Συγγραφέας του μήνα

Γιάννης Ατζακάς


Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1975 εργάστηκε στην Ιδιωτική και τη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση.
Έργα του:
Διπλωμένα φτερά (Άγρα 2007), αφήγημα
Θολός Βυθός (Άγρα 2008), μυθιστόρημα
Κάτω από τις οπλές (Άγρα 2010), νουβέλα
Ο Οδυσσέας στη Μαύρη Θάλασσα, διήγημα (περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, αρ. 87, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2009, σ. 56-60).
Τα Διπλωμένα φτερά και ο Θολός Βυθός αποτελούν διλογία.
Ο Θολός Βυθός τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος, 2009.


Απόσπασμα από το βιβλίο ΔΙΠΛΩΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ (εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2007), από το κεφάλαιο «Το αγγέλιασμα της γρια-Βενετιάς», σ. 127-132


Μέσα του Ιούλη θα ήτανε και ήμουνα σκοπός πάνω στο λόφο, στο παρατηρητήριο, πάνω από το ποτάμι. Εκεί μου φέρανε το κακό μαντάτο: η γιαγιά ήταν βαριά χτυπημένη και την είχανε στο νοσοκομείο στην Καβάλα. Κατέβηκα, με το τηλεγράφημα στο χέρι, στην έδρα του συντάγματος στο Διδυμότειχο και, με χίλια ζόρια, μου δώσανε μια εικοσιτετράωρη άδεια να πάω να τη δω. Την είχανε σ’ ένα μεγάλο θάλαμο μαζί με άλλες. Απ’ έξω, με το μάτι, δεν φαινότανε και πολύ βαριά χτυπημένη, η κατάστασή της όμως ήταν πραγματικά σοβαρή.
Έπεσε ανήμερα του Αρχαγγέλου, είπε. Ο κόσμος όλος ήταν στον Πέρα Μαχαλά, στο ξωκλήσι του, κι αργήσανε να τη βρούνε. Ήταν κουβαριασμένη, ανήμπορη να σηκωθεί, ακόμη και να φωνάξει σε βοήθεια, στη ρίζα της κακορίζικης εκείνης μουριάς, στο σημείο ακριβώς που είχα πέσει και γω πριν από είκοσι τόσα χρόνια. Είχε τανιστεί, μου έλεγε, να φτάσει καμιά σκατζούλα, που δεν τις είχε χρονίσει ακόμη, σκάλωσε σ’ ένα καρφί κι έφυγε κάτω από το μπαλκόνι. Κάποια στιγμή για να την πειράξω, της λέω «Γιαγιά, εγώ ξέρω πού έχεις κρύψει τις λίρες σου• είναι εκεί που ο τσατμάς κάνει ένα φούσκωμα, κοντά στην πόρτα απ’ το κελάρι». «Από πού να τις έχω εγώ τις λίρες, γιόκα μ’; Εσύ είσαι οι λίρες μου. Άκουσέ με τώρα, Γιάνν’, μια κουβέντα που θα πω. Εμένα, καταπώς φαίνεται, το λαδάκι μου σώνεται πια. Τον άλλο μήνα που θα γυρίσεις από το στρατό, θα μ’ εύρεις δε θα μ’ εύρεις στο σπίτι. Από καιρό τώρα με τρώει από μέσα μου αυτή η έγνοια. Έμαθες και τα χαμπάρια του μπάρμπα σου του Παντελή, στα στερνά τώρα. Δεν άνοιξε τα μάτια του, όταν έπρεπε, και τώρα οι θυγατέρες του πήρανε τους πέντε δρόμους. Ήταν, πριχού κλείσω τα ματούδια μου, να το πιω κι αυτό το ποτήρι. Στην παντρειά, άμα πετύχεις πέτυχες, σα δε, περαστικά σου. Εσύ τώρα άκουγε εμένα τι θα σου πω. Σαν έρθει εκείνη η ώρα να ταιριαχτείς και συ με μια γυναίκα, μηδέ ομορφιές μηδέ πλούτη να κοιτάξεις. Μοναχά να βρεις μια κοπελούδα που να σε νιώσει, να σε πονέσει -πώς να το πω. Γιατί εσύ τράνεψες ορφανό κι έφαγες μεγάλες μπόρες στο κεφάλι σου –μη νόμισες, που δε μιλούσα, πως δεν ένιωθα κιόλας». Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που άκουσα από το στόμα της.
