκτείνεται, άλλοτε δε περιορίζεται. Κάθε άτομο βρίσκεται μπροστά στην εκλογή απείρων κατευθύνσεων και μπορεί να εκλέξει οποιοδήποτε επάγγελμα μέσα στα όρια της ατομικής του δυνατότητας. Προσφέρει λοιπόν το άτομο την εργασία του ή τα προϊόντα της εργασίας του και αφού αποκτήσει το γενικό αγαθό, το χρήμα, μπορεί να αγοράσει όλα τα άλλα αγαθά.
Με το πρόβλημα της ανάπτυξης του κεφαλαίου και με την θεωρία της αποταμίευσης βρίσκονται σε στενώτατη συνάφεια οι έννοιες της παραγωγής και της κατανάλωσης. Ως παραγωγή από οικονομική άποψη δεν χαρακτηρίζεται μόνο η τεχνική κατασκευή των αγαθών, αλλά και η τεχνική τους κατανάλωση προς αναπαραγωγή και εξύψωση των εργατικών δυνάμεων. Ως κατανάλωση χαρακτηρίζεται η χρησιμοποίηση των παραγωγικών και των καταναλώσιμων αγαθών προς ικανοποίηση καθαρών απολαυστικών αναγκών από την ικανοποίηση των οποίων δεν προκύπτουν νέες εσωτερικής φύσεως παραγωγικές δυνάμεις. Έτσι η κατανάλωση ορίζεται ως η χρησιμοποίηση παραγωγικών δυνάμεων και καταναλώσιμων αγαθών προς ικανοποίηση των απολαυστικών αναγκών τις οποίες διακρίνουμε από τις δυναμικές ανάγκες η ικανοποίηση των οποίων συνοδεύεται με την αναπαραγωγή και την εξύψωση των εργατικών δυνάμεων.
Στην κατανάλωση δεν περιλαμβάνεται μόνο η χρησιμοποίηση ετοίμων (καταναλώσιμων) αγαθών προς ικανοποίηση απολαυστικών αναγκών, αλλά και αυτή η παραγωγή αγαθών, η οποία δεν περιέχει κάποια παραγωγική ενέργεια δηλ. δεν προορίζεται για την ικανοποίηση δυναμικών αναγκών, εκ των οποίων προκύπτει εσωτερικής φύσεως παραγωγική ενέργεια. Με την παραγωγή των αγαθών αυτών καταναλίσκονται παραγωγικές δυνάμεις, γιατί το προϊόν δεν περιέχει κάποια παραγωγική ενέργεια, αλλά παριστάνει ένα αγαθό απολαύσεως. Και αυτή τούτη λοιπόν η παραγωγή των υλικών αγαθών δύναται να περικλείει μια πραγματική οικονομική κατανάλωση εφ? όσον από αυτήν παράγονται αγαθά τα οποία δεν εξυπηρετούν την αναπαραγωγή ή την ανάπτυξη του κεφαλαίου, την αναπαραγωγή ή την εξύψωση της εργατικής ενέργειας. Εφ? όσον η παραγωγή αναφέρεται στην παραγωγή κεφαλαιϊκών αγαθών ή έτοιμων προς κατανάλωση αγαθών τα οποία εξυπηρετούν δυναμικές ανάγκες, τότε συνοδεύεται από μια τεχνική κατανάλωση όχι όμως και οικονομική. Η τεχνική αυτή κατανάλωση δεν παριστάνει τίποτα άλλο παρά την εκ της παραγωγής προερχόμενη αλλαγή της εξωτερικής όψεως της παραγωγικής ενέργειας, ενώ αντίθετα στην περίπτωση της οικονομικής κατανάλωσης, καταναλίσκονται αυτή τούτη η παραγωγική ενέργεια και μάλιστα οριστικά πλέον. Γι? αυτό η τεχνική κατανάλωση συνοδεύει πάντοτε την παραγωγή, γιατί όλα γενικά τα παραγωγικά μέσα καταναλίσκονται τεχνικώς κατά την διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Από οικονομική όμως άποψη μεταφέρεται η παραγωγική τους ενέργεια στα εξ αυτών παραχθέντα προϊόντα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την χρησιμοποίηση των έτοιμων αγαθών, εφ? όσον αυτά εξυπηρετούν την αναπαραγωγή και την εξύψωση της εργατικής ενέργειας.
Ένεκα τούτου η παραγωγή δεν δύναται να νοηθεί ως μια διαδικασία, η οποία αρχίζει από κάποιο σημείο και τελειώνει στην παραγωγή των ετοίμων προς κατανάλωση αγαθών, αλλά πρέπει να νοηθεί ως μια συνεχής και ατελείωτη κίνηση των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία εκδηλούται άλλοτε μεν σε εξωτερικά υλικά αγαθά, άλλοτε δε σε εσωτερική παραγωγική ενέργεια δηλ. στην ενέργεια της εργασίας. Η παραγωγή ως τέτοια δεν τελειώνει στην Κατανάλωση. Οι παραγωγικές δυνάμεις δεν καταναλίσκονται κατά την χρησιμοποίηση των καλουμένων καταναλώσιμων αγαθών. Γιατί από το σημείο αυτό της κατανάλωσης επιστρέφουν στο εσωτερικό του ανθρώπου έτσι ώστε και πάλι να εκδηλωθούν στον εξωτερικό κόσμο. Η αδιάλειπτη αυτή διαδικασία της παραγωγής γίνεται κατά ένα τρόπο σπειροειδή. Έτσι η διαδικασία αυτή διαιρείται σε δυο κυρίως μέρη: 1) στην εξωτερική και 2) στην εσωτερική παραγωγή.
