Συγγραφέας του μήνα

Μάκης Πανώριος

Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1935.
Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Σχεδίου και Ζωγραφικής ΑΒC, και θέατρο, ηθοποιία και σκηνοθεσία, στη Σχολή Θεάτρου και Σκηνοθεσίας του Πέλου Κατσέλη.
Ως ηθοποιός εργάστηκε στο ελεύθερο θέατρο, στο Εθνικό Θέατρο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Ως συγγραφέας έχει γράψει μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, θέατρο, κριτική βιβλίου και κινηματογράφου.
Διακρίσεις:
Διεθνές Βραβείο Karel, 1993. Του απενεμήθη από τον Μπράιαν Άλντις για την προσφορά του στην Επιστημονική Φαντασία και τη Φανταστική Λογοτεχνία
Χρυσός Ικαρομένιππος 1995. Πρώτο βραβείο του περιοδικού επιστημονικής φαντασίας Πλειάδες για το διήγημά του Ηθοποιός
Χρυσό Στεφάνι Ελιάς 2006, του Δήμου Αιγάλεω, για την προσφορά του στα Γράμματα και τον Πολιτισμό
Τιμητική Πλακέτα της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας 2006, για τη συνολική του προσφορά στη διάδοση της Επιστημονικής Φαντασίας στην Ελλάδα

Παράλληλες Δραστηριότητες:
Άλλες δραστηριότητές του περιλαμβάνουν:σκηνοθεσίες, σκηνογραφίες, εικονογραφήσεις, επιμέλειες και πρόλογοι βιβλίων, καλλιτεχνική επιμέλεια της σειράς «Παγκόσμιο Θέατρο» των εκδόσεων Δωδώνη, διεύθυνση της σειράς «Φανταστική Λογοτεχνία», των εκδόσεων Αίολος, υπεύθυνος στης σειράς «Κόσμοι» των εκδόσεων Πύλη. Γράφει κριτική βιβλίου στον ημερήσιο τύπο.


Εργογραφία:

Έργα του ίδιου

Η Κατάκτηση, μυθιστόρημα, Δωδώνη 1970
Επίλογος (Σε μια Τραγωδία), μυθιστόρημα, Κέδρος 1974
Η Καταδίκη, νουβέλα, Δωδώνη 1975
Η Διαδρομή, νουβέλα, Δωδώνη 1978
Τα ρομπότ μια μέρα, διηγήματα, Χρυσή Τομή 1979
Το πλοίο είναι αθάνατο, θέατρο (στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ=1), 1981,
Η Καταστροφή, διηγήματα, Δωδώνη 1982
Οι καλύτερες ταινίες σε βίντεο, (σε συνεργασία με Νίκο Σκιαδά), Λυμπέρης 1989
Η Αυτοκρατορία της Μηχανής, θέατρο, Δωδώνη 1992
Ακόμη και τα πουλιά, νουβέλα, Αίολος 1994
Αύριο, διηγήματα, Αίολος 1996
Το Καράβι στο Βουνό, μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2000
Η Καταδίκη = Η Διαδρομή, νουβέλες, β΄ έκδοση, Αίολος 2005
Το Μαυσωλείο, μυθιστόρημα, Κέδρος 2006
Ο Ξένος Φαέθων και Άλλα Διηγήματα, Πύλη 2010
Η σιωπή στο τέλος του δρόμου, μυθιστόρημα, Οξύ 2010

Ανθολογίες

Κλασικές Ιστορίες Φαντασμάτων, Δαναός 1982, Αίολος 1987
Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα (Από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα), τ.α΄ 1987 – 1990, τ.β΄ 1993, τ.γ΄ 1994, τ.δ΄ 1997, 2004 Αίολος, τ.στ΄ Οξύ 2011
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας - Ιστορίες από φανταστικούς κόσμους, Κομήτης 1989
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας – Ταξίδια στο Χώρο και το Χρόνο, Κομήτης 1990
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας – Όπερα του Διαστήματος, Κομήτης 1990
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας = Ερωτικές Ιστορίες ΕΦ, Κομήτης 1990
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας = Το Νέο Κύμα, Allien 1998
Βραβευμένες Ιστορίες με Νέμπιουλα, Rarsec 1993
Ελληνικά Διηγήματα Επιστημονικής Φαντασίας, Αίολος 1996
Metal-ικές Ιστορίας Φαντασίας και Τρόμου, Αίολος – Metal Invader 1997
Τα Προσωπεία του Τρόμου, Λιβάνης 1998
Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας = Η Χρυσή Εποχή, Αίολος 2001


Δημοσίευση από το έργο του.

