Η βουλγαρική κατοχή στις Σέρρες κατά την περίοδο ΄41 - '44


 
ΕΠΙΛΟΓΕΣ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
 
- Η Βουλγαρική κατοχή στις Σέρρες 1941-1944
- Φωτογραφικό υλικό από τα Γ.Α.Κ
- Οικονομική Ζωή
- Θρησκευτική και πολιτιστική ζωή
 

 

 

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ 1941-1944
Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Σερραίοι πήραν μέρος εκτός από τις μάχες στα αλβανικά βουνά και στη μάχη των οχυρών του Ρούπελ. Χάρη σε αυτή τη μάχη ο Χίτλερ καθυστέρησε για μία εβδομάδα, παρά τον αριθμό τον στρατευμάτων του. Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα, οι στρατιώτες του Ρούπελ παρέδωσαν το οχυρό στους Γερμανούς.

Έγγραφο της Διοικήσεως Χωροφυλακής μια ημέρα πριν τη διάλυση της Δ΄ Μοίρας πυροβολικού που πολέμησε στα οχυρά του Ρούπελ.(ΓΑΚ)

 

Στις 9 Απριλίου 1941 έφτασε το πρώτο γερμανικό στράτευμα στην πόλη των Σερρών ως επιβεβαίωση της κατάληψης της πόλης. Δόθηκε διαταγή στο δήμαρχο της πόλης Παπαδόπουλο να εγκαταλείψει τη Δημαρχία και εγκαταστάθηκε σ’ αυτή ένας γερμανόφιλος.

Στις 23 Απριλίου 1941 τα βουλγαρικά στρατεύματα εισέβαλαν στην πόλη των Σερρών.
Στις 5 Μαΐου τοιχοκολλούνταν στα κύρια σημεία των σερραϊκών δρόμων και με αριθμό πρωτοκόλλου 3125 η τελευταία ελληνική ανακοίνωση γραμμένη με γραφομηχανή:

«Φέρομεν εις γνώσιν των κατοίκων της πόλεως Σερρών ότι από σήμερον η εξουσία Σερρών παρεδόθη εις τα Βουλγαρικά στρατεύματα. Υπό την νέαν εξουσίαν και διοίκησιν είμεθα πεπεισμένοι ότι θα συνεχισθή η αυτή νομιμοφροσύνη του πληθυσμού και ότι η συμβίωσίς μας μετά των γειτόνων μας θα είναι αδελφική. Επί τη ευκαιρία ταύτη συνιστώμεν απόλυτον πειθαρχίαν εις τας αποφάσεις της Γερμανίας και της Γερμανικής Διοικήσεως δεδομένου ότι αι τύχαι της Ελλάδος εξαρτώνται εκ της Μεγάλης Γερμανίας».
Ο Δήμαρχος
Γ. Γεωργιάδης.

 

 Ο στρατιωτικός διοικητής των Σερραίων εγκατέλειψε τη θέση του, την οποία πήρε ένας επίσης γερμανόφιλος. Οι Γερμανοί την πρώτη μέρα της παραμονής τους, έδειξαν κόσμια συμπεριφορά, όμως αργότερα έδειξαν το αληθινό τους πρόσωπο.
Τις μέρες που ακολούθησαν, οι Σερραίοι πολίτες διάβασαν την ακόλουθη ανακοίνωση:

«Έλληνες,
Ημείς οι Γερμανοί στρατιώται ερχόμεθα όχι ως εχθροί σας. Κανένας άλλος λαός δεν αγαπά και δε θαυμάζει τόσον την ιστορία σας και τον πολιτισμό σας, όσον ο γερμανικός.
Ημείς τιμώμεν και σεβόμεθα τον ηρωισμό σας. Αι συμπάθειές προς σας είναι πάντα αι ίδιαι ως τότε, ότε προ πλέον από 100 χρόνων γερμανικά τάγματα εις τη σειρά των αγωνιστών της ελευθερίας σας επολέμησαν και ένας γερμανός βασιλόπαις, ο υπό σας εκλεχθείς νέος βασιλεύς των Ελλήνων Όθων, ίδρυσεν την κρατικήν βάσιν της ελευθερωθείσης χώρας σας.
Όχι ως εχθροί ερχόμεθα ημείς, Έλληνες, αλλά δια να κατανικώμεν την Αγγλίαν, η οποία σας παρεκίνησεν εις αυτόν τον παράλογον πόλεμον κατά ημών, αναγκάζοντας σας να παραχωρήσετε εις αυτήν στρατιωτικά στηρίγματα.
Όταν η δύναμις της Αγγλίας θα είναι αφανισμένη, τότε κι εσείς θα είσθε ένας ελεύθερος, ευτυχής λαός εις μίαν ελευθέραν, ευτυχή, Ευρώπην.»

Στις 22 Απριλίου 1941 ο βουλγαρικός στρατός πέρασε τη συνοριακή γέφυρα της Κούλας και την ίδια μέρα έφτασε στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί οι Βούλγαροι στρατιώτες ξεκίνησαν τις πρώτες καταστροφές αρχίζοντας από το τηλεγραφείο όπου έκοψαν τηλεφωνικά και τηλεγραφικά σύρματα, λεηλάτησαν γραφεία και χρηματοκιβώτια, και κατέστρεψαν όλα τα αρχεία. Τέλος ο επικεφαλής αξιωματικός διέταξε το μητροπολίτη Βασίλειο να αναχωρήσει για Θεσσαλονίκη.

Ο Διοικητής του στρατού κατοχής των Νομών Σερρών και Δράμας, ειδοποιούσε με ειδική διαταγή τους κατοίκους όλων των περιοχών «προς γνώσιν και συμμόρφωσίν» τους για τα παρακάτω:

«Αριθ. Διαταγής 7/3755
Συμφώνως της ως άνω διαταγής της 3 τρέχοντος του μηνός 1941 του Διοικητού των Βουλγαρικών Στρατιωτικών Αρχών Κατοχής Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης από σήμερον 5 Μαΐου 1941 εγκαθίσταται ολοκλήρως η Βουλγαρική και Πολιτική κατοχή άνωθεν της Γραμμής Δοξάτου, ποταμός Αγγίτης, Σταθμός Αγγίστης (έκτος), Τσιφλίκ, Μπάνιτσα, χωρίον Κεφαλάρι, χωρίον Κωνσταντινιά και χωρλιον Κρώμνη. Η ίδια Διοίκησις έρχεται επ΄ ονόματι του ιστορικού δικαίου της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της τάξεως όλων των κατοίκων της περιφερείας ταύτης. Φωτεινόν μέλλον αναμένει όλους τους κατοίκους της ισχυράς και ηνωμένης Βουλγαρίας. Καλώ τους κατοίκους της κατεχομένης ζώνης να είναι εις γνώσιν και ολοκλήρως να συμμορφωθούν εις τας κάτωθι διατάξεις:

Από σήμερον αι Πολιτικαί και διοικητικαί αρχαί αναλαμβάνουν τα καθήκοντά των.
Από σήμερον η επίσημος ομιλουμένη και γραφομένη γλώσσα εις όλας τας Δημοσίας υπηρεσίας και παντού θα είναι η Βουλγαρική.
Όλοι οι κάτοικοι υποχρεούνται αμέσως να επανέλθουν εις τας εστίας των όπου κατοικούσαν και να αναλάβουν ησύχως τας εργασίας των και τας ασχολίας των. Εις τους μετακινούμενους θα χορηγείται η δέουσα άδεια από τα στρατιωτικά Φρουραρχεία των πόλεων Δράμας, Σερρών, Ζηλιαχόβης, Δεμίρ Χισσάρ και Ζυρνόβου.

Μέχρι της 8 ε.ε. και δωδεκάτης ώρας όλοι οι κάτοικοι υποχρεούνται να παραδώσωσι τα υπ΄ αυτών κατεχόμενα όπλα, στρατιωτικά είδη, στρατιωτικάς ενδυμασίας και όλα εν γένει τα στρατιωτικά είδη εις τους Στρατώνας ένθα υπάρχουν βουλγαρικά στρατεύματα και Στρατιωτικά Φρουραρχεία. Τα κυνηγετικά όπλα πρέπει να παραδοθούν μέχρι της ίδιας ημερομηνίας μέσω των Δημάρχων εις τα Φρουραρχεία, λαμβανομένων υπό σημείωσιν του ονόματος του επαγγέλματος και κατοικίας του κατόχου. Μετά την λήξιν της άνω προθεσμίας εν περιπτώσει καθ΄ ην τυχόν βρεθούν όπλα, είτε στρατιωτικά είδη κ.τ.λ οι παραβάται θα τιμωρούνται αυστηρότατα.
Από την διαγωγήν, πειθαρχίαν, φρόνησιν των κατοίκων θέλη εξαρτηθή ο κανονικός ρυθμός της ζωής. Εκ της στάσεώς των κατοίκων εξαρτάται και η συμπεριφορά των Βουλγαρικών Στρατευμάτων εις τα οποία ανετέθη η φύλαξις της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των,

Όλαι αι διαταγαί του Βουλγαρικού Φρουραρχείου πρέπει να εκτελώνται αμέσως και άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως. Ο Βουλγαρικός Στρατός θα λυπηθή εις περίπτωσιν καθ΄ ην θέλει συναντήση αντίδρασιν εκ μέρους μερικών προσώπων οπότε θα αναγκασθή να λάβη αυστηρά μέτρα έναντι των κατοίκων.
Βιαιοπραγίαι και σαμποτάζ τιμωρούνται αυστηρότατα. Ως σαμποτάζ νοείται η καταστροφή και η φθορά των γεωργ .προϊόντων και σπαρτών, η καταστροφή πετρελαιοκινήτων, υδροκινήτων, ηλεκτρικών και άλλων μηχανικών εγκαταστάσεων. Σιδηροδρομικών, Τηλεγραφικών και Τηλεφωνικών εγκαταστάσεων και η καταστροφή των διαταγών.

Όλοι οι Επαγγελματικοί και βιοτεχνικοί οίκοι, Τράπεζαι και αποθήκαι θα παραμείνουν ανοικτά διά το συμφέρον του Λαού ίνα μη παρακωλύεται ο ρυθμός της ζωής εις την κατεχομένην περιφέρειαν και διατροφήν του Λαού.
Το Γερμανικόν, Βουλγαρικόν και εγχώριον νόμισμα εξακολουθεί να ισχύη υποχρεωτικώς εις τας συναλλαγάς, η τιμή είναι 100 δραχμάς 2 μάρκα ήτοι 65 λέβα.
Οι Βούλγαροι στρατιώται και οι υπήκοοι θα πληρώνουν τα εμπορεύματά των και τας παραγγελίας των διά τας εργασίας των τοις μετρητοίς.
Έκαστος κάτοικος όστις ήθελε προβεί εις την κατεχομένη. ζώνην εις βιαιοπραγίας ή σαμποτάζ εναντίον του βουλγαρικού Στρατού ή εις Δημόσια καταστήματα και Γραφεία καταδικάζεται σε θάνατον.

Όστις διακόπτει τας εργασίας του με την πρόθεσιν να επισύρη ζημίας εις την Στρατιωτικήν Κατοχήν και όστις καταδιώκει τους εργάτας ή προτρέπει τους άλλους να παύσουν την εργασίαν των τιμωρείται.
Συγκεντρώσεις εις τας οδούς, όσοι εκδίδουν προκηρύξεις προς διανομήν, συγκεντρώσεις εις κλειστόν χώρον και παρελάσεις και όσοι λαμβάνουν μέρος εις αυτάς απαγορεύονται αυστηρώς και τιμωρούνται.
Εχθρικαί εκδηλώσεις έναντι της Βουλγαρίας διαφόρου είδους, αίτινες επιφέρωσι την εχθροπάθειαν και το μίσος απαγορεύονται αυστηρώς.
Όστις δημοσιεύει εις εφημερίδας ή περιοδικά ειδήσεις κακοβούλους κατά της Βουλγαρίας ή εκ ξένων πηγών μεταδίδει, αι οποίαι είναι απηγορευμέναι από τας Βουλγαρικάς κατοχικάς Αρχάς, τιμωρείται.

Όστις μεταδίδει ραδιοφωνικώς ή άλλως πως εχθρικάς ειδλησεις διά το Βουλγαρικόν Κράτος τιμωρείται αυστηρώς.
Όστις λεηλατεί στρατιωτικά και κρατικά είδη ως και ιδιωτικά τιμωρείται αυστηρώς.
Τα καπνά εις την κατεχομένην ζώνην είναι εις την διάθεσιν του Γενικού Γερμανικού Φρουραρχείου.
Η καθορισμένη ώρα κυκλοφορίας των πόλεων και χωριών εις την κατεχόμενη περιφέρειαν είναι μέχρι της 21. Μετά την παρέλευσιν της ώρας ταύτης ουδείς δύναται να περιφέρεται. Οι μη συμμορφούμενοι θα τιμωρούνται δια των όπλων.
Όλα τα διαταχθέντα υπό του Γερμανικού Φρουραρχείου μέτρα συσκοτίσεως των φώτων παραμένουν εν ισχύ. Οι μη συμμορφούμενοι θα τιμωρούνται.

ΜΑΝΤΣΟΥΚΩΦ
Συνταγματάρχης -Διοικητής του Στρατού Κατοχής
του νομού Δράμας, Σερρών.

Mέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους δεν εκδηλώθηκε καμία αντιστασιακή ενέργεια από την πλευρά των Σερραίων. Επίσης ήταν γνωστό ότι σε δύο σημεία του ποταμού Στρυμόνα λειτουργούσε σύστημα διαφυγής προς τον γερμανικό τομέα . Παρόλ’ αυτά σημειώθηκαν επεισόδια σε βάρος των Σερραίων, τα οποία όμως ο Βούλγαρος δήμαρχος Ποπώφ τα αποδοκίμασε και επέβαλε κυρώσεις στους Βούλγαρους υπεύθυνους, όπως επίσης ο φρούραρχος Ήλιεφ και ο διοικητής της αστυνομίας Εμίλ Αγγέλωφ.

 

Βούλγαροι στρατιώτες στο σιδηροδρομικό σταθμό Σερρών


Σύντομα οι περιορισμοί, οι εκβιασμοί, οι αρπαγές και γενικά η βουλγαρική θηριωδία εκδηλώθηκαν ανοιχτά. Όπως σε όλη τη βουλγαροκρατούμενη ανατολική Μακεδονία και Θράκη, έτσι και στις Σέρρες, οι Βούλγαροι έθεσαν ως προτεραιότητά τους την αλλοίωση της σύνθεσης του πληθυσμού. Σκοπός τους να καταδείξουν αργότερα, στον καιρό της ειρήνης που θα ερχόταν σύντομα ότι τα ελληνικά εδάφη ήταν βουλγαρικά και πως σε αυτά οι Βούλγαροι αποτελούσαν την πλειονότητα ενώ οι Έλληνες τη μειονότητα.

