Πρόδρομος Μάρκογλου

Στην κατάμεστη αίθουσα του 1ου ορόφου του κτιρίου  της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών, η Βιβλιοθήκη σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο «Επικαιρότητα» διοργάνωσαν την Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008, μία ποιητική βραδιά αφιερωμένη στον Πρόδρομο Μάρκογλου. Για τον ποιητή και το έργο του μίλησαν ο Νίκος Φαλαγκάρας και ο Σάκης Αραμπατζής ενώ ο ίδιος ο ποιητής μίλησε για τα παιδικά του χρόνια στην Καβάλα της κατοχής και απήγγειλε ποιήματά του.

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου ανήκει στη Δεύτερη Μεταπολεμική γενιά, της «χαμένης γενιάς» όπως την αποκάλεσαν, στριμωγμένης ανάμεσα στους μεγαλύτερους της Πρώτης και τους θορυβώδεις της γενιάς του ’70 ή της αμφισβήτησης.

Στην περίπτωση του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου (γενν. Καβάλα, 1935) επιβεβαιώνεται η άποψη ότι κάθε συγγραφέας, όσα βιβλία κι αν γράψει στη ζωή του, ουσιαστικά γράφει ένα και μοναδικό βιβλίο. Είτε επιλέγει την αφαιρετική γλώσσα της ποίησης είτε τη σχετική άνεση που παρέχει η πεζογραφία, από την πρώτη του ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι» (1962) μέχρι το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Καταδολίευση», αναφέρεται, κατά περίπτωση από διαφορετική οπτική, στη στενών οριζόντων ασφυκτική ζωή της ελληνικής επαρχίας πριν από μισό αιώνα, με τα συλλογικά οράματα, τα ατομικά όνειρα, τις διαψεύσεις των κοινωνικών και των προσωπικών προσδοκιών.

Ο ίδιος ο ποιητής αναφερόμενος στο ποιητικό του έργο σε παλαιότερη συνέντευξη στην Εφημ. «ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ» επεσήμανε: «Το σύνολο των ποιημάτων μου τα έχω στεγάσει κάτω απ' τον τίτλο "Έσχατη υπόσχεση". Γιατί; Επειδή πάντα οι άνθρωποι ήθελαν να βλέπουν και να προσδοκούν σε ένα βάθος χρόνου ή μη χρόνου την επίγεια ζωή τους να αποκαθαίρεται από όλα τα δύσμορφα, επίφοβα κι επίπονα στοιχεία της. Έτσι, σχηματικά οι Έλληνες είχαν τα Ηλύσια Πεδία, οι Χριστιανοί τον Παράδεισο και οι Επαναστατημένοι άνθρωποι τη μεγάλη ουτοπία της αταξικής κοινωνίας. Καλύτερη ζωή σαν δογματική, κοινωνική ή μεταφυσική φόρμουλα δεν υπάρχει. Είμαστε έγκλειστοι στον πλανήτη Γη. Υπάρχει όμως η αναζήτηση, ο αγώνας, η γνώση, η κατανόηση, η πραότητα και η αγάπη που μπορούν να αλλάξουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Η απληστία δεν οδηγεί πουθενά. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να δομηθεί μια άλλη κοινωνία».

 

Εφημερίδα Ελευθερία Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2008

 

Φωτογραφίες από την εκδήλωση

 










 

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Καλωσορίζω τον κ. Μάρκογλου και τον ευχαριστώ ειλικρινά για την ευγενική εκ μέρους του ανταπόκριση στην πρόσκλησή μας ώστε να βρεθεί σήμερα στην πόλη μας. Η εξαιρετικά τιμητική για τους διοργανωτές αλλά και για όλους μας αυτή επίσκεψη καθεαυτή αποτελεί, αναμφισβήτητα μοναδικό πνευματικό και πολιτισμικό γεγονός.

Αφιερωμένη, λοιπόν, η σημερινή εκδήλωση στην ποιητική υπόσταση του Πρόδρομου Μάρκογλου, γιατί υπάρχει και η πεζογραφική, ομοούσια και αδιαίρετη, ομόλογη και ομότιμη με αυτή (την ποιητική), εκ των πραγμάτων, λειτουργεί, και ως μια εστία - ευκαιρία για σκέψη και προβληματισμό γύρω από το τι εστί ποίηση. Στο, εύλογο και πάντα επίκαιρο αυτό, ερώτημα είναι αναγκαίο και χρήσιμο, νομίζω, να ανιχνεύσουμε, όλως ενδεικτικά, την κρίση και τον λόγο κάποιων αρμοδιότερων ημών.

