Παρουσίαση βιβλίου του Κώστα Πασχάλη με τίτλο «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΜΕΙΝΕ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών, ο Σύλλογος Φίλων Βιβλιοθήκης Σερρών και οι εκδόσεις «ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ» διοργάνωσαν εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Κώστα Πασχάλη με τίτλο «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΜΕΙΝΕ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ ιστορικές μαρτυρίες για τον εμφύλιο» Το βιβλίο παρουσίασαν οι: Γιάννης Τσεβρεμές, Δρ. Ιστορίας του Α.Π.Θ., Στέλιος Μπουφίδης, δημοσιογράφος, συνεργάτης της ΕΡΑ ΣΕΡΡΩΝ και ο ίδιος ο συγγραφέας στην κατάμεστη αίθουσα του 1ου ορόφου της Βιβλιοθήκης την Τετάρτη 6 Απριλίου 2011.



«ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΜΕΙΝΕ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ ιστορικές μαρτυρίες για τον εμφύλιο»

Η απορία ήταν κοινή. Δική μου αλλά και της Μένης, της κόρης του Βαγγέλη Μητσίτσικα, με τον οποίο ο Κώστας Πασχάλης συναντιόταν κάθε εβδομάδα, απομονώνονταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού του και συζητούσαν. ‘ Μα τι λένε τόσες ώρες;’, αναρωτιόταν. Στα 75 ο πατέρας της, στα μισά του χρόνια ο Κώστας. Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε και τους δυο τους; Το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας δίνει απάντηση στο ερώτημα. Ο Βαγγέλης περιέγραφε τις περιπέτειες του στα βουνά των Σερρών στη μαύρη εποχή του εμφυλίου και ο Κώστας τις κατέγραφε. Από εκείνες τις συζητήσεις, οι οποίες ξεκίνησαν ως πληροφοριακό υλικό για τη βιογραφία του Βασίλη Ραφτούδη, που έγραψε ο Κώστας πριν από κάποια χρόνια, βγήκε το υλικό για το βιβλίο στο οποίο αναφερόμαστε.
Το βιβλίο «Το Όνειρο έμεινε Ακατοίκητο- Ιστορικές μαρτυρίες για τον εμφύλιο», περιλαμβάνει την δράση του Βαγγέλη Μητσίτσικα στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών, μέσα από τις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Οι αναδημοσιεύσεις από τις καταγραφές άλλων συναγωνιστών του ήρωα που το συνοδεύουν μας βοηθούν να έχουμε μια ευρύτερη και καλύτερη πληροφόρηση για τα όσα συνέβησαν στην περιοχή την ίδια περίοδο. Παράλληλα το κείμενο συνοδεύεται από αποσπάσματα μελετών για τον εμφύλιο και από τις δυο πλευρές, δημοσιευμάτων εφημερίδων της εποχής, εκθέσεων κλπ, πετυχαίνοντας έτσι να μας δώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαιναν τα γεγονότα που περιγράφονται αλλά και τις γενικότερες συνθήκες του εμφυλίου. Τέλος στις τελευταίες σελίδες της έκδοσης γίνεται μνεία πεσόντων μαχητριών και μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου , στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών, καθώς και Σερραίων πεσόντων σε άλλες περιοχές, ενώ στο παράρτημα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, χάρτες από τις περιοχές των Σερρών που αναφέρονται στο βιβλίο.
Έτσι αποκτά τη σημασία ενός σημαντικού ντοκουμέντου για τον εμφύλιο, που συμβάλλει στην μελέτη και την κατανόηση της περιόδου. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους «αξιοπρεπώς ηττηθέντες» και ο Βαγγέλης Μητσίτσικας είναι το παράδειγμα ενός από τους χιλιάδες που βρέθηκαν στην πλευρά των ηττημένων αλλά ακολούθησε στη ζωή του μια πορεία γεμάτη αξιοπρέπεια. Εμπνεύσθηκε, σε ηλικία 17 χρόνων, από τα οράματα μιας ελεύθερης και δημοκρατικής Ελλάδας, έδωσε με γενναιότητα και πείσμα τη μάχη του απλού αγωνιστή στον εμφύλιο, ακολούθησε τη μοίρα του στην Πολωνία, απομακρύνθηκε από την κομματική ζωή όταν το κόμμα δεν του απάντησε στα ερωτήματα του για τις ευθύνες μιας μάχης, επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση και χωρίς να «αξιοποιήσει» το αγωνιστικό του παρελθόν έδωσε την προσωπική του μάχη εργαζόμενος –με κλονισμένη υγεία- σε εργοστάσιο και στην καθαριότητα του δήμου για να συμπληρώσει τα απαραίτητα για την συνταξιοδότηση του ένσημα.
Όταν γνωρίστηκε με το συγγραφέα και κατάλαβε πως μπορούσε να του εκμυστηρευτεί τις αναμνήσεις του ξεκίνησε αυτή, η με την πρώτη ματιά παράξενη αλλά στην πραγματικότητα ουσιαστική, σχέση με το συγγραφέα. Ο Κώστας Πασχάλης, που μετά το βιβλίο του για τον Βασίλη Ραφτούδη μας παρουσιάζει το καινούργιο του βιβλίο δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας. Ένα ελεύθερος επαγγελματίας είναι, με τη διαρκή καθημερινή αγωνία και τρέξιμο για να καταφέρει να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Παρ’ όλα αυτά μας πρόσφερε δυο άρτια βιβλία, ασχολείται χρόνια με τη δημοσιογραφία (παλιότερα δημοσιεύοντας στη «Μάχη» και στο «Μετά», με εκπομπές στην ΕΡΑ Σερρών, με δημοσιεύματα του στην «Ελευθερία» σήμερα), δραστηριοποιήθηκε ως μέλος πολιτικού φορέα της αριστεράς, υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος και σύμβουλος στις δημοτικές εκλογές, διοργάνωσε εκδηλώσεις για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα, με δυο λόγια δεν είναι ο καθηλωθείς στον καναπέ αλλά ένας ενεργός πολίτης με την ουσιαστική σημασία του όρου.
Στο βιβλίο αυτό, δηλαδή, συναντήθηκε ο «αξιοπρεπώς ηττηθείς» με τον ενεργό πολίτη. Με αποτέλεσμα ένα βιβλίο άξιο να διαβαστεί και να υπάρχει σε κάθε βιβλιοθήκη.

