Θεοκλής

Την εποχή εκείνη ανάμεσα στα δεκάδες κατοικημένα νησιά της χώρας μου προστέθηκε άλλο ένα. Μικρό, μυστικό και απροσπέλαστο. Οι δορυφόροι δεν αγνοούσαν την ύπαρξή του όπως και κάποιοι συγκεκριμένοι επιστήμονες. Αυτή η μυστικότητα αφορούσε την εγκατάσταση και λειτουργία πάνω στο νησί ενός ολόκληρου ερευνητικού και επιστημονικού κέντρου. Κανείς δεν έδινε προσοχή στο συγκεκριμένο νησί. Ήταν άγονο και ακατοίκητο, μια βραχονησίδα λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, μία από τις χιλιάδες ριγμένες στο πέλαγος του Βορείου Αιγαίου.

Όμως το εντυπωσιακότερο απ'όλα αυτά αποτέλεσε η ανακοίνωση εκ μέρους του μεγαλύτερου αδελφού μου, του Θεοκλή, ότι σκόπευε να ζήσει και να εργαστεί σ' εκείνο το νησί. Αυτός άλλωστε με πληροφόρησε για την ύπαρξή του νησιού και για τα σχέδια του. Ο αδελφός μου μόλις είχε γυρίσει από την Αμερική όπου μελέτησε αρχαίες μεσογειακές θρησκείες, έχοντας αποκτήσει εντωμεταξύ και το πτυχίο του αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα θα μου αποκάλυπτε κι άλλα στοιχεία σε σχέση με το περιεχόμενο των σπουδών του.

Οι γονείς μας δεν ζούσαν πια και η διαφορά δέκα χρόνων που είχαμε ήταν αρκετή για να τον θεωρώ όχι μόνον μεγαλύτερό μου αλλά και κατά κάποιον τρόπο προστάτη μου. Αυτό φυσικά ίσχυε όσο ήμουνα έφηβος, γιατί οι πανεπιστημιακές σπουδές του μας χώρισαν ξαφνικά.

Εγώ ζούσα στο πατρικό μας σπίτι, ένα μεγάλο οίκημα κοντά στην βυζαντινή Μαξιμιανούπολη της Θράκης. Καλλιεργούσα πολλά στρέμματα γης, δίπλα στην αποξηραμένη λίμνης της Βιστωνίδας, καλαμπόκια, σιτάρια, και μια παραλλαγή ήμερης κάνναβης που χρησιμοποιείτο για φαρμακευτικούς σκοπούς. Όταν χάσαμε τους γονείς μας ήμασταν ήδη δεκαπέντε και εικοσιπέντε αντίστοιχα χρονών. Εκείνος ήδη σπούδαζε στην Θεσσαλονίκη κι εγώ πήγαινα στο Λύκειο του Ιάσμου. Μια γηραιά θεία μας είχε αναλάβει να μας φροντίζει στο σπίτι. (Αποφεύγω ακόμη και σήμερα να αναφερθώ στον τραγικό θάνατό των γονέων μας σε αεροπορικό δυστύχημα γιατί με βυθίζει σε κατάθλιψη).

Μελετούσα πολύ, κυρίως τα εξωσχολικά βιβλία που στοίβαζε στο δωμάτιό του ο Θεοκλής αλλά δεν είχα καμία έφεση για σπουδές. Μόλις τελείωσα τα εξατάξιο Λύκειο, άρχισα να ασχολούμαι με τις καλλιέργειες και να διαχειρίζομαι την πατρική περιουσία. Μέσα από την επίπονη δουλειά μπορούσα να ξεχάσω την άσχημη τύχη των γονιών μου και την απομάκρυνση του αδελφού μου. Ζούσα σε ένα σπίτι απ'όπου έλειπε η οικογενειακή θαλπωρή.

Ο Θεοκλής, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής ήδη, το τελευταίο καλοκαίρι που περάσαμε μαζί, μου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική. Παραθερίζαμε στη Σαμοθράκη ένα τόπο που επέλεξε εκείνος για τις διακοπές μας. Έβλεπα πόσο άλλαζε ο χαρακτήρας και τα ενδιαφέροντά του. Τίποτε δεν θύμιζε εκείνο το ζωηρό παιδί που είχα σαν πρότυπο μεγαλώνοντας. Είχε αδυνατίσει και το πρόσωπό του είχε αποκτήσει μια σοβαρότητα και ιερότητα που παρέπεμπαν σε ασκητή. Ευτυχώς δεν είχε παρατήσει την γυμναστική του. Σηκωνόταν τα πρωινά και ανέβαινε στο βουνό, τα μεσημέρια κολυμπούσαμε στις παραλίες με τα βότσαλα, και τα απογεύματα με πήγαινε στην αρχαία πόλη του νησιού. Εκεί μελετούσε το προϊστορικό Ιερό όπου θυσίαζαν στους θεούς τους οι αρχαιότεροι κάτοικοι του νησιού. Καθόμασταν στην κορυφή, σε ένα ίσιωμα που αποτελούσε το θυσιαστήριο και από κει αγνάντευε και χανόταν το βλέμμα του στο πουθενά. Μαζί του πάντοτε κρατούσε χάρτες και σχεδιαγράμματα και μου μιλούσε όχι μόνον για την Σαμοθράκη αλλά και για δύο ακόμη νησιά που μου τα δαχτυλόδειχνε σε έναν παλιό χάρτη. Ένωνε τα τρία νησιά με διακεκομμένες γραμμές, σχηματίζοντας ένα τέλειο τρίγωνο και στην μέση ακριβώς του σχήματος, και κάπου εκεί στη μέση ξεχώριζε μια κουκίδα, ένα απομεινάρι νησιού.

Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια από εκείνες τις διακοπές μέχρι να μπορέσω να συσχετίσω την κουκίδα εκείνη με το ξερονήσι πάνω στο οποίο θα εργαζόταν ο αδελφός μου.

Αυτή τη φορά είχε έρθει από την Αμερική στο γάμο μου. Μια απλή τελετή που έγινε στο Δημαρχείο. Κάθισε μαζί μας μόνον δύο μέρες, σκάλισε τα βιβλία του, έπαιξε με το προσωπικό μου κομπιούτερ και περπάτησε στα γνώριμα εδάφη.

"Είσαι τόσο καλά αδελφέ μου", μου είπε ένα βράδυ κοιτάζοντας τα αστέρια. "Πατάς στη γη. Εγώ έμαθα να παρατηρώ ψηλά τον ουρανό και να σπουδάζω τα μυστικά του. Όμως η γη είναι απαραίτητη στον άνθρωπο. Όσοι βλέπουν προς τα πάνω χάνονται γρηγορότερα. Τα άστρα γνέφουνε τους ανθρώπους, καμιά φορά απατηλά".

Παράξενα λόγια αλήθεια.... Τελείως διαφοροποιημένα από τα παλιά του ενδιαφέροντα. Τότε ακριβώς μου αποκάλυψε την ειδίκευση που είχε κάνει στην Αμερική. Σύγχρονη αστρολογία και αστρονομία βασισμένη όμως στις αρχαίες πηγές . Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο από τις γνώσεις των παλιών, μου έλεγε. Και τότε μου θύμισε το ιερό των Καβείρων στη Σαμοθράκη. Χάραξε με το δάχτυλο στο χώμα τα τρία νησιά και ξανασχημάτισε το τρίγωνο. Εκτός από την Σαμοθράκη μου έδειξε κατονομάζοντας την Λήμνο και την Τένεδο. Και τα τρία, μου είπε, είχαν το ίδιο Ιερό στις κορυφές των βουνών, ένα πλάτωμα όπου θυσίαζαν και έρχονταν σε επαφή με ανώτατες δυνάμεις. Όμως οι θυσίες αυτές είχαν κάποια άλλη σκοπιμότητα. Οι άνθρωποι που προσέρχονταν να θυσιαστούν ήταν ταγμένοι για άλλα πράγματα. Δηλαδή;

Χαμογέλασε αινιγματικά. Κάτι υπαινίχτηκε για επιλεγμένους ανθρώπους που αποδέχονταν μόνοι τους την πορεία στη κορυφή και τη συμμετοχή τους στα μυστήρια. Τον ξαναρώτησα για το Ιερό τρίγωνο των νησιών. Το μυστικό, είπε, κρυβόταν στην μέση του τριγώνου. Σε εκείνο το ξερονήσι που ερχόταν σε απόλυτη εναρμόνιση με την δύναμη των άλλων Ιερών. Τα άλλα Ιερά ενεργοποιούσαν και προετοίμαζαν την υπέρτατη θυσία που θα λάμβανε χώρα στο νησί αυτό, το νησί χωρίς όνομα. Κάρφωσε ένα ξυλάκι στο έδαφος, στη μέση του σχήματος.

"Εδώ, σήμερα, έχουν δημιουργηθεί οι εγκαταστάσεις ενός ερευνητικού εργαστηρίου. Υπάρχει και μια τεράστια βιβλιοθήκη, μερικές δισκέτες δηλαδή, με ό,τι έχει γραφτεί ως τώρα και ό,τι συμπεριλαμβάνει ο πολιτισμός μας".

Όσο για τα απώτερα σχέδια του ερευνητικού κέντρου απέφυγε να επεκταθεί σε λεπτομέρειες αφού μου υποσχέθηκε ότι μια μέρα θα μάθαινα τα πάντα, "όταν θα έρθει η ώρα", τόνισε και συμπλήρωσε: "Νάσαι περήφανος για όσα έμαθες και φυσικά να κρατήσεις μυστικό την ύπαρξη του νησιού".

Ύστερα τον έχασα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά διαστήματα μου έστελνε χαιρετισμούς μέσω του φαξ, λίγα λόγια, γιορτινές ευχές και καλή αντάμωση. Δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει ότι σύντομα θα τα λέγαμε. Μια μέρα. Πότε όμως; Μου έλειπε ο αδελφός μου. Μπορεί να είχα μια γυναίκα που ήταν ήδη έγκυος αλλά η θύμησή του με γύριζε στα ήσυχα και ανέμελα παιδικά μου χρόνια όταν ανακάλυπτα την ζωή και τη φύση. Μου έλειπε ο Θεοκλής και όσο μεγάλωνα δεν μετριαζόταν η ανάγκη μου να τον ξαναδώ.

"Και γιατί δεν πάμε στο νησάκι;", με ρωτούσε τακτικά η γυναίκα μου. Γνώριζε αόριστα ότι ο αδελφός μου εργαζόταν για την ανασυγκρότηση ενός μισοκατοικημένου νησιού.