Ο Αργεντινός ποιητής και πεζογράφος Χόρχε Λουίς Μπόρχες, το 1967, σε μια διάλεξή του, είχε επισημάνει ότι «η προσπάθεια να προσδιοριστεί ο ορισμός της ως αντιδιαστολή προς την πεζογραφία μόνο αμηχανία δηλώνει. «Αν πρέπει να ορίσω την ποίηση», λέει ο Αργεντινός συγγραφέας, «και νιώθω κάπως αμήχανα γι’ αυτό, λέω κάτι όπως: «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους». Αυτός ο ορισμός μπορεί να είναι αρκετά καλός για ένα λεξικό ή ένα εγχειρίδιο, αλλά όλοι νιώθουμε πως είναι κάπως αδύνατος. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο - κάτι που θα μπορούσε να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε όχι μόνο προσπαθώντας να γράψουμε ποίηση, αλλά και να την ευχαριστιόμαστε, και να νιώθουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτήν. Αυτό είναι ότι ξέρουμε τι είναι ποίηση. Ξέρουμε τόσο καλά που δεν μπορούμε να το ορίσουμε με λέξεις, όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τη γεύση του καφέ, το κόκκινο ή το κίτρινο χρώμα, την έννοια του θυμού, της αγάπης, του μίσους, της ανατολής, του ηλιοβασιλέματος. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που μπορούν να εκφραστούν μόνο με εκείνα τα κοινά σύμβολα που μοιραζόμαστε. Έτσι, γιατί να χρειαστούμε άλλες λέξεις;» (Π. Μπουκάλας, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9-1-2007).

Ο Μεξικανός ποιητής και δοκιμιογράφος, νομπελίστας, Οκτάβιο Πας παρατηρεί ότι «η ανάγνωση ενός ποιήματος συνδέει τον αναγνώστη με μια ζώνη δια-προσωπική και, με την ακριβή σημασία της λέξης, άπειρη. Ακόμη, συνεισφορά της ποίησης στην ανασύσταση μιας νέας πολιτικής σκέψης δεν είναι νέες ιδέες αλλά κάτι πιο πολύτιμο και εύθραυστο: η μνήμη. Με το στόμα του ποιητή μιλάει, όχι γράφει, η άλλη φωνή. Το άκουσμα αυτής της φωνής είναι το άκουσμα του ίδιου του χρόνου, του χρόνου που περνά κι ωστόσο ανακυκλώνει κρυστάλλινες συλλαβές. (Η ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ).

Ο πρόσφατα αποδημήσας ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας σημειώνει ότι «στην ποίηση απ’ όλα τα στοιχεία που συμβάλλουν, προκύπτει μια νέα μορφή (αν προκύψει) που αλλάζει την οπτική και φιλοδοξεί με την ανάγνωση να αναμοχλεύσει στην ψυχή του αναγνώστη παρόμοιες εμπειρίες, «μη με ρωτάτε τι είναι η ποίηση / Πέστε μου μόνο τι θα ΄ταν η ζωή / δίχως αυτή. Άλλη δικαιοσύνη απαιτεί και άλλη υποταγή επιβάλλει η ποίηση». (Περιοδικό ΕΛΙ-ΤΡΟΧΟΣ, Φθινόπωρο 1994).

Ο ίδιος, τώρα, ο Πρόδρομος Μάρκογλου στη δική του προσέγγιση σημειώνει σχετικά σε ένα μικρό δοκίμιο που το επιγράφει ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ: «η ποίηση είναι η φύρα του χρόνου. Του χρόνου που μας περιέχει και τον περιέχουμε. Το ποίημα είναι ο αντιδραστήρας, εκεί ο ποιητής απελευθερώνει, μέσα στα δυναμικά πεδία της γλώσσας, την πυρηνική ενέργεια των λέξεων. Η ενδοχώρα των λέξεων, καθώς ο ποιητής την εξερευνά, οδηγεί στα ακρότατα σημεία του αισθήματος και της ουσίας».

Όλες αυτές οι επιγραμματικές σκέψεις που σταχυολόγησα για τις ανάγκες της σημερινής εκδήλωσης, και ανεξάρτητα από το πώς προσεγγίζει και αξιολογεί κανείς τον κλασικό πια και πολυχρησιμοποιημένο ίσως στίχο του Τίτου Πατρίκιου ότι «κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα», που κατά τη γνώμη μου διαγράφει τα ακρότατα όρια και τις δυνατότητες της ποίησης, νομίζω ότι συγκλίνουν σε ό,τι αφορά την ουσία της ποίησης και συγκροτούν το στίγμα της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εν τέλει, θα λέγαμε, σχηματικά και επιγραμματικά, παραπέμπουν και υποδεικνύουν ως ασφαλέστερο κώδικα ορισμού και ερμηνείας της ποίησης κάτι απλό αλλά συγχρόνως και δύσκολο: την ανάγνωση, την οικείωσή μας μαζί της, έτσι ώστε να μοιραστούμε με τον ποιητή τις λέξεις, που «πρέπει σαν πρόκες να καρφώνονται να μην τις παίρνει ο άνεμος», όπως λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης (ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971, ΣΤΙΓΜΗ), τα σύμβολα, τα συναισθήματα, τον στοχασμό. Μόνο μέσα από αυτά τα στοιχεία, ίσως κατορθώσουμε να ξεκλειδώσουμε το μυστήριο που περιβάλλει την ποίηση και να επικοινωνήσουμε μαζί της ουσιαστικά, πέρα από μεταφυσικές ή άλλου είδους αναφορές και αναγωγές.