Έτσι οι Βούλγαροι επέκτειναν στην κατεχόμενη πλέον απ’ αυτούς περιοχή όλους τους διοικητικούς κλάδους του κράτους, μετά από την αποχώρηση των Γερμανών στις 23 Απριλίου του 1941. .Πρόθεσή τους ήταν η προσάρτηση και όχι η κατοχή προς ικανοποίηση πρόσκαιρων πολεμικών αναγκών. όπως έγινε στην υπόλοιπη Ελλάδα από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς .

Γι’αυτό σε βάρος του πληθυσμού της πόλεως, προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες :
Επέβαλλαν την οικειοθελή αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού προς την γερμανοκρατούμενη Ελλάδα με μόνη περιουσία ένα μικρό δέμα ρούχων και 300 λέβα, τους υποχρέωσαν μάλιστα να υπογράψουν και σχετική δήλωση. Κάποιοι Σερραίοι κυρίως πλούσιοι έφυγαν ενώ οι περισσότεροι παρέμειναν στην πόλη.

• Υποχρέωσαν το κλείσιμο και του τελευταίου ελληνικού σχολείου και τον εκτοπισμό των δασκάλων και καθηγητών. Όμως συνέχισαν με την καταστροφή των ελληνικών βιβλίων και επέβαλλαν από τη Σόφια τη μεταφορά μαθητών γυμνασίου και καθηγητών για την παρουσίαση της παιδείας εκ παραδόσεως βουλγαρική. Το Νοέμβριο του 1941 ιδρύθηκαν και τα αναγνωστήρια «Ντίμτσο Ντεμπελιάνοφ».

• Εξέδωσαν με διευθυντή το βούλγαρο αρχικομιτατζή Μιχαήλ Ντουμπαλάκωφ, την εφημερίδα «ΜΠΑΛΓΚΑΡΣΚΙ ΓΙΟΥΓΚ» (βουλγαρικός νότος ).

• Υποχρέωσαν τις δημοτικές και κοινοτικές αρχές να χτίσουν κατοικίες για τον εποικισμό των βουλγάρων.

• Περιόρισαν το δικαίωμα εργασίας και όσοι ήθελαν να το αποκτήσουν έπρεπε να εγγραφούν Βούλγαροι υπήκοοι. Η πείνα, οι λεηλασίες, η μαύρη αγορά και η οικονομική αδυναμία οδήγησαν κάποιους από τους Σερραίους να βουλγαρογραφούν.

• Από τις πρώτες μέρες της βουλγαρικής κατοχής με διαταγή των βουλγαρικών αρχών, απαγορεύεται στους Έλληνες γιατρούς να ασκούν το λειτούργημά τους επειδή, σύμφωνα με απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Σόφιας, δεν πληρούσαν τα προσόντα που προέβλεπε η περί ιατρών βουλγαρική νομοθεσία. Αρχικά μετά από την επέμβαση του Βουλγάρου δημάρχου Ποπώφ, επιτράπηκε στους Έλληνες γιατρούς να ασκήσουν το επάγγελμά τους. Αργότερα όμως μετά από έντονη διαμαρτυρία των Βουλγάρων γιατρών που είχαν κατακλύσει την πόλη απαγορεύτηκε τελικά στους Έλληνες γιατρούς η άσκηση του επαγγέλματός τους.

• Απαγορεύτηκε η άσκηση κάθε ελεύθερου επαγγέλματος στους Έλληνες εάν προηγουμένως δεν απαρνούνταν την ελληνική καταγωγή και υπηκοότητα και δεν αποδέχονταν τη βουλγαρική ταυτότητα. Όσοι την αποδέχονταν εξομοιώνονταν με Βούλγαρους πολίτες και ευνοούνταν από τις βουλγαρικές αρχές.

• Δάσκαλοι, καθηγητές και ιερείς πέρασαν στο περιθώριο ενώ η θεία λειτουργία και τα υπόλοιπα θεία μυστήρια ιερουργούνταν στη βουλγαρική γλώσσα από Βούλγαρους ιερείς.

• Οι βουλγαρικές αρχές μετέβαλαν την όψη της πόλης από ελληνική σε βουλγαρική. Υπηρεσίες, οδοί, πινακίδες πληροφοριακές, πινακίδες καταστημάτων, ακόμη και οι επιγραφές των τάφων μετατράπηκαν από την ελληνική στη βουλγαρική γλώσσα.

• Ανατέθηκε η αγροτική ασφάλεια αποκλειστικά σε Βουλγάρους προερχόμενους από τη Βουλγαρία.

• Οι βουλγαρικές αρχές εισήγαγαν τη βουλγαρική γλώσσα στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα σχολεία και γενικά σε κάθε μορφή της δημόσιας ζωής αλλά και της ιδιωτικής.

• Οι εκδιωκόμενοι Έλληνες υποχρεώθηκαν δια της βίας να παραδώσουν στις βουλγαρικές αρχές, κατά την αποχώρησή τους, έγγραφη δήλωση ότι αναχωρούν οικιοθελώς, ότι παραιτούνται από το δικαίωμα επανεγκατάστασης και ότι χαρίζουν στο βουλγαρικό κράτος την ιδιοκτησία τους.

• Οι βουλγαρικές αρχές αξίωσαν από το μητροπολίτη Κωνσταντίνο να μνημονεύει κατά τις τελετές τη σύνοδο της Σόφιας.

Επιβλήθηκε μάλιστα και ένα είδος κεφαλικού φόρου σε όλους τους Σερραίους από ηλικία 15 ετών και άνω ενώ παράλληλα τα αγόρια από ηλικία 13 ετών και άνω υποχρεώθηκαν να καθαρίζουν την πόλη.
Διατάχτηκαν όλοι οι εγκατασταθέντες παλαιοελλαδίτες στην πόλη από το έτος 1913 και εδώ να εγκαταλείψουν την πόλη μέχρι και την 24η Ιουνίου 1941 όπως και έγινε.
Οι αρχές κατάρτησαν επίσης κατάλογο με όλους τους μετά το 1922 εγκατασταθέντες πρόσφυγες του Πόντου, της Θράκης και Μ. Ασίας με σκοπό την εκδίωξή τους.
Στα φυλάκια του ποταμού Στρυμόνα, οι διερχόμενοι Έλληνες υπέστησαν εξονυχιστικό έλεγχο και τους αφαιρέθηκαν τιμαλφή, χρήματα και εμπορεύματα.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1941, παρατηρήθηκαν μέσα στην πόλη κάποιες περίεργες κινήσεις και ασυνήθιστη νευρικότητα. Κλήθηκαν στο διοικητήριο όπου σήμερα στεγάζεται η Νομαρχία Σερρών, Βούλγαροι και κομιτατζήδες για ενημέρωση και δράση. Επίσης στη λεωφόρο Μεραρχίας η οποία τότε είχε μετονομαστεί σε λεωφόρο Βόριδος του Α΄, ο Βούλγαρος νομάρχης συναντήθηκε με σημαντικούς Βούλγαρους πολίτες και τους είπε εμμέσως το σκοπό του. Οι περιπολίες πύκνωναν και οι κομιτατζήδες κυκλοφορούσαν οπλισμένοι.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1941, με άκρα μυστικότητα όλες οι βουλγαρικές οικογένειες εξοπλίζονται. Κάποιοι από τους Βουλγάρους που ανέπτυξαν φιλίες με Έλληνες πολίτες, τους ειδοποιούσαν εμμέσως να φύγουν για να αποφύγουν τα επακόλουθα.

Από το μεσημέρι της ίδιας μέρας η χωροφυλακή με βοήθεια των κομιτατζήδων και κάποιων εξοπλισμένων Βουλγάρων που σχημάτισαν πολιτοφυλακή αναχώρησε για τη Δράμα. Κάποια στιγμή βόμβος βουλγαρικού αεροπλάνου ανησύχησε τους πολίτες ρίχνοντας φακέλους για τις βουλγαρικές αρχές.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας όλοι οι κάτοικοι της πόλης κλήθηκαν να παραμείνουν στα σπίτια τους με μόνη κίνηση στους δρόμους τους οπλισμένους Βουλγάρους που πυροβολούσαν άσκοπα. Τη νύχτα της 29ης προς 30η Σεπτεμβρίου 1941 διεξάγονται εξονυχιστικοί έλεγχοι σ’ όλη την πόλη και ρίπτονται πυροβολισμοί.
Την επόμενη μέρα η πόλη επιστρέφει στη συνηθισμένη της κίνηση. Όμως στρατός, αστυνομία και κομιτατζήδες προβαίνουν σε συλλήψεις. Συνολικά 800 Σερραίοι συνελήφθησαν οι οποίοι υπέστησαν εξευτελισμούς και ταπεινώσεις, βασανιστήρια και αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων και χρηματικών ποσών και τέλος οδηγήθηκαν στους στάβλους του ιππικού.

Εκεί συνεχίστηκαν τα βασανιστήρια ενώ οι συνθήκες κράτησης ήταν άθλιες. 18 επώνυμοι την επόμενη μέρα μετά από ξυλοκόπημα μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια της αστυνομίας. Εκεί τους εξήγησαν το λόγο της κράτησής τους, ο οποίος ήταν αντιστασιακές ενέργειες εναντίον των Βουλγάρων. Στη συνέχεια υπέγραψαν σχετική δήλωση για ανάληψη της ευθύνης και αφέθηκαν ελεύθεροι. Το απόγευμα της Τετάρτης 1 Οκτωβρίου 1941 και ενώ συνεχίζονταν οι συλλήψεις, φημολογήθηκε ότι οι κρατούμενοι θα οδηγούνταν σε στρατόπεδα εργασίας στη Βουλγαρία. Η φήμη αυτή όμως διαψεύστηκε.
Οι Σερραίοι έστειλαν επιτροπή στο διοικητή της αστυνομίας Αγγέλωφ για διαμαρτυρία για τα βασανιστήρια των κρατουμένων όπου και καθησυχάστηκαν.
Εντωμεταξύ στο στάβλο όπου βρίσκονταν οι κρατούμενοι οι συνθήκες ήταν άθλιες ιδιαίτερα τις τρεις πρώτες μέρες ενώ από την Τέταρτη και μετά τους δόθηκε η ευκαιρία να προμηθευτούν τρόφιμα αγοράζοντάς τα από τους σκοπούς. Την έκτη μέρα τους επιτράπηκε η επαφή με τους συγγενείς τους. Η κράτηση για κάποιους διήρκεσε μέχρι και δύο μήνες μέχρι την απελευθέρωσή τους. Αποτέλεσμα των βασανιστηρίων ήταν και ο θάνατος πολλών κρατουμένων.

Μετά από αυτά τα γεγονότα επιβλήθηκαν στους Έλληνες βαρύτατοι φόροι και τους απαγορεύτηκε να προμηθεύονται τρόφιμα από τα βουλγαρικά πρατήρια με κουπόνια.
Και ενώ γίνονταν αυτά, ο δήμαρχος Ποπώφ εξαιτίας των παρεμβάσεων του που έδειχναν υποστήριξη προς τους Σερραίους γρήγορα αντικαταστάθηκε και οδηγήθηκε ενώπιον του στρατοδικείου με την κατηγορία του φιλελληνισμού. Παρόλ’ αυτά ως πολιτικός ο Ποπώφ ήταν φυσικό να έχει σχέδια περί συμφιλιώσεως με τους Έλληνες χωρίς να είναι φιλέλληνας.

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τα επόμενα τρία χρόνια, μέχρι δηλαδή το τέλος της βουλγαρικής κατοχής στην πόλη των Σερρών χαρακτηρίζονταν από συλλήψεις, βασανιστήρια, άγριους ξυλοδαρμούς και κάποιες εκτελέσεις αθώων πολιτών. Την τελευταία χρονιά της βουλγαρικής κατοχής αναπτύχθηκε και ένα κομουνιστικό κόμμα από την πλευρά των Βουλγάρων, ενώ παράλληλα οι Βούλγαροι κομουνιστές κατέλαβαν την εξουσία στις 9 Σεπτεμβρίου 1944.

 

 

ΑΡΧΕΙΑ (ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ) (εικόνες-επιστολές)

^

αρχή

 

 

Το όνειρο της Βουλγαρίας

 

 

 

 

 

Εισβολή των Γερμανών στην πόλη των Σερρών

 

 

Εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων και ο Γερμανός στρατιώτης με το ποδήλατο

 

Βεβαιώσεις διεξαγωγής πολεμικών συγκρούσεων

 

 

Στιγμιότυπα Ελλήνων πολεμιστών

 

 

 

 

 

Ρέκβιεμ για τους Εβραίους των Σερρών.


Το καλοκαίρι του 1941 τα οικονομικά μέτρα, που ίσχυαν στη Βουλγαρία για τους Βουλγάρους Εβραίους τίθενται σε ισχύ και για τους Εβραίους των «νέων εδαφών».
Μετά δε την συνδιάσκεψη του Wannsee (27-1-1942), στην οποία αποφασίστηκε η τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος, ο κλοιός περισφίγγει την εβραϊκή κοινότητα των Σερρών ακόμη περισσότερο. Το κίτρινο αστέρι στο στήθος και η ξεχωριστή κίτρινη ταυτότητα, δηλωτικά της εβραϊκής καταγωγής, επιβάλλονται και στους Εβραίους της πόλεως, αφού πριν επιβλήθηκε γενική καταγραφή τους με προσωπική παρουσίαση και κατάθεση προσφάτου φωτογραφίας.

Τον Ιανουάριο του 1943, ο Θήοντορ Ντάννεκερ, επικεφαλής των ομάδων θυέλλης, ειδικός απεσταλμένος του Άντολφ Άιχμαν επισκέπτεται τη Σόφια. Η βουλγαρική κυβέρνηση του ζήτησε να της παράσχει την εμπειρία του ως ειδικού επί του εβραϊκού ζητήματος.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1943, Ντάννεκερ και Γκαμπρόφσκι συμφωνούν ο εκτοπισμός των Εβραίων να αρχίσει από τους Εβραίους της Διοικήσεως του Αιγαίου και των Διοικήσεων των Σκοπίων, Μοναστηρίου και Πιρότ.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1943 το βουλγαρικό Υπουργικό Συμβούλιο αποδέχεται πλήρως τις εισηγήσεις του Βουλγάρου Επιτρόπου Εβραϊκών υποθέσεων Αλεξάντερ Μπέλεφ για τον εκτοπισμό των Εβραίων.
Στις 22 Φεβρουαρίου οι Ντάννεκερ και Μπέλεφ υπογράφουν επισήμως τη συμφωνία για τον εκτοπισμό των Εβραίων στις ανατολικές γερμανικές χώρες.