Η εξωτερική παραγωγή περιλαμβάνει την μεταφορά των παραγωγικών δυνάμεων εκ του εσωτερικού στον εξωτερικό κόσμο δια της ενσωματώσεως της εργατικής ενέργειας στον εξωτερικό κόσμο (ύλη). Η εσωτερική αντίθετα περιλαμβάνει την μεταφορά των παραγωγικών δυνάμεων από τον εξωτερικό κόσμο στο εσωτερικό του ανθρώπου. Η εξωτερική παραγωγή εξυπηρετεί το κεφάλαιο, η δε εσωτερική εξυπηρετεί την εργατική ενέργεια. Η εξωτερική καθώς και η εσωτερική παραγωγή αναφέρονται: 1) Στην αναπαραγωγή 2) Στον πολλαπλασιασμό και 3) Στην δυναμική εξύψωση των παραγωγικών δυνάμεων με τη διαφορά ότι η μεν πρώτη αναφέρεται στο κεφάλαιο η δε δεύτερη στις εργατικές δυνάμεις. Η εξωτερική παραγωγική διαδικασία διακρίνεται περαιτέρω σε τρεις μερικές υποδιαιρέσεις α) την υλική β) την τοπική και γ) την χρονική. Ενώ στην υλική παραγωγή δημιουργούνται νέα αγαθά, στην τοπική και χρονική μεταφέρονται τοπικώς ή χρονικώς οι οικονομικές αξίες.
Η δυναμική εξύψωση των παραγωγικών δυνάμεων και συνετώς και του κεφαλαίου είναι το αποτέλεσμα του ορθολογισμού, ο οποίος δύναται να νοηθεί και να εξηγηθεί σε όλο το βάθος και πλάτος αυτού, μόνο στη βάση των νέων συντελεστών της αξίας και της παραγωγής. Η έννοια του ορθολογισμού είναι στενά συνδεδεμένη με τους συντελεστές της αξίας και της παραγωγής, διότι ο ορθολογισμός είναι το αποτέλεσμα της εξύψωσης της παραγωγικότητας του Κατευθυντηρίου παράγοντα. Ο ορθολογισμός πραγματοποιείται μόνο δια του Κατευθυντηρίου συντελεστή και σημαίνει την εφαρμογή νέων καλλίτερων σκέψεων και παραγωγικών κατευθύνσεων με την δύναμη των οποίων πραγματοποιούνται μεγαλύτερα αποτελέσματα στον αυτόν χρόνο αν και χρησιμοποιείται η αυτή εκτελεστική ενέργεια, ή το ίδιο να πραγματοποιείται ένας ορισμένος σκοπός σε λιγότερο χρόνο άρα με λιγότερη, εκτελεστική ενέργεια άρα με λιγότερα έξοδα προερχόμενα από την εκτελεστική ενέργεια. Ο ορθολογισμός συμπίπτει με τις παραγωγικές κατευθύνσεις τις οποίες δίδει ο Κατευθυντήριος παράγοντας στον εκτελεστικό παράγοντα και ένεκα τούτου είναι η εκδήλωση της εξύψωσης της παραγωγικότητας του Κατευθυντήριου παράγοντα, ο οποίος συντελεί στην παραγωγή της αυτής ποσότητας σε ολοένα μικρότερο χρόνο .
Διακρίνουμε δυο βασικές κατευθύνσεις του ορθολογισμού: 1) τον τεχνικό και 2) τον οργανωτικό ορθολογισμό. Ο τεχνικός ορθολογισμός διακρίνεται σε άλλες υποκατηγορίες, οι κυριότερες είναι α) ο τοπικός β) ο χρονικός και γ) ο υλικός τεχνικός ορθολογισμός. Ο τοπικός τεχνικός ορθολογισμός έχει ως σκοπό την υπερνίκηση του χώρου ? δηλαδή την μεταφορά των αγαθών και ατόμων σε μικρότερο χρόνο όσον αφορά την κάλυψη μίας ορισμένης απόστασης. Ενώ ο χρονικός αφορά την υπερνίκηση του χρόνου δηλαδή μακροχρόνια σε ολοένα μικρότερο χρόνο να παράγουμε την αυτήν ποσότητας αγαθών, ένα αυτό και δεύτερο την διατήρηση των αγαθών όσο το δυνατό καλλίτερα και σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρόνο, και τέλος ο υλικός τεχνικός ορθολογισμός αποβλέπει στην παραγωγή των υλικών αγαθών. Εκτός όμως των τριών τούτων διακρίσεων διακρίνουμε τον τεχνικό ορθολογισμός και προς μια άλλη κατεύθυνση σε πολυειδή και μονοειδή τεχνικό ορθολογισμό. Ο πολυειδής τεχνικός ορθολογισμός έχει ως σκοπό την παραγωγή νέων, αγνώστων μέχρι τούδε αγαθών. Ο μονοειδής τεχνικός ορθολογισμός αποβλέπει στην παραγωγή ενός ήδη γνωστού αγαθού με όσο το δυνατό ολιγότερα έξοδα, πράγμα το οποίο σημαίνει ολιγότερο χρόνο για την παραγωγή της αυτής ποσότητας αγαθών άρα ολιγότερο εκτελεστικό παράγοντα που καταβάλλεται στον παραπάνω χρόνο που ολοένα μικραίνει.
Ο οργανωτικός ορθολογισμός αποβλέπει εις την όσο το δυνατόν καλλιτέρα διάρθρωση όλων των εργατικών και κεφαλαιϊκών παραγωγικών μέσων προς πραγματοποίηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων αποτελεσμάτων. Με το παραπάνω πρόβλημα συνδέεται άμεσα το πρόβλημα της ανεργίας και γενικά των οικονομικών κρίσεων, διότι τούτο είναι ζήτημα καταλλήλου διαρθρώσεως ολοκλήρου της κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας ως και της διανομής της αγοραστικής δυνάμεως, δηλαδή της καταλλήλου οργάνωσης κάθε εθνικής και παγκόσμιας οικονομίας.