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου γεννήθηκε το έτος 1935 στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Εργάσθηκε σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 έχει εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Στα γράμματα πρωτοεμφανίσθηκε το 1962 με την ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι». Έκτοτε ευδόκιμα θητεύει στην ποίηση, ενώ από το 1980 αρχίζει να δημοσιεύει εξ ίσου άρτια και αξιόλογα πεζά κείμενα (διηγήματα καθώς και μικρά δοκίμια). Έργα του (ποιητικά και πεζά) έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά, πολωνικά και ρουμανικά. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Κατατάσσεται στην κατηγορία των ποιητών της ήττας (με πιο γνωστό όνομα του Μανόλη Αναγνωστάκη). Έναν όρο που εισηγήθηκε ο ποιητής και κριτικός Βύρων Λεοντάρης το 1962, μέσα από το περιοδικό «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ», με αποτέλεσμα να αναταράξει τα μέχρι τότε φαινομενικά ήρεμα νερά του πνευματικού κόσμου της Αριστεράς. Αναφέρεται, ως γνωστόν, (ο εν λόγω όρος) στο ρεύμα των ποιητών, που στη δεκαετία του 1950, αποτυπώνουν τον ποιητικό τους λόγο εν αναφορά και στο σχεδόν αποπνικτικό κλίμα της βαθιά οδυνηρής εμφυλιακής και μεταπολεμικής εμπειρίας με τη σύγχρονη διάψευση ορισμένων συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ιδανικών, στην οποία διάψευση, ευθαρσώς και εντίμως, οι ποιητές αυτοί αναγνωρίζουν και καταλογίζουν συν-ευθύνη και της δικής τους πολιτικής παράταξης. Προσπαθούν, δια μέσου της τέχνης τους, να την ερμηνεύσουν και να την αποτιμήσουν. Συγχρόνως δε, διαβλέπουν και επισημαίνουν, με δικαιολογημένη ανησυχία και όχι αδιαμαρτύρητα, τη με ραγδαίους ρυθμούς εξελισσόμενη διαδικασία «εκπολιτισμού» και «εκσυγχρονισμού», που μεταπολεμικά σφραγίζει την πορεία της χώρας μας, με κύρια χαρακτηριστικά συμπτώματά της την τυφλή και στείρα δυτικοποίηση, την ερήμωση της υπαίθρου με τη μετανάστευση, την άναρχη αστικοποίηση, τη με κάθε μέσο και κόστος τουριστικοποίηση, την αλλοτρίωση, την καταστροφή του φυσικού τοπίου κ.λπ.

Το ποιητικό έργο του Μάρκογλου έχει, βέβαια, μελετηθεί επισταμένα και αξιολογηθεί επαρκώς από τους ειδικούς, οι οποίοι έχουν εκφέρει επ’ αυτού έγκυρη και υπεύθυνη κρίση. Η δική μας αναφορά, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι γενική, αποσπασματική και κατ’ ανάγκην με πολλά δάνεια στοιχεία, γιατί πρώτον, ο ομιλών τουλάχιστον δεν ανήκει στην κατηγορία των ειδημόνων περί τα ποιητικά πράγματα και κατά δεύτερο λόγο, τα στενά όρια μιας εκδήλωσης, όπως η σημερινή, δεν θα επέτρεπαν ειδικές και εκτενείς αναλύσεις.

Ο Ανέστης Ευαγγέλου, ποιητής και ο ίδιος, διακρίνει στην ποίηση του Μάρκογλου «καταγραφές της καθημερινής μας αλλοτρίωσης, μαρτυρίες δραματικές, και από πρώτο χέρι, της καταπίεσης, της στρέβλωσης και, τελικά, της αλλοίωσης της ανθρώπινης ουσίας μας μέσα σε «σκληρές συνθήκες», αλλά και ντοκουμέντα-με τη γνώση και την αγάπη- μιας όρθιας στάσης μέσα στον χαλασμό. Τα ποιήματα του Μάρκογλου έχουν τη ζεστασιά της ανθρώπινης κραυγής, της καταβολής, μέσω της γραφής, της ίδιας της ζωής του ποιητή». (Αν. Ευαγγέλου, «Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου. Ένας αυθεντικός ποιητής της κοινωνικής οδύνης», Κατάθεση ΄73 Αθήνα 1973, σ. 397-407)

