Παρουσίαση Βιβλίου της Χρύσας Μελκίδη "Τα Μουσουλμανικά Μνημεία της Ξάνθης"

 

Ομιλία Χρύσας Μιλκίδη στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών 20.3.2009

Στις Σέρρες φαίνεται να αλλάζει κάτι στο θέμα της αντιμετώπισης των Οθωμανικών Μνημείων. Θα το δείξει βέβαια η πορεία αλλά είναι μάλλον ενθαρρυντικό το ότι ξεκίνησε ήδη ένας ουσιαστικός διάλογος με πρωτοβουλία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και πολιτών αλλά και τη συμμετοχή τοπικών πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων όπως του Περιφερειακού και Νομαρχιακού Τμήματος του Τ.Ε.Ε, του Συλλόγου Φίλων Γραμμάτων & Τεχνών, της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών, του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ν. Σερρών και της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης.
Η παρουσία πολλών Σερραίων και η συμμετοχή τους στο διάλογο έδειξε την ανάγκη έκφρασης των πολιτών πάνω σε ένα θέμα που χρόνια τώρα παραμένει στο περιθώριο και από ορισμένες πλευρές αντιμετωπίζεται με προκατάληψη, ταμπού και ιδεοληψίες.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009 στο Αμφιθέατρο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης με θέμα την παρουσίαση του βιβλίου της Αρχιτέκτονος Μηχανικού και Διδάκτορος Τουρκολογίας Χρύσας Μελκίδη «Τα Μουσουλμανικά Μνημεία της Ξάνθης» (Έκδοση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος).
Η παρουσίαση αποτέλεσε αφορμή για μια ουσιαστική συζήτηση για την ανάγκη διάσωσης και αξιοποίησης της Οθωμανικής Κληρονομιάς των Σερρών.
Παρουσία του Νομάρχη Σερρών κ. Στέφανου Φωτιάδη που χαιρέτησε την εκδήλωση, μελών του Νομαρχιακού συμβουλίου, εκπροσώπων των συνδιοργανωτών φορέων και πλήθους κόσμου, το θέμα αναπτύχθηκε από την κυρία Θεανώ Γεωργιάδου Αρχιτέκτονα Πολεοδόμο, την κυρία Ευαγγελία Κ. Χατζητρύφωνος Αρχιτέκτονος Μηχανικού, Διδάκτορα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και Προέδρου της Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας «ΑΙΜΟΣ» για τη μελέτη της Μεσαιωνικής Αρχιτεκτονικής των Βαλκανίων και την συγγραφέα κ. Χρύσα Μελκίδη. Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο Διευθυντής Πολιτισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών κ. Βαφειάδης Βασίλης.
Ο Νομάρχης Σερρών κ. Στέφανος Φωτιάδης στο σύντομο χαιρετισμό του αναφέρθηκε στην βούληση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούν τα θέματα Αρχαιολογίας του Νομού και βεβαίως αυτά των Οθωμανικών Μνημείων σε συνεργασία τόσο με την ΚΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων όσο και με την 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην ευθύνη της οποίας είναι και τα Οθωμανικά Μνημεία.
Ο Πρόεδρος του Νομαρχιακού Τμήματος Σερρών του Τ.Ε.Ε κ. Σταύρος Λογοθετίδης τόνισε τις θετικές παρεμβάσεις του Τ.Ε.Ε αλλά και την σπουδαιότητα της συγκεκριμένης έκδοσης.
Χαρακτηριστικά της ανάγκης διάσωσης και ανάδειξης των Μνημείων είναι πολλά σημεία των εισηγήσεων καθώς και η αναφορά των εισηγητών στους λόγους που δεν αντιμετωπίστηκαν έως σήμερα με τον τρόπο που θα τους άξιζε.