Μετά που έφυγα, ήρθε ο γιος της ο Παντελής και την πήρε σε μια κλινική στη Σαλονίκη, για καλύτερα. Eκεί, στην πόλη όπου έμελλε να περάσω όλη μου τη ζωή, άφησε την τελευταία πνοή της η γρια-Bενετιά, για να ’ναι πάντα κοντά μου, στις χαρές και στις λύπες. Για την κηδεία της δεν μου έδωσαν άλλη άδεια. «Tι το περάσαμε εδώ», είπε ο κύριος συνταγματάρχης. Eίχε τον φάκελό μου μπροστά του και τον φυλλομετρούσε. Eκεί ήταν καταγεγραμμένα τα πάντα. Τα έργα του πατέρα μου και τα έργα τα δικά μου, και πλήρωνα και για τους δύο. Eντυπωσιάστηκε πολύ φαίνεται, γιατί κάποια στιγμή με κοίταξε βλοσυρά, είπε ένα «Xαίρε βάθος αμέτρητον» και με ξαπέστειλε σκαιότατα στο φυλάκιό μου. Aπολύθηκα έναν περίπου μήνα αργότερα, αφού υπηρέτησα και τις μέρες της φυλακής μου, όλες «υπό αυστηράν κράτησιν» στα διάφορα πειθαρχεία τους. Έφτασα την ίδια μέρα, 13 Aυγούστου 1968, στην Kαβάλα. Στα περίπτερα όλες οι εφημερίδες, με τεράστια γράμματα, είχανε τον ίδιο ακριβώς τίτλο: O ΘEOΣ ΣΩZOI THN EΛΛAΔA!
Πέρασα στο νησί την ίδια μέρα. Aνέβηκα στο χωριό. Πήρα από τη γειτόνισσα το κλειδί. Οι ρεζέδες της ξεχαρβαλωμένης εξώπορτας έτριξαν κι ακούστηκαν σαν λυγμός. Πέρασα στον χαγιάτη μας. Δίπλα στον αργαλειό, εκεί που καθότανε πάντα η γιαγιά, ήταν ακουμπισμένα η ρόκα και το αδράχτι που έγνεθε. Στην παραστιά ένα φλυτζάνι του καφέ, με ξεραμένο το κατακάθι του στον πάτο. Άνοιξα το ερμάρι. Μέσα στο μπουκαλάκι με το νερό, αναδεύονταν οι αβδέλλες, ζωντανές ακόμη. Bγήκα στον μπαξέ να τις ρίξω σε μια γωνιά. Oι αετόνυχοι, στην ώρα τους, κρέμονταν σαν καντηλέρια από τα κλήματα. Tα σύκα είχαν πάρει να φουσκώνουν λίγο. O κήπος όλος έθαλλε απ’ άκρη σ’ άκρη, όπως τον παλιό καλό καιρό. Eίχε βάλει για φέτος, που θα γύριζα από το στρατό, όλα τα καλά και με περίμενε καρτερικά, όπως έκανε τόσα και τόσα χρόνια, να γυρίσω να κοιταχτούμε. Mπήκα πάλι μέσα. Έγειρα το κεφάλι μου στο πελούδι του τζακιού και έκλαψα σαν μικρό παιδί. Kαι μέσα από τα δάκρυά μου είπα ξανά και ξανά τη λέξη που είκοσι χρόνια είχα αρνηθεί πεισματικά να πω: «Mάνα, μάνα .. Για μένα εσύ ήσουνα η πραγματική μου μάνα. H μόνη μάνα … ».
Στα τρία χρόνια που τη βγάλαμε, έφερα τα τετιμημένα οστά και, αφού έγινε το τρισάγιο της στην Aγία Παρασκευή, τ’ απόθεσα στο κοιμητήριο στον Aϊ-Γιάννη. Nα ’ναι κοντά στο γέρο της, φιλιωμένοι πια για πάντα, δίπλα στο μικρό περιβόλι της με τη μεγάλη καρυδιά, κοντά στο νερόμυλο, στα τρεχούμενα νερά, μέσα στον παραδείσιο τόπο.
O καφές μου, ακουμπισμένος πάνω στο ξύλινο ραφάκι του τζακιού, είχε από ώρα παγώσει. Πώς να γινόταν να τα διώξω από τη σκέψη μου όλα αυτά και να ησυχάσω κάποτε; Έχουν περάσει κοντά τριανταπέντε χρόνια από τότε, και ακόμη είναι σαν καρφιά μπηγμένα στη μνήμη μου.