Ο καθηγητής Ευριπίδης Γαραντούδης χαρακτηρίζει τον Πρόδρομο Μάρκογλου, «ως έναν από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, της γενιάς των απόηχων της ήττας της Αριστεράς, που κατέγραψαν με ποιητικά μέσα, που δραματοποίησαν κυρίως τη σύγχρονή τους κοινωνική πραγματικότητα, αφήνοντας όμως συνάμα, μέσα από την καταγραφή των οδυνηρών αυτών βιοτικών και ψυχολογικών συνεπειών, να αναδύεται η ψυχική αντοχή και το πεισματικό κουράγιο των επιγόνων της ήττας, καθώς και η ελπίδα ενός νέου οράματος. Η γενέτειρά του, η Καβάλα, στάθηκε για τον ποιητή βιωματική πηγή, όπως και χώρος της αριστερής ιδεολογικής διαμόρφωσής του και μήτρα της ψυχολογικής συγκρότησής του. Πρόκειται για την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Καβάλα των ξεριζωμένων προσφύγων που ζητούν να ξαναριζώσουν σε νέα χώματα και των κοινωνικών συγκρούσεων και αγώνων. Από τη μια οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες της μεγάλης πληθυσμιακής μάζας των καπνεργατών, από την άλλη οι αποκλειστικά πλουτοθηρικές βλέψεις των ολίγων καπνεμπόρων αποτέλεσαν εστία μόνιμης κοινωνικής έντασης». (Επεξεργασμένη μορφή ομιλίας σε δύο τιμητικές εκδηλώσεις για τον ποιητή στην Καβάλα, 8-12-1998 και  26-1-1999).

Ο κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Αράγης, από την πλευρά του, αξιολογεί την ποίηση του Μάρκογλου ως «ποίηση τραυματικών εμπειριών, πίκρας, διαμαρτυρίας, ανταποκρινόμενη στον όρο της αισθητικής πραγμάτωσης. Μια ποίηση που δεν παραδίνει εύκολα τα μυστικά της στον αναγνώστη. Ποίηση αξιώσεων που αξίζει να σκύψει κανείς επάνω της με επιμονή και αγάπη, γιατί αντιπροσωπεύει μια γνήσια φωνή και βιωματικές καταστάσεις μιας ξεχωριστής ιδιοσυγκρασίας». (Περιοδικό ΝΕΟ ΕΠΙΠΕΔΟ, Αθήνα Μάρτιος 1996).

Οι πικρές λοιπόν εν πολλοίς εμπειρίες και τα βιώματα από τον τόπο της καταγωγής σημαδεύουν τον Μάρκογλου ως άνθρωπο και βέβαια προσανατολίζουν και προσδιορίζουν την ποιητική του διαμόρφωση και συγκρότηση. Ζει και δραστηριοποιείται πνευματικά στον απόηχο (των μεταπολεμικών) πολιτικοκοινωνικών τρικυμιών και παθών που εκτινάσσονται πέρα και πάνω από κάθε νηφάλια προσπάθεια για σκέψη, κρίση, αντιπαράθεση. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο προβληματισμός που έχει ως αντικείμενο το καθημαγμένο πρόσωπο όχι μόνο της ηττημένης και διωκόμενης Αριστεράς, αλλά συνολικά της ελληνικής μεταπολεμικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Στα ποιήματά του εγγράφεται η ιστορική μνήμη, αφού η ιστορία με τα γνωστά «καμώματά» της στιγμάτισε δεινά και ανεξίτηλα τη γενιά του. Την έφερε προ φοβερών αδιεξόδων.

Η ποιητική του γραφή, παρά την οδύνη που εκφράζει από μια βαθιά ανεπούλωτη πληγή που προκάλεσαν οι ανεκπλήρωτοι οραματισμοί της νιότης του, διαπνέεται,  έντονα και συνολικά, από την αγωνία αλλά και την πίστη στην αξία της ζωής και του διαρκούς αγώνα για την καλυτέρευσή της. Εκεί αποβλέπουν η οργή, η διαμαρτυρία, η καίρια παρέμβαση μέσω του στίχου. Αλλιώς δεν έχει λόγο να γράφει και να δημοσιεύει. Έτσι απαντάται, εν τοις πράγμασι και επαρκώς, και το ερώτημα του Γιάννη Ρίτσου: «πού τελειώνει το χρέος και πού αρχίζει η ποίηση;» («Ένα γράμμα του Γ. Ρίτσου για την ποίησή του» στο περιοδικό «Ο Πολίτης», τεύχος 109, 19-12-1990, σελ. 52).