Ο οργανωτικός ορθολογισμός διακρίνεται σε τέσσερις κατηγορίες: α) ιδιωτικό β) εθνικό γ) ηπειρωτικό και δ) παγκοσμιοοικονομικό ορθολογισμό. Ο πρώτος αναφέρεται σε κάθε επιχείρησης, ο δεύτερος σε κάθε εθνική οικονομία, ο δε τρίτος και τέταρτος αναφέρεται σε κάθε ήπειρο και εις ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Εκτός όμως του οργανωτικού και του τεχνικού ορθολογισμού διακρίνουμε και τον καθαρά πνευματικό αφηρημένο ορθολογισμό τα προϊόντα του οποίου δεν είναι ούτε τεχνικής ούτε οργανωτικής φύσεως. Ο παραπάνω ορθολογισμός αποβλέπει άμεσα στην ικανοποίηση των καθαρώς πνευματικών αναγκών, έμμεσα όμως επιδρά επ? αμφοτέρων των μνημονεθέντων, χωρίς τα προϊόντα του να λαμβάνουν υλική ή οργανωτική μορφή. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται όλα τα πνευματικά προϊόντα των θεωρητικών επιστημών, όπως των μαθηματικών, της θεωρητικής φυσικής και χημείας, των Νομικών και Οικονομικών Επιστημών κ.λπ. Όλα αυτά τα προϊόντα παριστάνουν ιδέες οι οποίες δεν λαμβάνουν υλική μορφή, αν και έχουν άμεση σχέση τόσο με τον τεχνικό όσο και με τον οργανωτικό ορθολογισμό, συνεπώς με την δυναμική και ποσοτική επαύξηση των κεφαλαιϊκών παραγωγικών μέσων. Στην κατηγορία αυτή κατατάσσεται και η γλώσσα κάθε λαού, η οποία παριστάνει επίσης ένα καθαρά αφηρημένο πνευματικό οικοδόμημα το οποίο συμβάλλει άμεσα και έμμεσα στη δυναμική εξύψωση της παραγωγικότητας της εργασίας.



Ε6. Περί αποσβέσεως παγίου στοιχείου

Ο έξοχος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης κύριος Άγγελος Α. Τσαγκλάγκανος στο βιβλίο του ?Χρηματοδότηση και αξιολόγηση Επενδύσεων? λέει τα παρακάτω, για τις αποσβέσεις γενικά. Αυτό που γράφει στο βιβλίο του, είναι και άποψη της κλασικής οικονομικής Επιστήμης.
Απόσβεση είναι η βαθμιαία μείωση της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων, λόγω της λειτουργικής φθοράς, της οικονομικής απαξίωσης ή και απλής παρόδου του χρόνου. Με την απόσβεση κατανέμεται το κόστος του παγίου περιουσιακού στοιχείου σε όλα τα χρόνια της ωφέλιμης ζωής του.
Το κόστος του περιουσιακού στοιχείου το οποίο θα αποσβεστεί αποτελείται από το κόστος αγοράς αυτού, συν τα διάφορα έξοδα μεταφοράς και εγκατάστασης αυτού, συν όλα τα έξοδα που απαιτούνται για να είναι το πάγιο περιουσιακό στοιχείο έτοιμο να χρησιμοποιηθεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση, μείον τις ταμειακές εκπτώσεις.
Για τον υπολογισμό των αποσβέσεων θα πρέπει να γνωρίζουμε την διάρκεια της ωφέλιμης ζωής του παγίου περιουσιακού στοιχείου, και επίσης την υπολειμματική αξία αυτού.
Συνήθως, χρησιμοποιείται η Σταθερή μέθοδος απόσβεσης, κατά την οποία ο συντελεστής ή το ποσοστό απόσβεσης, είναι σταθερό και κατανέμεται το ίδιο σε όλα τα χρόνια της ωφέλιμης ζωής του παγίου περιουσιακού στοιχείου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η επιβάρυνση της απόσβεσης να είναι η ίδια σε όλη την διάρκεια της ζωής του παγίου στοιχείου.
Μια άλλη μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται, είναι η μέθοδος απόσβεσης, η οποία στηρίζεται στην αρχή, ότι θα πρέπει να υπολογίζουμε μεγαλύτερο ποσοστό απόσβεσης στα πρώτα χρόνια της ζωής της επένδυσης, είτε γιατί η φθορά είναι μεγαλύτερη, είτε γιατί τα έξοδα συντήρησης θα είναι μεγαλύτερα (αυξημένα) αργότερα. Η μέθοδος αυτή ονομάζεται μέθοδος της επιταχυνόμενης απόσβεσης, με την έννοια ότι, η απόσβεση θα είναι επιταχυνόμενη τα πρώτα χρόνια της ζωής της επένδυσης. Επίσης χρησιμοποιούνται και διάφορες άλλες μέθοδοι υπολογισμού αποσβέσεων, όπως είναι η μέθοδος του προοδευτικά αυξανόμενου συντελεστή απόσβεσης. Είναι η μέθοδος του προοδευτικά ελαττούμενου συντελεστού απόσβεσης, είναι η μέθοδος αποσβέσεως των μονάδων παραγωγής, και η μέθοδος της επιβάρυνσης κατά ώρα εργασίας και άλλοι μέθοδοι. Αυτά γράφει γενικά ο καθηγητής.
Αν μελετήσουμε την θεωρία της απόσβεσης, καθώς επίσης και τα παραδείγματα όλων των μεθόδων απόσβεσης, που είναι η άποψη της κλασικής Οικονομικής επιστήμης, θα παρατηρήσουμε τα εξής ότι :
1. Η κλασική οικονομική επιστήμη, βλέπει στην οικονομική λειτουργία των συντελεστών της παραγωγής, που λαμβάνουν μέρος στην παραγωγική διαδικασία, το εξωτερικό γνώρισμα των συντελεστών της παραγωγής. Δηλαδή βλέπει το φαινόμενο και όχι την πραγματική αιτία της οικονομικής λειτουργίας, που κρύβεται πίσω από το φαινόμενο. Αυτή η αιτία, που κρύβεται πίσω από το φαινόμενο, αποτελεί το Εσωτερικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομικής λειτουργίας των συντελεστών της παραγωγής. Αυτό το εσωτερικό γνώρισμα το έχουν ο κατευθυντήριος και ο εκτελεστικός παράγοντας, οι οποίοι έχουν πολλαπλασιαστική σχέση όπου ο πρώτος επιτάσσει και ο δεύτερος εκτελεί ότι επιτάσσει ο πρώτος, οι οποίοι καθορίζουν ολόκληρο το φάσμα της οικονομικής λειτουργίας της παραγωγικής διαδικασίας, και ότι άλλο μπορεί να απορρέει από αυτήν την πολλαπλασιαστική σχέση των δύο συντελεστών .
2. Για τον παραπάνω λόγο, όλοι οι μέθοδοι απόσβεσης που εφαρμόζονται από την κλασική οικονομική επιστήμη, είναι αυθαίρετοι και αντιεπιστημονικοί. Τα διαφορετικά ποσά αποσβεσμένης αξίας, που προκύπτουν από το πλήθος των διαφορετικών μεθόδων απόσβεσης είναι πλασματικά και δεν έχουν επιστημονική μεθοδολογία. Δεν ανταποκρίνονται τα ποσά αυτά στην πραγματική αιτία που τα δημιουργεί, και η πραγματική επιστημονική αιτία που τα δημιουργεί είναι ο κατευθυντήριος παράγοντας.