Στέλιος Μπουφίδης
δημοσιογράφος



 

 

Η ομιλία του Ιωάννη Τσεβρεμέ, Δρ Νεότερης Ιστορίας του Α.Π.Θ.

Πέντε περίπου χρόνια πριν, το 2006, ο Κώστας Πασχάλης δημοσίευσε την αξιολογότατη ιστορική βιογραφία «Βασίλης Ραφτούδης 1914 – 1948», η οποία πραγματεύονταν τη πορεία ενός σπουδαίου Σερραίου αγωνιστή και καπετάνιου του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ από τη νεότητά του στα μεταβατικά χρόνια του Μεσοπολέμου έως το τέλος της ζωής του κατά τη δραματική δεκαετία του 1940. Στα πλαίσια εκείνης της ερευνητικής εργασίας, ο συγγραφέας είχε την ευκαιρία να συναντήσει, να συνομιλήσει και να καταγράψει τις μαρτυρίες ενός πλήθους αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για τη συγγραφή της βιογραφίας του Βασίλη Ραφτούδη. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν και ο μαχητής του ΔΣΕ Βαγγέλης Μιτσίτσικας, με τον οποίο ο συγγραφέας ανέπτυξε σταδιακά μια σχέση αλληλοεκτίμησης, εμπιστοσύνης και φιλίας παρά τη σημαντική διαφορά ηλικίας.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια πρώτη μεθοδολογική παρατήρηση σχετικά με τη χρήση και τους περιορισμούς της προφορικής συνέντευξης και κατ’ επέκταση της προφορικής Ιστορίας. Είναι απολύτως απαραίτητη κατά τη γνώμη μου η ανάπτυξη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ερευνητή και του ιστορικού υποκειμένου που παραχωρεί τη συνέντευξη, γιατί χωρίς αυτή την προϋπόθεση η γλώσσα δεν λύνεται εύκολα ή ακόμη και αν λυθεί αποκρύπτει σκοπίμως κάποιες δυσάρεστες ή όχι τόσο διακριτικές λεπτομέρειες της προσωπικής και συλλογικής δράσης. Όπως κάποιος συλλέκτης γραπτών πηγών δεν θα έδινε τις πιο σπάνιες, τις πιο πολύτιμες ακόμη και τις πιο αμφιλεγόμενες σε κάποιον τυχαίο ερευνητή που δεν θα γνώριζε και δεν θα εμπιστευόταν, έτσι και ο παραχωρών μια προφορική συνέντευξη δεν θα άνοιγε απλόχερα το παράθυρο της ζωής του σε ξένα και αδιάκριτα βλέμματα. Από την άλλη πλευρά, η σχέση ερευνητή και ιστορικού υποκειμένου δεν θα πρέπει να γίνεται τόσο στενή ώστε να φθάνει στην ταύτιση και στην άκριτη αποδοχή όλων των λεγομένων. Είναι αναγκαίο να τηρείται η χρυσή ισορροπία της «Κριτικής και της Συμπάθειας». Με πιο απλό και γλαφυρό τρόπο θα έλεγα ότι η ζωντανή, ομιλούσα και άμεση ιστορική πηγή μας παρέχει έναν πολύ γοητευτικό αλλά και γλιστερό δρόμο στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας – στο βαθμό που αυτή μπορεί να οριστεί φιλοσοφικά – και στη λαϊκή γλώσσα θα την παρομοίαζα με μια ξυλόσομπα, στην οποία αν πας πολύ κοντά και την ακουμπήσεις θα καείς ενώ αν μείνεις πολύ μακριά είναι σίγουρο ότι θα κρυώσεις! Κατά τη διάρκεια της μελέτης των χειρογράφων αλλά και των διορθώσεων που είχα την ευκαιρία να εντοπίσω και να προτείνω στο συγγραφέα, έμεινα με την εντύπωση ότι ο Κώστας Πασχάλης πέτυχε σε ικανοποιητικό βαθμό αυτή την αναγκαία ισορροπία και απέφυγε να ταυτιστεί με το υποκείμενό του αλλά και δεν κράτησε μια τόσο απόμακρη θέση που δεν θα του επέτρεπε να εισχωρήσει στην ουσία και στο πνεύμα των καιρών αλλά και της προσωπικής διαδρομής του Μιτσίτσικα. Μάλιστα η βελτίωση που πέτυχε ο Κώστας ήταν θεαματική σε σχέση με το πιο πρωτόλειο έργο του σχετικά με το Ραφτούδη, σε επίπεδο που να περνάει πια από την ιστοριοδιφική – λογοτεχνική αφήγηση σ’ εκείνο της σύνθεσης μιας στιβαρής και ρέουσας ιστορικής μαρτυρίας – μονογραφίας.