Συγκεκριμένα για τα μνημεία των Σερρών η κ. Χρύσα Μελκίδη ανέφερε:
«Θεωρώ αυτό που γίνεται απόψε εδώ ως ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή δεν έχει τον χαρακτήρα μιας εκδήλωσης, που μου όφειλαν κατά κάποιο τρόπο οι Σέρρες, αφού η πόλη δεν είναι το αντικείμενο του βιβλίου μου, ούτε η γενέτειρά μου, ούτε καν η έδρα του εκδότη. Γι’ αυτό, έχω την γνώμη ότι αποτελεί παραγωγή πολιτισμού, επειδή είναι το αποτέλεσμα ενεργοποίησης συνειδήσεων. Σας συγχαίρω λοιπόν γι’ αυτό και σας ευχαριστώ θερμά τόσο για την εξαιρετική τιμή, όσο και για την ουσιαστική υποδοχή, που φαίνεται στην εντυπωσιακή συμμετοχή τόσων τοπικών φορέων στην ομάδα των διοργανωτών.
Ευχαριστώ και αυτούς που παρουσίασαν το έργο μου, προσωπικά τα είπα μέσα από το βιβλίο. Θα σας πω όμως μερικά πράγματα που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά και τα οποία συνδέουν την δουλειά μου με την τοπική εδώ πραγματικότητα, αρχίζοντας από τα γενικότερα προς τα μερικότερα, ώστε να έχουμε μακροσκοπική εποπτεία των θεμάτων.
Είμαι βέβαιη ότι πάρα πολλοί από σας ίσως είναι η πρώτη φορά που ακούν τον όρο «ελληνική τουρκολογία». Οι τουρκολογικές σπουδές στην Ελλάδα, παρά την προτεραιότητα πρώτης γραμμής στην εξασφάλιση επιστημονικών εργαλείων, που απαιτούν τα συμφέροντα της χώρας, βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης. Αυτό δεν είναι φαινόμενο μόνο ελληνικό. Οι μνήμες των απελευθρωτικών αγώνων για την δημιουργία των σημερινών, εθνικών κρατών στην περιοχή μας είναι ακόμη νωπές, γι’ αυτό τα τελευταία εκατό χρόνια από την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, σε καμμία από τις Βαλκανικές χώρες δεν παρατηρήθηκε εκδοτική δραστηριότητα με αντικείμενο οθωμανολογικό, με εξαίρεση την Βοσνία – Ερζεγοβίνη τα τελευταία δέκα χρόνια. Στην χώρα μας δυό–τρεις πρόσφατες περιγραφικού περιεχομένου εκδόσεις εμφανίσθηκαν τελευταία και ένα – δύο άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά σχετικού περιεχομένου.
Αντίθετα, άλλες χώρες, ευρωπαϊκές και υπερατλαντικές, επενδύουν μεγάλα ποσά και ανάλογες υποδομές στην τουρκολογική έρευνα, για να υποστηρίξουν τις πολιτικές υπεράσπισης των στρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων τους στην ευρωπαϊκή περιοχή της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας και την σημερινή Τουρκία. Ο Ολλανδός τουρκολόγος καθηγητής Μάϊκλ Κίελ χρηματοδοτήθηκε από τρία ολλανδικά και δύο βρεττανικά ερευνητικά κέντρα για έξι χρόνια, με πέντε ταξίδια στην Βόρεια Ελλάδα, για να τεκμηριώσει με δύο άρθρα τα οθωμανικά μνημεία εδώ των Σερρών και της Κομοτηνής, τα οποία έχει δημοσιεύσει από το 1971. Για τον ίδιο λόγο, πριν από λίγες μέρες, με αφορμή το βιβλίο, έγινα αποδέκτης σχετικού ενδιαφέροντος, από ερευνητικούς κύκλους του πανεπιστημίου του Graz της Αυστρίας.