3. Στην Επιστήμη δεν πρέπει να υπάρχουν προκαταλήψεις και εξυπηρετήσεις Συμφερόντων. Δεν πρέπει να υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για το ίδιο πρόβλημα, με διαφορετικά μάλιστα οικονομικά αποτελέσμα¬τα, (πλήθος διαφορετικών ποσών αποσβεσμένης αξίας, από πλήθος διαφορετικών μεθόδων απόσβεσης).
4. Οι διαφορετικοί μέθοδοι απόσβεσης με τα αντίστοιχα διαφορετικά ποσά αποσβεσμένης αξίας, δίνουν την δυνατότητα στους επιχειρηματί¬ες να εφαρμόζουν όποια μέθοδο απόσβεσης θέλουν, (αφού οι αξίες εί¬ναι διαφορετικές) ανάλογα με τις συνθήκες της οικονομίας και του α¬νταγωνισμού.
5. Τη λύση στο πρόβλημα της απόσβεσης, που είναι μια και μοναδι¬κή, την δίνει η Επιστήμη της εργασίας. Η λύση αυτή, η μέθοδος αυτή, είναι καθαρά επιστημονική, γιατί στηρίζεται σε μαθηματικούς συλλογι¬σμούς οι οποίοι βγαίνουν από την πραγματική αιτία, που δημιουργεί και κατευθύνει την οικονομική λειτουργία των συντελεστών της παραγω¬γής στην παραγωγική διαδικασία.
6. Ακόμα πρέπει να πούμε ότι, στην πρακτική της απόσβεσης πάγιου στοιχείου, η κλασική οικονομική επιστήμη δεν λαμβάνει υπ? όψη της την πληρότητα της λειτουργικής διαδικασίας του παγίου στοιχείου, επί¬σης τον όγκο του παραγόμενου προϊόντος, τον χρόνο μέσα στον οποίο γίνεται αυτή η παραγωγή και τα έξοδα λειτουργίας της μηχανής (ανταλλακτικά). Δεν λαμβά¬νει υπ? όψη της την ένταση της προσπάθειας από μέρους του εργάτη και την ένταση λειτουργίας της μηχανής. Ούτε λαμβάνει υπ? όψη της το γεγονός ότι όσο περνούν τα χρόνια, η απόδοση της μηχανής μειώνεται, λόγω της λειτουργικής φθοράς του μηχανήματος και της απαξιωμένης γνώσης η οποία είναι αποκρυσταλλωμένη στο μηχάνημα, που όλα αυτά έχουν σαν συνέπεια να καθορίζουν την αποσβεσμένη αξία δηλαδή την ικανότητα να απορροφήσουν μέρος της αξίας του παγίου στοιχείου η οποία διαφέρει από εποχή σε εποχή γιατί διαφορετικός είναι κατευθυντήριος παράγοντας, της κάθε εποχής.
















ΠΙΝΑΚΑΣ
ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΠΟΣΒΕΣΗΣ ΠΑΓΙΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ
ΑΞΙΑΣ 50.000 ?

1 2 3 4 5 6
α/α
ετών α΄
Λεπτά
της ώρας παραγωγικός
χρόνος Βαθμός
Παραγωγικότητας

Ετήσιες
Παραγόμενες
Μονάδες Πn Ετήσια
Αποσβεσμένη αξία
1 5?
96 Πn1= 316800 13896,75
2 10? 1/48 48 Πn2= 158400 6948,37
3 15? 1/32 32 105600 4632,25
4 20? 1/24 24 79200 3474,19
5 25? 1/19,2 19,2 63360 2779,35
6 30? 1/16 16 52800 2316,12
7 35? 1/13,71 13,71 45243 1983,18
8 40? 1/12 12 39600 1737,09
9 45? 1/10,67 10,67 35211 1544,56
10 50? 1/9,6 9,6 31680 1389,74
11 55? 1/8,73 8,73 28809 1263,73
12 60? 1/8 8 26400 1158,06
13 65? 1/7,38 7,38 24354 1068,31
14 70? 1/6,86 6,86 22638 993,04
15 75? 1/6,4 6,4 21120 926,45
16 80? 1/6 6 19800 868,55
17 85? 1/5,65 5,65 18645 817,88
18 90? 1/5,33 5,33 17589 771,56
19 95 1/5,05 5,05 16665 731,03
20 100? 1/ 4,8 4,8 15840 694,84
345,32 και
49995,05
Βλέπουμε ότι ο πίνακας απόσβεσης παγίου στοιχείου (Μηχάνημα) έχει έξη στήλες. Η πρώτη στήλη εκφράζει τα έτη της λειτουργικής ζωής του παγίου στοιχείου που είναι είκοσι. Η δεύτερη στήλη περιλαμβάνει την χρονομέτρηση της παραγωγής και περιέχει τους χρόνους α1 = 5? , α2 = 10΄, α3 = 15? κ.λπ. α20 = 100΄ λεπτά της ώρας. Η στήλη αυτή περιλαμβάνει τους χρόνους οι οποίοι συνεχώς μεγαλώνουν για την παραγωγή της αυτής ποσότητας των 10 μονάδων προϊόντος. Οι χρόνοι αυτοί μεγαλώνουν γιατί βραχυχρόνια φθείρεται το πάγιο στοιχείο λόγω της λειτουργικής φθοράς και της απαξίωσης της γνώσης του Κατευθυντήριου παράγοντα που είναι ενσωματωμένη στο πάγιο στοιχείο. Όσο μεγαλώνει ο χρόνος αυτός για την παραγωγή της αυτής ποσότητας, τόσο μικραίνει ο βαθμός παραγωγικότητας (βλέπε πίνακα), οπότε μικραίνει και η παραγωγή καθώς και η αποσβεσμένη ετήσια αξία. Η τρίτη στήλη περιλαμβάνει το κλάσμα, που έχει αριθμητή το α που παράγεται από την χρονομέτρηση και πηγάζει από το ανθρώπινο πνεύμα δηλ. τον Κατευθυντήριο παράγοντα. Στον παρανομαστή έχει το Β0 το οποίο ισούται 8/ωρο x 60? = 480. Όλο το κλάσμα μαζί εκφράζει τον παραγωγικό χρόνο που πηγάζει από τον Κατευθυντήριο παράγοντα, που στο χρόνο αυτό παράγεται η αυτή ποσότητα παραγόμενου προϊόντος των 10 μονάδων. Αυτός ο χρόνος που απαιτείται για την παραγωγή της αυτής ποσότητας συνεχώς μεγαλώνει βραχυχρόνια. Η τέταρτη στήλη περιλαμβάνει τον βαθμό παραγωγικότητας όπως είναι για το πρώτο έτος 96 για το δεύτερο έτος 48 κ.