Σημαντική ήταν η συμβολή του Μιτσίτσικα στην ολοκλήρωση της ιστορικής βιογραφίας του Βασίλη Ραφτούδη. Ωστόσο, μετά από πολλές συζητήσεις με τον ερευνητή, έγινε φανερό ότι κατείχε έναν ανεξάντλητο πλούτο πληροφοριών και ενθυμήσεων σχετικά με την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος δεν περιορίζονταν μόνο στα βιογραφικά του Ραφτούδη αλλά μπορούσαν να προσφέρουν μια ολοκληρωμένη προφορική μαρτυρία σχετικά με το αντάρτικο στην περιοχή των Σερρών αλλά και ευρύτερα του μακεδονικού χώρου. Ευτυχώς η οξύνοια και η προϋπάρχουσα εμπειρία του Κώστα Πασχάλη στο πεδίο αυτό της ιστορικής έρευνας, δεν αφήσαν την ευκαιρία να πάει χαμένη, πολύ περισσότερο δε όταν ο αγωνιστής Μιτσίτσικας βρίσκονταν ήδη κοντά στο τέλος της ζωής του. Η συστηματική καταγραφή και ηχογράφηση της ιστορικής μαρτυρίας του Βαγγέλη Μιτσίτσικα ξεκίνησε στις αρχές του Χειμώνα του 2006 και ολοκληρώθηκε στο τέλος της Άνοιξης του 2007. Λίγους μήνες αργότερα, το Φθινόπωρο του 2007, ο Μιτσίτσικας έφυγε από τη ζωή ενώ η πολύτιμη ιστορική του μαρτυρία είχε μόλις διασωθεί από τον Κώστα Πασχάλη σε μια σειρά από δέκα κασέτες, συνολικής διάρκειας έξι περίπου ωρών. Η απομαγνητοφώνηση και η πρώτη επεξεργασία του υλικού έγινε μέσα στο 2008 και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, κάτι που είναι εντυπωσιακό εάν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο συγγραφέας δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός και δεν ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το αντικείμενο, αντιθέτως δε διατηρεί ιδιωτική επιχείρηση και παρουσιάζει σημαντική δραστηριότητα στα κοινά και στην καθημερινή πραγματικότητα της τοπικής κοινωνίας των Σερρών. Και μόνο αυτό δείχνει το βαθμό της ερευνητικής του συνέπειας και της αγάπης και αφοσίωσης προς το υλικό του. Η ιστορική μαρτυρία του Μιτσίτσικα δεν παρουσιάζεται ξερή και γυμνή στο επίπεδο της απλής καταγραφής αλλά επενδύεται και εμπλουτίζεται με μια σειρά άλλων δημοσιευμένων και αδημοσίευτων μαρτυριών και τεκμηριώνεται με τη ευρεία χρήση των γραπτών πηγών αλλά και βασικών έγκυρων έργων σχετικά με την ιστοριογραφία του Εμφυλίου Πολέμου. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας ξεπερνά το επίπεδο της δημοσιογραφίας ή της λογοτεχνίζουσας σύνθεσης και ανέρχεται στο επίπεδο της ιστορικής σύνθεσης και του ιστορικού λόγου.
Η τεκμηριωμένη αφήγηση – σημειωτέον με πλήθος παραπομπών και υποσημειώσεων – ξεκινά από το 1944 και την Απελευθέρωση και ακολουθεί μέσω της προσωπικής διαδρομής του Βαγγέλη Μιτσίτσικα όλη την πορεία του Εμφυλίου πολέμου στην περιοχή των Σερρών, της Νιγρίτας, του Πετριτσίου, της Ζίχνης, του Σιδηροκάστρου έως το οριστικό τέλος του το Φθινόπωρο του 1949. Σε πολλές περιπτώσεις όμως η προσωπική αυτή διαδρομή μας οδηγεί νοερά και σε περιοχές εκτός τους στενού πλαισίου των Σερρών και μας φθάνει στο Παγγαίον Όρος, περνά τα σύνορα από την οροσειρά του Μπέλες και μας πηγαίνει στη Βουλγαρία και κάποτε φθάνει ως το Λαγκαδά αλλά και τη Δυτική Μακεδονία και το Γράμμο – Βίτσι. Δεν θα επεκταθώ στις πραγματικά εντυπωσιακές λεπτομέρειες της αφήγησης, τις οποίες θα πρέπει να ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης. Θα πρέπει να επισημάνω όμως ότι η αφήγηση δεν μένει ατελής και δεν διακόπτεται απότομα αλλά κλείνει αρμονικά και ομαλά με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο για τη μετέπειτα πορεία του Μιτσίτσικα και της οικογένειας του, αρχικά στο στρατόπεδο της Μπεργκόβιτσα και στη συνέχεια ακολουθεί τη ζωή του και τις μετακινήσεις του στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Φθάνει μάλιστα ως τον επαναπατρισμό του το 1978 και τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πόλη των Σερρών.