Δεν μπορούσα να της εξηγήσω ότι το νησί δεν βρισκόταν παρά μόνο στους ναυτικούς χάρτες και ότι ούτε ο αδελφός μου δεν θα ήθελε να τον επισκεφτώ εκεί. Η γυναίκα μου δεν καταλάβαινε.

"Πράκτορας είναι ο αδελφός σου ;", με ρωτούσε αστειευόμενη. Εγώ γελούσα με τον χαρακτηρισμό όμως βαθιά μέσα μου, από ένστικτο καταλάβαινα, ότι η αποστολή του αδελφού μου αποσκοπούσε σε υψηλότερους στόχους. Ήξερα καλά τον Θεοκλή, δεν θα αφοσιωνόταν πουθενά και με τόσο πάθος, αν δεν υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.

Με το παιδί στην κοιλιά της ακόμη, πήρα τη γυναίκα μου και πήγαμε διακοπές στη Λήμνο. Δεν απείχε πολύ από τα μέρη μας. Από το αεροδρόμιο της Κομοτηνής πήραμε ένα ICARUS και σε μισή φτάσαμε στο κιτρινωπό νησί. Μείναμε στην πόλη. Εγώ έτρεξα αμέσως στο Μουσείο και αγόρασα μια έκδοση με την ιστορία και τους χάρτες του νησιού. Εντόπισα τον τόπο του αρχαίου ιερού των Καβείρων. Αφού νοίκιασα ένα αυτοκίνητο, σκαρφάλωσα ψηλά στον μαύρο λόφο, χωρίς να πάρω συντροφιά την έγκυο γυναίκα μου. Ο δρόμος ήταν τόσο άσχημος που μόνον καλό δεν θάκανε στην εγκυμοσύνη της. Στις απαρχές του λόφου είχαν χτιστεί πανάκριβα τουριστικά συγκροτήματα. Ξεχώριζαν τα ελικοδρόμια. Πάνω στο Ιερό όμως δεν είδα κανέναν επισκέπτη. Ούτε καν φύλακες. Ο αέρας και τα χρόνια είχαν ξεσηκώσει το χώμα και τα ευρήματά του. Ποιος ξέρει μπορεί και οι επιτήδειοι αρχαιοκάπηλοι παλαιότερων εποχών.

Στάθηκα στο ίσιωμα του Ιερού, σύρριζα στο χείλος του γκρεμού, και αισθάνθηκα δέος από το ύψος και την επιβλητικότητα του τοπίου. Η θάλασσα ξέσπαγε στα πόδια του γκρεμού και τα κύματα χάνονταν στις διαβρωμένες σπηλιές. Τα λόγια του αδελφού μου ήρθαν ολοζώντανα στη μνήμη. Εκεί στην άκρη του γκρεμού κοίταζα προς κάθε κατεύθυνση μήπως και ξεχωρίσω καμία νησίδα ή κορυφή. Τίποτε στον ορίζοντα. Ένα ατέλειωτο μπλε που συγχωνευόταν με το ξάστερο γαλάζιο του ουρανού. Μπορεί, ως χαρακτήρας, να είμαι πρακτικός και προσγειωμένος άνθρωπος όμως είχα την αίσθηση ότι κάπου στο απόλυτο βάθος του χώρου, υπήρχε ο αδελφός μου και με έβλεπε. Ήμουν σίγουρος.

Στην αποπνιχτική ζέστη του απογεύματος με έπιασε και πάλι συγκίνηση και παράπονο. Ήμουνα μόνος στον κόσμο. Γιατί να μου λείπει ο μεγαλύτερος μου αδελφός; Γιατί να μη ζει φυσιολογικά ανάμεσά μας, δίπλα μας, με την οικογένειά του, να τον βλέπω τακτικά, να μιλάμε και να μου μεταδίδει τις απέραντες γνώσεις του; Ύστερα ήρθε στη σκέψη μου το μωρό που μεγάλωνε στη κοιλιά της γυναίκας μου και ηρέμησα. Με παρηγορούσε η καινούργια ζωή που θα εμφανιζόταν γιατί θα γέμιζε την οικογένεια και ίσως αναπλήρωνε τον απόντα Θεοκλή. Το ίδιο βράδυ η γυναίκα μου κατάλαβε πόσο μου έλειπε αδελφός μου. Μπορεί και να ζήλεψε για την αδελφική μου αγάπη. Δύσκολα όμως αναπληρώνεις το ίδιο αίμα.

Γυρίσαμε στο σπίτι μας, στις δουλειές μας ενώ η κοιλιά της φούσκωνε εντυπωσιακά. Δεν άργησε και η στιγμή που έφερε στο φως ένα γλυκό και εύσωμο αγοράκι. Ένα υπέροχο μωρό. Την ίδια στιγμή αναγράφηκαν στο φαξ οι ευχές του Θεοκλή. Πως το είχε καταλάβει; Είχαμε μήνες να επικοινωνήσουμε. Κρίμα όμως που δεν μπορούσα να τον ευχαριστήσω, και η απορία μου για το πώς πρόλαβε την γέννα, δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου.