Ξέρω ότι και εδώ στις Σέρρες, όπως και στην υπόλοιπη χώρα, η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου έχει πολύ μικρή γνώση για το Ισλάμ και μη αντικειμενική, επιστημονική γνώση για την οθωμανοκρατία. Ο όρος «τουρκοκρατία» αναφέρεται πάντα με ενδόμυχη αποστροφή, ακριβώς επειδή η βάση της γνώσης μας για τους Τούρκους δεν καθορίζεται από την επιστημονική γνώση, αλλά είναι συναισθηματική, που ανακυλώνεται ως τέτοια από τα κάθε φορά αρνητικά δεδομένα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αγνοείται συστηματικά η ιστορική αλήθεια, ότι ο οθωμανικός πολιτισμός είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης των παλαιότερων παραδόσεων των σελτζούκων τούρκων, με τα σημαντικότερα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού σε όλα τα επίπεδα. Σύνθεση φυλετική, πολιτική, θρησκευτική, με την δημιουργία του ισλαμοχριστιανικού ρεύματος του μπεκτασσισμού μέχρι και στην ιθύνουσα οθωμανική τάξη, στις επιστήμες, π.χ. στο δίκαιο και φυσικά στον πολιτισμό. Ενδεικτικά σας αναφέρω την μουσική, όπου η ισλαμική μουσική του μυστικιστικού τάγματος των μεβλεβήδων επιρρέασε την λόγια, την επώνυμη δηλ. μεταβυζαντινή μουσική, τις επιδράσεις της οποίας ακούμε όλοι μας σήμερα στο ρεμπέτικο. Επίσης αναφέρω την αρχιτεκτονική, που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: Π.χ. το παλιό τουρκικό σελτζουκικό τζαμί δεν έχει τρούλλο, τον απέκτησε μετά την κατάκτηση του Βυζαντίου. Λίγοι γνωρίζουν ότι ο τρούλλος των οθωμανικών τζαμιών, όπως εδώ στις Σέρρες, δεν είναι τουρκική επινόηση, αλλά αποτελεί την δική μας συμμετοχή, όπως και συχνά η δομική τεχνολογία, οι αναλογίες και οι γενικότερες αρετές, στην δημιουργία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Έτσι, στην συνείδησή μας δεν έχουμε εντάξει στην ιστορία μας την οθωμανική περίοδό της, όπως κάναμε π.χ. με την ρωμαϊκή. Ταυτίζουμε κάθε τι ισλαμικό ή οθωμανικό με το «κακό τουρκικό», εκχωρώντας τα όλα στους Τούρκους,
Η νοοτροπία αυτή διατρέχει διαχρονικά όλες τις βαθμίδες της ελληνικής κοινωνίας, από την χαμηλότερη μέχρι την κορυφή, είναι καταστροφική και εκφράζεται σε ορισμένα σημεία. Ένα απ’ αυτά είναι η διαχείριση των μνημείων, για την οποία θα σας πω παρακάτω. Το σημαντικότερο όμως και γενικότερο είναι ότι, αυτό που πιστεύουμε εμείς (ότι κάθε ισλαμικό ή οθωμανικό είναι τουρκικό), το λέει και η τουρκική προπαγάνδα στους μη τουρκογενείς μουσουλμάνους της Θράκης (Πομάκους και Ρωμά). Το αποτέλεσμα είναι να τους δημιουργεί εθνική τουρκική συνείδηση και έτσι να συγκροτεί εκ των πραγμάτων εθνική τουρκική μειονότητα στην Θράκη. Πάνω σε αυτό θεμελιώνουν και τις εδαφικές τους διεκδικήσεις στην περιοχή, εξουδετερώνοντας και μέσα από το κοινοτικό δίκαιο την συνθήκη της Λωζάνης (που μιλά για θρησκευτικές και όχι εθνικές μειονότητες στις δύο χώρες). Αυτό δεν φαίνεται άμεσα εδώ, αφού δεν υπάρχει μουσουλμανική μειονότητα, φαίνεται όμως παντού στην χώρα στην απειλή της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας, στις αμυντικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού που πληρώνουμε όλοι, στους πόρους που στερεί από την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια, τις δημόσιες επενδύσεις, τον πολιτισμό κ.λπ., καθώς και σε όποιο κόστος μπορεί να συνεπάγεται η εξέλιξη του προβλήματος.