«Ηθοποιός» (αυτοτελές διήγημα)


Στον Μπράιαν Άλντις


Έκανε το ιερό σύμβολο και μπήκε στη σκηνή. Το επιβλητικό σκηνικό. Τα πολύχρωμα φώτα. Και πίσω απ τη λάμψη τους το απρόσωπο κοινό. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος ακούγοντας το χτύπο της καρδίας του. Δε θα τα καταφέρω, είπε μέσα του, κι είχε την αίσθηση ότι τον άκουγαν όλοι. ’λλα μόλις πρόφερε την πρώτη λέξη, Γκέρτρουντ, ο ήχος χαμήλωσε, αδυνάτισε και τελικά έσβησε, κι αυτός ήταν ολομόναχος πάνω στη σκηνή. Ένιωσε ένα μικρό πανικό. Δε θα μαι καλός, σκέφτηκε, παρόλο πού είχε ανακτήσει την ψυχραιμία του. Η Γκέρτρουντ τον κοίταξε ερωτηματικά, λες και τον είχε ακούσει. Εκείνος της ανταπόδωσε το βλέμμα ανασηκώνοντας ελαφρά τους ώμους. Και μετά περιπλανήθηκε στο μύθο του έργου, όπως σ εκείνο το παιδικό του όνειρο, πού τον κυνηγούσε κάτι άμορφο κι έτρεχε αργά αργά για να γλιτώσει. Έτσι και τώρα. Όλα κυλούσαν όπως ένα παχύρρευστο υγρό. Κάποια στιγμή μάλιστα πού παρακολουθούσε τη δράση ακίνητος, χωρίς να μετέχει ενεργά, του δημιουργήθηκε ή εντύπωση ότι όταν ή παράσταση θα τελείωνε, αυτός θα συνέχιζε να παίζει έπ άπειρον πάνω σε μια άδεια σκηνή, ανάμεσα σ ερειπωμένα σκηνικά, ακόμη κι όταν ή Γη θα είχε ερημώσει, ακόμη και μετά το τέλος του κόσμου.
Είχε τελειώσει έναν από τους σημαντικότερους μονολόγους, όταν ξαφνικά του φάνηκε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε, κάποιος έξω από τις κουΐντες, εκτός θεάτρου, κάποιος, μια παρουσία. Ποιος; Εκείνη είχε φύγει, οι δικοί του είχαν φύγει, είχαν αναχωρήσει, για την Απουσία εδώ και πάρα πολύν καιρό, κι αυτός είχε μείνει μόνος με τους ρόλους του. Κι απόψε, στο θέατρο, δεν υπήρχε κανένας δικός του. Ούτε καν ένας φίλος. Ποιος, λοιπόν; αναρωτήθηκε. Κανείς, ψιθύρισε. Νόμιζε πώς κάποιος τον κοιτούσε, ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανείς. Ή αίσθηση όμως συνέχισε να υφίσταται. Αμέσως μετά διαπίστωσε μια διαφοροποίηση στο παίξιμο του. Στον ήχο της φωνής του άλλους τόνους και ημιτόνια, άλλες νότες και αποχρώσεις. Κάτι άλλο αναδυόταν από μέσα του, ένας άλλος ηθοποιός. Είδε την αλλαγή στα μάτια των συναδέλφων του, κι απ το κοινό ένιωσε να ρχεται ένα άλλο ρεύμα, μια άλλη πνοή. Κι ό ίδιος αισθάνθηκε να βιώνει όχι πια ένα ρόλο, ένα φιλολογικό κατασκεύασμα, αλλά ένα ζωντανό πλάσμα πού ούτε καν το είχε φανταστεί όταν πρωτοδιάβασε το έργο. Τώρα δεν υποκρινόταν, δεν ερμήνευε, είχε μεταμορφωθεί έχοντας υποστεί μια μαγική μεταλλαγή, μια μυθική μετενσάρκωση. Μέσα του είχε εγκατασταθεί ένας άλλος, κι ήταν αυτός ό άλλος πού οδήγησε το έργο και την παράσταση στο θριαμβικό τέλος. Και μόνο όταν ό κόσμος τον χειροκροτούσε όρθιος κι αυτός υποκλινόταν με το χέρι στο στήθος, μόνο τότε επέστρεψε στον εαυτό του.
Αργότερα στο καμαρίνι του, ευχάριστα κουρασμένος, Μα τι έγινε; σκέφτηκε. Έπαιξες, είπε ή φωνή του άλλου. Ναι; ή παλιά του αμφιβολία, κι όταν έβγαλε το μακιγιάζ ένιωσε για μια στιγμή άδειος. ’ναψε τσιγάρο, αλλά μετά από μια δυο ρουφηξιές το σβήσε. Και τότε άκουσε τη σιωπή. Πλημμύριζε το θέατρο και μέσα της βούλιαζαν και ή παράσταση και το έργο και οι ηθοποιοί και ο ίδιος. Το ήξερε από πάντα. Όταν έσβηναν τα φώτα κι έφευγαν όλοι, δεν έμενε τίποτε παρά μόνο σιωπή, σκοτάδι και φαντάσματα. Ναι, αλλά απόψε... σκέφτηκε, ...απόψε έπαιξα. Σύμφωνοι, απάντησε μια άλλη φωνή. Ή παράσταση όμως τελείωσε. Και πρέπει να φύγεις. Σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του, άναψε ένα δεύτερο τσιγάρο και διασχίζοντας με αργό βήμα το άδειο θέατρο βγήκε έξω σαν να φεύγε από ένα εξαίσιο μαυσωλείο με ωραίους νεκρούς, ένα απολιθωμένο δάσος με φανταστικά δέντρα και μυθικά όντα πού ή ανάμνηση τους δεν του πρόσφερε πια κανένα άρωμα.