Τη νύχτα της 3ης προς το ξημέρωμα της 4ης Μαρτίου 1943, οι βουλγαρικές αρχές της πόλης των Σερρών θα συνεργήσουν σε ένα άλλο έγκλημα γενοκτονίας κατά εντολή των πατρόνων τους Γερμανών, αυτή τη φορά. Στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν στο να εξαλειφθούν από προσώπου γης οι Εβραίοι, θα τους φορέσουν αρχικά το κίτρινο άστρο στο πέτο και στη συνέχεια θα τους στείλουν στο «άγνωστο». Οι Εβραίοι των Σερρών είναι μια δυναμική κοινότητα που στα χρόνια της κατοχής αριθμεί 596 άτομα.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 3ης προς το ξημέρωμα της 4ης Μαρτίου του 1943, σε όλες τις εβραϊκές συνοικίες θα ξετυλιχτούν σκηνές φρίκης και πόνου. Στις Σέρρες το βράδυ είναι παγερό και άγριο. «Η κυβέρνηση για την ασφάλειά σας διέταξε τη μεταφορά σας, προσωρινά, στο εσωτερικό της χώρας». Οι Εβραίοι των Σερρών που πιάστηκαν εκείνη τη νύχτα ήταν 476. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και 19 από τη Ν. Ζίχνη, δηλαδή το σύνολο 495 άτομα ή 116 οικογένειες. Το πρωί της 4ης Μαρτίου 1943, η κυβέρνηση βρίσκει τους Εβραίους μαντρωμένους στην καπναποθήκη Μαρούλη, η οποία είχε ετοιμαστεί ως προσωρινό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στις 7 Μαρτίου με το τρένο που ήρθε από τη Δράμα, στο οποίο είχαν φορτωθεί και οι Εβραίοι της Καβάλας, έφτασαν στο Σιδηρόκαστρο και από εκεί με τα πόδια στο Πετρίτσι.

Και την ώρα που ολοκληρώνεται ο συστηματικός εκτοπισμός των Εβραίων η αρμενική μειονότητα διεκδίκησε τη θέση των εκτοπισθέντων Εβραίων στον τομέα του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Άλλωστε, από την πρώτη μέρα της κατοχής, είχαν αποδειχτεί οι Αρμένιοι φίλοι και άριστοι συνεργάτες των Βουλγάρων και διά τούτου απολάμβαναν προνομίων και πλήρους ελευθερίας.
Η κινητή και η ακίνητη περιουσία των Εβραίων, τις επόμενες του εκτοπισμού μέρες, αποτέλεσαν αντικείμενα διαρπαγής Βουλγάρων, Αρμενίων και λίγων συνεργαζομένων Ελλήνων. Τα είδη νοικοκυριού και τα χωρίς ιδιαίτερη αξία αντικείμενα πωλούνται σε πλειστηριασμούς κάτω από εξευτελιστικές συνθήκες.

Τις επόμενες μέρες οι Εβραίοι της πόλεως και της Ν. Ζίχνης μεταφέρονται σιδηροδρομικώς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μπλαγκόεβγκραντ και από εκεί, στις 18 και 19 Μαρτίου, στο Λομ. Εκεί τους καθησυχάζουν λέγοντάς τους ότι πρόκειται να τους μεταφέρουν στην Παλαιστίνη από λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Η αξιοπρεπής συμπεριφορά των Βουλγάρων και το προηγμένο συσσίτιο πείθει τους Εβραίους προς τούτο. Γι΄ αυτό και υποδεικνύουν μια τέλεια υποταγή και παραίτηση.

Στις 20-21 Μαρτίου 1943  αντί για την Παλαιστίνη διά πλοιαρίων μέσω του ποταμού Δουνάβεως, μεταφέρονται στο Κάτοβιτς της Πολωνίας.

Κάτω από την επίβλεψη του Ντάννεκερ, η κορύφωση του δράματος σε λίγες μέρες είναι γεγονός. Από το Κάτοβιτς στην Τρεμπλίνκα, όπου και εξολοθρεύονται άπαντες.

1944: Τέλος Βουλγαρικής κατοχής, αποχώρηση βουλγαρικών στρατευμάτων

Τα χρόνια της κατοχής στις Σέρρες υπήρξαν σκληρά κι ανελέητα για τη ζωή των ανθρώπων. Η πείνα, ο κίνδυνος, ο εξευτελισμός και ο θάνατος κυριάρχησαν σε καθημερινή βάση, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Ο υπέρτατος φόβος κλόνισε τις καρδιές των ανθρώπων και τα παιδιά είδαν τα λιγνά κορμιά τους να ψηλώνουν και να ωριμάζουν μέσα σε λίγες νύχτες. Ο χαρακτήρας της βουλγαρικής κατοχής ήταν απάνθρωπος και ασφυκτικός. Από τις πηγές αναφέρονται πολλές περιπτώσεις Σερραίων κατοίκων που έχασαν τη ζωή τους λόγω απαγχονισμού ή ανηλεούς ξυλοδαρμού από τους Βουλγάρους από το Μάρτιο ως τον Οκτώβριο του 1944. Τα ονόματα τους είναι Σταύρος Παυλικιάνης (21 ετών), Σάββας Σαββίδης(40 ετών), Λάζαρος Δαμιανίδης (44 ετών) Ιωάννης Τσόγκας(46 ετών) και άλλοι πολλοί.

Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες βρήκαν τη δύναμη και αντέδρασαν και τα βουνά γέμισαν αντάρτες. Στα μέσα του 1943 και στις αρχές του 1944 οι διάσπαρτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες συγκροτούνται σε οργανώσεις. Έτσι δημιουργούνται στο Μενοίκιο όρος και το Λαιλιά τα πρώτα τμήματα του Ε.Λ.Α.Σ. Άλλες ομάδες που έδρασαν ήταν στο Παγγαίο με τον Πόντιο οπλαρχηγό Τσακιρίδη, στο Φαλακρό με την ομάδα του Παντελή Παπαδάκη, στο δάσος του Κοτζά-Ορμάν που αποτέλεσε το καταφύγιο για πολλούς Έλληνες που καταδιώκονταν από τους Βουλγάρους και στο δάσος της Ελατιάς (Καρά-Ντερέ). Επίσης στα Όρη της Λεκάνης(Τσαλ-Ντάγ) σχημάτισε ανταρτική ομάδα ο Αντώνης Φωστερίδης γνωστός ως Αντών-Τσαούς που στο πλάι του αγωνίστηκαν πολλοί Σερραίοι. Ο πόνος, οι νεκροί και η δυστυχία θα είναι πια μόνο άσχημες μνήμες και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να ονειρεύονται την πολυπόθητη ελευθερία.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1944 κυβέρνηση στη Σόφια θα σχηματίσει ο Μουράβιεφ. Η κυβέρνηση αυτή θα αποτελείται από πρόσωπα που είχαν ταχθεί κατά τις συμμετοχής της Βουλγαρίας στον πόλεμο και γενικά ο χαρακτήρας τους θα είναι ρωσόφιλος. Με την εισβολή του σοβιετικού στρατού στη Βουλγαρία σηματοδοτείται ουσιαστικά και το τέλος της αντίστασης στην κατεχόμενη Αν. Μακεδονία που ανήκουν και οι Σέρρες. Έτσι, η Βουλγαρία περνάει στις συμμαχικές χώρες. Οι Βούλγαροι στρατιώτες θα κάνουν την εμφάνισή τους στους δρόμους των Σερρών με κόκκινα περιβραχιόνια. Στο μεταξύ η κατάσταση θα εξελίσσεται συνεχώς, οι πληροφορίες για την πορεία του πολέμου θα διαδέχεται η μία την άλλη και η ελπίδα για ελευθερία θα μεγαλώνει.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1944 ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου εκτός από την προσωπική του συνάντηση με τον Τσώρτσιλ στη Ρώμη, στις 21 Αυγούστου του 1944, στη διάρκεια της οποίας θα μιλήσει στον Άγγλο πρωθυπουργό, θα τηλεγραφήσει στην ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο να κάνει σχετικό διάβημα στην αγγλική κυβέρνηση για εκκένωση των ελληνικών εδαφών από τους Βουλγάρους. Έτσι στις συνομιλίες της Μόσχας ο Μολότωφ ζήτησε από το στρατάρχη Τουλμπούκιν που είχε καταλάβει τη Σόφια να διατάξει την άμεση εκκένωση των ελληνικών επαρχιών του είχαν καταλάβει οι Βούλγαροι στα 1941 με απόφαση του Χίτλερ.
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1944 δυνάμεις του ΕΛΑΣ που μάχονταν στα γύρω βουνά εισέρχονται στις Σέρρες με τους επικεφαλής τους κρατώντας την ελληνική σημαία.
Σε δεκαπέντε μέρες και ο τελευταίος Βούλγαρος στρατιώτης είχε αποχωρήσει από τα ελληνικά εδάφη. Από τις Σέρρες οι Βούλγαροι έφυγαν το Φεβρουάριο του 1945 με τη Συμφωνία της Βάρκιζας.


 

Προσπάθεια για αλλοίωση του πληθυσμού μέσω του εποικισμού και η ψυχολογία τον κατοίκων κατά την περίοδο της κατοχής

Η εγκατάσταση ατόμων βουλγαρικής καταγωγής στην ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη αρχίζει ταυτόχρονα με την εισβολή και διακρίνεται τόσο ως προς το χαρακτήρα, του λόγους και τις χρονικές της φάσεις, όσο και ως προς τη φύση και τη θέση των ατόμων που εγκαθίστανται στην περιοχή. Λόγοι οικονομικοί και κοινωνικοί που προβλήθηκαν από την επίσημη βουλγαρική Κυβέρνηση και τον τύπο του Άξονα έπαιξαν ρόλο. Ο κύριος, όμως, σκοπός του βουλγαρικού εποικισμού της περιοχής είχε πολιτικό-εθνικό χαρακτήρα: συνίστατο στην αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης της περιοχής και στην πλήρωση με βουλγαρικό στοιχείο του δημογραφικού κενού που οι ίδιοι οι Βούλγαροι δημιούργησαν.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την είσοδο του βουλγαρικού στρατού άρχισε η εγκατάσταση Βουλγάρων πολιτικών υπαλλήλων, οι περισσότεροι από τους οποίους με τις οικογένειές τους κατά σαφή παρότρυνση του επίσημου βουλγαρικού κράτους.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού τύπου, η Βουλγαρική κυβέρνηση ενθάρρυνε την εγκατάσταση Βουλγάρων υπαλλήλων με τις οικογένειές τους στις νέες περιοχές για να διευθετήσει γρήγορα και εύκολα ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, αυτό του υπερπληθυσμού των εξαιρετικά κακοπληρωμένων δημοσίων υπαλλήλων { 130 χιλιάδες χωρίς τις οικογένειές τους, 650 χιλιάδες συνολικά }.Την πιθανότητα αυτή ενισχύουν και οι πληροφορίες των τοπικών εφημερίδων για την ακαταλληλότητα των περισσότερων από αυτούς με την δικαιολογία ότι οι υπάλληλοι είχαν έλθει στην περιοχή με σκοπό «να εμπορευτούν την υπαλληλική και κοινωνική τους θέση».

Ωστόσο, η βαρύτητα που δόθηκε στην εγκατάσταση πλήθους Βουλγάρων δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων εξυπηρετούσε και τον προφανή πολιτικό λόγο, της δημιουργίας στερεής Βουλγαρικής κρατικής δομής με προοπτική διάρκειας στα κατεχόμενα: οι κοινωνικές Βουλγαρικές αρχές φυσικά τους χρησιμοποίησε και ως φορείς διάδοσης και εμπέδωσης της εθνικής βουλγαρικής ιδέας. Άλλη μια ομάδα που εποίκισε σταδιακά, αλλά αποσπασματικά την περιοχή κατά την πρώτη αυτή φάση ήταν οι Βούλγαροι έμποροι και επαγγελματίες. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέκυπταν από άρθρα των Βουλγαρικών εφημερίδων που εκδίδονταν στην περιοχή, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν έφεδροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί που πήραν μέρος σε απελευθερωτικούς πολέμους της Βουλγαρίας και η εγκατάστασή τους ενθαρρυνόταν από τις αρχές, καθώς θεωρούνταν ότι θα απέβαιναν οι ισχυρότεροι φορείς και διαδηλωτές της Βουλγαρικής εθνικής ιδέας. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη εγκατασταθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941 σε διάφορες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας κα της Θράκης, καθώς όμως έρχονταν με το όραμα του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, σύντομα απέκτησαν ανάμεσα στους ίδιους τους Βουλγάρους το όνομα του τοκογλύφου» και του αισχροκερδή. Οι πρώτοι Βούλγαροι έποικοι καταγόμενοι κυρίως από την Νότια Βουλγαρία και ζώντας οι περισσότεροι σε οικτρή οικονομική κατάσταση κατέφθασαν στην κατεχόμενη περιοχή κυριολεκτικά ακολουθώντας τον βουλγαρικό στρατό. Πάρα πολλοί από αυτούς ήταν πρώην πρόσφυγες που είχαν ανταλλαγεί, άλλοι τυχοδιώκτες καιροσκόποι που θεώρησαν την ευκαιρία κατάλληλη για γρήγορο πλουτισμό, ορισμένοι παλαιοί κομιτατζήδες με δράση στην περιοχή.

Από το 1942 οι Βούλγαροι θα αρχίσουν να εφαρμόζουν στις περιοχές που είχαν προσαρτήσει την υποχρεωτική πολιτική επιστράτευση. Έτσι και όσοι Σερραίοι έχουν ηλικία από 26-45 χρόνων εντάσσονται υποχρεωτικά στα τάγματα εργασίας και στέλνονται για καταναγκαστικά έργα κυρίως στις σιδηροδρομικές γραμμές, όπως η γραμμή Σιμιτλή-Σιδηροκάστρου, και στα οχυρά της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου ως ντορντουβάκια. Η αναχώρηση των Σερραίων για τη Βουλγαρία « τους έλεγαν πως δήθεν θα πάνε φαντάροι στον Βουλγαρικό στρατό- γι’ αυτό και τους κάλεσαν με τις ανάλογες κλάσεις- αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για τάγματα εργασίας», έγινε από σιδηροδρομικό σταθμό Σερρών στις 6 Μαΐου 1942 και είχε τη μορφή αρχαίας τραγωδίας. Μέχρι τα μέσα του 1942 μεταφέρθηκαν δια μέσου του Σιδηροκάστρου, για τα εκεί τάγματα εργασίας περίπου 35000 Έλληνες. Τον Ιούνιο του 1942 περίπου 300 κάτοικοι του Σιδηροκάστρου στάλθηκαν για εργασία κοντά στο αεροδρόμιο της Σόφιας.
Εντωμεταξύ τον Μάρτιο του 1942 επισκέπτονταν την κατεχόμενη πόλη των Σερρών οι Βούλγαροι υπουργοί άμυνας Δασκάλωφ και των Εξωτερικών Πωπώφ, που για λόγους εντυπωσιασμού των σκλαβωμένων κατοίκων, γίνονται δεκτοί από τον Βούλγαρο στρατιωτικό διοικητή αντισυνταγματάρχη Ιλίεφ με παράτες, σημαιοστολισμούς και εκφωνήσεις πανηγυρικών.