Και τώρα στα μνημεία. Μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, η διαπολιτισμικότητα στον τρόπο αξιολόγησης και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εξακολουθεί κατά κανόνα να εξαιρεί από την ματιά της τα διασωθέντα δείγματα του οθωμανικού πολιτισμού. Όταν ήρθα εδώ στις Σέρρες, με δέχθηκαν άνθρωποι ευγενείς και ευαίσθητοι, που με ξενάγησαν σε όλους σχεδόν τους αρχαιολογικούς χώρους. Έτσι, έκανα μια περιήγηση και είχα μια συνοπτική αλλά μακροσκοπική ματιά στην πόλη. Γνωρίζω τα ισλαμικά μνημεία από την βιβλιογραφία, όμως η οπτική εντύπωση είναι χαρακτηριστική. Μνημεία εξαιρετικά, που αποτελούν σπάνια δείγματα, από τα αρχαιότερα ισλαμικά της Ευρώπης. Με εξαίρεση το μπεζεστέν και το Ζιντζιρλί τζαμί, όλα τα υπόλοιπα, τζαμιά, λουτρά, σημαντικά δείγματα κατοικιών της όψιμης οθωμανοκρατίας που δημιουργούν σύνολα, είναι σε κατάσταση που αυθόρμητα με έκαναν να σκεφτώ ότι η πόλη, στο πεδίο αυτό, έδινε την εικόνα σαν να μη ήθελε να θυμάται, σαν να προσπαθούσε να ξεχάσει ένα κακό παρελθόν.
Είμαι και εγώ παιδί προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, όπως πιστεύω και πολλοί από σας σ’ αυτήν την αίθουσα. Ξέρω ότι το παρελθόν για το οποίο μιλάμε, άφησε πολλές και βαθειές συναισθηματικές, τραυματικές εμπειρίες και πρέπει να σας ομολογήσω ότι και εγώ πέρασα από κάποια στάδια μέχρι να βρω το θάρρος να ακουμπήσω το χέρι μου εκεί ακριβώς που μας πονάει. Αυτό έγινε δυνατό με την απόκτηση της ιστορικής γνώσης για το τί ακριβώς συνέβη, πώς συνέβη, πού και γιατί, με άλλα λόγια όταν προσπάθησα να αποκτήσω προσωπική άποψη για την «τουρκοκρατία», όπως την λέμε. Δεν διακατέχομαι από κανενός είδους εθνικιστικές τάσεις, όμως διεκδικώ τα πνευματικά μου δικαιώματα από την συνεισφορά του πολιτισμού μου στην δημιουργία του οθωμανικού πολιτισμού, πρώτον επειδή μου ανήκουν και δεύτερον για να τα διαχειρισθώ σε όφελος δικό μου και όχι να τα οικειοποιούνται και να τα διαχειρίζονται άλλοι σε βάρος μου.
Ως τέτοια λοιπόν σας προτείνω να δούμε τα μνημεία εδώ, δηλαδή και ως δικά μας, αφού έχουν, ας πούμε, τις πατέντες μας, τις οποίες τις βάλαμε οι ίδιοι, καθώς είναι γνωστό ότι αρχιτέκτονες και οικοδόμοι ήταν ταυτόχρονα και χριστιανοί και μουσουλμάνοι, καθώς και ότι πολλοί απ’ τους τελευταίους ήταν εξισλαμισμένοι χριστιανοί, φορείς της βυζαντινής παράδοσης, όπως ο Σινάν ή παιδιά μικτών γάμων από ελληνίδες μητέρες. Όποιος λοιπόν έχει τις πατέντες, έχει και τα δικαιώματα.
Οι Σέρρες έχουν πολλά και σημαντικά οθωμανικά μνημεία. Είναι γνωστό ότι η πόλη κατακτήθηκε το 1383 από τον Χαϊρεντίν Καρά Χαλίλ Τσανταρλί και τον Εβρενός Μπέη, πορθητή του Ελληνικού χώρου, εξισλαμισμένου βυζαντινού άρχοντα Αβρανέζη. Από τότε έγιναν η έδρα του και ορμητήριο της τουρκικής εξάπλωσης. Είχαν μεγάλη στρατηγική σημασία για τους Τούρκους την εποχή της κατάκτησης, για την θέση και την οικονομική σημασία τους λόγω της σημαντικής αγροτικής τους περιοχής. Για να τις κατακτήσουν άφησαν την Ξάνθη ως φόρου υποτελή από το 1373 ως το 1383.
Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄(1362 – 1389) υποχρέωσε πολυάριθμους Γιουρούκους να μεταναστεύσουν από το εμιράτο του Σαρουχάν και να εγκατασταθούν στην περιοχή των Σερρών το 1385 , σε έγγραφο μάλιστα του 1388 σώζονται ονόματα εποίκων που προέρχονταν από πόλεις της Μ. Ασίας (το Τοκάτ, την Αμάσεια, το Κίρσεχιρ, την Καισάρεια, τη Νίκσαρ και την Άγκυρα).
Ο Τσανταρλί ήταν ο πρώτος μεγάλος Βεζύρης (πρωθυπουργός) του νεαρού Οθωμανικού κράτους, πέθανε στις Σέρρες το 1387 και ενταφιάσθηκε στην έδρα της οικογένειάς του, την Νίκαια. Έχτισε στις Σέρρες το Εσκί Τζαμί που καταστράφηκε από πυρκαϊά το 1719. Η οικογένειά του κατείχε μέχρι τα τέλη του 16ουαι. σημαντική θέση στην οθωμανική διοίκηση και κυβέρνηση στον βαθμό του πρωθυπουργού σε τρεις διαδοχικές γενεές και άλλα πολύ υψηλά αξιώματα (στην θέση του Μπεηλέρμπεη της Αν. Ανατολίας ή Συρίας, ή του υπουργού οικονομικών, Καδή ή γενικού Γραμματέα κάποιας σημαντικής επαρχίας.)
Στα τέλη του 15ου αι. οι Σέρρες ήταν έδρα της Οθωμανίδας πριγκίπισσας Σελτζούκ Χατούν, κόρης του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄, καθώς είχε παντρευτεί ως πρώτο σύζυγο τον Φερχάτ από την Τρεμπίνιε της Ερζεγοβίνης, τον διοικητή δηλαδή του σαντζακιού, του οποίου πρωτεύουσα ήταν οι Σέρρες. Ζούσαν εδώ με τον γιό τους Χουσρέφ, που έγινε αργότερα ο φημισμένος κυβερνήτης Γαζή Χουσρέφ Μπέης της Βοσνίας, εγκατεστημένος στο Σαράγιεβο το 1521 – 1541, όπου ίδρυσε πλήθος υπάρχοντα και σήμερα λαμπρά αρχιτεκτονικά δημόσια ιδρύματα. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Φερχάτ, η πριγκίπισσα Σελτζούκ παντρεύτηκε τον Μεχμέτ Μπέη, γιυό του τότε πρωθυπουργού Αχμάντ Πασά και μαζί προίκισαν τις Σέρρες με σημαντικά δημόσια ιδρύματα (μεταξύ αυτών και το μπεζεστένι των Σερρών, του 15ου αι.) και βακούφια για την συντήρηση και την λειτουργία τους. Το ίδιο έκαναν αργότερα εδώ στις Σέρρες και η κόρη τους Νεσλισάχ Σουλτάν με τον ετεροθαλή αδελφό της Γαζή Χουσρέφ Μπέη της Βοσνίας.
Τα ισλαμικά μνημεία των Σερρών είναι από τα αρχαιότερα της Ευρώπης, από τα σημαντικότερα στο είδος τους στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, σχεδόν μοναδικά στον ελληνικό χώρο, επειδή είναι από τα τελευταία της πρώιμης οθωμανικής περιόδου, από την οποία έχουν σωθεί ελάχιστα. Το Ζιντζιρλι τζαμί είναι κτισμένο στο τελευταίο μέρος του 16ου αι. Το Μεχμέτ Μπέη είναι ένα από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων εκτός αυτών της Αδριανούπολης και Κωνσταντινούπολης. Του Μουσταφά Μπέη είναι το παλαιότερο, έργο του 1519.