Περπάτησε μέσα στην ήρεμη νύχτα, και τ αστέρια ήταν ψηλά, μακρινά και κρύα και το αρχαίο σκοτάδι τον ακολουθούσε κι έσβηνε τα βήματα του, ώσπου κάποτε έφτασε στο σπίτι. του. ’λλα ακόμη κι όταν ξάπλωσε στην πολυθρόνα του, ακόμη και τότε είχε την αίσθηση ότι το σπίτι παρέμενε άδειο σαν να μην είχε επιστρέψει. Ίσως επειδή δεν είχε ανάψει το φως, και το σκοτάδι πού είχε μπει μαζί του έμοιαζε κυρίαρχο, παντοδύναμο και συμπαγές. Ό πραγματικός κάτοικος του σπιτιού. Αναστέναξε και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Στο τρίτο κουδούνισμα σήκωσε το ακουστικό.
— Εμπρός, είπε.
— Συγνώμη πού ενοχλώ η φωνή απ το ακουστικό ακουγόταν απόμακρη και με αντήχηση. Ίσως είναι ακατάλληλη η
ώρα, αλλά μου ήταν αδύνατον να υπολογίσω με ακρίβεια τη
διαφορά χρόνου. Ή απόσταση... Ακούστηκε κάποιος βόμβος
και ή συνέχεια της φράσης χάθηκε... Είναι αργά, έτσι; Θέλω
να πω, είναι νύχτα εκεί τώρα.
— Βαθιά και απέραντη, απάντησε με αδιόρατο σαρκασμό.
Σαν νύχτα.
— Ώ, έκανε ή φωνή, ενοχλώ! Συγνώμη.
—Μα όχι, απάντησε αυτός. Όχι, όχι! Δεν ενοχλείτε. Μιλήστε μου.
— Δεν διακόπτω κάτι;
— Μόνο τη σιωπή, απάντησε όπως και πριν. Αλλά μην της
δίνετε σημασία. Αγνοήστε την. Αυτό κάνω κι εγώ.
— Θα προσπαθήσω, αν και... είστε...
— Όλος αυτιά. Σας ακούω.
— Μάλιστα! Λοιπόν, πρόκειται για την αποψινή σας πρεμιέρα.
— Ήσαστε στην παράσταση;
— Την παρακολούθησα. Σας έχω δει σ όλους τους ρόλους πού έχετε ερμηνεύσει μέχρι σήμερα.
— Αλήθεια; γέλασε ξαφνιασμένος αλλά και κολακευμένος.
Λάτρης του θεάτρου;
— Αναζητητής ταλέντων.
— Και ανακαλύψατε ένα ακόμη στο πρόσωπο μου; Είστε
του Υπουργείου Πολιτισμού;
— Εμείς το ονομάζουμε Εστία Τέχνης. Πράγματι, ανακα-
λύψαμε, ανακάλυψα ένα σπουδαίο ταλέντο στο πρόσωπο σας.
Σωστά το θέσατε. Σας τηλεφωνώ, λοιπόν, για να σας πω κατ
αρχήν ότι απόψε δεν παίξατε απλώς, αλλά δημιουργήσατε έργο
τέχνης. Αύτη είναι, ή εκτίμηση μου. Ακούγεται, βεβαίως κάπως
πομπώδες, αλλά στην ουσία λέει αυτό πού πιστεύω.
— Οι κριτικοί όμως δε θα συμφωνήσουν. Στο έργο τέχνης
πού είδατε εσείς, αυτοί θα δουν, στην καλύτερη περίπτωση,
μια ακόμη ενδιαφέρουσα προσπάθεια. Συνήθως αυτό μου γράφουν, κύριε... Αλήθεια, με ποιόν έχω την τιμή να ομιλώ;
—Ονομάζομαι Μπάιαν του Φόξ-Όντ, απάντησε ή φωνή. Έτσι προσδιοριζόμαστε στην κοινότητα μας.
— Χαίρω πολύ, κύριε Μπάιαν, απάντησε κάπως αμήχανα
αυτός τώρα.
— Θα ήθελα να σας κάνω λοιπόν μία πρόταση, είπε γρήγορα ή φωνή.
— Μια στιγμή, σας παρακαλώ, τον διέκοψε ο ηθοποιός. Τι
είναι Φόξ-Όντ; Περιοχή; Πόλη;
— Όχι ακριβώς...
— Α, ναι, κοινότητα είπατε, νομίζω.
— Μάλιστα.
— Τι είναι αυτό; Πρώτη φορά ακούω... κοινότητα. Και, που
βρίσκεται, ό,τι κι αν σημαίνει, τέλος πάντων;
— Βρίσκεται στο δικό μου κόσμο, απάντησε ήσυχα ή φωνή.
— Βρίσκεται στο δικό μου κόσμο, επανέλαβε ήσυχα ό ηθοποιός. Σώπασε για λίγο κι έπειτα, Καταλαβαίνω, είπε και χαμογέλασε,
— Είναι ένας πλανήτης στο Έβδομο Ηλιακό Σύστημα, εξήγησε ήρεμα πάντα ή φωνή. Σε σχέση με τον δικό σας, εννοώ.