Στις 27 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, στη 1 το μεσημέρι, έκπληκτοι οι λιγοστοί που θα τύχει να κυκλοφορούν τη ώρα εκείνη στο κέντρο της πόλης, θα δουν να σταματάν μπροστά στο Δημοτικό Μέγαρο δύο στρατιωτικά και ένα επιβατικό αυτοκίνητο από το οποίο και θα κατέβουν ο Βούλγαρος τσάρος Βόρις με στολή στρατηγού και ο αδελφός του πρίγκιπας Κύριλλος. Τους συνόδευε ο Βούλγαρος στρατιωτικός διοικητής των Σερρών και τους υποδέχεται εγκάρδια ο δήμαρχος Χατζηστόικοφ και ο αντιδήμαρχος Τσέκωφ . Λιγοστοί Βούλγαροι θα παρευρίσκονται στην υποδοχή που γίνεται στον Βόρι στην είσοδο της Δημαρχίας καθώς και ο Βούλγαρος φωτογράφος Αγγέλωφ, που θα σπεύδει να απαθανατίσει τις σκηνές της άφιξης. Ύστερα ο Βόρις θα χαιρετήσει τους παρευρισκόμενους και θα ανέβει στο Δημοτικό μέγαρο. Λίγο πριν αναχωρήσει ο τσάρος, ένας Βούλγαρος καλόγερος θα του προσφέρει ένα μπουκάλι λάδι από τις ελιές του μοναστηριού. Ο Βούλγαρος αυτός μοναχός που ονομάζεται Στέφανος Γκάρμπας, θα έχει αντικαταστήσει τον κανονικό Έλληνα ηγούμενο της μονής, τον αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο, που με απειλές και βιαιοπραγίες είχαν διώξει σχεδόν με την είσοδό τους στη Σέρρες οι Βούλγαροι χωροφύλακες.

Τον Ιούνιο του 1942 οι Βούλγαροι θα τοιχοκολλήσουν στη Σέρρες και στα χωριά της περιφέρειας ένα ακόμη διάταγμα της κυβέρνησής τους, σύμφωνα με το οποίο «πάντες οι Έλληνες μη βουλγαρικής καταγωγής, οι κατά την ημέρα της ενάρξεως της ισχύος του διατάγματος διαμένοντες εις τα νεοαπελευθερωθέντα εδάφη, καθίστανται Βούλγαροι υπήκοοι, εκτός αν επιθυμούν να διατηρήσουν την μέχρι τούδε υπηκοότητά των το βραδύτερον μέχρι της 1ης Απριλίου 1943 οπότε κατά την αυτήν προθεσμία υποχρεούνται να μεταναστεύσουν εκτός των ορίων του βασιλείου». Στην πραγματικότητα πρόκειται για σχέδιο που, αν εφαρμοζόταν, θα είχε ως αποτέλεσμα να εκριζωθούν 500.000 κάτοικοι από όσους τελικά είχαν απομείνει στις καταληφθείσες από τους Bουλγάρους περιοχές.
…Επί μέρες οι στρατιώτες του Βόρι θα καίνε, θα βιάζουν, θα σκοτώνουν και θα ερημώνουν ανενόχλητοι. Οι ομαδικές σφαγές, τα φρικιαστικά εγκλήματα και η εφιαλτική τρομοκρατία θα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά ενός ματωμένου φθινοπώρου για τους κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Και μόνο εκεί προς τα μέσα Νοεμβρίου και ύστερα από αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες των διαφόρων οργανισμών και οργανώσεων, θα συγκινηθούν κάπως οι γερμανικές αρχές και θα στείλουν μια επιτροπή αξιωματικών, όπως προαναφέρθηκε, που «θα μείνει κατάπληκτος από τα βουλγαρικά εγκλήματα και τας κακούργους μεθόδους που εφηρμόσθησαν δια την εξόντωσιν 700.000 Ελλήνων».

 

Η σταδιακή εκκένωση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης από τις βουλγαρικές πολιτικές αρχές άρχισε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1944 από την Καβάλα, όπου βουλγαρικό κυβερνητικό κλιμάκιο παρέδωσε μάλλον απρόθυμα την εξουσία στο ΕΑΜ. Τότε μπήκε στην πόλη και το 26ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Η είσοδος των τμημάτων του ΕΛΑΣ, ωστόσο δεν συνοδεύθηκε από την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατιωτικών τμημάτων, ούτε κι άλλων διοικητικών Αρχών, ιδιαίτερα στους νευραλγικούς τομείς της επικοινωνίας και των συγκοινωνιών. Αντίθετα, δημιουργήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις «κοινές επαναστατικές οργανώσεις», οι οποίες έδιναν την εντύπωση ότι η νέα βουλγαρική Κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει την πραγματική εξουσία στην περιοχή. Οι Βούλγαροι καθυστερούσαν αδικαιολόγητα την αποχώρηση των στρατιωτικών τους δυνάμεων, με πρόσχημα την ανάληψη επιχειρήσεων εναντίον των Γερμανών, την διατήρηση της τάξης, την ασφάλεια του πληθυσμού και την διευκόλυνση προς το ΕΑΜ να εγκαθιδρύσει την εξουσία του. Ο νέος Υπουργός Στρατιωτικών Ντάμιαν Βέλτσεφ μάλιστα διέταξε επίσημα στις 18 Σεπτεμβρίου την παραμονή τους στην περιοχή, επιβεβαιώνοντας με την ενέργειά του αυτή την προσπάθεια και της νέας βουλγαρικής κυβέρνησης του πατριωτικού μετώπου να διατηρήσει στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη στρατό, διοίκηση και πληθυσμό ελπίζοντας σε επιδίκαση των εδαφών αυτών για την Βουλγαρία στη συνολική μεταπολεμική ρύθμιση των συνοριακών ζητημάτων.

Φαίνεται, ότι η πολιτική καθοδήγηση του ΕΑΜ στην περιοχή άρχισε από τις 13 Σεπτεμβρίου του 1944 να εγκαθιδρύει σε πολιτικό επίπεδο τις δικές του δομές «λαϊκής αυτοδιοίκησης» και να οργανώνει και «λαϊκή πολιτοφυλακή» για την τήρηση της τάξης, τις οποίες διατήρησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 και την συμφωνία της Βάρκιζας. Στις εξόδους των πόλεων εγκαταστάθηκαν ισχυρά φυλάκια για να ελέγχουν και να απαγορεύουν την μεταφορά υλικού από τους Βουλγάρους. Επρόκειτο για ατμομηχανές, βαγόνια κι άλλο σιδηροδρομικό υλικό, ραδιόφωνα έπιπλα, μηχανήματα εργοστασίων κι άλλα μηχανήματα. Απελευθερώθηκαν οι Έλληνες που είχαν φυλακισθεί από τους Βουλγάρους και συνελήφθησαν Βούλγαροι εγκληματίες πολέμου, πολλοί από τους οποίους εκτελέστηκαν χωρίς δίκη επιτόπου, ενώ άλλοι μετά από ανταρτοδικείο σε κεντρικά μέρη της Καβάλας και της Δράμας.

 

 

 

Οικονομική Ζωή

^

αρχή

 

 

 

Από την αρχή της βουλγαρικής κατοχής δημεύθηκαν τα εμπορεύματα, τα γεωργικά προϊόντα και η εσοδεία του 1940-1941. Αργότερα (με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στη βουλγαρική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 11 Ιουνίου 1942) κατασχέθηκε και όλο το απόθεμα ξυλείας και δημεύτηκαν όλες οι δασικές εκτάσεις και οι βοσκότοποι της περιοχής. Τέλος, στις 29 Ιουλίου 1941, με τον «νομό περί υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης των διαφορών εταιριών κοινής ωφέλειας στις νεοαπελευθερωθείσες χώρες» δόθηκε το δικαίωμα στις δημόσιες υπηρεσίες και την τοπική αυτοδιοίκηση να απαλλοτριώνουν ιδιωτικές επιχειρήσεις (όπως ηλεκτρικούς σταθμούς, αλευρόμυλους, ορυχεία, λατομεία, τράπεζες, νοσοκομεία, κλινικές, ιατρεία, φαρμακεία κ.α.).

Το Μάρτιο του 1942 εκθέσεις της Άγκυρας έδειχναν ότι 1761 ελληνικές επιχειρήσεις (κυρίως κλωστοϋφαντουργικές και ναυπηγικές) είχαν κλείσει.

Πέραν αυτών οι περισσότερες πηγές συμφωνούν ότι η φορολογία που επιβλήθηκε στον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής ήταν ιδιαίτερα σκληρή και αυθαίρετη. Τον Ιούλιο του 1941 το βουλγαρικό Υπουργείο Εσωτερικών εξέδωσε «Νόμο περί προϋπολογισμού, εσόδων και εξόδων και λογιστικών των δήμων των πρόσφατα απελευθερωθεισών χωρών» ( βουλγαρική "Εφημερίδα της κυβερνήσεως, αρ. 164, 29 Ιουλίου 1941 ).

Σύμφωνα με αυτόν οι νέες δημοτικές αρχές στις κατεχόμενες περιοχές θα εισέπρατταν εκτός από το φόρο ακινήτων και τον έγγειο φόρο που προβλεπόταν από τη βουλγαρική νομοθεσία, επίσης και αυτούς που επιβαλλόταν και από την ελληνική (αρθρ. 3). Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να πληρώσουν στο βουλγαρικό Δημόσιο τους φόρους των ετών 1940-1941 και 1941-1942 και όσοι είχαν ήδη πληρώσει αναγκάστηκαν να ξαναπληρώσουν.

Το ίδιο φαίνεται ότι ίσχυσε (με βουλγαρικό διάταγμα του Ιανουαρίου 1942) και για τα χρέη προς τις ελληνικές τράπεζες, ιδιαίτερα για τα αγροτικά, καλλιεργητικά και συνεταιριστικά δάνεια από την Αγροτική Τράπεζα.

Έτσι, π.χ. το 1941 το αντίτιμο (ή μέρος του) από τον καπνό που αγοράσθηκε από το βουλγαρικό κράτος δεν καταβλήθηκε στους δικαιούχους, αλλά κατακρατήθηκε έναντι του χρέους στην ελληνική Αγροτική Τράπεζα (με βάση τον παρακάνω νόμο παρακρατήθηκε επίσης φόρος 1 λέβα για κάθε κιλό καπνού που πουλήθηκε από τους παραγωγούς υπέρ των κοινοτήτων, αρθρ. 4).

Τα χρέη των Ελλήνων γεωργών από το 1936 ζητούνταν και εισπράττονταν με τόκο αναδρομικά από το βουλγαρικό Δημόσιο, ενώ ήταν δεδομένη πρακτική οι υπερεκτιμήσεις, τα φανταστικά ποσά και οι αυθαίρετοι κατάλογοι οφειλετών, καθώς οι πραγματικοί τις περισσότερες φορές είχαν χαθεί• σε περίπτωση μη πληρωμής τους κατάσχονταν ακίνητα ή κινητά περιουσιακά στοιχεία και ζώα.

«Τα βιβλία και τα ταμεία των ελληνικών τραπεζών κατασχέθηκαν υπέρ του βουλγαρικού Δημοσίου και η Εθνική Τράπεζα της Βουλγαρίας ανέλαβε να συλλέξει σε δραχμές ή λέβα τα χρέη ιδιωτών και επιχειρήσεων προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, την Αγροτική Τράπεζα και την Τράπεζα της Ελλάδος. Επιπλέον, οι Έλληνες καταθέτες δεν μπορούσαν να αποσύρουν τα κεφάλαια τους από τις καταθέσεις τους στις προαναφερθείσες τράπεζες" τα κεφάλαια αυτά συγκεντρώθηκαν στον κεντρικό λογαριασμό του βουλγαρικού Υπουργείου Οικονομικών στο κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας στη Σόφια. Προβλέφθηκε να γίνεται ανάληψη από τους ιδιώτες ποσών μόνο μέχρι 2.000 λέβα. για κεφάλαια μεγαλύτερα μπορούσε να γίνει ανάληψη μόνο ποσού 2.000 λέβων μηνιαίως.» Ξανθίππη Κοτζαγεώργη – Ζυμάρη: «Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη 1941-44»


Σύμφωνα με το περιοδικό « Η Νεολαία» (αρ. φυλλ. 35 (86) ΓΑΚ) οι παραπάνω τράπεζες λειτουργούσαν στις Σέρρες κατά την περίοδο αυτή.



Το ελληνικό κράτος ζήτησε αποζημιώσεις από το βουλγαρικό κράτος μετά την κατοχή για τους Έλληνες πολίτες που υπέστησαν διαφόρων ειδών ζημιές κατά τη διάρκεια της κατοχής, όμως οι αποζημιώσεις αυτές δε δόθηκαν ποτέ από το βουλγαρικό κράτος. Ενδεικτικά παρακάτω φαίνονται τα διαφυγόντα κέρδη ή ζημίες που υπέστησαν οι κάτοικοι των Σερρών κατά τη βουλγαρική κατοχή (η καταγραφή έγινε από τα αρχεία του Κράτους)
Σοδιά Δηλωθείσα αξία από τον Ζήση Νικολάου Τσινίκα, οδός Τζαβέλα 7
1) βαμβάκι 346 οκάδες 12.500δρχ
2) σιτάρι καθαρό 1015 οκ. 4.980δρχ
3) Κριθάρι 751 οκ. 8.120 δρχ
4) Καλαμπόκι 495 οκ  4.500δρχ

Ο Κων/νος Μέτσιος του Δημητρίου δήλωσε
1) σιτάρι 1.000 οκ., κριθάρι 600 οκ., καλαμπόκι 1.000 οκ. Σύνολο 17.600δρχ
2) βαμβάκι 1500 οκ., σουσάμι. Σύνολο 7.500 δρχ.
3)  σταφύλια 500 οκ., άχυρο 10.000 οκ. Σύνολο 30.000 δρχ
4) καπνά Σύνολο 400.000 δρχ
5) ένα άλογο 7 ετών που το επέταξε ο στρατός 20.000 δρχ
6) φόρος γεωργικής παραγωγής 36.000 δρχ
7) Πρόστιμα και αγγαρεία 5.000 δρχ
Σύνολο όλων 516.000δρχ- Καθαρή αξία 198.100

Άλλοι Σερραίοι πολίτες δήλωσαν διαφυγόντα κέρδη και ζημίες για τα κάτωθι
Για προσωπικές αγγαρείες: 5.000 δρχ
Για αναγκαστικούς φόρους: 5.000 δρχ
Θερμάστρα
Φωτογραφίες με κορνίζες
Ζωγραφιές με κορνίζες
Βιβλία
Στολή αξιωματικού μετά χλαίνης
Στρατιωτικό κιβώτιο με πλήρη ρουχισμό
Βαρέλια με παστά ψάρια
μαχαιροπίρουνα