Στις Αρχές 16ου αι. οι Σέρρες είχαν πληθυσμό 6000 κατοίκους, τεράστιο για την εποχή στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, που οι μεγάλες ακόμα πόλεις αριθμούσαν μόλις μερικές εκατοντάδες κατοίκους. Αυτό το λαμπερό πρόσωπο της πόλης δεν υπάρχει, δεν φαίνεται πουθενά στην ορατή φυσιογνωμία των Σερρών. Αντιθέτως, η κατάσταση ορισμένων από τα ισλαμικά μνημεία είναι αποκαρδιωτική, καθώς είδα και άγριους κισσούς να ριζώνουν επάνω σε αξαίσια μάρμαρα, επιταχύνοντας την διάβρωσή τους. Είναι επιτακτική ανάγκη άμεσα να καθαριστούν προσεκτικά, πάντα με την καθοδήγηση αρχαιολόγου και να αποκατασταθούν, με νέες, σύγχρονες χρήσεις.
Ωστόσο, το θέμα της διαχείρισης των μνημείων είναι συνολικό. Χρειάζεται η διάσωση και αποκατάστασή τους, αλλά και παρεμβάσεις υποδομής, που θα αναδεικνύουν, θα κάνουν δηλαδή ορατό ή αντιληπτό με λειτουργικό τρόπο το ιδιαίτερο πρόσωπο της φυσιογνωμίας της πόλης. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι γι’ αυτό: η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, οι τοπικές αναπλάσεις, η διάσωση, αποκατάσταση και ένταξη στον περιβάλλοντα χώρο των μνημείων αξιόλογων ή κατάλληλων κτιρίων συνοδείας, όπως για παράδειγμα τα σημαντικά χαρακτηριστικά σπίτια που είδα, της όψιμης οθωμανικής περιόδου γύρω από το λουτρό της Καμενίκαιας, που δημιουργούν ένα αρχαιολογικό, αρχιτεκτονικό σύνολο εκεί.
Γι’ αυτό οι Σέρρες χρειάζονται μία έρευνα, μια ανάλυση σαν αυτήν της Ξάνθης, που παρουσιάζεται απόψε, η οποία θα εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία, που θα χρησιμοποιηθούν ως βάσεις της αξιοποίησης. Πρέπει να σας πω ότι τα μνημεία ενσαρκώνουν ιστορικά γεγονότα και αντίστοιχες ανθρώπινες συμπεριφορές. Η αναστήλωσή τους και οι συνοδευτικές παρεμβάσεις έχουν στόχο την εικονική αναπαράσταση αυτών των γεγονότων και των συμπεριφορών, που θα μπορούσα να το παρομοιάσω με ένα είδος ιστορικού ντοκυμαντέρ, με πραγματικές, τρισδιάστες εικόνες, που εκτυλίσσεται όχι επάνω σε μια οθόνη, αλλά μέσα στον ίδιο τον αστικό χώρο της πόλης. Η έρευνα αυτή θα ανακαλύψει και θα δείξει το άγνωστο οθωμανικό πρόσωπο της πόλης, σε σχέση με το προηγούμενο βυζαντινό και το νεώτερο και θα αποτελέσει την βάση επιλογής και εφαρμογής μέτρων. Αυτά τα μέτρα δεν είναι πάντα και υποχρεωτικά δαπανηρά, π.χ. μια ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων με παράλληλη πεζοδρόμηση, μια απλή, αλλά μελετημένη πλακόστρωση και λίγο πράσινο μπορούν να αλλάξουν δραστικά και αναπάντεχα καταστάσεις. Στο Ηράκλειο της Κρήτης πρόσφατα ενοποίησαν και πεζοδρόμησαν όλο το ενετικό κέντρο της πόλης, χωρίς να πειράξουν μαγαζιά, κατοικίες, δημόσια κτίρια κ.λπ., με εξαιρετικά αποτελέσματα. Το χαμάμ στο κέντρο της πόλης θα μπορούσε να αποκατασταθεί και να λειτουργήσει με σύγχρονη χρήση π.