— Καταλαβαίνω, ξανάπε αυτός. Από κει μου τηλεφωνείτε
τώρα;
— Από κει, μάλιστα!
— Μάλιστα. Από κει παρακολουθήσατε και την παράστασή μου, ε; Τή βοηθεία υψηλής, προηγμένης τεχνολογίας.
— Ακριβώς. Κι ας μην το πιστεύετε.
— Λάθος. Σάς πιστεύω, απάντησε ό ηθοποιός. Όμως, κύριε Μπάιαν του Φόξ-Όντ, διαλέξατε και ακατάλληλο πρόσωπο και ακατάλληλη ώρα για το αστείο σας, κι έκλεισε χτυπώντας δυνατά το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Μετά έγειρε το κεφάλι του πίσω και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, Όχι, είπε, δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν! Που να πάρει... Σηκώθηκε απότομα, πήγε στο μπαρ, έβαλε ένα ποτό και το ήπιε μονορούφι. Μετά άναψε τσιγάρο κι άρχισε να το καπνίζει με απανωτές ρουφηξιές περπατώντας νευρικά πάνω κάτω. Κάποια στιγμή κάθισε κι άνοιξε την Εικόνα είχε ένα πρόγραμμα με παλιά τραγούδια. Αφαιρέθηκε να βλέπει και ν ακούει και υστέρα τον πήρε ο ύπνος.
Αργότερα σηκώθηκε και βγήκε στη σκηνή. Το θέατρο ήταν μισοσκότεινο και άδειο, αλλά αυτός έπρεπε να παίξει για κάποιο αόρατο πρόσωπο πού καθόταν σ ένα μυστικό θεωρείο είχε ξεχάσει όμως τα λόγια του κι έτσι με μια αγωνία άρχισε να μακιγιάρεται απλώνοντας με γρήγορες κινήσεις άσπρο μέικ απ στο πρόσωπο του, υστέρα προχώρησε στο προσκήνιο μέσα σ ένα μεγάλο φως κι άρχισε να μιλά σε μια άγνωστη γλώσσα αλλά χωρίς ήχο, έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο, και κατόπιν κάποιος τον φώναξε κι αυτός κατέβηκε από τη σκηνή και πέρασε το μακρύ διάδρομο ανάμεσα από τους ακίνητους θεατές πού κοιτούσαν απολιθωμένοι τη σκηνή, γύρισε και κοίταξε κι αυτός τη σκηνή και είδε τον εαυτό του να παίζει με χειρονομίες μεγάλες και ή σκηνή ήταν πολύ μακριά, τότε άνοιξε την πόρτα πού υψωνόταν μπροστά του και βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατά πάντα με μια αγωνία, γιατί έπρεπε να πάει στο θέατρο πού τον περίμεναν να παίξει, δεν μπορούσε όμως να περπατήσει, τα πόδια του βυθίζονταν σε κάτι πηχτό, βάδιζε αργά αργά αργά, και τότε άρχισε να βρέχει και για να προφυλαχτεί από τη βροχή βγήκε στη σκηνή, και το κοινό, πού χανόταν στο βάθος του ορίζοντα, σηκώθηκε αμέσως όρθιο κι άρχισε να χειροκροτεί σαν να ήταν ένας άνθρωπος.