• Καταστροφή αμπελιών
• Καταστροφή μαυρόδενδρων
• Αρπαγή ζώων
• Γραμμόφωνο με 50 δίσκους
• Κουβέρτες κρεβατιού
• Καζάνι πλυσίματος
• Φλιτζάνια καφέ
• Τραπέζια
• Πλεκτά καθίσματα
• Ουζοπότηρα
• Πιατικά
• Παγωνιέρα (δοχείο οπού έμπαινε πάγος και διατηρούσε δροσερά τα τρόφιμα για 24 ώρες )
• Νεροπότηρα
• Καθρέφτες
• Βέρες
• Αρπαγή 20 οκάδων ούζου
• Καταπάτηση καταστήματος
• Ραπτομηχανή
• Κιλίμια
• Χαλιά
• Είδη ρουχισμού
• Αφαίρεση σαλονιού
• Αφαίρεση τραπεζαρίας
• Αφαίρεση κρεβατοκάμαρας
• Αφαίρεση ειδών ρουχισμού
• Αφαίρεση μαγειρικών σκευών
• Μεταξωτά σεντόνια
• Σεντόνια, μαξιλάρια
Ελισάβετ Τσοχατζή δήλωσε
• Αρπαγή προικών
• Καταστροφή καλλιεργειών
• Βαλίτσα
• Ζημιές οικίας

Επιχειρηματίας Κων/νος Αθαν. Μελαχρινός, οδός Αγγίλου 12 δήλωσε
• Ζημιές σε καντίνα (Χρυσοπηγή Σερρών)
• 40 οκ. Ζάχαρη
• 20 οκ. Ρύζι
• 50 οκ. Φασόλια
• 50 οκ. Φακές
• 55 οκ. Ρεβίθια
• 100 οκ. Πατάτες
• 50 οκ. Κρεμμύδια
• 60 οκ. λάδι
• 40 οκ. Μακαρόνια
• 45 οκ. Κριθαράκι
• 58 οκ. Ούζο
• 110 οκ. Κρασί
• 10 σακιά αλεύρι
• 10 μαγειρικά σκεύη
• 20 τραπέζια
• 50 καρέκλες
• Πιάτα και γυαλικά
• 1 ποδήλατο
Διαφυγόν κέρδος επί 3,5 έτη: 350.000 δρχ

• Πολυθρόνες
• Πόρτ μαντό
• Ντουλάπα με καθρέπτη
• Κρεβάτια
• Διάφοροι φόροι προσωπικής εργασίας
• Καταστροφή οικίας
• Ψυχική οδύνη για φυλάκιση 22 ημερών καθώς και για ξυλοδαρμό υπεξαίρεσης δραχμών
• Υποταγή 50 κεφαλιών προβάτων άνευ πληρωμής
• Παπούτσια
• Μηχανή εμβόλου (υποδηματοποιού)
• Κοστούμι
• Ρολόι
• Χρυσό σταυρό
• Γάλα
• Κότες
• Ανταλλακτικά αυτοκινήτων
• Αεροθάλαμους επιβατικού αυτοκινήτου
• Πάπλωμα
• Στρώματα
• Κούνια
• Τραπεζομάντιλα
• Παλτό
• Μαντό
• Δαχτυλίδια
• Κάλτσες
• Μεταξωτά Υφάσματα
• Δίκαννο
• Κάρο
• Βαρέλια
• Φωτογραφική μηχανή
• Ψαλίδι
• Βαγόνια λιγνίτης
• Βαγόνια ξυλοκάρβουνου
• Βαγόνια καυσόξυλα
• Έξοδα για θεραπεία από ξυλοδαρμό
• Αγελάδες
• Ραδιόφωνο
Γιώργος Πουλιάκας, από το συνοικισμό Θρακών, δήλωσε ζημιές που υπέστη το σπίτι του από το βομβαρδισμό γερμανικών αεροπλάνων τις 6 Απριλίου του 1941. Στις 28 Απριλίου διέφυγε περνώντας τα σύνορα του Στρυμόνα

 

 

«ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΏΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ»

1. Για την δολοφονία του αδερφού της ζητάει το χρηματικό ποσό των 1.080.300 δρχ (Αγγελική Παντελή Παντζαρίδου)
2. Για την φυλάκιση και κίνδυνο σφαγής και για ψυχική οδύνη, για κακουχίες, δαρμούς και φόβο θανάτου ζητά το ποσό των 500.000 δρχ (Αριστείδης Παρρήσης, Φιλίππου 18. Επάγγελμα: Ασφαλιστής)
3. Καθυστέρηση σπουδών της κόρης της Δήμητρας ζητά ποσό 126.000 δρχ για 3,5 έτη (Θάλεια Παρρήση χήρα του Νικολάου, Φιλίππου 18 Οικοκυρά)
4. Για την φυλάκιση και τον θάνατο του συζύγου της, μια μέρα μετά την αποφυλάκιση του (Φυλάκιση 2 ημερών) ζητείται το ποσό των 500.000 δρχ (Ζωή Παναγιώτου του Δημητρίου, Εργάτρια, οδός Θήρας )

 

 

 

Το ίδιο συνέβη και κατά την είσπραξη των χρεών των Ελλήνων επιχειρηματιών σε περίπτωση που οι τελευταίοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τους υπερτιμημένους φόρους έχαναν τις επιχειρήσεις και τα εμπορεύματα τους, τα οποία εκποιούνταν κατά κανόνα σε Βούλγαρους εποίκους.

Ταυτόχρονα, επιβλήθηκε μία σειρά φόρων (τακτικών και έκτακτων) που κάλυπταν όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας.

Έτσι καθιερώθηκε:
- Φορολογία αστικής ακίνητης περιουσίας (σε ποσοστό έως και 20% επί της αξίας του ακινήτου). Η φορολογία αυτή περιλάμβανε, εκτός από το φόρο ακινήτου, επίσης τέλη καθαριότητας, τέλη δημοτικής ύδρευσης, τέλη υπέρ της πυροσβεστικής υπηρεσίας και άλλες αυθαίρετες προσαυξήσεις κατ’ έτος.
Κατά το φορολογικό έτος 1941-1942, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, ο φόρος αυτός ( λόγω της ισοτιμίας της δραχμής προς το λέβα ) αντιστοιχούσε με την τρέχουσα αξία του ακινήτου. Η μη πληρωμή του φόρου εντός τριών μηνών είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή τόκου 3%, η καθυστέρηση καταβολής του για ένα ακόμη τρίμηνο συνεπαγόταν την κατάσχεση των κινητών εντός του ακινήτου και μετά από ένα ακόμη τρίμηνο την κατάσχεση ή την απόδοση σε πλειστηριασμό του ίδιου του ακινήτου .
- φόρος επί των γαιών ή έγγειος φόρος από 25-60 λέβα το στρέμμα, ανεξάρτητα αν καλλιεργούνταν ή όχι.
- φόροι επί οικοδομών, ακαθαρίστου εισοδήματος, αναρτήσεως επιγραφών, σημαίας, απασχολήσεως, προσωπικού.
- Φόροι στις καρέκλες καφενείων ( 10 λέβα ανά ώρα ), στα χαρτοπαίγνια, κ.λπ.
- φόροι επί των προϊόντων: στον καπνό ( 7 λέβα /κιλό ), στα ελαιόδεντρα ( 24 λέβα /ελαιόδεντρο), στα ζώα ( 20-40 λέβα κατά κεφαλή, 70 λέβα στους χοίρους ), στα πουλερικά ( 10-20 λέβα ).

Το ύψος των φόρων οριζόταν αυτεπάγγελτα από τις βουλγαρικές οικονομικές Αρχές χωρίς προηγούμενη δήλωση του φορολογουμένου, ο οποίος απλώς καλούνταν να πληρώσει το ποσό, χωρίς κανένα δικαίωμα προσφυγής. Οι εισπράκτορες πάλι πολλές φορές δεν έδιναν κανονική απόδειξη είσπραξης, με αποτέλεσμα να υποχρεωθούν σε κάποιες περιπτώσεις οι Έλληνες να καταβάλουν το ποσό ξανά .

Εξάλλου, από τις 20 Ιουνίου 1943 είχε προβλεφθεί να εφαρμοσθεί εσωτερικό δάνειο 4% επί των κτημάτων με υποχρεωτική καταβολή του ποσού από τους ιδιοκτήτες. Βουλγαρικός νόμος προέβλεπε ότι ήταν υποχρεωτική στο δάνειο η εγγραφή μόνο των Βουλγάρων υπηκόων, οι αρχές ωστόσο υποχρέωσαν και τους Έλληνες να εγγραφούν σ' αυτό ανάλογα με την ακίνητη περιουσία τους, η οποία με την ευκαιρία υπερεκτιμήθηκε πολλές φορές και στο διπλάσιο, σε περίπτωση που η αξία της υπολογιζόταν κάτω του ποσού των 125.000 λέβα.

Παράλληλα, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν χρηματικά ποσά ως ενίσχυση στους Βούλγαρους εποίκους ή τουλάχιστον να τους διατρέφουν. Επίσης, υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν το στρεμματικό φόρο που αναλογούσε στις εκτάσεις που είχαν δοθεί σε αυτούς. Τέλος, ορισμένοι πλήρωναν φόρους και για χωράφια που δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους, όπως οι κάτοικοι του χωριού Πεπονιά στο Στρυμόνα, τα χωράφια των οποίων βρίσκονταν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη.



Η καθημερινή ζωή κατά τη διάρκεια της Κατοχής …..

Στους Βούλγαρους εποίκους και υπαλλήλους δινόταν ( με ερυθρό δελτίο ) 300 γραμμάρια σιταρένιο ψωμί την ημέρα κατά άτομο, στους Έλληνες και τους μουσουλμάνους κατοίκους των πόλεων [ με λευκό δελτίο και την επιγραφή Inorodni (αλλοεθνείς)] δινόταν μόνο 7 ουγκιές ( περίπου 200 γραμμάρια ) καλαμποκίσιο ή αναμεμειγμένο με κεχρί.
Οι γέροι και τα παιδιά μέχρι 15 ετών δικαιούνταν μόλις 100 γραμμάρια ημερησίως. Πολλές εβδομάδες πριν από το θερισμό δεν διανεμόταν καθόλου ψωμί. Στα πεδινά χωριά δεν γινόταν καθόλου διανομή ή γινόταν μόνο μία φορά την εβδομάδα και στα ορεινά χωριά τρεις φορές την εβδομάδα.
Η ίδια διάκριση εφαρμοζόταν και σε άλλα τρόφιμα. Λάδι μοιράστηκε μόνο δύο φορές κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στους παραγωγούς σιτηρών επιτρεπόταν η «παρακράτηση» μόνο 100 -150 κιλών σιτηρών ανά άτομο της οικογένειας τους για όλο το έτος και στους ελαιοπαραγωγούς 10 κιλά ελιών και ένα κιλό λάδι ανά άτομο.
Κριθάρι και γάλα δεν δινόταν στους Έλληνες καθόλου, καθώς αγοραζόταν αποκλειστικά από το βουλγαρικό μονοπώλιο. Το ίδιο ίσχυε και για το μέλι.

Σπανίως και αποσπασματικά μέχρι το Σεπτέμβριο του 1942 γινόταν διανομή ελάχιστων ποσοτήτων ρυζιού, ζάχαρης, αλατιού, πατάτας, οσπρίων και λαδιού, προϊόντα που με αφθονία κατείχαν οι Βούλγαροι και όσοι δήλωσαν εξ ανάγκης βουλγαρική εθνική ταυτότητα. Οι Έλληνες αναγκάζονταν να προμηθεύονται αυτά και άλλα απαραίτητα προϊόντα, όπως το σαπούνι και το πετρέλαιο, στη μαύρη αγορά που διενεργούσαν οι ίδιοι οι Βούλγαροι.

Απαγορευόταν, επίσης, η διατήρηση αποθεμάτων τροφίμων πάνω από ένα κιλό ανά είδος στις πόλεις και ορισμένων ποσοτήτων στην ύπαιθρο. Ακόμη και η αγορά πολλών ειδών τροφίμων απαγορευόταν στους Έλληνες: οι καταστηματάρχες ήταν υποχρεωμένοι να αναρτούν στις προθήκες των καταστημάτων τους επιγραφή που θύμιζε ότι τα είδη είναι «samo za balgarite (μόνο για Βουλγάρους)». Αυστηρά τιμωρούνταν και όσοι συλλαμβάνονταν να μετακινούνται από τις πόλεις προς τα χωριά για αγορά τροφίμων ή από τα χωριά προς τις πόλεις για πώληση τους.

Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να πωλούν σε εξευτελιστικές τιμές όλα τα τιμαλφή τους, ακόμη και τα ενδύματα τους, για να προμηθευτούν κάποια αναγκαία είδη διατροφής, τα οποία ούτως ή άλλως πωλούνταν σε απρόσιτες τιμές, με κίνδυνο να συλληφθούν επειδή τα κατείχαν. Σε περίπτωση παραβάσεως οι συνέπειες ήταν και πάλι κακοποίηση, επιβολή προστίμου και κατάσχεση του προϊόντος.
Η πολιτική της διάκρισης σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού έφθασε στο σημείο να απαγορευθεί το 1943 από τη βουλγαρική αγορανομία η πώληση σε Έλληνες βασικών προϊόντων διατροφής, όπως γάλα, γιαούρτι, κρέας και ψάρια.
Τόσο από την κακή και ελλιπή διατροφή όσο επίσης και από την αδυναμία να προμηθευτεί φάρμακα ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν σε ιδιαίτερα άσχημη κατάσταση υγείας, ιδιαίτερα από τα μέσα του, 1943, όταν εντάθηκε το φαινόμενο της πείνας και οι θάνατοι από ασιτία.

Η πολιτική των Βουλγάρων κατακτητών: τάγματα εργασίας.


«Οι Έλληνες εξαναγκάστηκαν ακόμη να υποστούν και την ταπείνωση της προσωπικής εργασίας στον κατακτητή, σε συνθήκες που συνιστούν παραβίαση του άρθρου 52 της Σύμβασης της Χάγης (IV, 1907) για το Δίκαιο του κατά ξηράν Πολέμου. Ο πιο γνωστός και συνηθισμένος τρόπος ήταν η επιστράτευση για εργασία σε δημόσια πολιτικά και στρατιωτικά έργα. Την άνοιξη κάθε έτους βουλγαρικής Κατοχής πολλοί νέοι Έλληνες των κλάσεων 1941-1942 κε. επιστρατεύονταν από το βουλγαρικό στρατό και στέλνονταν σιδηροδρομικώς έξω από τα ελληνικά σύνορα, κυρίως στη βουλγαροκρατούμενη Γιουγκοσλαβία (Κουμάνοβο), αλλά και στην ίδια τη Βουλγαρία (Σβίλεγκραντ, Κιουστεντίλ, Δούναβη), όπου εργάζονταν για έξι ή οκτώ μήνες στην κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων και άλλων έργων. Όσοι από αυτούς λάμβαναν ατομικές προσκλήσεις είχαν την υποχρέωση να υπογράψουν δήλωση ότι επιθυμούν να μεταβούν στη Βουλγαρία για εργασία.