λπ. Ο Βαθμός παραγωγικότητας πολλαπλασιάζετε με το αποτέλεσμα του εκτελεστικού γενικά παράγοντα που είναι στην περίπτωση μας 10 μονάδες και έτσι δημιουργείται ο όγκος της παραγωγής στο 8/ωρο και στο έτος. Στο παράδειγμα μας το 96 που είναι ο βαθμός παραγωγικότητας του πρώτου έτους δείχνει πόσες φορές θα επαναληφθεί στο 8/ωρο η παραγωγή του εκτελεστικού παράγοντα που είναι οι 10 μονάδες και οι 10 μονάδες μέσα στο 8/ωρο θα επαναληφθούν 96 φορές, στο δεύτερο έτος θα επαναληφθεί η παραγωγή των 10 μονάδων 48 φορές μέσα στο 8/ωρο κ.ο.κ. Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός παραγωγικότητας τόσο μεγάλο όγκο παραγωγής έχουμε και τόσο μεγαλύτερη ποσότητα απορροφημένης αξίας από την αξία της μηχανής θα έχουμε, και τόσο πιο σύντομα θα αποσβεστεί το πάγιο στοιχείο. Η Πέμπτη στήλη περιλαμβάνει τον όγκο της ετήσιας παραγωγής που όσο ο χρόνος α μεγαλώνει οπότε ο βαθμός παραγωγικότητας μικραίνει τόσο όγκος της παραγωγής μικραίνει. Στην περίπτωση μας η ετήσια παραγωγή του πρώτου έτους που είναι 316800 μονάδες βρίσκεται ως εξής:
Πn1 = Κ?Ε? ?Χ = 10?1? ?330 = 316800, κατά τον ίδιο τρόπο βρίσκεται η ετήσια παραγωγή του δεύτερου έτους, του τρίτου, του τετάρτου κ. ο. κ. Η έκτη στήλη περιλαμβάνει το μέγεθος της ετήσιας αποσβεσμένης αξίας. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της παραγωγικότητας τόσο μεγαλύτερο ετήσιο ποσό απορροφάται από την αξία του παγίου στοιχείου.
Για να εξαγάγουμε τον τύπο της αποσβεσμένης αξίας πρέπει να ακολουθήσουμε την παρακάτω διαδικασία. Βρίσκουμε πρώτα την μέση ολική παραγωγικότητα η οποία στο παράδειγμά μας είναι 17,1 ως εξής : ω? = 17,1. Το 17,1 σημαίνει ότι η παραγωγή της αυτής ποσότητας παραγόμενου προϊόντος των 10 μονάδων θα πρέπει να παραχθεί και να πολλαπλασιαστεί μέσα στο 8/ωρο 17,1 φορές . Έτσι παίρνουμε την παραγωγή του 8/ώρου. Αν αυτή την παραγωγή των 8 ωρών την πολλαπλασιάσουμε με το σύνολο των εργάσιμων ημερών του έτους Χ= 330 θα λάβουμε τότε την ετήσια παραγωγή. Και αν αυτήν την ετήσια παραγωγή την πολλαπλασιάσουμε με τον χρόνο της λειτουργικής ζωής του παγίου στοιχείου δηλ. Τn = 20 τότε θα βρούμε την συνολική παραγωγή των 20 ετών ως εξής :
Πn= Κ? Ε? ?Χ? Τn ή Πn20 = = 1.139820
Αν τώρα διαιρέσουμε την αξία του παγίου στοιχείου = 50.000 (μέσα στην αξία αυτή περιλαμβάνονται και όλα τα έξοδα μεταφοράς της μηχανής και άλλα έξοδα μέχρι την εγκατάσταση της και την λειτουργία της) με το πλήθος των παραγόμενων μονάδων των 20 ετών = 1.139820 τότε θα βρούμε την κατά μονάδα επιβάρυνση που προέρχεται από την απόσβεση της αξίας της μηχανής, και έχουμε
Επιβάρυνση κατά μονάδα = = = 0,043866
Αφού τις 50.000 ? που είναι η αξία της Μηχανής, θα τις εισπράξουμε σε 20 χρόνια, γι? αυτό πρέπει την αξία αυτήν να την διαιρέσουμε με το σύνολο των παραγόμενων μονάδων των 20 ετών που είναι το μέγεθος των 1.139820, λαμβάνοντας υπόψη μας την μέση ετήσια παραγωγικότητα που είναι 17,1.
Αν στην συνέχεια την μέση επιβάρυνση κατά μονάδα προϊόντος που είναι 0.043866 το πολλαπλασιάσουμε με το εκάστοτε αντίστοιχο ετήσιο μέγεθος παραγωγής Πn1 , Πn2 ??.. Πn20 , τότε θα λάβουμε την αντίστοιχη ετήσια αποσβεσμένη αξία των αντίστοιχων ετών.
Έτσι λαμβάνουμε το γενικό τύπο της απόσβεσης σύμφωνα με την θεωρία της Επιστήμης της Εργασίας.

Αποσβεσμένη αξία = ?( Πn1 + Πn2 + ??.. Πn20 ) ή
Αξία ( 316800 + 158400 + ?? 15840) ή
0, 043866? ( 316800 + 158400 + ?? 15840) ή
13896,75 + 6948,37 + ??.. 694,84 κ. λ. π.)