Άνοιξε τα μάτια του όταν χάραζε. Αχνό γκρίζο φως έμπαινε απ το παράθυρο, κι οι πρώτοι απόμακροι θόρυβοι της επερχόμενης ημέρας. Το στόμα του ήταν στυφό και πικρό είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα κι ή Εικόνα, ακόμη ανοιχτή, είχε τώρα ένα πρόγραμμα με κινούμενα σχέδια. Την έκλεισε και πήγε στην κουζίνα. Έφτιαξε καφέ και τον ήπιε αργά καπνίζοντας. Ύστερα ετοιμάστηκε να πάει στο γύρισμα. Τη στιγμή πού έδενε τη γραβάτα του, θυμήθηκε το τηλεφώνημα και χαμογέλασε. Έβδομο Ηλιακό Σύστημα, κύριε, είπε δυνατά. Καλά, ό άνθρωπος ήταν τρελός!
Στο δρόμο για το στούντιο σταμάτησε για λίγο στο νεκροταφείο. Το έκανε πάντα μετά από κάθε πρεμιέρα. Της το είχε υποσχεθεί. Εκείνη βέβαια είχε αποδημήσει, τώρα στην Απουσία, αλλά θα τον άκουγε κι αυτός ήθελε να της μιλήσει. Κρατώντας τα νεκρικά άνθη προχώρησε ανάμεσα απ τα πανύψηλα δέντρα του κοιμητηρίου και τον ύπνο των τεθνεώτων. Όταν έφτασε στο μνημείο της, στάθηκε για λίγο και κοίταξε τη φωτογραφία της πού ακόμη και τώρα χαμογελούσε. Ακόμη και τώρα. Τοποθέτησε τα λουλούδια στο δοχείο και, Ήρθα, της είπε. Ήρθα να σου πω ότι ή παράσταση πήγε καλά. Κι εγώ... είχα κάποιες καλές στιγμές. Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει με το ανεξήγητο χαμόγελο της, κι ή σιωπή πού αναδυόταν απ το χώμα έμοιαζε να είναι ή μοναδική παρουσία που υπήρχε εκεί. Ή σιωπή και ο τάφος. Τίποτ άλλο. Κι ίσως γι αυτό γύρισε κι έφυγε γρηγορότερα από κάθε άλλη φορά.
Στο στούντιο τον υποδέχτηκαν με συγχαρητήρια, κι όταν άρχισε να παίζει, μια σιγή απλώθηκε τριγύρω. Εκείνος ό άλλος πού υπήρχε από πάντα μέσα του είχε βγει επιτέλους, όπως χτες βράδυ, κι έπαιζε τώρα μ έναν καινούριο αέρα. Κι αυτόν τον άλλο έβλεπαν, αυτόν θαύμαζαν και το νιωθε. Το γευόταν. Και κάπου βαθιά του είχε μια υπερηφάνεια. Λοιπόν, τελικά τα κατάφερες, είπε μέσα του και χωρίς να το θέλει χαμογέλασε κι ή κάμερα πλησίασε αργά αργά σ ένα εντυπωσιακό γκρο-πλαν.
Αργά το απόγευμα, όταν τέλειωσε το γύρισμα και βγήκε από το στούντιο, ψιχάλιζε. Έφτασε κιόλας ή Εποχή των Βροχών, είπε. Πότε πέρασε ό καιρός, και μπήκε στο όχημα του. Ώσπου να φτάσει, ή βροχή είχε δυναμώσει. Το σπίτι του τον υποδέχτηκε όπως πάντα σιωπηλό. Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε πέρα την πόλη πού ταξίδευε μέσα στη βροχή. Σουρούπωνε κι ένιωσε μια μικρή λύπη. ’ναψε το φως και τα τέρατα υποχώρησαν στο άλλο σκοτάδι. Μέσα στην παρηγοριά του φωτός επέστρεψαν και οι μυθικές εικόνες του χτεσινού του παραμυθιού. Ξαναβρέθηκε πάνω στη σκηνή, ένας θεός λουσμένος χρυσά φώτα, φως εκ φωτός, ολόκληρος μια δημιουργία μέσα στην αιώνια δημιουργία και κάτω στην πλατεία και απ τους εξώστες γύρω και τα θεωρεία οι άνθρωποι να τον χειροκροτούν. Να χειροκροτούν το έργο του. Το έργο τέχνης. Έτσι δεν χαρακτήρισε το παίξιμο του εκείνος ό τρελός;