Η χρησιμότητα τέτοιων ιστορικών μαρτυριών ως ιστορικών πηγών είναι νομίζω προφανής. Αποτελούν τα βασικά δομικά υλικά, τις ψηφίδες, πάνω στα οποία θα δομηθούν ευρύτερες εργασίες για την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου στο βορειοελλαδικό χώρο. Επίσης, θα συμβάλλουν σημαντικά στον εμπλουτισμό και ίσως στην αναθεώρηση νεωτέρων εργασιών με παρόμοιο αντικείμενο. Ο χρόνος για τέτοιες μελέτες είναι ιδιαίτερα πρόσφορος αφού κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 έχουν αποχαρακτηριστεί και έχουν ανοίξει για τους ερευνητές πλήθος ιστορικών αρχείων και συλλογών για τις δεκαετίες του 1940 και 1950, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Εφ’ όσον διασωθεί σημαντικός αριθμός τέτοιων προφορικών μαρτυριών πριν και οι τελευταίοι πρωταγωνιστές φύγουν από τη ζωή και αυτές οι καταγραφές συστηματοποιηθούν και αποθηκευτούν σε αντίστοιχα οπτικοακουστικά αρχεία, θα διαθέτουμε μια πολύ συμπαγή και αξιόπιστη βάση δεδομένων για την περαιτέρω μελέτη και εμβάθυνση στην εποχή αυτή. Η απόσταση που έχει δημιουργηθεί ήδη θα μας επιτρέπει εξ άλλου μια πιο αντικειμενική και νηφάλια σύνθεση της ιστορικής περιόδου.