Το μωρό, δυστυχώς, δεν επέφερε την ανακούφιση που περίμενα. Η απουσία του γινόταν έμμονη και βασανιστική σκέψη. Πήγα στο λιμεναρχείο του Πόρτο Λάγος όπου υπηρετούσε ένας συμμαθητής μου αξιωματικός του Λιμενικού. Τον παρακάλεσα να ανοίξει χάρτες και να μου δείξει κάθε βραχονησίδα του βόρειου πελάγους. Τύπωσε από τον υπολογιστή τον χάρτη ναυσιπλοΐας και μου τον έδωσε. Γύρισα σπίτι και τον κάρφωσα στον τοίχο. Τον χάζευα ώρες. Δεν υπήρχε τίποτε στο κέντρο του Ιερού Τριγώνου και μάταια προσπαθούσα να φέρω τις ευθείες γραμμές μεταξύ των νησιών. Όσο περνούσε η ώρα οι γραμμές λύγιζαν και έπαιρναν παράξενα ρομβοειδή σχήματα που με ζάλιζαν. Αυτό συνεχίστηκε ολόκληρο τον επόμενο μήνα. Η γυναίκα μου άρχισε να παραπονιέται καθημερινά, αλλά ευτυχώς οι ευθύνες του σπιτιού ήταν πολλές ώσπου σταμάτησα να σχεδιάζω πάνω στο γνώριμο χάρτη.

Ένα σαββατοκύριακο ξαναγύρισα στο Πόρτο Λάγος και βρήκα τον φίλο μου. Τον παρακάλεσα να με πάει μια βόλτα με το λιμενικό ταχύπλοο ως ένα σημείο που θα του υπέδειχνα. Τα έξοδα δικά μου και ό,τι άλλο θα μου ζητούσε ως ανταμοιβή. Εκείνος γελούσε και είπε ότι θα μου έκανε το χατίρι παραβαίνοντας τα καθήκοντά του. Στην γυναίκα μου είπα ψέματα ότι θα πηγαίναμε για ψάρεμα κάτι που δεν είχα ξανακάνει ως τότε.

Ξεκινήσαμε. Επί τρεις ώρες πλέαμε στο καθαρό και άδειο πέλαγος με πυξίδα τον δικό μου χάρτη. Κάποτε ξεχώρισε η Λήμνος και απογοητεύτηκα από την γνώριμη θέα της. Για ποιο μυστικό νησί μου μιλούσε ο Θεοκλής; Πώς δεν το διακρίναμε; Ο φίλος μου γελούσε όταν τον ρώτησα μήπως παρακάμψαμε κάποιο ακατοίκητο νησάκι. "Αρκετούς υφάλους σίγουρα", μου είπε γελώντας με την εμμονή μου να σκύβω και να βλέπω δελφίνια.

Γύρισα σπίτι στενοχωρημένος. Ένα καινούργιο μήνυμα με περίμενε στο φαξ. "Μη βιάζεσαι αδελφέ μου", έγραφε, "σε λίγο καιρό θα τα πούμε. Θα έρθεις να με δεις. Υπομονή". Έτσι τελείωνε το μήνυμα.

Η δυνατότητά του να αντιλαμβάνεται τις πράξεις και τις προθέσεις μου, καθώς και την προσδοκία για την μελλοντικής μας συνάντησης, με βύθισαν σε μια αγχώδη διάθεση που τελικά απέβη σε βάρος της δουλειάς και της οικογένειάς μου. Η γυναίκα μου μού έκανε συνεχώς παράπονα ενώ ακόμη και οι γείτονες παραξενεύονταν με την στάση μου. Εγώ απλώς κάπνιζα και τα βράδια χάζευα τους χάρτες και τις σημειώσεις μου. Καμιά φορά μιλούσα φωναχτά στον Θεοκλή επειδή ήμουν σίγουρος ότι από κάπου με άκουγε και με παρακολουθούσε. Αρκετές φορές μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης νόμιζα ότι παρεμβαλλόταν η μορφή του και τότε μου μιλούσε κι αυτός κανονικά. Όταν πήγα να τον δείξω στην γυναίκα μου, εκείνη έβαλε τις φωνές, πήρε πανικόβλητη το μωρό, και πήγε στην μητέρα της, στην Ολυμπιάδα της Χαλκιδικής απ' όπου καταγόταν. Έτρεξα και την έφερα πίσω ύστερα από τρεις μέρες.

Η απειλή για μόνιμο χωρισμό δεν με πτοούσε. Ούτε με ενδιέφεραν τα κτήματα και οι δουλειές. Ένιωθα ότι πλησίαζε μια πολύ σημαντική στιγμή στη ζωή μου που θα ένωνε τις τύχες, τη δική μου και του Θεοκλή. Σίγουρα εκείνος επικροτούσε τις κινήσεις διαφορετικά θα με απέτρεπε στέλνοντάς μου άλλο ένα μήνυμα.

Τρεις μήνες αργότερα ο χωρισμός με την γυναίκα μου ήταν αναπόφευκτος. Ήταν η τελευταία της προσπάθεια να με νουθετήσει και αντί διαλόγου με βρήκε βρώμικο και αξύριστο να καπνίζω με απλανές βλέμμα. Πήρε το παιδί, δύο βιβλιάρια καταθέσεων και έφυγε οριστικά αυτή την φορά. Παρόλα τα άσχημα συναισθήματα και τις δραματικές σκηνές του χωρισμού, ένιωσα μια γλυκιά ανακούφιση που απόμεινα μόνος στο σπίτι. Τριγύριζα καπνίζοντας τσιγάρα δικής μου παραγωγής και παρακολουθούσα το φαξ με αγωνία. Το μήνυμά του δεν άργησε να φτάσει. "Σε τρεις μέρες θα βρίσκεσαι κοντά μου".