Χαμογέλασε, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. Ή βροχή είχε σταματήσει κι ή νύχτα υγρή, βαθύ στιλπνό μοβ, τον υποδέχτηκε με τα λαμπερά της άστρα, ένα πολύχρωμο ουράνιο δάσος, και κάτω πέρα μακριά ως τα ανύπαρκτα βάθη των οριζόντων και του σύμπαντος οι άνθρωποι. Δέχτηκε αυτό τον παγκόσμιο παλμό, αύτη την κοσμική ανάσα, τη βαθιά σπαραχτική μουσική των ανθρώπων, ύμνο και μοιρολόι, και συνειδητοποιώντας ίσως για πρώτη φορά το ανθρώπινο πεπρωμένο, Εμπεριέχομαι κι εγώ σ αυτήν τη μουσική, σκέφτηκε συγκινημένος, κι ήταν σαν να συμφιλιωνόταν με τη μοίρα των ανθρώπων αλλά και τη δική του. Ένα αστέρι έπεσε γράφοντας μια ασημένια γραμμή στον ουρανό και τη στιγμή πού έσβηνε χτύπησε το τηλέφωνο. Μπήκε μέσα και σήκωσε το ακουστικό.
— Ορίστε, είπε.
— Σας χαιρετώ, κύριε, είπε ή φωνή. Είμαι ό Μπάιαν του
Φόξ-Όντ.
— Α, μάλιστα. Από το Έβδομο Ηλιακό Σύστημα. Έτσι;
— Έτσι, άλλα, παρακαλώ, μην κλείσετε.
— Δε θα κλείσω. Το υπόσχομαι. Διότι είμαι ένας ανοιχτός
άνθρωπος, θα έλεγα.
— Ευχαριστώ. Αυτό, ίσως, διευκολύνει τη συνομιλία μας.
— Ίσως. Λοιπόν, βρέχει στον πλανήτη σας αυτήν τη στιγμή;
— Αυτήν τη στιγμή συγκεκριμένα, όχι, δε βρέχει.
— Εδώ έβρεχε, αλλά σταμάτησε. Αυτό όμως το γνωρίζετε νομίζω. Μιλήστε μου, λοιπόν, για τον πλανήτη σας. Τι έχετε τώρα; Νύχτα ή μέρα; Πρωί; Μεσημέρι.; Απόγευμα; Η μεσάνυχτα; Τι;
— Χαράζει. Ξημερώνει., όπως προσδιορίζετε κι εσείς εκεί
τον ερχομό της ημέρας.
— Δηλαδή, βγαίνει ο ήλιος;
— Ναι, βγαίνει ό ήλιος. Η ανατέλλει.. Όπως θέλετε.
— Και πόσους ήλιους έχετε; Δύο; Τρεις;
— Έναν μόνο.
— Και φεγγάρια;
— Επίσης ένα.
— Είστε φτωχοί, κύριε Μπάιαν. Αστέρια;
— Αστέρια πλήθος. Ό ουρανός μας είναι γεμάτος.
— Βουνά; Δάση; Λίμνες; Ποτάμια; Θάλασσες; Ωκεανούς;
— Απ όλα. Αν και το φυσικό περιβάλλον του πλανήτη
μου δεν μοιάζει με του δικού σας.
— Ε, όχι, βέβαια. Ούτε κι εσείς θα μοιάζετε μ εμάς,
υποθέτω. Έχετε φτερά, κεραίες, λέπια, γούνα, ρύγχος, περισ-
σότερα άκρα;
— Ε, όχι, βέβαια. Για την εμφάνιση αύτη, έτσι όπως την
περιγράφετε, ευθύνεται ή επιστημονική φαντασία και ο κινηματογράφος.
— Εν πάση περιπτώσει, πώς είστε;
— Έχουμε κάποιες διαφορές. Όχι όμως μεγάλες. Μεγάλες, τεράστιες, θα έλεγα, έχουμε μόνο σε επιστημονικό-τεχνολογικό επίπεδο.
— Θέατρο διαθέτετε, έτσι;
— Και μάλιστα υψηλής ποιότητας.
— Διαφέρει από το δικό μας;
— Σε γενικές γραμμές όχι. Ίσως είναι πιο εσωστρεφές.