Τώρα γεννάται το ερώτημα: Πως θα βρούμε το μέσο βαθμό παραγωγικότητας των 20 ετών, που είναι χρήσιμος στην διαδικασία της απόσβεσης του παγίου στοιχείου (Μηχανήματος) σύμφωνα με την θεωρία μας ; Δηλαδή πως θα βρούμε και πως θα καθορίσουμε και προσδιορίσουμε την μέση παραγωγικότητα των 20 ετών λειτουργίας του μηχανήματος, αφού για να την βρούμε πρέπει να ξέρουμε τους βαθμούς παραγωγικότητας όλων των άλλων αντίστοιχων ετών (20 έτη). Πως όμως θα βρούμε τη μέση παραγωγικότητα αφού εμείς βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή του πρώτου έτους λειτουργίας του παγίου στοιχείου; Εδώ μας ενδιαφέρει η παραγωγικότητα του κεφαλαίου (παγίου στοιχείου = Μηχανήματος), γιατί όσο περνούν τα χρόνια λειτουργίας του, και πλησιάζουμε προς το τέλος της λειτουργικής ζωής του παγίου στοιχείου, αυτό το πάγιο στοιχείο λόγω της λειτουργικής φθοράς και λόγω της απαξίωσης της γνώσης του Κατευθυντηρίου παράγοντα που είναι ενσωματωμένη στο μηχάνημα, φθείρεται και απαξιώνεται και έτσι μειώνεται από χρόνο σε χρόνο ο βαθμός παραγωγικότητας του κεφαλαίου (Μηχανήματος). Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δίδεται αν ακολουθήσουμε την παρακάτω διαδικασία.
Στο παράδειγμά μας, το μηχάνημα που αρχίζει να λειτουργεί στο πρώτο έτος, δίνει σε συνεργασία με τον εργάτη παραγωγικό χρόνο 5΄ (πέντε) λεπτά, προκειμένου να παραχθούν οι 10 μονάδες προϊόντος. Οι 10 μονάδες προϊόντος όμως, παράγονται σύμφωνα με την θεωρία μας, σε όλους τους αντίστοιχους χρόνους όλων των ετών α2 = 10΄, α3 = 15΄ ?.. α20 = 100΄, όπου οι χρόνοι αυτοί συνεχώς μεγαλώνουν λόγω της φθοράς και της απαξίωσης της γνώσης, προκειμένου να παραχθούν οι αυτές πάντα μονάδες που είναι 10. Έτσι μειώνεται ο αντίστοιχος βαθμός παραγωγικότητας των ετών. Και έτσι η παραγωγικότητα του πρώτου έτους, σύμφωνα με τον τύπο της παραγωγικότητας, είναι 96, του δευτέρου έτους είναι 48 κ. λ. π. του 20ου (εικοστού έτους) είναι 4,8.
Αν διαιρέσουμε, το πλήθος των αντίστοιχων ετήσιων παραγόμενων μονάδων, με το αντίστοιχο ετήσιο βαθμό παραγωγικότητας των ετών θα βρίσκουμε πάντα ένα σταθερό αριθμό το 3300. Ο αριθμός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι ο ετήσιος εργάσιμος χρόνος που χρησιμοποιείται στο παράδειγμά μας είναι 330 εργάσιμες μέρες, αλλά και από την μαθηματική σχέση του τύπου της παραγωγής δηλαδή
Πn= Κ? Ε? ?330 οπότε έχουμε 316800׃ 96 = 3300 κατά το πρώτο έτος. Στο δεύτερο έτος θα έχουμε 158400׃ 48 = 3300 κ. λ.π. και στο εικοστό έτος θα έχουμε 15840 ׃ 4,8 = 3300. Βρίσκουμε δηλαδή πάντα τον ίδιο αριθμό και τούτο γιατί όλοι οι χρόνοι έχουν μία μαθηματική σχέση με τον χρόνο του πρώτου έτους α1 = 5΄, η οποία σχέση είναι ότι όλοι οι χρόνοι είναι διαιρετοί με τον χρόνο του πρώτου έτους α1 = 5 και δίνουν α2 ׃α1 = 2, και α3 ׃α1 = 3 και α20 ׃α1 = 20 δηλαδή υπάρχει η μαθηματική σχέση 1,2,3, κ. λ. π.
Διαιρούμε τώρα τον παραπάνω σταθερό αριθμό με το συνολικό χρόνο της λειτουργικής ζωής του παγίου στοιχείου που στο παράδειγμά μας είναι 20 έτη. Και έτσι έχουμε 3300׃ 20 = 165. Αν τώρα διαιρέσουμε το 165 με τον βαθμό παραγωγικότητας του πρώτου έτους που είναι 96 τότε θα έχουμε 165׃ 96 = 1,71. Αν τώρα πολλαπλασιάσουμε τον αριθμό αυτό με το 10 μονάδες προϊόντος που παράγονται σε όλους τους αντίστοιχους άγνωστους χρόνους των ετών λειτουργίας του μηχανήματος θα βρούμε το μέσο βαθμό παραγωγικότητας όλων των ετών όπως 1,71∙ 10 = 17,1 αυτό το 17,1 είναι η μέση ολική παραγωγικότητα δηλαδή του κεφαλαίου και της εργασίας μαζί. Στο δεύτερο έτος θα έχουμε 165׃ 48 = 3,43. Επειδή όμως ο χρόνος του δευτέρου έτους που απαιτείται για την παραγωγή των 10 μονάδων είναι διπλάσιος του πρώτου έτους α1 =5΄ και α2 = 10΄, γι? αυτό διαιρούμε το 3,43 με το δύο και βρίσκουμε 3,43 ׃ 2 = 1,71 οπότε πολλαπλασιάζοντας το 1,71 με το 10 μονάδες βρίσκουμε τον μέσο βαθμό παραγωγικότητας όλων των ετών. Ακολουθώντας αυτήν την παραπάνω διαδικασία και στα υπόλοιπα έτη θα βρίσκουμε πάντα το 1,71 και στην συνέχεια το 17,1. Πάντως από το πρώτο έτος ακόμα μπορούμε να βρούμε τον μέσο βαθμό παραγωγικότητας.