Όταν ασχολούμαστε με τη συλλογή προφορικών τεκμηρίων, την καταγραφή προφορικών μαρτυριών και την τελική συγγραφή με βάση τέτοιες μαρτυρίες, θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι κάνουμε «Ιστορία των Νοοτροπιών». Πρόκειται για έναν σχετικά μοντέρνο κλάδο της Ιστορικής Επιστήμης, ο οποίος απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση και γνωστικά εφόδια που ξεφεύγουν από το αυστηρό οπλοστάσιο ενός κλασσικού Ιστορικού. Η «Ιστορία των Νοοτροπιών» εφάπτεται με ερευνητικά πεδία όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία, η Λαογραφία, η Κοινωνική Ψυχολογία ακόμη και η Ψυχολογία – Ψυχιατρική. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας και καταγραφής ενδιαφέρουν πολύ περισσότερους κλάδους και χρησιμοποιούνται και έξω από τα στενά ιστορικά χωράφια. Στο επίπεδο αυτό συχνά δεν μας ενδιαφέρει τόσο πολύ το «τι ακριβώς έγινε» και η θετικιστική προσήλωση στην ακρίβεια και της τελευταίας λεπτομέρειας αλλά είναι πολύ σημαντικό να διερευνήσουμε το γιατί και το πώς το συγκεκριμένο ιστορικό υποκείμενο που παραχωρεί τη συνέντευξη εκλαμβάνει κατά το συγκεκριμένο τρόπο μια ιστορική πραγματικότητα. Ο απλός εντοπισμός της ιστορικής ανακρίβειας δεν είναι αρκετός! Πρέπει να εντοπίσουμε και να αναλύσουμε τους υποκειμενικούς εκείνους παράγοντες που οδηγούν στη διατύπωση της ιστορικής ανακρίβειας. Φυσικά αυτό δεν είναι δουλειά του ιστοριοδίφη ερευνητή. Η περιγραφή όμως των συμφραζομένων της καθημερινότητας, των ψυχικών φορτίσεων και καταστάσεων, του κοινωνικού περίγυρου αποτελεί σημαντικό εργαλείο στα χέρια του επιστήμονα ιστορικού που θα πάρει στα χέρια του πολλές τέτοιες ψηφίδες τοπικής ιστορίας για να συνθέσει ένα ευρύτερο και πιο πολύπλοκο έργο. Στο επίπεδο αυτό ο Κώστας Πασχάλης τα έχει καταφέρει αρκετά καλά, παρέχοντας μέσα στη ρέουσα αφήγησή του πλήθος τέτοιων λεπτομερειών της καθημερινότητας όπως και μια ικανοποιητική προσέγγιση του ψυχολογικού προφίλ του πρωταγωνιστή, το οποίο και μεταβάλλεται συνεχώς κατά περιόδους, συχνά και μέρα με τη μέρα.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο ότι ο συγγραφέας κρατάει την αφήγηση στιβαρή και δωρικά λιτή χωρίς να την αφήνει να πλατιάσει. Ευτυχώς λείπουν οι άχρηστες και μακρές Ηροδότειες παρεκβάσεις με αναφορά στην ευρύτερη ιστορία του Εμφυλίου πολέμου και της Ελλάδας γενικότερα. Τέτοιες πληροφορίες μπορούμε εύκολα να τις πάρουμε από εγκυκλοπαίδειες και ευρύτερα συλλογικά ιστορικά έργα. Επίσης, έχει περιοριστεί σημαντικά το λογοτεχνίζον ύφος παρά τις εμφανείς λογοτεχνικές και δημοσιογραφικές καταβολές του συγγραφέα. Τα σημεία αυτά αποτελούν μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με το κείμενο της ιστορικής βιογραφίας του Βασίλη Ραφτούδη και φανερώνουν μια ωρίμανση της γραφίδας του Κώστα Πασχάλη, ο οποίος κάνει πια περισσότερο Ιστορία και λιγότερο Λογοτεχνία.
Σημαντικότατο και αναπόσπαστο κομμάτι μιας τέτοιας εργασίας είναι τα συμπληρώματά της που συνήθως βρίσκουμε στην αρχή, στο τέλος της και στα ψιλά γράμματα των υποσημειώσεων. Κατά τη γνώμη μου, τα βαρετά και αδιάφορα για τους πολλούς αυτά μέρη, αποτελούν και τη ραχοκοκκαλιά ενός ιστορικού έργου, πάνω στην οποία αρθρώνεται το βασικό μοτίβο της υπόθεσης όπως ή σάρκα πάνω στο σκελετό. Και στο σημείο αυτό ο συγγραφέας τα έχει καταφέρει πολύ ικανοποιητικά με μια μικρή βοήθεια που ζήτησε και έλαβε από επαγγελματίες ιστορικούς και καθηγητές. Ο σύντομος αλλά περιεκτικός πρόλογος – εισαγωγή περιέχει σε αδρές γραμμές τα βασικά μεθοδολογικά εργαλεία και τον τρόπο δουλειάς που ακολουθήθηκε. Οι υποσημειώσεις και οι παραπομπές δικαιολογούν και στηρίζουν τους ισχυρισμούς και τις ερμηνείες του συγγραφέα στο κύριο μέρος του κειμένου. Το εκτενές ευρετήριο μας επιτρέπει να εντοπίσουμε με την πρώτη ματιά κύρια ονόματα και τοπωνύμια. Η βιβλιογραφία και οι πηγές παρατίθενται όπως πρέπει με σωστή σειρά και καταγραφή, ακολουθώντας τα διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρότυπα. Πολύ σημαντικό είναι το ότι ο συγγραφέας, μετά από δική μου προσωπική επιμονή, περιέλαβε μια σειρά από στρατιωτικούς, γεωφυσικούς και πολιτικούς χάρτες στο τέλος του βιβλίου. Κάποιοι από αυτούς περιέχουν τα παλιά τοπωνύμια όπως αναφέρονται στο κείμενο της ιστορικής μαρτυρίας, κάτι που είναι σημαντικότατο αφού έτσι ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ταυτίσει τα κενά ονόματα με τον πραγματικό χώρο, ιδιαίτερα μάλιστα εάν δεν είναι ντόπιος ή δεν κατοικεί στην περιοχή. Για κάποιον ξένο τα ονόματα και οι τοποθεσίες από μόνες τους δεν λένε τίποτε και το επίμετρο των χαρτών είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητο. Ωστόσο, στο σημείο αυτό θα μπορούσε να γίνει καλύτερη δουλειά στην εκτύπωση, αφού κάποιοι χάρτες είναι δυσανάγνωστοι και σε πολύ μικρή κλίμακα. Αυτό είναι ένα σημείο που θα πρέπει να προσεχθεί και να βελτιωθεί εάν υπάρξει δεύτερη έκδοση αν και καταλαβαίνω ότι ίσως αυξήσει λίγο το κόστος της έκδοσης. Επίσης, θα πρέπει να προστεθούν επιπλέον χάρτες κυρίως στρατιωτικοί, οι οποίοι υπάρχουν και είναι προσβάσιμοι στους ερευνητές στη Δ.Ι.Σ./Γ.Ε.Σ. στην Αθήνα. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα είναι ήδη δημοσιευμένοι στη σειρά εκδόσεων της στρατιωτικής ιστορίας της Δ.Ι.Σ./Γ.Ε.Σ.