Αλλά τις όποιες διαφορές θα μπορούσατε να τις εκτιμήσετε
μόνος σας, αν δεχόσαστε να έρθετε να παίξετε στον πλανήτη
μου. Είναι επίσημη πρόταση. Αυτός εξάλλου ήταν και ο σκοπός του τηλεφωνήματος μου απ την αρχή.
— Μένω κατάπληκτος. Και... σε ποια γλώσσα θα παίξω;
Σε περίπτωση φυσικά πού αποδεχτώ την πρόσκληση σας;
— Στη μητρική σας. ’λλα το κοινό θα σας ακούει να μιλάτε τη δική του. Θέμα τεχνολογίας. Θα πρέπει, ακόμη να σας
πω — μπορώ να συνεχίσω;
— Βεβαίως.
— Το κοινό μας είναι υψηλού πνευματικού επιπέδου. Ιδιαι-
τέρως καλλιεργημένο λόγω πανάρχαιου πολιτισμού. Θα δει,
λοιπόν, σ εσάς αυτό πού είδα κι εγώ.
— Το έργο τέχνης!
— Και κάτι βαθύτερο. Την ποίηση πού ενυπάρχει σ αυτό.
— Καταλαβαίνω, είπε ό ηθοποιός και γέλασε. Ύστερα έγινε
μια σιωπή. Ναι; Εμπρός;
— Όχι, απάντησε αργά και αδιόρατα θλιμμένα ή φωνή.
Και πάλι δεν καταλαβαίνετε. Πιστεύετε πώς είναι ένα
αστείο. Πώς είμαι κάποιος φαντασιόπληκτος. Ή τρελός. Έτσι
δεν είναι;
— Λοιπόν, ακούστε. Ας μιλήσουμε σοβαρά. Όχι, δεν υπαι-
νίσσομαι ότι είστε τρελός, όχι! Αλλά μου είναι τελείως αδύ-
νατο να πιστέψω ότι μου τηλεφωνείτε από το Έβδομο Ηλια-
κό Σύστημα. Ούτε και τα περί προηγμένης τεχνολογίας μπο-
ρώ να αποδεχτώ. Αυτό είναι όλο.
— Εγώ όμως πρέπει να σας πείσω.
— Σας δίνω ακόμη μια ευκαιρία, είπε ό ηθοποιός και ξα-
ναγέλασε.
— Εμπεριέχομαι κι εγώ σ αυτήν τη μουσική . Το σκε-
φτήκατε λίγο πριν σας πάρω στο τηλέφωνο, κι εκείνη τη στιγ-
μή ένα άστρο έπεσε στον ουρανό σας. Το θυμάστε; Λοιπόν,
συμφωνώ μαζί σας. Ή πραγματική μουσική του σύμπαντος
είναι οι άνθρωποι.
Και το τηλέφωνο έκλεισε. Έμεινε ακίνητος μ ένα ανόητο χαμόγελο να κρατάει το ακουστικό και ν ακούει το μακρινό βουητό του. Ύστερα το ακούμπησε προσεχτικά πάνω στη συσκευή. Διάβασε τη σκέψη μου, είπε, και ξαφνικά ένιωσε εκτεθειμένος σε αόρατα μάτια, όπως τότε, τη βραδιά της πρεμιέρας στο θέατρο. Ύστερα, με την άκρη του ματιού του είδε ή του φάνηκε πώς είδε μια φευγαλέα κίνηση κάπου πίσω του. Γύρισε απότομα. Ποιος είναι εκεί; φώναξε κι ή φωνή του αντήχησε υπερβολικά δυνατή μέσα στο άδειο σπίτι. Του απάντησε μόνο ή σιωπή. Τελείως παιδικά έσκυψε και κοίταξε κάτωαπό τον καναπέ και μετά πίσω από τις κουρτίνες. Ό μπαμπούλας, είπε και γέλασε ψεύτικα. ’ναψε τσιγάρο και τα χέρια του έτρεμαν. Αυτό δε συμβαίνει, είπε με μια επίφαση ψυχραιμίας. Δε συμβαίνει, ξανάπε αβέβαιος. Απλώς το νομίζω. Αλλά αισθανόταν ταραγμένος και ανήσυχος. Το χάραμα τον βρήκε να κάθεται ακόμη εκεί και να καπνίζει. Τον πήρε ό ύπνος τη στιγμή πού έβγαινε ό ήλιος.