Ας πάρουμε τώρα ένα άλλο παράδειγμα, σύμφωνα με το οποίο οι εργάσιμες ετήσιες μέρες δεν θα είναι 330 αλλά 300 μέρες και ότι οι χρόνοι δεν θα είναι διαιρετοί με τον χρόνο του πρώτου έτους α1 = 5΄. Και έτσι στο τέλος του πρώτου έτους λειτουργίας του μηχανήματος καθορίζουμε, χρονομετρώντας την παραγωγή, τον χρόνο έστω 7΄ δηλαδή α2 = 7΄ στον οποίο να παράγεται κατά το δεύτερο έτος η αυτή ποσότητα των 10 μονάδων προϊόντος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η ετήσια παραγωγή του πρώτου έτους θα είναι 288000 μονάδες. Αν διαιρέσουμε τώρα τις (288000׃ 96 = 3000) τις παραπάνω μονάδες με τον βαθμό παραγωγικότητας που είναι 96 θα βρούμε όχι 3300 (όπως στο προηγούμενο παράδειγμα) αλλά 3000 γιατί οι εργάσιμες ετήσιες μέρες είναι τώρα 300. Αν διαιρέσουμε το 3000 με το συνολικό χρόνο λειτουργίας του μηχανήματος δηλ. με το 20 θα βρούμε 150. Αν διαιρέσουμε το 150 με το βαθμό παραγωγικότητας του πρώτου έτους που είναι 96 θα βρούμε 1,56. Πολλαπλασιάζοντας τώρα το 1,56 με το 10 μονάδες βρίσκουμε την μέση ολική παραγωγικότητα που είναι 15,6.
Πάμε τώρα στο δεύτερο έτος. Είπαμε παραπάνω ότι στο τέλος του πρώτου έτους χρονομετρούμε την παραγωγή για λογαριασμό του δεύτερου έτους και έστω ότι στη χρονομέτρηση βρίσκουμε τον χρόνο 7΄ λεπτά κατά τον οποίο παράγονται οι 10 μονάδες προϊόντος. Το επτά 7΄, ο χρόνος αυτός, δεν διαιρείται ακριβώς με τον χρόνο του πρώτου έτους α1 = 5, δηλαδή ο χρόνος αυτός δεν είναι διαιρετός με το 5 αλλά δίνει δεκαδικό αριθμό όπως 7 ׃ 5= 1,4.
Σύμφωνα με τον χρόνο 7΄ ο βαθμός παραγωγικότητας του δευτέρου χρόνου και σύμφωνα με τον τύπο της παραγωγικότητας = = = 68,57 ο βαθμός αυτός θα είναι 68,57, οπότε η ετήσια παραγωγή σύμφωνα με τον τύπο παραγωγής θα είναι 205710 μονάδες. Οπότε αν διαιρέσουμε τις μονάδες αυτές με τον βαθμό παραγωγικότητας του δευτέρου έτους που είναι 68,57 θα βρούμε 3000. Αν στη συνέχεια διαιρέσουμε το 3000 με τον συνολικό χρόνο λειτουργίας του μηχανήματος που είναι 20 θα βρούμε το 150. Διαιρούμε τώρα το 150 με τον βαθμό παραγωγικότητας του έτους που είναι 68,57 οπότε βρίσκουμε 2,19. Αν τώρα διαιρέσουμε το 2,19 με το 1,4 που εκφράζει την μαθηματική σχέση του Χρόνου του δεύτερου έτους προς τον χρόνο του πρώτου έτους, θα βρούμε 1,56. Οπότε πολλαπλασιάζοντας το 1,56 με το 10 μονάδες βρίσκουμε την ολική μέση παραγωγικότητα όλων των ετών.
Θα πρέπει όμως στην πράξη να προκύπτει πάντα η μαθηματική σχέση για το πρώτο παράδειγμα το 1,71 και για το δεύτερο παράδειγμα το 1,56 ή άλλος αριθμός που ο αριθμός αυτός κατά την διαδικασία εύρεσης του να είναι ο ίδιος σε όλα τα έτη λειτουργίας του μηχανήματος.
Με τις παραπάνω διαδικασίες βρίσκουμε τον βαθμό της μέσης παραγωγικότητας και πιο πέρα την μέση απόδοση της μηχανής.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μοναδική επιστημονική μέθοδος απόσβεσης, είναι η φθίνουσα μέθοδος για τους παρακάτω λόγους.
1-. Όσο το πάγιο στοιχείο βαίνει προς το τέλος της ζωής του, τόσο περισσότερο φθίνει η παραγωγικότητα του κεφαλαίου και επομένως και της εργασίας, γιατί ο παραγωγικός χρόνος ολοένα μεγαλώνει προκειμένου να παραχθεί η αυτή ποσότητα προϊόντος και τούτο γίνεται λόγω της λειτουργικής φθοράς του μηχανήματος από την μια και λόγω της απαξίωσης της γνώσης του Κατευθυντήριου παράγοντα που είναι αποκρυσταλλωμένη στο πάγιο στοιχείο.
2-. Η πηγή της παραγωγικότητας είναι ο Κατευθυντήριος παράγοντας. Και αφού την απορροφημένη, από την αξία της μηχανής, αξία, την δημιουργεί ο βαθμός παραγωγικότητας και αφού η παραγωγικότητα πηγάζει από τον Κατευθυντήριο παράγοντα, έπεται ότι την αποσβεσμένη αξία την δημιουργεί ο Κατευθυντήριος παράγοντας.
3-. Επειδή ο χρόνος εκφράζει τον χρόνο μέσα στον οποίο παράγεται το αυτό προϊόν, που αυτός ο χρόνος όσο περνούν τα χρόνια λειτουργίας του μηχανήματος μεγαλώνει, οπότε το μηχάνημα θα πρέπει να λειτουργήσει περισσότερο χρόνο για να παράγει το αυτό προϊόν από την μια και περισσότερο χρόνο για να απορροφήσει την ίδια αποσβεσμένη αξία του μηχανήματος, γι? αυτό από χρόνο σε χρόνο η αποσβεσμένη αξία γίνεται όλο και μικρότερη στον αυτό χρόνο δηλ. στο 8/ωρο και πιο πέρα στο έτος. Από την άλλη δημιουργούνται περισσότερα έξοδα λειτουργίας του μηχανήματος, γι? αυτό αρχίζουν από την στιγμή αυτή τα έξοδα συντήρησης της μηχανής και έτσι έχουμε τα λεγόμενα ανταλλακτικά.