Από τότε δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Έκλεινα τα μάτια μου και έβλεπα τον Θεοκλή σε μια προκυμαία να μ'αγκαλιάζει και να με καλωσορίζει. Μερικές φορές δεν μπορούσα να τον θυμηθώ σαν άνθρωπο με κανονικό παρουσιαστικό. Τον έβλεπα μέσα σε ένα παράξενο νεφέλωμα ενώ η μορφή έσβηνε και διαλυόταν στον ορίζοντα. Πώς θα έφτανα κοντά του; Ποιος θα με πήγαινε ως εκεί;

Φαίνεται όμως ότι εκείνος είχε αναλάβει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Στο επόμενο μήνυμά του, μου έδινε οδηγίες να πάω το βράδυ της επόμενης νύχτας στην προβλήτα του λιμένα του Πόρτο Λάγος. Στις δώδεκα το βράδυ. Και φυσικά να γίνουν όλα με κάθε μυστικότητα.

Έτρεμα οδηγώντας το τζιπ στο λιμάνι. Ευτυχώς δεν φυσούσε πολύ γιατί θα επακολουθούσε προφανώς θαλάσσιο ταξίδι. Απέφυγα να σταθμεύσω κοντά στο λιμεναρχείο και άφησα το αυτοκίνητο πίσω από τις εμπορικές αποθήκες. Κρατούσα μια μικρή τσάντα γιατί δεν ήξερα τι ακριβώς να έπαιρνα μαζί μου. Καθώς στεκόμουν στην προβλήτα από τις εντεκάμιση, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν να έδενε κάποιο σκάφος στον βραχίονα του λιμανιού χωρίς να γίνει αντιληπτό από τον αξιωματικό υπηρεσίας.

Στις δώδεκα ακριβώς μου λύθηκε η απορία. Άφωνος από το θέαμα, είδα να ξεπροβάλλει μέσα από την θάλασσα ένα σκάφος σαν μινιατούρα ηλεκτρονικού υποβρυχίου. Να σταματάει μπροστά μου το αιχμηρό του ρύγχος. Να ανοίγει αθόρυβα η καταπακτή.

Δεν έβγαλε κανείς το κεφάλι του απέξω. Τότε εγώ έβαλα με προσοχή το πόδι μου στην κάθοδο. Ύστερα πάτησα σταθερά και με τα δύο. Αμέσως υποχώρησε το μικρό δάπεδο της καθόδου και βρέθηκα σε έναν στενόμακρο θάλαμο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος. Η καταπακτή σφραγίστηκε αυτόματα και εγώ οριζοντιώθηκα για να χωρέσω. Περίμενα μήπως άνοιγε καμιά άλλη πόρτα αλλά τίποτε. Ήταν φανερό ότι ταξίδευα ολομόχανος στην υποβρύχια κάψουλα που έφευγε με μεγάλη ταχύτητα χωρίς καθόλου κραδασμούς. Μπορεί να πέρασε μισή ώρα ή μία - δεν είχα το κουράγιο να το υπολογίσω. Σημασία έχει ότι κάποτε προσάραξε. Όλα έγιναν αυτόματα.

Βρέθηκα σε μια σιδερένια προκυμαία που φωτιζόταν από θαμπές λάμπες βαλμένες στο δάπεδο. Ανέβηκα μια μικρή ανηφόρα. Τα κτίρια και ο βράχος σχημάτιζαν μια αδιάσπαστη ενότητα, ένα σκούρο σκηνικό. Κάποιος με περίμενε μπροστά στην είσοδο που ήταν σκαμμένη στο βράχο. Ξεχώρισα τη σκιά του Θεοκλή. Αγκαλιαστήκαμε συγκινημένοι και χωρίς πολλά λόγια με οδήγησε στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων.

Δεν θα σταθώ σε λεπτομερείς περιγραφές του χώρου γιατί αυτό μου απαγορεύεται ακόμη και σήμερα. Ας πούμε ότι θύμιζε πύργο ελέγχου ενός υπερσύγχρονου αεροδρομίου. Ο Θεοκλής με κατέβασε στο δικό του διαμέρισμα, σε ένα δεύτερο υπόγειο επίπεδο. Εκεί κοιμόταν και μελετούσε. Πως είχε καταντήσει θεέ μου... Απόκοσμος, απόμακρος. Μόνον τα μάτια του θύμιζαν τον αδελφό μου. Αδύνατος σαν να πέρασε σοβαρή αρρώστια. Με ένα πόνο στο βάθος του βλέμματος και μια γλυκιά εγκαρτέρηση για κάτι επερχόμενο και αναπόφευκτο. Μου είπε πόσο χαιρόταν που θα περνούσαμε μαζί όλο το βράδυ. Να θυμηθούμε τα παλιά και να μου πει για τα καινούργια. Ξαπλώσαμε στο μοναδικό κρεβάτι. Ευτυχώς που ήμασταν αδύνατοι κι οι δύο και χωρούσαμε. Εγώ είχα αδυνατίσει εξ αιτίας του και εκείνος από ποια άραγε αιτία;

Όσο εκείνος μιλούσε, εγώ παρέλυα με τα λόγια του, πέφτοντας σε μια κατάσταση απελπιστικής αδράνειας γιατί όσα ακούγονταν ήταν υπερβολικά σκληρά για τις τύχες και των δύο μα κυρίως για τη δική του.