Κι ύστερα, πολύ αργότερα, όταν πέρασαν οι μέρες κι ολοκληρώθηκε ο κύκλος παραστάσεων κι έπαιξε και την τελευταία του παράσταση κι ή αυλαία έκλεισε, αυτός πήγε στο καμαρίνι του και κοίταξε στον καθρέφτη μ εκείνη την αδιόρατη λύπη πού τον επισκεπτόταν πάντα αυτήν τη στιγμή, το πρόσω-πο που ύστερ από λίγο δε θα το ξανάβλεπε πια. Έχε γεια, του είπε κι άπλωσε την κρέμα καθαρισμού πάνω του. Μετά, ντύθηκε για μια φορά ακόμη τον εαυτό του κι ετοιμάστηκε να αποχωρήσει. Και τότε θυμήθηκε τον Μπάιαν του Φόξ-Όντ. Όλον αυτό τον καιρό δεν είχε ξαναεπικοινωνήσει μαζί του. Είχε όμως εγκατασταθεί μέσα του. Το διαπίστωνε τώρα, παράξενα έκπληκτος. Χαμογέλασε. Χαριτωμένος τρελός. Έριξε μια ματιά γύρω στο καμαρίνι μήπως ξέχασε τίποτε. Όχι, τίποτε. Θα θελες, όμως, να συμβαίνει, ε; Ξαναχαμογέλα-σε. Γιατί όχι; και πιο δυνατά, Ναι, γιατί όχι; Βγήκε έξω κι ήταν μια καταχνιά. Ένα δυο οχήματα χάνονταν στο βάθος του δρόμου. Έκανε ψύχρα. Ανατρίχιασε και τυλίχτηκε στο μανδύα του. ’ναψε τσιγάρο και πήγε στο σταθμό οχημάτων του θεάτρου. Υπήρχε μόνο το δικό του κι ή απέραντη ερημιά του χώρου του φέρε κατάθλιψη. ’νοιξε την πόρτα του οχήματος του και τότε κάποιος βγήκε απ την καταχνιά και πλησίασε αργά.
— Γεια σας, είπε ό άγνωστος και στάθηκε μπροστά του.
Φορούσε καπέλο και μακρύ παλτό κι είχε ένα συνηθισμένο
πρόσωπο, απ όσο μπορούσε να δει στο θαμπό φως. Ή φωνή
του όμως κάτι του θύμισε.
— Γεια σας, του απάντησε. Θέλετε κάτι; και τον κοίταξε,
αλλά αμέσως μετά, Είστε...
— Ο Μπάϊαν του Φόξ-Όντ, είπε ο άγνωστος και χαμογέ-
λασε. Ήρθα να επαναλάβω την πρόταση μου αυτοπροσώπως,
τώρα πού οι παραστάσεις σας τελείωσαν και δεν έχετε πλέον
άλλες υποχρεώσεις, απ όσο ξέρω. Λοιπόν, θέλετε να το συζητήσουμε; Ό ηθοποιός τον κοιτούσε βουβός. Όχι, δεν είναι
αστείο, συνέχισε ο άλλος. Είναι καιρός να με πιστέψετε. Πρέπει να σας πείσω, κι έβγαλε τη μάσκα του. Ό ηθοποιός έκανε μόνο ένα, Α! Σας το είχα πει, έκανε ο άλλος με ήρεμη πάντα φωνή. Δεν έχουμε και πολύ μεγάλες διαφορές, άλλα στο θέμα μας. Θα συζητήσουμε τώρα;
— Ναι, απάντησε ό ηθοποιός ξαναβρίσκοντας τη φωνή του.
Ελάτε, πάμε στο σπίτι μου. Εκεί θα μπορέσουμε να τα πού-
με με την ησυχία μας. ’λλα δεν μπορώ να το πιστέψω ακό-
μη, και γέλασε ανοίγοντας την πόρτα του οχήματος του. Και
πώς λέγεται ό πλανήτης σας, κύριε Μπάιαν;
— Γη, απάντησε απλά ό ξένος.

8.7.94






Λίστα όλων των Συγγραφέων