Όσοι Έλληνες δεν παρουσιάζονταν στις επιτροπές στρατολογίας και ελέγχου υποβάλλονταν αρχικός στην καταβολή σημαντικού προστίμου, ύψους 5.000 λέβα και σε περίπτωση μη καταβολής τους δικάζονταν και καταδικάζονταν ερήμην. 35.000 είχαν ήδη κληθεί μόνο το Μάιο του 1942. Άλλα άτομα κλήθηκαν επίσης και οδηγήθηκαν στα ελληνικά οχυρά της Κομοτηνής για να τα καταστρέψουν. Οι επιστρατευμένοι έμεναν σε παραπήγματα που έχτιζαν οι ίδιοι, συχνά χωρίς ρούχα και παπούτσια. Εργάζονταν με ελάχιστη τροφή σε συνθήκες εξαντλητικής πολύωρης εργασίας στο ύπαιθρο και υφίσταντο κακοποιήσεις. Το ημερήσιο σιτηρέσιό τους ήταν, κατά πληροφορίες και των ιδίων, όσπρια (10 κουταλιές φασόλια χωρίς λάδι) και 100 δράμια ψωμί. Οι κακοποιήσεις αυτές ήταν σε πολλές περιπτώσεις ένα είδος τιμωρίας για τη σθεναρή αντίθεση των Ελλήνων να υποκύψουν στην έντονη εκβουλγαριστική προπαγάνδα που τους ασκούνταν για να μάθουν να μιλούν βουλγαρικά και να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι. Πολλοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους είτε από τις κακουχίες είτε σε ατυχήματα στο διάστημα της υποχρεωτικής θητείας τους στα τάγματα εργασίας.

Ενώ τα τάγματα εργασίας απασχολούσαν τους νεαρούς Έλληνες σε ηλικία στράτευσης, η πολιτική επιστράτευση ανδρών με ατομικές προσκλήσεις περιλάμβανε άτομα ηλικίας μέχρι και 60 ετών. Τα άτομα αυτά μεταφέρονταν σε διάφορα σημεία εντός των συνόρων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης για υποχρεωτική άμισθη εργασία σε δημόσια έργα (κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, οδών, τεχνικών έργων, υλοτομία), σε συνθήκες διαβίωσης και εργασίας παρόμοιες με αυτές που επικρατούσαν στα τάγματα εργασίας. Περίπου 6.000 Έλληνες κλήθηκαν το 1942 σε ομάδες των 200, 400, 600 και 900 ατόμων. Παράλληλα, υπήρξαν περιπτώσεις ομηρίας στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, οι οποίες είχαν όμως αποσπασματικό και όχι μαζικό χαρακτήρα. Επρόκειτο για γιατρούς, δικηγόρους και άλλα επιλεγμένα άτομα, από όσα δεν είχαν απελαθεί στην αρχή της κατοχικής περιόδου.

Από τις Αρχές Κατοχής, αλλά και πολλούς Βούλγαρους ιδιώτες επιβάλλονταν συστηματικά, επίσης, διαφόρων ειδών αγγαρείες σε όλους τους κατοίκους της υπαίθρου, ανεξαρτήτως φύλου. Αυτές περιλάμβαναν διάφορες εργασίες στις δημοτικές και δημόσιες υπηρεσίες, την οικοδόμηση οικιών για τους Βούλγαρους εποίκους, την καλλιέργεια των χωραφιών των εποίκων και των υπαλλήλων, την κοπή ξύλων γι' αυτούς, τη άνευ ανταμοιβής μεταφορά τους από τα χωριά στις πόλεις και το αντίθετο και κάθε είδους άλλη εργασία που ήταν δυνατόν να εφευρεθεί για Βούλγαρους ιδιώτες και εκπροσώπους αρχών. Προφορικές συνεντεύξεις μαρτυρούν για απλές ή και για ακραίες μορφές αγγαρειών που επιβάλλονταν στον ελληνικό πληθυσμό. Διαπιστώνεται ότι οι Ελληνίδες χρησιμοποιούνταν πάγια ως καθαρίστριες τόσο για τα δημόσια κτίρια όσο και για τις κατοικίες των Βουλγάρων. Επίσης, ότι κινδύνευε κανείς να χάσει τη ζωή του από τη μη εκτέλεση αγγαρείας, ακόμη και της πιο απίθανης, όπως η ανεύρεση τσίπουρου για κάποιον τοπικό Βούλγαρο «άρχοντα». Τέλος, ότι οι Έλληνες υποβάλλονταν μαζικά σε απίθανες και ανόητες αγγαρείες, άσχετα με το πρακτικό τους αποτέλεσμα, όπως το κυνήγι ακρίδων στα χωράφια με σεντόνια.» Ξανθίππη Κοτζαγεώργη – Ζυμάρη: «Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη 1941-44»

Το φωτογραφικό υλικό με τα ντουρντουβάκια ανήκει στον ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ ΓΙΩΡΓΟ(αγρότη, Νέο Σούλι Σερρών)

 

17 Μαΐου 1942. Τσάροβο Τσέρο (Σκόπια). (Ντουρντουβάκια)

 

18 Μαΐου 1942. Τσάροβο Τσέρο (Σκόπια). (Ντουρντουβάκια)

 

27 Μαΐου 1942. Ντουρντουβάκια στη Βουλγαρία

 

Ιούνιος 1942. Αξιός ποταμός (Ντουρντουβάκια)

 

15 Ιουνίου 1942. Προς Κινστεντίλ (Ντουρνουβάκια)

 

Τέλη Ιουλίου 1942. Τσάροβο Τσέρο (Σκόπια). (Ντουρντουβάκια)

 

18-20 Ιουλίου 1942. Τσάροβο Τσέρο (Σκόπια). (Ντουρντουβάκια)

 

15 Σεπτεμβρίου 1942. Βουλγαρία. (Ντουρντουβάκια)

 

Ιούλιος 1943. Σιδηρόκαστρο (Ντουρντουβάκια)

 

Ιούλιος 1943. Παλαιός σταθμός Σιδηροκάστρου (Ντουρντουβάκια.Από το αρχείο του Γ Κυριακόπουλου)

 

 

 

Επαγγέλματα


Λίγοι κατάφεραν να διατηρήσουν τα επαγγέλματα τους κατά την περίοδο της Κατοχής. Οι πιο συνηθισμένες δουλειές ήταν αυτές του καπνοπαραγωγού, της εργάτριας, του γεωργού, του ράπτη, του παντοπώλη, του έμπορου και του υποδηματοποιού.
Επίσης, μεγάλο μέρος του πληθυσμού απασχολούνταν σαν δικηγόροι εργάτες, λογιστές, κουρείς, καπνεργάτες, μικροπωλητές, οικοδόμοι επιχειρηματίες, χορτοπώλες( πουλούσαν γιοντζέ, άχυρα κ.α.), αρτοποιοί, κτηνοτρόφοι, καφεπώλες, ξυλουργοί, καροποιοί, δάσκαλοι, καλτσοπλέχτρες μάγειρες, οπωροπώλες και ζαχαροπλάστες.

Τέλος, ελάχιστοι ήταν αυτοί που μπορούσαν να ασκούν το επάγγελμα του γιατρού, του ιχθυοπώλη, του φαρμακοποιού, του φοροτεχνικού υπαλλήλου, του δημόσιου υπαλλήλου, του παλαιοπώλη, του ιδιοκτήτη αυτοκινήτων, του χρυσοχόου, του εργολάβου, του σφάχτη ζώων, του ιδιωτικού υπαλλήλου, του αμπελουργού, του ταχ. υπαλλήλου, του αλευροπώλη, του αυτοκινητιστή, του σιδηρουργού, του λευκοσιδηρουργού του ασβεστοποιού, του κτίστη, της καθηγήτριας, του ψαθά, του ιεροκήρυκα του μελισσοκόμου, του μουσικού, του κρεοπώλη, του μηχανικού, του μαρμαρογλύπτη, του κεραμοποιού, του πιλοποιού, του σαρροθροποιού (κατασκεύαζε σκούπες), του ηλεκτροτεχνίτη, του πανδοχέα, του γανωτή, του φωτογράφου, του γαλακτοπώλη, του αχθοφόρου, του τυπογράφου και του νυχτοφύλακα.

Στις Σέρρες υπήρχε μόνο ένας βιβλιοπώλης, ονόματι Ηλίας Δρούκας.

Το ξεκίνημα της Εθνικής μας Αντίστασης και οι πρώτοι Σερραίοι καπετάνιοι του αγώνα (Μουδιώτης, Λασσάνης και Βασίλης Μερκουρίου).

Σχεδόν ταυτόχρονα με την είσοδο των κατακτητών στη χώρα μας θ’ αρχίσει και ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων.
Σε αποκλειστική του συνέντευξη τον Οκτώβριο του 1984, ο Σερραίος Ευριπίδης Βάβλης (από τους πρωτοπόρους του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στις Σέρρες) λέει πως μετά την κατάρρευση του μετώπου πρώτη του δουλειά ήταν να εφοδιαστεί με όσο το δυνατόν καλύτερο οπλισμό. Έτσι λέει πως εφοδιάστηκε με περισσότερα όπλα και περιττά πυρομαχικά. Αυτό φυσικά έγινε γιατί δεν ήξερε τίποτα από όπλα. Αργότερα λέει πως συναντήθηκε με έναν συγχωριανό του(Ηλία Ματσούκα) που και αυτός έκανε την ίδια δουλειά(έκρυβε όπλα).Ο φίλος του αυτός του είπε πως τότε ξεκινούσε ο αγώνας του ελληνικού λαού. Έπειτα αναφέρθηκε στις αντιστασιακές οργανώσεις και αφού ανέφερε τον ΕΑΜ είπε πως θέλησαν να δημιουργήσουν αντάρτικη ομάδα στις Σέρρες. Καθώς τελείωνε με την συνέντευξη ανέφερε ότι οι αντάρτες, άλλα και οι ίδιοι, αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα όπως η πείνα, το κυνήγι των Γερμανών, η προδοσία, οι κακουχίες, το χιόνι και ένας λιμός που είχε σαρώσει την Ελλάδα εκείνα τα χρόνια.
Τα Βουλγαρικά στρατεύματα αποχωρούσαν σιγά-σιγά από την Ανατολική Μακεδονία και έτσι τα πρώτα τμήματα του Ε.Λ.Α.Σ. εισήλθαν στις Σέρρες στις 14 Σεπτεμβρίου του 1944. Στις 29 του ίδιου μήνα έγιναν στην πόλη(Σέρρες) οι πρώτες ελεύθερες μεταπολεμικές δημοτικές εκλογές. Λίγο αργότερα η πόλη των Σερρών ενεπλάκη στα δεινά του εμφυλίου πολέμου.

Είσοδος των στρατευμάτων του Ε.Λ.Α.Σ. στην πόλη των Σερρών

 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη 1η

ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ (εστιάτορας της ταβέρνας «Σταυράκης» στα Κιουπλιά Σερρών)

Πόσο χρονών ήσουν το 1940;

- Ήμουν 11 χρονών, στην έκτη δημοτικού. Η κήρυξη του πολέμου συνέπεσε με το άνοιγμα του σχολείου

Τι θυμάσαι από την κήρυξη του πολέμου(αντίδραση της οικογένειας, της γειτονιάς);

- Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, υπήρχε μια μεγάλη αναστάτωση και αναβρασμός. Ήταν πολλοί αυτοί που ήθελαν να πάνε να πολεμήσουν. Οι Βούλγαροι μας επιτέθηκαν από το Ρούπελ. Αντιστάθηκαν αρκετές ημέρες οι δικοί μας, ώσπου τελικά έπεσαν οι γραμμές τους και υποχώρησαν.

Με το που έρχονται οι Βούλγαροι στις Σέρρες, ποια κατάσταση επικρατεί; Τι θυμάσαι από την παρουσία τους; Πως συμπεριφέρονταν ;

- Υπήρχε φτώχεια λόγω της κατοχής των Βουλγάρων. Αναγκάστηκα μετά την εισβολή να γίνω εργάτης των Βουλγάρων σε μπαξέδες κοντά στα Σφαγεία . Φυσικά αυτοί τα εκμεταλλεύονταν όλα. Πληρωνόμουν . Δούλεψα κοντά 2 χρονιά, αλλά μετά αρρώστια και έφυγα. Έπαθα παράλυση από την πολύωρη εργασία. Μετά πήγα στην γεωργική σχολή . Το μεροκάματο ήταν ίδιο. Η μονή διαφορά ήταν ότι εκεί έδιναν και ένα κομμάτι ψωμί την ημέρα. Οργώναμε τα χωράφια. Έκανα αρκετές δουλειές και στις γαλαρίες και στους δρόμους Πήγαιναν στα χωριά και έπαιρναν τις σοδειές των αγροτών, αφήνοντας τους μονό ένα μικρό ποσοστό.

Οι βουλγαρογραμμένοι δούλευαν κανονικά σε δημοσιές υπηρεσίες ή και σε ιδιωτικές οπού πληρώνονταν αδρά. Μονό όσοι είχαν φούρνους κατάφεραν να κρατήσουν τις δουλειές τους. Αναγκάζονταν όμως να συνεταιρίζονται ή ακόμα και να δίνουν τους φούρνους τους σε Βουλγάρους . Επιτάξανε αρκετά σπίτια Ελλήνων, αλλά κατοίκησαν και τα εγκαταλελειμμένα. Τα καλύτερα σπίτια τα έκαναν υπηρεσίες ή κατοικίες αξιωματούχων. Επειδή οι γονείς μου δούλευαν και επειδή ήμασταν μονό 2 αδέλφια -σπάνιο φαινόμενο σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι πολυμελής οικογένειες – τα βγάζαμε πέρα. Γενικά υπήρχε φτώχεια. Να φανταστείς ότι τους νεκρούς τους έθαβαν με το γαμπριάτικο κοστούμι τους, γιατί δεν είχαν λεφτά να αγοράσουν άλλο. Έφεραν μετανάστες Βουλγάρους από τα βόρεια της χώρας, ανθρώπους φτωχούς και άξεστους, ώστε να κατοικήσουν και σιγά- σιγά η περιοχή να εκβουλγαριστεί. Υπήρχε μια συνθήκη που έλεγε ότι όταν τα 2/3 μιας περιοχής σε περίοδο πολέμου κατοικούνταν από αλλοεθνείς, τότε η περιοχή αυτή μπορούσε να ενωθεί με την άλλη χωρά, στην περίπτωση αυτή την Βουλγαρία.