Ο Μάρκογλου, θα λέγαμε συνοψίζοντας, οικοδομεί τον ποιητικό του λόγο πάνω στα στέρεα θεμέλια, αφενός της πονεμένης καταγωγής (γονείς πρόσφυγες) και αφετέρου στις τραυματικές εμπειρίες, τις αντιφάσεις και τα πολλαπλά αδιέξοδα της ελληνικής μεταπολεμικής πραγματικότητας. Όλα αυτά αρμονικά συναρτώνται και συμπλέκονται με την αυτονόητη και διακριτική συνδρομή του ταλέντου του και έτσι τον διαμορφώνουν και τον καθιερώνουν ως δημιουργό που κατορθώνει να εκφράσει με επάρκεια την εποχή του, γιατί επιδιώκει να βρίσκεται μέσα στα ρεύματα των σημαντικότερων ιδεολογικών αισθητικών και τεχνικών αναζητήσεων των συγχρόνων του. Ως πνευματικός δημιουργός και ευαίσθητος πολίτης, παρακολουθεί, σταθερά και εκ του σύνεγγυς, τα τεκταινόμενα, τα προσλαμβάνει, τα εσωτερικεύει και τα επεξεργάζεται για να τα αναπροβάλει μέσα από τους στίχους του, εκπέμποντας το δικό του ευδιάκριτο και θετικό, θεωρώ, μήνυμα με αποδέκτη τον ανήσυχο και επαρκή αναγνώστη - κοινωνό του έργου του.

«Οι ποιητικές του συλλογές που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα  είναι οι εξής:

 

1) 1962 Έγκλειστοι, Καβάλα,

2) 1965 Χωροστάθμηση, Καβάλα,

3) 1971 Τα κύματα και οι φωνές, Θεσσαλονίκη,

4) 1975 Το δόντι της πέτρας,

5) 1980 Συνοπτική διαδικασία,

1984 Έσχατη υπόσχεση (1958-1978,) «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη,

6) 1989 Πάροδος Μοναστηρίου, «Στιγμή», Αθήνα,

1993 Σημειώσεις για ποιήματα που δεν γράφτηκαν, «Χειρόγραφα», Θεσσαλονίκη,

7) 2002  Ονείρων κοινοκτημοσύνη.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΕΠΑΜ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

 

Πρόδρομος Μάρκογλου, ο ποιητής της οδύνης

Μέσα από την ποίηση αναδύεται η αίσθηση του ανυπεράσπιστου προσώπου

Αφετηρία του ενδιαφέροντος του ομιλούντα για την ποίηση του κ. Μάρκογλου υπήρξε η μελέτη της ιστορίας του εμφυλίου πολέμου.

Για έναν μελετητή που δεν έχει ζήσει, ούτε καν τον απόηχο, των τραγικών γεγονότων της δεκαετίας του ’40, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσει να κατανοήσει, το φανατισμό, το απύθμενο μίσος, την ένταση και το πάθος που αυλάκωνε τις ψυχές αυτών που ενεπλάκησαν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο στην εξέλιξη του δράματος της εμφύλιας σύρραξης.

Η ιστορία, στην οποία και υποχρεούται να περιηγηθεί ο καθείς ενδιαφερόμενος, στέκεται στα γεγονότα, τα διερευνά, τα αποτιμά, τα τοποθετεί στον διεθνή περίγυρο και αποδελτιωμένα τα παραδίδει στον αναγνώστη. Τα πρόσωπα ανώνυμα ή και επώνυμα, κρίνονται ως μονάδες ενταγμένες μέσα σε συλλογικότητες που σύρονται από τον ρου της Ιστορίας.

Αντιθέτως με την Ιστορία η ποίηση κατά πρώτο λόγο (η λογοτεχνία κατά δεύτερο) απομονώνει το πρόσωπο, του δίνει οντότητα, περιεχόμενο, ρόλο, καθιστώντας το πρωταγωνιστή του δράματος. Το απογυμνώνει και το εκθέτει με τρόπο πολλές φορές βίαιο, στα μάτια του κοινού.

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση του απογυμνωμένου, του ανυπεράσπιστου και ηττημένου προσώπου, όπως αναδύεται μέσα από την κόλαση της εμφύλιας αναμέτρησης, αλλά και μέσα από τα ερείπια που θα αφήσει πίσω της…

αίσθηση φοβερή που θα κατατρέχει για ατέλειωτα χρόνια τις μνήμες όσων πρωταγωνίστησαν…

αυτήν λοιπόν την αίσθηση αναζήτησα στην ποίηση, για να δώσω απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονταν με το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον.

Πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά,

κοινή συνισταμένη τους η σπαρακτική κραυγή αγωνίας

Ξεκίνησα, την περιδιάβαση, εστιάζοντας την προσοχή μου στους κυριότερους εκφραστές της γενιάς που είθισται να χαρακτηρίζεται ως η πρώτη ποιητική μεταπολεμική γενιά. Ο όρος της ποιητικής γενιάς παρότι είναι γενικώς αποδεκτός επιδέχεται αρκετές επί μέρους ερμηνείες και θεωρήσεις, αφού το ηλικιακό κριτήριο δεν αποτελεί από μόνο του ασφαλές μέτρο ταξινόμησης των δημιουργών. Παρεισφρύουν σειρά άλλων δεδομένων και παραμέτρων που από ένα σημείο και μετά καθιστούν περισσότερο υποκειμενική την αξιολόγηση.