Τέλος, θα πρέπει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά στο πολυτιμότατο επίμετρο που παρατίθεται στο τέλος της έκδοσης, το οποίο αποτελεί μια λεπτομερή ονομαστική αναφορά στους πεσόντες μαχητές και μαχήτριες του Δ.Σ.Ε. τόσο στην περιοχή των Σερρών αλλά και πανελληνίως, όπως και των μαχητών εκείνων που έμειναν να αγωνίζονται, να καταδιώκονται και τελικά να πεθαίνουν σε έναν ηρωικό και μάταιο αγώνα ακόμη και μετά την επίσημη λήξη του Εμφυλίου. Μια πλειάδα ονομάτων και μικρών προσωπικών ιστοριών, η καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να δώσει ένα βιβλίο ανάλογο της μαρτυρίας του Μιτσίτσικα ή της ιστορικής βιογραφίας του Ραφτούδη. Πρόσωπα που δεν είχαν όμως αυτή την καλή τύχη αλλά που κατόρθωσαν τελικά να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη τους έστω στο περιθώριο και στο λυκόφως της Ιστορίας, χάρη στη γραφίδα, στην προσωπική προσπάθεια και στο ψυχικό απόθεμα του Σερραίου ιστοριοδίφη και συγγραφέα Κώστα Πασχάλη. Η συνεργασία μαζί του και η μικρή, προσωπική μου συμβολή στο έργο του αποτελούν για μένα ιδιαίτερη τιμή και ευχαρίστησ.

Ιωάννης Τσεβρεμές
Δρ. Νεότερης Ιστορίας Α.Π.Θ.
Απρίλιος 2011


Φωτογραφίες από την εκδήλωση