Στην αρχή μου μίλησε, όσο το δυνατόν πιο κατανοητά, για τις γνώσεις του πάνω στην αστρονομία των αρχαίων και την σύγχρονη αστροφυσική (μερικά τα είχα ξανακούσει παλιότερα). Προσπάθησε να συνδέσει τις αρχαίες δοξασίες και τις σύγχρονες έρευνες για το σύμπαν και τον εντοπισμό άλλων πολιτισμών. Για την ενεργοποίηση των γήινων δυνάμεων που υφίσταντο από χιλιάδες χρόνια πριν. Για να καταλήξει ότι δεν είμαστε μόνοι. Είναι πολλοί εκείνοι που ζούνε μακριά μας στο διαστελλόμενο σύμπαν και μας περιμένουν. Ότι το νησί αποτελούσε ένα τόπο επικοινωνίας με το άπειρο και υπάρχουν ενδείξεις και αναφορές για την ισχυρή κοσμολογική του θέση, τόσο παλιές όσο και οι πρώτες αναφορές του γήινου πολιτισμού. Επιλέχτηκε εξ αιτίας της θέσης του από τους άγνωστους πολιτισμούς. Παλιότερα βέβαια ήταν μεγαλύτερο σε έκταση αλλά με τα χρόνια ανέβαινε η στάθμη της θάλασσας για να περιορισθεί σε μια βουνοκορφή και μόνον.

Και να που ήρθε η ώρα. Μερικές χιλιάδες χρόνια προτού εξαφανιστεί η βραχονησίδα κάτω από έναν καινούργιο ωκεανό, πρέπει να αποτελέσει τόπο μεταβίβασης κάποιου "έξυπνου" ανθρώπου από τη γη στο σύμπαν. Οι μυημένοι άνθρωποι της γης έχουν πάρει τα μηνύματα που μεταβιβάζονται χρόνια τώρα. Άγνωστο πως τα ελάμβαναν τις αρχαίες ιστορικές εποχές. Αποδείξεις πάντως υπάρχουν. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Η γλώσσα μας έχει συμπαντική δομή και μπορεί να διαβαστεί από τους άλλους συγκατοίκους του σύμπαντος.

Ναι, ήρθε η στιγμή. Εδώ και είκοσι χρόνια γίνονται οι τελευταίες διαβουλεύσεις για την αποστολή ενός ανθρώπου με το πολιτιστικό υλικό που έχει να επιδείξει ο πλανήτης. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν πολλές χώρες και ο άνθρωπος που θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα πρέπει να είναι όχι μόνον ειδικός επιστήμονας αλλά ταμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Κατά σύμπτωση (άραγε ;) θα προέρχεται από την χώρα όπου ανήκει η αποκαλυπτική νησίδα. Και είναι ένας. Ο Ένας. Ο Θεοκλής.

Ευχόμουν να ξυπνήσω από το όνειρο και να αγκαλιάσω την γυναίκα και το παιδί μου εξηγώντας τους τι είδα. Δυστυχώς ήταν αληθινά όσα άκουγα και η έκπληξή μου κορυφωνόταν όχι τόσο από το πλήθος των διευκρινιστικών πληροφοριών που μου έδινε ο Θεοκλής όσο από την έκβαση του εγχειρήματος. Θα έφευγε. Για πού; Πώς; Ως πότε; Και γιατί δεν μου απαντούσε άμεσα στις τρεις απλές ερωτήσεις;

Συνέχισε να μου λέει πόσο δεμένος υπήρξε μαζί μου και ότι κρατήθηκε επίτηδες μακριά μου γιατί γνώριζε εξ αρχής ότι θα τον αποχωριζόμουν μια μέρα και δεν θα ήθελε να πληγωθώ από την τελεσίδικη απόφασή του. Ζούσε σε μια διαρκή αναχώρηση. Όχι ότι δεν πονούσε κι αυτός, όχι ότι δεν φοβόταν. Γι αυτό με είχε καλέσει. Για να έχει κάποιον δικό του τις τελευταίες στιγμές.

"Γιατί τελευταίες;"

"Γιατί δεν θα με ξαναδείς..."

Να άνοιγαν τα έγκατα της γης και να βρεθώ στη λάβα της.

"Γιατί δεν θα σε ξαναδώ; Τι είναι αυτά που λες;"

"Γιατί πάω τόσο μακριά που δεν μπορώ να καταγράψω την απόσταση στα δικά σου αριθμητικά δεδομένα. Η μετάβαση θα γίνει με έναν ακατόρθωτο ως σήμερα τρόπο αφού θα συμμετέχουν εκείνοι που μας κάλεσαν στον άγνωστο πολιτισμό τους. Θα με μεταβιβάσουν εκεί. Και όταν θα ξαναγυρίσω μεταφέροντας τις δικές τους γνώσεις, μπορεί να έχουν περάσει εκατοντάδες χρόνια, ίσως και χιλιάδες γήινα χρόνια..." Θεέ μου, γιατί πνίγομαι στις κατακόμβες της θάλασσας;

"Τι λόγια είναι αυτά; Πάς να πεθάνεις;"

"Μα και συ θα πεθάνεις. Εγώ θα διαπλέω πέρα από τον φυσικό σου χρόνο. Ο δικός μου χρόνος είναι ο κοσμολογικός. Το εγχείρημα θα αποτελέσει μια σπουδαία στιγμή της επιστήμης και της ιστορίας του πλανήτη μας. Και μια μεγάλη δικαίωση της αρχέγονης γνώσης..."