Οι Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Σινόπουλος, Λειβαδίτης, για να αναφερθώ στους επιφανέστερους εκπροσώπους αυτής της γενιάς, μετουσιώνουν, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο τις ανεπούλωτες πληγές του εμφυλίου σε στίχους πλημμυρισμένους από την αίσθηση της σκοτεινότητας, του κενού, της αυτοκριτικής διάθεσης, του αβάσταχτου πόνου για τα «όνειρα που δεν κατοικήθηκαν ποτέ» (χαρακτηριστικός στίχος του Σινόπουλου).

Η βαθιά ενδοσκόπηση ανείπωτης θλίψης για τους χαμένους συντρόφους, για την ήττα και τα ανεκπλήρωτα οράματα, μετουσιώνεται στο πέρασμα των χρόνων σε μια εσωστρεφή παρατήρηση μίας κοινωνίας σε διαρκή κρίση, που αναζητώντας το δρόμο της διαρρηγνύει με απίστευτη βαναυσότητα τους δεσμούς της με το παρελθόν.

Σ’ αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης πορείας τους, συναντάται, τέμνεται, συνευρίσκεται η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά.

Η γενιά αυτή, πού εμφανίζεται στο κατώφλι της δεκαετίας του ’60, δημιουργεί μία νέα ενότητα εξόχως ενδιαφέρουσα, με διακριτά και αναγνωρίσιμα στοιχεία, τα οποία και σηματοδοτούν τη συνολικότερη παρουσία της. 

Κυριότεροι εκφραστές αυτής της θεματικής ενότητας, με αποκλειστικό κριτήριο την υποκειμενική αξιολόγηση, είναι οι:

Μάρκογλου, Νικηφόρου, Ρουμελιωτάκης, Καραβίτης, Κόρφης, Λυκιαρδόπουλος, Νεγρεπόντης, Τσακνιάς, Βιστωνίτης, Ασλάνογλου, Λεοντάρης.

Στους παραπάνω θα μπορούσαμε να περιλάβουμε, αυθαιρετώντας ίσως,  τους Κλείτο Κύρου και Θανάση Κωσταβάρα, των οποίων το θεματικό εύρος της ποιητικής τους δημιουργίας ξεκινά από την πρώτη μεταπολεμική γενιά αλλά αγκαλιάζει τη δεύτερη στην οποία και δείχνει να προσιδιάζει περισσότερο. Εδώ είναι, άλλωστε, που παρεμβαίνει το υποκειμενικό στοιχείο της ανάγνωσης, στο οποίο αναφερθήκαμε πρωτύτερα.

Ο ποιητικός λόγος αυτής της γενιάς, εμφανώς διαφοροποιημένος από αυτόν των προκατόχων τους, ενδύεται μια περισσότερο λυρική διάθεση, γίνεται περίτεχνος, εμπλουτίζεται εκφραστικά, αποκτά παραβολικό χαρακτήρα. Όμως στο βάθος διαπερνάται από την ίδια σπαρακτική κραυγή αγωνίας, πάλλεται από το ίδιο ακριβώς συναίσθημα της δημιουργικής ενδοσκόπησης, που διακρίναμε στην πρώτη γενιά.

Ενδεικτικά επιλέγουμε και παραθέτουμε κάποιους στίχους, από το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας της γενιάς που προαναφέραμε,  που δίνουν το στίγμα αυτής της  θεματικής ενότητας:

«… Ο κόσμος έγινε μια κόγχη αδειανή…

…το τρόπαιο της πίστης μας η χλεύη του κενού…

…οι φίλοι φυτεμένοι σ’ άγονα χώματα μες στον αργό τους θάνατο επιζούνε…

…καίνε τα μάτια. Προχωράς με τη γνώση σφιγμένη στα δόντια…

…κουραστήκαμε. Άλλο δε μπορούμε σ’ αυτόν τον τόπο εδώ που η ιστορία αναβλύζει σε κάθε μας βήμα…»

Συνεπαρμένος από τη δύναμη των στίχων, σπαράγματα ψυχής θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε,  δύναμη που θυμίζει τον διαπεραστικό ήχο του ανέμου μέσα από τις κλειστές γρίλιες των παραθύρων στην καρδιά του χειμώνα, θέλησα να επιμείνω στην ανάγνωση, παρατείνοντας την μοναδική αίσθηση που εξέπεμπε αυτή η περιήγηση. Αίσθηση θλίψης, ανείπωτης οδύνης, βαθιάς μελαγχολίας, καίριας αμφισβήτησης και ενδοσκόπησης.

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση δύο ήταν οι ποιητές που μου την προσέφεραν απλόχερα. Πρωτίστως ο Πρόδρομος Μάρκογλου και δευτερευόντως ο Κλείτος Κύρου.