Όλη αυτή την ώρα η ματιά μου ήταν καρφωμένη, χωρίς καλά να το καταλαβαίνω, στο εικονοστάσι απέναντί μου, στην πατρογονική εικόνα της Aνάστασης του Xριστού, την ίδια εκείνη που για τόσα χρόνια ήταν στο ξωκλήσι του Aγίου Aντωνίου μέσα στο κτήμα μας στον Ποτό. H «Eις Άδου Kάθοδος». O Xριστός τυλιγμένος στο φως, σ’ όλη τη δόξα του, ανυψώνεται εκ του τάφου. Στο ένα χέρι ορθώνει το λάβαρο της νίκης επί του θανάτου. Στο άλλο φαίνονται ακόμη οι «τύποι των ήλων» και στη δεξιά πλευρά του η πληγή από το κέντρισμα της λόγχης, απ’ όπου αναβλύζει αίμα και ύδωρ. Στο έδαφος, τυφλωμένοι από τη λάμψη, σωριασμένοι οι Ρωμαίοι φρουροί. Κάτω απ’ αυτούς η ζώνη των νεκρών του Άδη, που αναβλέπουν με προσδοκία προς τον Αναστάντα. Επάνω από τον Χριστό, μία ακόμη ζώνη με τους δικαίους στους αιωνίους λειμώνες. «Και οι δίκαιοι κατά τη Θεία Γραφή πόσοι είναι;», ρωτούσε ο Διονύσιος Ιερομόναχος. Ψηλά, στην κορυφή της εικόνας, ο Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα αναμένοντες τον Υιόν να καθίσει εκ δεξιών τους. «Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου …». Έτσι ακριβώς, τα λόγια αυτά ακριβώς γύρισε και μου είπε, εντελώς αναπάντεχα, μια φορά η γρια-Βενετιά. Κόντευα τότε να τελειώσω τις σπουδές μου και η γιαγιά είχε από καιρό περασμένα τα ογδόντα της. «Και πόσο ακόμη θα ζούσε;», έλεγα μέσα μου. Καθόμουνα καμιά φορά και την έβλεπα με ματιά επίμονη, σαν να ’θελα να την κρατήσω για πάντα στη μνήμη μου, με τη χιλιοτριμμένη ρόμπα και τη μαύρη μαντήλα της. Με τα χρόνια είχε απομείνει δυο κάτια μόνο. Η καμπουρούδα της, όπως την έλεγε πάντα, είχε στρογγυλέψει ακόμη πιο πολύ. Τα ζυγωματικά της, έντονα πάντα, είχανε τονιστεί ακόμη περισσότερο, και όσο της έφευγε η σάρκα από πάνω της, τόσο τα μάτια της έπαιρναν και μεγαλύτερη λάμψη. Είχε πάλι αρπάξει κάποια πούντα, μέσα σ’ αυτό το σαράγι που ζούσε μόνη της και που, από χρόνο σε χρόνο, ρήμαζε όλο και πιο πολύ –τώρα κι αν έμπαζε από παντού! Είχε κρατήσει πάλι μπροστά στη φωτιά εκείνο το πισσωμένο πανί, τον μπλάστρη της, και περίμενε να μαλακώσει να το βάλω πάλι στην πλάτη της, όπως έκανα πάντα. Είχε ανασηκώσει λίγο το ρούχο της και περίμενε. Εγώ κάπως δίστασα κι αυτή, χωρίς να με βλέπει, το είχε μαντέψει, ως φαίνεται. Τότε ήταν που μου είπε τα λόγια εκείνα «Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτή την καμπουρούδα μου εμένα. Εκεί εν’ κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει και η δική μου ώρα, μ’ αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στο Χριστό μου, ν’ αναπάψω και γω πια το κορμάκι μου. Μετάνοιες πολλές κι εκκλησιές πολλές εγώ δεν ήξερα. Εμένα μπορεί να με πείραξαν, άνθρωπο όμως στη ζωή μου δεν πείραξα, ούτε μερμήγκι..».
Βλέποντας τώρα τον Αναστάντα Χριστό να χαρίζει ζωήν αιώνιον στους νεκρούς, θυμήθηκα τα λόγια εκείνα της γρια-Βενετιάς. Έτσι ακριβώς τα είπε. Είχε αρχίσει τάχα να «ψηλώνει ο νους της», σαν εκείνης της δύστυχης της Φραγκογιαννούς; Ψυχανεμιζόταν τον άγγελό της κι αγγελιάστηκε; Ο Άγγελος πάντως την άγγιξε με τη ρομφαία του και την έριξε, ανήμερα στη χάρη του, 13 Ιουλίου «Σύναξη Αρχαγγέλου Γαβριήλ και Οσίου Στεφάνου», την ώρα που οι πιστοί ήταν μαζεμένοι στο ξωκλήσι του.
Δέξου, Κύριε, μετά των δικαίων, εις τους αιωνίους λειμώνας Σου, την δούλην Σου Βενετίαν. Έκανα το σταυρό μου μπροστά στην εικόνα της Αναστάσεως και κατέβηκα.



Λίστα όλων των Συγγραφέων