Θα φύγεις για πάντα;

Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι όλο το βράδυ. Όταν συνήλθα κατάλαβα ότι τα αδελφικά μου δάκρυα δεν μπορούσαν να αποτρέψουν την απόφασή του. Ήμουν πολύ γήινος για τις επιδιώξεις του. Ο Θεοκλής είχε φύγει από καιρό και δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Ήταν ήδη μακριά μου και θα έπρεπε να αποδεχτώ το χαμό του οριστικά. Με δύναμη και αδελφικό πόνο μαζί. Εκείνος δεν ήθελε να το αντιμετωπίσω ως ένα μοιραίο αλλά να καμαρώνω για την μοναδικότητα της επιλογής του. Θα ζούσε ενώ εμείς θα είχαμε χαθεί οργανικά, έχοντας ανέλθει την πυραμίδα της κοσμικής ζωής. Έχοντας εκπληρώσει τον ταπεινότερο σκοπό επί της γης, την απλή επιβίωση σε ένα σύμπαν που θα αυξάνει την εντροπία του.

Ξημέρωνε. Άπνοια επικρατούσε στον ξερό βραχότοπο. Η θάλασσα είχε πάρει ένα βαθύ σκούρο χρώμα. Με οδήγησαν στην εξέδρα των καλεσμένων μαζί με τους ξένους παρατηρητές. Οι επιστήμονες της βάσης οχυρώθηκαν πίσω από τα όργανα καταγραφής και ελέγχου. Ακριβώς απέναντι από την δική μας σκαλωσιά βρισκόταν η άλλη εξέδρα, η φυσική. Ένα ακόμη πλάτωμα που θύμιζε τις αντίστοιχες τοποθεσίες των νησιών του Ιερού Τριγώνου. Όμως σε αυτό το χωμάτινο ίσιωμα δεν υπήρχε ίχνος ερειπίων. Μόνο καμιά εικοσαριά σκαλοπάτια φυσικά σκαλισμένα από τα βήματα του χρόνου. Από εδώ θα γινόταν η μεγάλη αναχώρηση του αδελφού μου. Τόσες μελέτες, τόσες έρευνες για να σταθεί όρθιος πάνω στην προεξέχουσα κορυφή του νησιού.

Ο Θεοκλής. Τον είδα να βγαίνει από την κεντρική πύλη και ένιωσα δέος. Ήταν γυμνός. Στη μέση του, σε μια μεταλλική ζώνη, ήταν δεμένο το κουτί με τις δισκέτες. Η γύμνια και η αδυναμία του. Τα μάτια του που με κοίταζαν με νόημα και για μια στιγμή τα είδα δακρυσμένα ή μήπως ήταν τα δικά μου δάκρυα; Πόσο μπορεί να μετράει το ανθρώπινο συναίσθημα σε μια τέτοια στιγμή όπου ανατρέπεται η ατομικότητα και ο χρόνος; Άραγε είχε μετανιώσει;

Στάθηκε πάνω στο ίσιωμα, στο τελευταίο κομμάτι γης που θα πατούσε. Ποιος ξέρει αν τόλεγε για παρηγοριά ότι θα επέστρεφε. Γι αυτόν μια βεβαιότητα υφίστατο: κάποιοι άλλοι τον περίμεναν, νοήμονες οργανισμοί σε απροσδιόριστη μορφή και σχήμα.

Ο Θεοκλής κοίταξε προς τα πάνω όπως και οι υπόλοιποι παρατηρητές. Μόνον εγώ τον κοίταζα κατάματα προσπαθώντας να αποτυπώσω την ύστατη εικόνα του και να του δώσω το ύστατο βλέμμα συμπαράστασης.

Στην αρχή νόμιζα ότι θα κατέβει ένας ανεμοστρόβιλος, μια θύελλα που θα τον έπαιρνε μαζί της. Όμως, όπως μου είχε εξηγήσει ο ίδιος, το ηλεκτρομαγνητικό νεφέλωμα που ταξίδευε ποιος ξέρει από πότε με κατεύθυνση τη γη, είχε καθορισμένη στιγμή άφιξης και φυσικά δεν θα γινόταν αντιληπτό γιατί ήταν μη ορατό στο ανθρώπινο μάτι.

Κλονίστηκα. Πήγα να φωνάξω, να τον αποτρέψω...

Όμως εκείνος σε ένα κλείσιμο του βλεφάρου, όσο κρατάει ένα χιλιοστό του δευτερόλεπτου έσβησε. Χάθηκε. Το αόρατο κύμα ήρθε και τον τύλιξε και τον εξαφάνισε. Αποστέλλοντάς τον Εκεί. Απομείναμε να κοιτάμε το κομμάτι του ορίζοντα που αντιστοιχούσε στον όγκο του. Τετέλεσται. Τίποτα άλλο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στο σκηνικό της φύσης. Οι επισκέπτες έμειναν άφωνοι, ίσως να μην είχαν πιστέψει αυτό που είδαν και κοίταζαν ακόμη στα ουράνια.