Η σύντομη αναφορά μας στο κύριο σώμα του έργου του ενός εκ των δύο, του κ. Πρόδρομου Μάρκογλου, καθώς και στα κύρια χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου της γενιάς του, έχει ως κύρια συνισταμένη την κριτική παρουσίαση του Γιώργου Αράγη, διατυπωμένη ως εισαγωγή στο βιβλίο με τον τίτλο «η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά», από τις εκδόσεις «Παρατηρητής».

Σύμφωνα, λοιπόν με τον Αράγη η δεύτερη μεταπολεμική γενιά αισθάνθηκε αλληλέγγυα και , συναισθηματικά, πολύ κοντά στην πρώτη. Με τη διαφορά ότι η πρώτη, έστω και για λίγο, ανέβηκε στη σκηνή και έζησε έντονα το ρόλο του πρωταγωνιστή της ιστορίας, Κάτι που σημάδεψε ανεξίτηλα τον ψυχισμό των δημιουργών της. Η δεύτερη γενιά στερήθηκε ουσιαστικά κάθε ενεργό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της χώρας. Κι αυτό σημαίνει πως η γενιά αυτή δεν πήρε ποτέ θέση στο προσκήνιο της ιστορικής συνέχειας. Πορεύτηκε σαν «παρίας» της ιστορίας και είναι σαν να παίχθηκε πάνω στο σώμα της μια παρτίδα αλλότριων σκοπών.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Λυκαρδιόπουλος στο «ραγισμένο ταμπούρλο»:

«…Όταν ήρθαμε υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα

Αποδεκατισμένα στα υπόγεια καταφύγια του στίχου…

…δεν πρόλαβες τίποτα

ανταύγειες μόνο

κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει το όνειρο και η τρέλα

ανταύγειες από μία μάχη που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα…

 

Πρόδρομος Μάρκογλου

«Ναυαγός της ιστορίας κωπηλατεί στην εκκωφαντική σιωπή»

 

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ένας από τους επιφανέστερους εκφραστές αυτής της γενιάς ανήκει στην κατηγορία αυτών που μέσα από το έργο τους εκφράζουν τη στενή σχέση παρελθόντος και παρόντος.

Το παρελθόν εκφράζεται με τρόπο οργανικό. Δεν αποτελεί παρά την ερμηνεία μιας βαθύτατης αίσθησης που μετουσιώνεται σε στίχους:

«Σε κρατούσα από το χέρι,

σου λέγα για τα χρόνια τα σκοτεινά

αυτά που εσύ δεν γνώρισες…

τα αισθήματα είναι περιττά είπες σε τι μας χρησιμεύουν…

και εγώ σώπαινα νοιώθοντας να βουλιάζουν μέσα μου τα λόγια

να σωρεύονται ογκόλιθοι,

στο χάσμα το μεγάλο της γενιάς μου πού πίστεψε,

της δικής σου γενιάς που χλεύασε»

Το παρόν εκφράζεται με την κατηγορηματική άρνηση. Άρνηση στους προκαθορισμένους όρους του παιχνιδιού.

«Αυτή η ζωή δεν είναι για μας

δεν είναι για κανένα μας

αυτή η ευτέλεια,

θα ζήσουμε όπως εμείς ξέρουμε

κι ας φθάσουμε στην τέλεια απόγνωση

κι ας καρπωθούνε ακόμα και την απελπισία μας οι άλλοι,

μέσα στη μέθη του κέρδους,

δεν θα υποψιαστούν την αγάπη μας

την απέραντη χώρα που εδραιώνουμε

σταγόνα σταγόνα χύνοντας

το αίμα μας». 

 

Η άρνηση δηλώνει μια στάση ζωής όπου δε γίνεται δεκτή η παραχάραξη των αξιών και η υποκριτική ιδιοτέλεια των κατεστημένων.

Η στάση του αυτή εκφράζεται στο ποιητικό του έργο μέσα από δύο βασικά δεδομένα. Από την κοινωνική οπτική γωνία του ποιητικού εγώ και από τις συνθήκες της εποχής του.

Η κοινωνική οπτική γωνία του ποιητικού εγώ, του Μάρκογλου, δεν προϋποθέτει μια στενά οριοθετημένη ιδεολογία. Αντίθετα πρόκειται για ένα εγώ αριστερής ιδεολογικής απόκλισης, αλλά ανένταχτο, η στάση του οποίου υπήρξε απόρροια οδυνηρών εμπειριών και όχι δοσμένων δοξασιών.

Είναι ακριβώς αυτό το εγώ, που αντιστέκεται στο περιβάλλον που διαμορφώνουν οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες.  Ένα περιβάλλον εχθρικό, άνυδρο, σκληρό, που αλέθει συνειδήσεις, αξίες, οράματα, ιδέες, ένα περιβάλλον που ωθεί στην ένδεια και την παραίτηση. Η αντίδραση του ποιητή είναι η ευθεία, η μετωπική, η αιχμηρή  έκφραση των συναισθημάτων του. Συναισθήματα αγωνίας, οργής, πικρίας, χαραγμένα βαθιά πάνω στις λέξεις. Λέξεις που ο ποιητής λαξεύει υπομονετικά, πριν τις δώσει την τελική μορφή.