E8. Περί οικονομικής αξίας

Η επικρατέστερη θεωρία περί της αξίας ενός οποιουδήποτε αγαθού, είναι η θεωρία της καταβληθείσας εργατικής ποσότητας του Ricardo, ο οποίος καταλήγει και στον καθορισμό του μισθού της Εργασίας.
Σήμερα η θεωρία της καταβληθείσας εργατικής ποσότητας του Ricardo εφαρμόζεται στην πράξη από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις των κρατών οι οποίες λαμβάνουν υπ? όψη τους το καλάθι της νοικοκυράς και την αγοραστική δύναμη του μισθού της εργασίας και της σύνταξης. Όλες δε οι κυβερνήσεις προκειμένου να καθορίσουν το μεροκάματο δηλαδή τον μισθό της εργασίας λαμβάνουν υπόψη τους τον Νόμο της προσφοράς και της ζήτησης της εργασίας που υποστηρίζει η θεωρία του Ricardo, γι? αυτό και είναι η θεωρία αυτή η επικρατέστερη όσον αφορά την παραδοχή της οικονομικής αξίας αγαθού τίνος, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην επιστημονική πραγματικότητα και λογική όπου οι περισσότεροι οικονομολόγοι βλέπουν με επιφύλαξη τον καθορισμό του μισθού από τον παραπάνω νόμο, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι μια μονάδα και μάλιστα ομοιογενής όπως συμβαίνει στα προϊόντα που και αυτά υπόκεινται στον ίδιο νόμο, αλλά ο άνθρωπος είναι ποιότητα η οποία αντικατοπτρίζεται στην ύπαρξη της παραγωγικότητας που πηγάζει από τον κατευθυντήριο παράγοντα δηλ. από το ανθρώπινο πνεύμα που είναι διαφορετικό στον κάθε άνθρωπο.
Σύμφωνα με τον Ricardo, η αξία των διαφόρων ειδών εργασίας καθορίζεται από την αξία την οποία λαμβάνουν τα προϊόντα των διαφόρων τούτων ειδών εργασίας, και η θεωρία καταλήγει ότι η αξία των ειδών εργασίας καθορίζεται από την αξία των προϊόντων που παράγονται από την εργασία, η δε αξία των προϊόντων των αγαθών, καθορίζεται από την αξία της καταβληθείσας εργατικής ποσότητας. Επομένως η αξία των αγαθών καθορίζει την αξία κάθε είδους εργασίας, η δε αξία της εργατικής ποσότητας καθορίζει την αξία των αγαθών.
Ο ίδιος ο Ricardo αναγνωρίζει ότι η αξία των διαφόρων ειδών εργασίας δεν είναι εσωτερικής φύσεως, και τούτο γιατί, αφού τα διάφορα είδη εργασίας λαμβάνουν την αξία τους από την αξία των προϊόντων που παράγουν, άρα δεν είναι εσωτερικής φύσεως η αξία των διαφόρων ειδών εργασίας, γιατί η αξία τους καθορίζεται έμμεσα από τον νόμο της προσφοράς και ζήτησης στον οποίο υπόκεινται και τα αγαθά που καθορίζουν την αξία της εργασίας. Εσωτερική φύση έχει η παραγωγικότητας εργασίας η οποία πηγάζει από το πνεύμα, την διάνοια του ανθρώπου δηλαδή από τον κατευθυντήριο παράγοντα πράγμα που σημαίνει ότι η παραγωγικότητα καθορίζει την αξία κάθε αγαθού καθώς και το μέγεθος του εργατικού μισθού. Η θεωρία αυτή του Ricardo περί καθορισμού της αξίας των προϊόντων εκ της καταβληθείσας εργατικής ποσότητας θα μπορούσε να ευσταθήσει τότε μόνο εάν η αξία κάθε είδους εργασίας ήταν εσωτερικής φύσεως.
Η θεωρία της καταβληθείσας εργατικής ποσότητας βρίσκεται σε πλήρη ομοφωνία με την θεωρία του Karl Marx κατά την οποία η αξία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αποκρυσταλλωθείσα εργατική ποσότητα στα αγαθά. Συνεπώς όσο μεγαλύτερη είναι η εργατική ποσότητα, σε σχέση με την αξία την οποία πληρώνεται ο εργάτης ως ημερομίσθιο, τόσο μεγαλύτερο είναι και το Επιχειρηματικό κέρδος. Ο συλλογισμός αυτός είναι απλός: Εάν λ.χ. το ημερομίσθιο του εργάτη ισοδυναμεί με 6 ώρες εργασίας ο δε εργάτης εργάζεται στο σύνολο 10 ώρες τη ημέρα τότε οι επιπλέον 4 ώρες είναι και αποτελεί το κέρδος του Επιχειρηματία, κατά τον Marx.
Η φυσική τιμή της εργασίας είναι η τιμή εκείνη η οποία είναι αναγκαία για την συντήρηση των εργατών, κατά τρόπο ώστε ούτε να αυξάνεται, ούτε να μειώνεται ο αριθμός των εργατών. Άρα η φυσική τιμή της εργασίας είναι η τιμή εκείνη η οποία εξασφαλίζει την αναγκαία ποσότητα τροφίμων για την διατήρηση του αυτού αριθμού εργατών. Επομένως η αξία της εργασίας σύμφωνα με τον Ricardo καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που απαιτείται για να αγοράσουμε την παραπάνω ποσότητα τροφίμων. Οπότε στην περίπτωση αύξησης της αξίας των τροφίμων αυξάνεται ανάλογα και η αξία της εργασίας και αντίθετα όταν πέφτει η αξία των τροφίμων πέφτει ανάλογα και η αξία της εργασίας.
Ας προσπαθήσουμε τώρα να εκθέσουμε με λίγα λόγια την θεωρία του Ricardo και να καθορίσουμε τα ασθενέστερα σημεία της κρίνοντας αυτήν από την άποψη της θεωρητικής τελειότητάς της. Σύμφωνα με αυτήν η αξία των αγαθών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αποκρυσταλλωθείσα σ? αυτά εργατική ποσότητα. Γι? αυτό αν αυξηθεί το ημερομίσθιο μειώνεται το κέρδος και αντίθετα, η αύξηση του κέρδους επιφέρει αναγκαστικά την μείωση του ημερομισθίου. Εδώ βρίσκεται η αντίθεση των συμφερόντων των δύο τούτων

Επιστροφή στο κατάλογο