Λειτουργούσαν σχολεία, κινηματογράφοι κατά την περίοδο της Κατοχής;

- Τα σχολεία μετά την κήρυξη του πολέμου έκλεισαν. Κατά την επέλαση των συμμάχων, το 7ο δημοτικό σχολείο χρησιμοποιήθηκε σαν κέντρο μηχανοκίνητης μονάδας Άγγλων στρατιωτών, που βοηθούσαν στην ανοικοδόμηση

Υπήρχαν τα απαραίτητα ( τρόφιμα, ρούχα) για να τα προμηθευτεί μια οικογένεια;

- Οι Βούλγαροι μας στέρησαν τα πάντα Ούτε ψωμί δεν μας έδιναν. Ο πατέρας μου αναγκαζόταν να βγαίνει στα παζάρια και να πουλάει την προίκα της μητέρας μου για να μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια χρήματα για να αγοράσουμε από την μαύρη αγορά (που είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι οι Βούλγαροι) κανένα κομμάτι ψωμί . Πήγαινε στα χωριά και πουλούσε χρυσαφικά για να πάρει λίγο σιτάρι. Στους ανθρώπους που ήταν βουλγαρογραμμένοι έδιναν όλα τα απαραίτητα τρόφιμα ( λαδί, ψωμί, ζάχαρη), ενώ ότι εμπορεύματα υπήρχαν τα έστελναν στην Βουλγαρία

Πόσο ακριβά ήταν τα τρόφιμα; Από πού τα προμηθεύονταν και με τι νόμισμα πλήρωναν;

- Τρόφιμα ελεύθερα δεν πουλιόνταν, ας πούμε σε παντοπωλεία. Οι Έλληνες πολίτες μπορούσαν να προμηθευτούν μόνο απ’ την μαύρη αγορά τρόφιμα. Πλήρωναν κυρίως σε λέβα.

Πότε η Κατοχή ήταν πιο έντονη και καταπιεστική;

- Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση. Ο κόσμος πέθαινε από ασιτία. Στο τέλος ήταν τυχεροί οι Έλληνες. Οι Βούλγαροι δεν έκαναν καταστροφές όπως στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, επειδή διοικητής της περιοχής ήταν ένας φιλέλληνας που τους απέτρεψε απ’ το να ξανακάνουν καταστροφές και σφαγές, όπως σκόπευαν.

Υπήρχαν Βούλγαροι που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην γειτονιά σου;

- Στο διπλανό σπίτι φέρανε μια οικογένεια Βουλγάρων, οι οποίοι ήταν πάμφτωχοι. Το μονό περιουσιακό στοιχείο που είχαν ήταν ένα άλογο, και αυτό για να το προστατέψουν, το έβαζαν μέσα στο σπίτι. Το σπίτι είχε δύο δωμάτια, στο ένα στριμώχτηκαν αυτοί και στο άλλο έβαλαν το άλογο τους.

Επέβαλαν στον κόσμο να μιλά Βουλγάρικα;

- Με το που ήρθαν οι Βούλγαροι, έδιναν την δυνατότητα στους ανθρώπους να γραφτούν ως Βούλγαροι στους καταλόγους τους . Χώρισαν τον λαό σε δυο κατηγορίες: στους βουλγαρογραμμένους και στους Έλληνες. Στους πρώτους έδιναν τα πάντα και τους παρείχαν βουλγαρικές ταυτότητες, ενώ οι άλλοι υπέφεραν. Οι Έλληνες που γράφτηκαν Βούλγαροι μπορούσαν να μάθουν βουλγαρικά. Φυσικά αυτοί είχαν καλοπεράσει. Τώρα είναι δακτυλοδεικτούμενοι. Δεν επέβαλαν όμως και στους άλλους να μιλούν βουλγάρικα.

 

Συνέντευξη 2η

ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ (αγρότης, Νέο Σούλι Σερρών)

Πόσο χρονών ήσουν το 1940;

- Ήμουν 19 χρονών.

Τι θυμάσαι από την κήρυξη του πολέμου(αντίδραση της οικογένειας, της γειτονιάς);

- Την κήρυξη του πολέμου την άκουσαν αρχικά οι γυναίκες που ήταν στα σπίτια και πήγαν να φωνάξουν τους άνδρες τους από τα χωράφια. Ο κόσμος ξεκινούσε να πάει στο μέτωπο. Έφευγαν από τις Σέρρες με το τρένο μέχρι την Φλώρινα, κι από εκεί και πέρα πεζοί.

Με το που έρχονται οι Βούλγαροι στις Σέρρες, ποια κατάσταση επικρατεί; Τι θυμάσαι από την παρουσία τους; Πως συμπεριφέρονταν ;

- Οι Έλληνες ήταν περιορισμένοι, δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορούν ότι ώρα ήθελαν. Δεν επιτρεπόταν να βγούνε από το σπίτι τους το πρωί, πριν χτυπήσει η καμπάνα και έπρεπε να γυρνάνε στο σπίτι τους το απόγευμα πριν το χτύπημα της καμπάνας. Στην αρχή τους συμπεριφέρονταν σκληρά. Τους έδερναν και τους έβαζαν να κάνουν αγγαρείες.

Λειτουργούσαν σχολεία, κινηματογράφοι κατά την περίοδο της Κατοχής;

- Το σχολείο λειτουργούσε σαν βουλγαρικό και δεν είχε πολλά παιδιά. Λειτουργούσε το ’42-’43, για 2 χρόνια περίπου. Ο κινηματογράφος δεν λειτουργούσε.

Υπήρχαν τα απαραίτητα ( τρόφιμα, ρούχα) για να τα προμηθευτεί μια οικογένεια;

- Στην αρχή υπήρχαν ρούχα, μετά όμως έμπαιναν οι Βούλγαροι στα σπίτια και τα έπαιρναν. Οι Βούλγαροι ήταν φτωχοί και δεν είχαν να φορέσουν παπούτσια. Οι Βούλγαροι περιόριζαν το ψωμί και έπαιρναν το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής του σιταριού. Έπαιρναν σχεδόν όλη την παραγωγή κριθαριού και καλαμποκιού και τους άφηναν ελάχιστο. Στα ντουρντουβάκια έδιναν 400 γραμμάρια ψωμί για όλη την ημέρα, ενώ τα φαγητά τους ήταν κυρίως λαχανικά με αλεσμένη σόγια.

Πόσο ακριβά ήταν τα τρόφιμα; Από πού τα προμηθεύονταν και με τι νόμισμα πλήρωναν;

- Προμηθεύονταν τα τρόφιμα από την μαύρη αγορά και κάποιοι αγόραζαν τρόφιμα απ’ τα χωριά. Κάποιοι για να ζήσουν πουλούσαν τις προίκες των παιδιών τους. Πλήρωναν με λέβα.

Πότε η Κατοχή ήταν πιο έντονη και καταπιεστική;

- Άρχισαν να γίνονται πιο καταπιεστικοί μετά τα γεγονότα της Δράμας. Σκότωναν για αντίποινα

Υπήρχαν Βούλγαροι που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην γειτονιά σου;

- Όχι, γιατί ζούσαμε στην άκρη του χωριού. Οι Βούλγαροι επιτάσσανε τα σπίτια, έδιωχναν τις οικογένειες και έμεναν αυτοί με τις δικές τους οικογένειες. Σε ορισμένα σπίτια κατοικούσαν Βούλγαροι αξιωματούχοι, για να επιβλέπουν την κατάσταση.

Επέβαλαν στον κόσμο να μιλά Βουλγάρικα;

- Όχι, αλλά όταν ρωτούσαν σε ένα Έλληνα κάτι και δεν μπορούσε να απαντήσει, τον έδερναν.


ΔΙΑΤΡΟΦΗ


Οι υποδουλωμένοι Έλληνες, που δεν δέχτηκαν να γραφτούν σαν Βούλγαροι, αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα υποσιτισμού. Έτσι αναγκάζονταν με τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν να τα βγάζουν πέρα. Με την πάροδο του χρόνου δημιούργησαν κάποιες συνταγές, κάποιες από τις οποίες είναι:

1. ΜΠΟΜΠΟΤΑ Άλεθαν το καλαμπόκι και τα πίτουρα τα έκαναν ψωμί . Μάζευαν τις κεφαλές του σιταριού (μπασάκια), τις αποξηράνανε, έβγαζαν τα σπυριά και τα άλεθαν για να κάνουν αλεύρι. Το άλεσμα γινόταν κρυφά, κατά την διάρκεια της νύχτας. Άλεθαν τις κουμπάκες ( ξερό καλαμπόκι) μαζί με το κοτσάνι για να βγάλουν ψωμί.

2. ΨΙΡΟΥΚΙ Σε ένα ταψί έβαζαν 1 κιλό αλεύρι και με το χέρι της η μαγείρισσα, ράντιζε το αλεύρι, έτσι ώστε να δημιουργηθούν σβώλοι. Στην συνέχεια έβραζαν νερό και έριχναν αυτούς τους σβόλους μέσα. Όταν έβραζαν, τα έβαζαν στα πιάτα και έριχναν από πάνω λίγο σουσάμι.

3. Έβαζαν στο πιάτο νερό, μια κουταλιά ξίδι και ½ κουταλιά ζάχαρη. Το έτρωγαν με ψωμί ή το έπιναν σαν ρόφημα για πρόγευμα πριν πάνε στα χωράφια.
ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑ (σύζυγος ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ ΣΤΑΥΡΟΥ)

 

Φλεγόμενο το Δημοτικό Σχολείο Ν. Σκοπού (σημερινό Δημαρχείο), (φωτο. από τα ΓΑΚ). Έτος  1941




 

Θρησκευτική και πολιτιστική ζωή

^

αρχή

 

Θρησκευτική ζωή


Ο στόχος των Βουλγάρων όσον αφορά τον τομέα αυτόν ήταν ο αφελληνισμός της εκκλησίας στην Αν. Μακεδονία και τη Θράκη. Ως πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η απέλαση των Ελλήνων Μητροπολιτών στη γερμανοκρατούμενη περιοχή, ενώ σκληρές ήταν και οι διώξεις που υπέστη επίσης και ο κατώτερος ελληνικός κλήρος. Διοικητικά με την απόφαση της Συνόδου της Βουλγαρικής εκκλησίας της 29ης Απριλίου 1941, οι κατεχόμενες περιοχές αποτέλεσαν δύο εκκλησιαστικές επαρχίες: Μαρώνειας (Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Διδυμότειχο, Ξάνθη, Σουφλί, Φέρρες) και Δράμας (Δράμα, Καβάλα, Σέρρες, Σιδηρόκαστρο σε συνένωση με τη Στρώμνιτσα) και υπήχθησαν στις Βουλγαρικές Μητροπόλεις Νευροκοπίου (η Ανατολική Μακεδονία) και Φιλιππουπόλεως (η Θράκη). Οι παλαιές Ελληνικές Μητροπόλεις καταργήθηκαν και οι δύο νέες εκκλησιαστικές επαρχίες διαιρέθηκαν σε επτά Εκκλησιαστικές Περιοχές, οι οποίες διοικούνταν από Αρχιερατικούς Επιτρόπους (Δράμα, Σέρρες, Σιδηρόκαστρο, Κομοτηνή, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη).

Οι Βούλγαροι επέβαλαν το βουλγαρικό τυπικό στις ακολουθίες, και καθιέρωσαν το βουλγαρικό εορτολόγιο και το παλιό ημερολόγιο το οποίο ίσχυε τότε στην Βουλγαρία.
Στις 28 Μαΐου 1941 όργανα της βουλγαρικής διοίκησης εισέβαλαν στη μητρόπολη. Παρά τις διαμαρτυρίες του μητροπολίτη διεξήγαγαν έρευνα και του αφαίρεσαν τα αρχιερατικά άμφια την ποιμαντορική ράβδο και τη μίτρα και του ζητούν τη χρηματική του περιουσία. Στη συνέχεια ο Νατσάλνικ Γκρουπέη και ο στρατιωτικός διοικητής Τίρνεφ παρουσίασαν στο μητροπολίτη δήλωση περί εκούσιας αναχώρησής του την οποία μετά από απειλές και εξαναγκασμό υπέγραψε. Τελικά στις 5 Ιουνίου 1941 ο μητροπολίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μητρόπολη και το ποίμνιό του και παραδόθηκε στη γερμανοκρατούμενη περιοχή. Στις 22 και 23 Ιουνίου 1941 ακολούθησαν συλλήψεις και βασανιστήρια σε βάρος ιερέων, μοναχών και ενός αρχιμανδρίτη με στόχο την οικειοθελή αναχώρηση τους από την πόλη και τον εκούσιο εκπατρισμό τους.

Με νόμο του Ιουνίου του 1941 τα εκκλησιαστικά ταμεία και η περιουσία των ναών κατασχέθηκαν ενώ αρκετοί μοναχοί εκδιώχθηκαν υπέστησαν ζημιές και αρπαγές. Επιπλέον τα εκκλησιαστικά βιβλία στην Ελληνική γλώσσα κατασχέθηκαν επίσης και όλοι οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αγοράσουν νέα βουλγαρικά εκκλησιαστικά βιβλία. Τέλος όλες οι επιγραφές στο εσωτερικό και το εξωτερικό των ναών αντικαταστάθηκαν με βουλγαρικές. Με λίγα λόγια στον τομέα της εκκλησίας η πολιτική των Βουλγάρων ήταν η χειρότερη δυνατή, ενώ παραβίαζε και την Σύμβαση της Χάγης του 1907 για το Δίκαιο του πολέμου, σύμφωνα με την οποία η λατρεία των κατοίκων των κατεχομένων λόγω πολέμου περιοχών πρέπει να γίνονται σεβαστές από τις αρχές της κατοχής. Από την ίδια σύμβαση η λειτουργία φιλανθρωπικών ιδρυμάτων πρέπει να θεωρείται ιδιωτική και η παραβίασή της απαγορεύεται από το νόμο.

ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

Κατά τη διάρκεια της κατοχής απαγορεύτηκαν η λειτουργία και η χρήση ελληνικών γραφομηχανών και πολυγράφων. Τα περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών τυπογραφείων κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Σόφια. Όσα παρέμειναν ανοιχτά, χρησιμοποιήθηκαν από τις βουλγαρικές αρχές «σε υποχρεωτικό συνεταιρισμό του Έλληνα ιδιοκτήτη με Βούλγαρο» για να εκδίδουν έντυπα δικά τους και των Γερμανών, με νέα βουλγαρικά και γερμανικά στοιχεία.