Κάποιος υπεύθυνος της βάσης ήρθε και με συνόδεψε ως την προβλήτα. Έπρεπε να φύγω από δω. Μου δώσανε και μια μικρή τσάντα με τα προσωπικά χαρτιά του αδελφού μου αλλά κανείς δεν τόλμησε να μου πει ότι θα τα χρειαζόταν στο γυρισμό του. Για μας από δω και πέρα δεν θα υπήρχε "ο γυρισμός του"

Ξαναμπήκα στην υποβρύχια κάψουλα σαν ναρκωμένος και έκλεισα τα μάτια μου. Προς στιγμή νόμισα ότι ταξίδευα μαζί με τον Θεοκλή στο πουθενά και στο παντού. Η μόνη μου παρηγοριά ότι ταξίδευε στο χαώδες σύμπαν παρόλο που εκείνος δεν θα χρησιμοποιούσε ένα τέτοιο επίθετο. Στο σύμπαν υπάρχει δομή και τάξη μόνον. Αμφέβαλλα. Μέσα μου είχα ανάμικτα και άτακτα συναισθήματα κιας λέγανε ότι είμαστε μικρογραφία των συμπαντικών δεδομένων.

Όταν γύρισα στο λιμάνι του Πόρτο Λάγος ήταν και πάλι νύχτα. Στο λιμεναρχείο έλαμπαν φώτα και το λιμάνι είχε ασυνήθιστα μεγάλη κίνηση. Κατά την αναχώρησή μου, ένα βράδυ νωρίτερα, είχα δει καναδυό καράβια μόνο. Πήγα να βρω τον αξιωματικό φίλο μου. Αντ'αυτού βρήκα κάποιον άλλον λιμενικό που με πληροφόρησε ότι ο φίλος μου μετατέθηκε στη Μαρώνεια, πριν ένα χρόνο. Μα είχαμε βρεθεί πρόσφατα, γκρίνιαξα. Ο αξιωματικός γέλασε και μου έδειξε το ημερολόγιο στον τοίχο. Πανικόβλητος είδα ότι είχε περάσει ακριβώς ένας χρόνος. Κάποιο λάθος είχε γίνει. Ένας χρόνος; Για να φτάσω ως το νησάκι;

Και τότε θυμήθηκα τα λόγια του αδελφού μου. Ότι σ'εκείνο το νησί δεν υφίστατο ο γήινος ωρολογιακός χρόνος. Γιατί σ' εκείνο το κομμάτι γης, στη μέση του Ιερού Τριγώνου, συνεχιζόταν η ατέρμονη συνέχεια του Κόσμου. Αυτή ήταν η μοναδικότητά του. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Εγώ πάντως έδειχνα όπως ξεκίνησα. Ήμουν όμως έτσι; Γύρισα σπίτι. Μια άλλη έκπληξη. Η γυναίκα μου είχε επιστρέψει και με περίμενε. Πίστευε ότι θα εμφανιζόμουν επειδή στο φαξ γράφτηκε ένα μήνυμα ότι δεν έπρεπε να στενοχωριούνται γιατί θα γύριζα σε ένα χρόνο. Ο "άγνωστος αποστολέας" μου γλύκανε την καρδιά.

Αγκάλιασα τον γιο μου που ήταν ήδη δυο χρονών και με συγκίνηση άκουσα το όνομά του. Θεοκλής. Ποιανού ιδέα ήταν ; Η γυναίκα μου με κοίταζε με κατανόηση. Λες η διαίσθησή της να είχε καταλάβει τα πάντα;

Χρόνια που πέρασαν, ο γιος μου μεγάλωνε κι εγώ καθόμουν να του διηγούμαι ιστορίες από τα διαβάσματά μου που τώρα είχαν γίνει συστηματικά. Ο μικρός με ρωτούσε για τον Θείο του. Με ρωτούσε πού βρισκόταν και πότε θα τον γνώριζε. Και κάθε φορά που πρόφερε το όνομα του θείου του, άστραφτε το πρόσωπό του, και έπαιρνε μια έκφραση που θύμιζε καταπληκτικά τον Θεοκλή.

Ένα βράδυ κάτω από τον έναστρο ουρανό δεν άντεξα και του έδειξα τα αστέρια.

"Εκεί μέσα βρίσκεται ο Θείος σου. Πολύ μακριά, μπορεί όμως και δίπλα μας. Εδώ ανάμεσά μας".

Και ο μικρός έδειξε να καταλαβαίνει. Στα δέκα του χρόνια σηκώθηκε και έτρεξε πέρα από τον κήπο, βγήκε στον δρόμο εκεί που άρχιζε η αποξηραμένη λίμνη και η νύχτα αγκάλιαζε το απέραντο. Έτρεχε φωνάζοντας, "Θείε Θεοκλή. Μην κρύβεσαι. Σε βλέπω. Πάρε με μαζί σου θείε, μην κρύβεσαι..."

Δημοσιεύτηκε στον τόμο Ελληνικά Διηγήματα Επιστημονικής Φαντασίας, Αίολος 1995. Μεταφράστηκε στα αγγλικά για έκδοση Greek Fantasy (Daedalus 2004) από τον David Conolly.