Το κύριο χαρακτηριστικό της μορφής που προσλαμβάνει, εντέλει, το ποιητικό αντικείμενο είναι η αποσπασματικότητα και η μερική αφαίρεση. Πρόκειται στην ουσία για μια ιδιότυπη και προσωπική τεχνική που συνδυάζει την εκδοχή της σπασμένης εικόνας και των πολυεπίπεδων, πολυπρισματικών αναφορών, δίνοντας έτσι την εικόνα ενός κατακερματισμένου κόσμου που ζει χωρίς αυταπάτες και φενακισμούς. 

  

Ιδού ένα μικρό δείγμα:

 

«…Λέξεις πυροδοτούν τα μάτια

Στην άσφαλτο και το σκοτάδι

Θρυμματισμένα χέρια στον τόρνο και την πλάνη

Ομίχλη σε ρείθρα και οικόπεδα

Ο χρόνος πάλι στον πάγο

Πρόσωπα στο γκρίζο φως και βήχουν

Ξανά σκοτάδι άδειο

Ηδονικά φαντάσματα γυναίκες λησμονημένες

Συγκλονιστικές φωνές ερειπωμένες…»

Η μύηση στο έργο του κ. Μάρκογλου συνιστά πραγματικά μια ιδιαιτέρως δελεαστική πρόκληση, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται αναζητώντας νέα δύσβατα μονοπάτια. 

Υπάρχουν όμως και τα χρονικά όρια, στενά εκ των πραγμάτων, τα οποία δεν μας δίνουν μεγάλα περιθώρια. Εξάλλου αυτό που προέχει είναι να ακούσουμε τον ίδιο τον δημιουργό.

Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, πριν κλείσω, να κάνω έναν τελευταίο σταθμό σ’ αυτή την περιήγηση και να σταθώ  στο τελευταίο ποιητικό του έργο, αυτό που κυκλοφόρησε το 2002 με τον εξαιρετικό τίτλο «ονείρων κοινοκτημοσύνη».

Θα σας διαβάσω αποσπάσματα από κείμενο του Μάκη Καραγιάννη, που ανακάλυψα στο διαδίκτυο αναζητώντας υλικό για τον κ. Μάρκογλου. Πρόκειται για ένα από τα μεστότερα κείμενα που έπεσαν στη αντίληψή μου,  το οποίο καταφέρνει να δώσει με τον πληρέστερο ίσως τρόπο την εικόνα που αναδύεται από την ανάγνωση αυτής της τελευταίας ποιητικής συλλογής. Το σημαντικότερο όμως είναι, πως η αυτή ακριβώς η εικόνα που μας δίνει ο Καραγιάννης αντικατροπτίζει το σύνολο του ποιητικού του έργου.

Στο «ονείρων κοινοκτημοσύνη» η ελπίδα εξαντλείται. Ότι μένει από το παρελθόν είναι μια γεύση στυφή. «Σαν μια χούφτα άμμου στο στόμα». Κι αν τα οράματα είναι συλλογικά η παραδοχή είναι ιδιωτική και βασανιστική. Το ποιητικό εγώ στέκεται απορημένο και παγωμένο μπροστά στο τοπίο του σήμερα αθροίζοντας τις ήττες.

Ο λόγος του ποιητή εξομολογητικός, επανέρχεται και πλαγιοκοπά το θέμα από διαφορετικές πλευρές.

Στο πρώτο ενικό σπουδάζει τη σιωπή, ερμηνεύει τον κόσμο, αναμετράται με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της νύχτας, ενώ η χρήση του πρώτου πληθυντικού παραπέμπει στην κοινοκτημοσύνη των λεηλατημένων ονείρων.

«τη σιωπή διεκδικώ, κομμάτια των σκοτεινών ονείρων… έκτοτε όλα τα ποιήματα φτιαγμένα είναι από τις πλάνες μας».

Και κλείνει ο Καραγιάννης με μία παράγραφο, στην οποία ανασυνθέτοντας στίχους του ίδιου του ποιητή, καταφέρνει με εκπληκτική σαφήνεια να σκιαγραφήσει το ποιητικό του εγώ.

Ο ποιητής

«Έγκλειστος της μοναξιάς ανασυνθέτει το παρελθόν στο ραγισμένο είδωλο της ουτοπίας. Ναυαγός της ιστορίας κωπηλατεί στην εκκωφαντική σιωπή και στου τίποτα τη σκοτεινή βεβαιότητα».

Οι στίχοι δεν ανατρέπουν καθεστώτα, έγραφε ο Πατρίκιος.

Μπορούν όμως να διαμορφώνουν συνειδήσεις και αυτό είναι σίγουρα ανατροπή.

 

Κώστας Πασχάλης