χ. πάλι πιθανώς ως ένα είδος αγοράς, αλλά με άλλους όρους. Για τις δραστηριότητες αυτές υπάρχουν και θεσμικά εργαλεία και υποδομές. Στην Ξάνθη λειτουργεί ένα από τα ινστιτούτα του δημόσιου ερευνητικού κέντρου «ΑΘΗΝΑ», που υπάγεται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το Ινστιτούτο Πολιτιστικής και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας, με το οποίο συνεργάζομαι ως επιστημονική συνεργάτις. Δεν εξασφαλίζει το ίδιο χρηματοδοτήσεις, αλλά διαχειρίζεται κονδύλια για λογαριασμό φορέων π.χ. από τις Περιφέρειες ή άλλες πηγές, ακόμη και από ιδιώτες χορηγούς, για έρευνα συνοδευόμενη από ψηφιακές εφαρμογές στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Θα μπορούσαμε λοιπόν να εκπονήσουμε μια τέτοια έρευνα στο ινστιτούτο σε συνεργασία και με τις αρχαιολογικές αρχές, με την προϋπόθεση να γίνει κάποια ψηφιακή εφαρμογή των αποτελεσμάτων της έρευνας. Το Ινστιτούτο δημιούργησε π.χ. σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών για την πόλη της Βέρροιας ηλεκτρονική τράπεζα πληροφοριών, όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα γνωστά στοιχεία για την ιστορία της πόλης, ή προχώρησε στην δημιουργία συστήματος ψηφιακής ξενάγησης στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης. Έχω φέρει μαζί μου σχετικό υλικό, μετά από ενημέρωση και συνεργασία που είχα με τον διευθυντή του ΙΠΕΤ, καθηγητή κ. Χ. Χαμζά, ειδικά για εσάς. Στην κατεύθυνση λοιπόν αυτή προτείνω όλες οι αυθεντικές εικόνες των Σερρών, που εκτίθενται απόψε, να φυλαχθούν σε ψηφιακή μορφή σε ένα ανάλογο αρχείο και να αποτελέσουν την βάση για την συγκρότηση ενός ιστορικού φωτογραφικού και εικονογραφικού αρχείου των Σερρών, το οποίο να συμπληρωθεί και να αποτελέσει τμήμα μιας ηλεκτρονικής τράπεζας πληροφοριών για τις Σέρρες, ύστερα από την απαιτούμενη επεξεργασία θεματικής, χρονολογικής ταξινόμησης κ.λπ. Η ενέργεια αυτή θα είναι επί πλέον μεγάλης σημασίας και για την υποστήριξη της έρευνας, για την οποία σας μίλησα προηγουμένως. Θα μπορούσαν επίσης να διατυπωθούν και προτάσεις σχετικές με τα μνημεία και την αξιοποίησή τους, σε ένα πλαίσιο βέβαια διαφορετικό από το σημερινό, ώστε να είναι πιο γόνιμες.
Και κάτι τελευταίο. Όσο ήμουν απασχολημένη με την συγγραφή του βιβλίου, δεν είχα τον χρόνο να σκεφτώ κάτι πέρα από το περιεχόμενό του. Όταν όμως αυτό μπήκε στο τυπογραφείο και, κυρίως, όταν τέθηκε σε κυκλοφορία, με κατέλαβε μια κρυφή, ενδόμυχη αγωνία, αν θα βρισκόταν κάποιος ή κάποιοι να «πιάσουν το μπαλλάκι» που πέταξα κάνοντας αυτήν την έρευνα. Ευχαριστώ τον Τάκη Χατζόπουλο και τον Βασίλη Βαφειάδη που το έκαναν.

Ευχαριστώ το Τ.Ε.Ε. που τίμησε την εργασία μου περιλαμβάνοντάς την στις εκδόσεις του και όλους εσάς για την αποψινή εμπειρία. Σας ευχαριστώ».

1. Κίελ σ. 430.
2. Μελκίδη 2007, σ. 31-32, Βογιχχτζής σ.352.
3. Γ. Βογιατζής, Η πρώιμη Οθωμανοκρατία, στην Θράκη, σ. 207, σημ 125.
4. Κίελ σ. 431.