Επιπλέον με διάταγμα των πρώτων ημερών τέθηκαν υπό στρατιωτικό έλεγχο οι βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και τα μουσεία. Όσα ελληνικά βιβλιοπωλεία παρέμειναν ανοιχτά μετατράπηκαν ουσιαστικά σε χαρτοπωλεία. Απαγορεύτηκε ακόμη η έκδοση, η κυκλοφορία, η κατοχή και η χρήση ελληνικών ιστορικών βιβλίων και εντύπων. Οι βιβλιοθήκες των σχολείων, αλλά και των ιδιωτών, είτε καταστράφηκαν, είτε μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Στην κατεχόμενη περιοχή νόμιμα κυκλοφορούσαν μόνο οι βουλγαρικές εφημερίδες της Σόφιας, κυρίως η «Ζόρα» και η «Ούτρο», παράλληλα με την εφημερίδα «ΜΠΑΛΓΚΑΡΣΚΙ ΓΙΟΥΓΚ» (Βουλγάρικος Νότος) που εκδίδονταν με έγκριση των βουλγαρικών αρχών και κυκλοφορούσε στην Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη. Με σκοπό την ενίσχυση του βουλγαρικού τύπου θα απαγορευτεί επί ποινή προστίμου η λαθρανάγνωση των βουλγάρικων εφημερίδων. Ωστόσο το μέτρο αυτό θα αφήσει αδιάφορους τους Σερραίους καθώς ελάχιστοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την βουλγαρική γλώσσα. Ιδιαίτερα στην πόλη των Σερρών εκδίδονταν από τον Βούλγαρο αρχικομιτατζή Μιχαήλ Ντουμπαζακώφ, η εφημερίδα «ΜΠΑΛΓΚΑΡΣΚΙ ΓΙΟΥΓΚ». Η εφημερίδα τυπώνονταν στη βουλγαρική γλώσσα στις εγκαταστάσεις της εφημερίδας «Η ΠΡΟΟΔΟΣ» του Γεωργίου Σγουρομάνη. Αποτελούσε λοιπόν πηγή μίσους, ιστορικών αναληθειών και διαστρεβλώσεων, ενώ σε κάθε έκδοση της προσκαλούσε τους κομιτατζήδες να θυμηθούν το Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, τους Μακεδονομάχους και τους Πόντιους, για να λάβουν εκδίκηση ξεκληρίζοντας το ελληνικό στοιχείο.

 

Η πρώτη σελίδα της βουλγαρικής εφημερίδας "Μπελμόρσκι Γιουγκ (Αιγιακός Νότος) των Σερρών. (Από το βιβλίο "Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατ. Μακεδονία και Θράκη"

 

Στην πραγματικότητα όμως, παρά τις απαγορεύσεις των Βουλγαρικών Αρχών, την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν αρκετές ελληνικές εφημερίδες τις οποίες εξέδιδαν οι αντάρτες. Μερικές απ΄ αυτές είναι : « Ο ΝΕΟΣ ΛΑΟΚΡΑΤΗΣ», «ΤΟ ΖΙΖΑΝΙΟ» (μια σατυρική εφημερίδα), που εκδίδονταν στο Παγγαίο. Επίσης η Περιφερειακή Επιτροπή Σερρών του Κ.Κ.Ε. εξέδιδε την εφημερίδα «ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ». Ένα φύλλο αυτής της εφημερίδας σώζεται στα βουλγαρικά αρχεία. Τέλος άλλη μία εφημερίδα εκδίδονταν από τους εθνικιστές αντάρτες με τίτλο «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΟΡΒΗΛΟΥ». Ωστόσο όπως και στις περισσότερες από τις πάνω περιπτώσεις δεν σώζονται φύλλα της.

ΣΧΟΛΕΙΑ

Από το Μάιο του 1941 αρχίζουν να ιδρύονται βουλγαρικά σχολεία στην Αν. Μακεδονία και στην Θράκη όπου φοιτούν παιδιά βουλγαρικής καταγωγής.
Με το τέλος της σχολικής χρονιάς 1941-1942 λειτούργησαν 128 σχολεία όπου φοιτούσαν 9.647 και εργάζονταν 252 δάσκαλοι. Τη σχολική χρονιά 1942- 1943 λειτούργησαν 6 μεικτά Γυμνάσια σε μεγάλες πόλεις της Αν. Μακεδονίας ανάμεσα στις οποίες και στις Σέρρες. Ακόμη προσπάθειες να αυξηθεί ο αριθμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης έγιναν στη σχολική χρονιά 1943-1944 με την ίδρυση παιδικών σταθμών.

Προκειμένου λοιπόν οι Βούλγαροι να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους φρόντιζαν για την εξαγορά συνειδήσεων γονέων και παιδιών, οι οποίοι θα μπορούσαν να δηλώσουν βουλγαρική συνείδηση για να εξασφαλίσουν δωρεάν εκπαίδευση και ευνοϊκότερη μεταχείριση από τους Βουλγάρους. Για το λόγο αυτό μετά από απόφαση του Βουλγαρικού Υπουργείου στα σχολεία που είχαν ιδρυθεί μπορούσαν να φοιτήσουν και όσα ελληνόπουλα το ήθελαν. Τα ελληνόπουλα αυτά τα ονόμασαν «βουλγαροπαίδες» της ελληνικής Μακεδονίας και ήταν όσοι δεν μπόρεσαν να τελειώσουν τις σπουδές τους εξαιτίας του ελληνογερμανικού πολέμου.


Φωτογραφία-κάρτα,  περιόδου 1941(φωτο. από το αρχείο της κ. Παυλίνας Καλαϊτζή-Στάγκου)

 

Το 2ο Δημοτικό Σχολείο λειτούργησε σύμφωνα με μαρτυρίες της κ. Παυλίνας Καλαϊτζή-Στάγκου ως βουλγαρικό σχολείο. (φωτο. από το αρχείο της κ. Παυλίνας Καλαϊτζή-Στάγκου, πιθανόν τραβηγμένη γύρω στο 1944)

 

 

 

ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

 

Πληθώρα από πολιτιστικούς συλλόγους και οργανώσεις, πολλές από τις οποίες ήταν παράνομες, έδρασαν αυτή την περίοδο. Συστάθηκαν με άνωθεν οδηγίες της τοπικής και κεντρικής εξουσίας. Κυρίως των Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών και Εκπαίδευσης. Στόχος τους ήταν να εμψυχώνουν τον βουλγαρικό πληθυσμό ώστε να ξαναοργανωθούν, όπως επίσης και ο προσηλυτισμός νέων Ελλήνων. Τέτοιοι σύλλογοι και οργανισμοί ( νεανικοί πατριωτικοί σύλλογοι ) υπήρξαν στην Ξάνθη, Δράμα, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή καθώς και στις Σέρρες των «Σμπόρνι ( Ενωτικών )», «Ορλόβι ( Αετών )», «Στεφάνων » και ο «Αγροτικός Σύλλογος νεαρών Πολεμιστών ». Όλοι αυτοί είχαν ως στόχο να οργανώσουν τον πληθυσμό σε μαζικό επίπεδο, πράγμα το οποίο δεν κατάφεραν εξαιτίας της αδιαφορίας του βουλγαρικού στοιχείου.

 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ
 

Κινηματογράφος Κρόνιο (φωτο. της εποχής από το αρχείο του Μ. Μπόλαρη)

 

Με την έλευση των Βουλγάρων η καλλιτεχνική κίνηση και διασκέδαση στην πόλη των Σερρών θα φτάσουν σε μηδενικό σημείο. Ο κινηματογράφος « Κρόνιο» θα παραχωρηθεί σε έναν νεοϊδρυόμενο βουλγαρικό πολιτιστικό σύλλογο, που έχει την ονομασία « Ντίμτσιο Ντεμπελιάνωφ», ονομασία που δανείζει και στον κινηματογράφο. Ταυτόχρονα ιδρύεται ομώνυμη βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, βουλγαρική λέσχη και σύλλογοι επαγγελματιών, που θα παίρνουν μέρος σε γιορτές και παρελάσεις.

Από το πρόγραμμα των ταινιών θα αποκλειστούν αμέσως όλες οι εγγλέζικες και όταν αργότερα θα μπει και η Αμερική στον πόλεμο, θα απαγορευτούν και όλες οι αμερικανικές, για να συνεχιστούν οι προβολές των κινηματογράφων με γαλλικές γερμανικές, ουγγρικές και βουλγαρικές ταινίες, τις οποίες θα φέρνουν από την Σόφια. Υπεύθυνος για το πρόγραμμα των ταινιών θα είναι ο Βούλγαρος γυμνασιάρχης Ποπ Ιλίεφ και ως μηχανικός του κινηματογράφου « Κρόνιο » θα επιστρατευθεί ο Σερραίος Τρύφων Πολυβακίδης. Εκτός από τις κινηματογραφικές προβολές στην αίθουσά του γίνονται και άλλες μουσικοκαλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που θα τις παρακολουθούν κυρίως οι Βούλγαροι δημόσιοι υπάλληλοι όπως το κονσέρτο του Χρήστου Ζλάτωφ που δόθηκε στις 25 Μαρτίου του 1942, ενώ ο άλλος χειμερινός κινηματογράφος το «Πάνθεον » θα μετονομασθεί σε « Σαν Στέφανο », σε ανάμνηση της συνθήκης του 1878, την εφαρμογή της οποίας η Βουλγαρία πάντα ονειρευόταν, αφού μ΄ αυτήν θα έφτανε μέχρι τη θάλασσα του Αιγαίου. Από τους τρεις « προπολεμικούς » συνεταίρους του « Πάνθεον » δεν είχε πλέον απομείνει κανείς στην πόλη.

Όμως, και παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, οι κινηματογράφοι θα συνεχίσουν λίγο πολύ να διασκεδάζουν τους ανθρώπους. Οι προβολές για τους Έλληνες θα είναι μόνο απογευματινές ( λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας ) και βραδινές για τους Βουλγάρους. Τα χρόνια είναι δύσκολα, τα προβλήματα είναι πια ζωής και θανάτου και οι άνθρωποι σκεπτικοί και τρομαγμένοι. Ιδιαίτερα για το δικό μας χώρο, η κατοχή θα είναι απείρως πιο βαριά, ο Βούλγαρος κατακτητής σκληρός, εκδικητικός, τα γεγονότα αιματηρά και ο χρόνος πέτρινος, που δε θα λέει να κυλήσει με τίποτα…

Τον Οκτώβριο 1944 οι Βούλγαροι φεύγουν από την Μακεδονία και το γέλιο θα πρέπει να ξανανθίσει στα χείλια των ανθρώπων. Το κατανοούν πρώτοι και καλύτεροι οι νέοι της εποχής, τα νιάτα της ΕΠΟΝ, που σπεύδουν να ιδρύσουν με πρωτοβουλία τους έναν « προοδευτικό σύλλογο » με την επωνυμία «Αναγέννησης» και έδρα την πόλη των Σερρών.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ – ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Κατά το σχολικό έτος 1941-1942 πραγματοποιήθηκαν στα σχολεία θεατρικές παραστάσεις και, σχολικές εορτές, διαλέξεις και βραδινά μαθήματα βουλγαρικής γλώσσας, γεωγραφίας και ιστορίας για ενήλικες.
Τα Χριστούγεννα του 1941, ενώ η βουλγαρική κατοχή στις Σέρρες συνεχίζεται με τα κοινωνικά προβλήματα όπως η ανεργία, η πείνα, η γύμνια, οι ψείρες και πολλές ασθένειες και είναι οξύτατα τα παιδιά καταφέρνουν να ξεφύγουν έστω και για λίγο απ΄ τις δουλειές που αναγκάστηκαν να κάνουν έτσι ώστε να εξασφαλίσει η οικογένειά τους τα προς το ζην. Έτσι μαζεύονται στο κατώι του κινηματογράφου Έσπερου όπου και πραγματοποίησαν την πρώτη Καραγκιοζοπαράσταση με πενιχρά υλικά μέσα. Στους μήνες που ακολούθησαν οι παιδικές Καραγκιοζοπαραστάσεις συνεχίστηκαν ενώ το ακροατήριο αυξάνονταν όλο και περισσότερο.
Επίλογος
Η βουλγαρική κατοχή ήταν μια μεγάλη πληγή για τον νομό Σερρών. Λεηλάτησαν, πυρπόλησαν και δολοφόνησαν. Συμπεριφέρθηκαν απάνθρωπα. Αλλά στην καρδιά των Σερραίων η φλόγα για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ είχε μείνει άσβεστη. Σήμερα μετά από 63 χρόνια έχουμε σχέσεις καλής γειτονίας, φιλίας, είμαστε συμπολίτες στην ευρωπαϊκή ένωση στην οποία και οι δυο ανήκουμε. Τέλος οι καλές αυτές σχέσεις που διατηρούμε ώθησαν αρκετές Σερραϊκές επιχειρήσεις να δραστηριοποιηθούν στη Βουλγαρία τα τελευταία 20 χρόνια.

Βιβλιογραφία
- Ξανθίππη Κοτζαγεώργη – Ζυμάρη: «Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη 1941-44»
- Χ.Καρδαράς: «Η βουλγαρική προπαγάνδα στη γερμανοκρατούμενη Μακεδονία»
- Χ Χατζηιωσήφ : Επιστημονικό Συμπόσιο στη μνήμη Ν. Σβορώνου ( Ελληνική οικονομία στη διάρκεια της κατοχής)
- Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου: Μακεδονία και Θράκη 1941 - 44 (Κατοχή-Αντίσταση-Απελευθέρωση)
- Σερραϊκά Ανάλεκτα, τόμος 4ος, έκδοση 2006
- Τζανακάρης Β. «Το θέατρο, ο κινηματογράφος και οι παράξενες παραστάσεις εις την καλλίστην πόλιν των Σερρών, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το λυκόφως του 20ου»
- Τζανακάρης Β. «Εικονογραφημένη ιστορία των Σερρών»
- Τζανακάρης Β «Σέρρες : πορεία μέσα στο χρόνο»
- Τζανακάρης Β «Τα Σέρρας του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης»

Πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ)





Τμήμα Γ3
Ομάδα Α: Ξανθοπούλου Κασσάνδρα, Κυριαζή Στέλλα,Μπεκιαρίδου Ζωγραφία, Νικούλη Μάρθα, Λιούσας Παύλος, Κουρμπανίδης Αλέξης, Κουκούλης Δημήτρης.
Ομάδα Β: Κυριακοπούλου Δήμητρα, Κυριακίδης Αναστάσης, Κουτσώλη Δέσποινα, Κούκος Βασίλης, Παπαδοπούλου Χριστίνα, Στυλιανίδης Μάξιμος.
Ομάδα Γ: Μπόλαρη Αναστασία, Οικονόμου Κατερίνα, Κων/νίδης Κυριάκος, Λαντούρης Χαράλαμπος, Μαντζακίδου Αναστασία, Κυράδης Κων/ντίνος
Συντονίστρια καθηγήτρια: Στάγκου Μιλιάννα





Επίσκεψη των μαθητών στα Γ.Α.Κ.


Επίσκεψη των μαθητών στα Γ.Α.Κ.