Συγγραφέας του μήνα

Λένα Κιτσοπούλου

Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτις. Το 2006 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ) για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ), η οποία παίχτηκε απ’ το Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας. Το 2010 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Μεγάλοι Δρόμοι (εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).

Απόσπασμα από το έργο της

ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ Δεν πιάνανε τα χέρια του. Πάλευε με την πρίζα δυο ώρες και δεν μπορούσε να τη φτιάξει. Ποιο ήταν το μπλε καλώδιο, ποιο ήτανε το μαύρο, πώς να τα ενώσει, δεν ήξερε. Είχε μείνει το μπάνιο του χωρίς φως. Ήθελε να αποφύγει τον ηλεκτρολόγο, πάλι έξοδα, δεν είχε τελειώσει ο μήνας κι ο κακομοίρης είχε μείνει με εκατό ευρώ. Κι είχε σχεδόν μια εβδομάδα μπροστά του μέχρι να ξαναπληρωθεί. Και έπρεπε να ψωνίσει για το σπίτι, να πληρώσει έναν λογαριασμό και να βγάλει και την Κατερίνα για φαΐ το Σάββατο. Τι να της έλεγε; Είμαι άφραγκος, ρέστος, πανί με πανί; Δεν γινότανε. Ήταν φτωχός, αλλά περήφανος, έτσι είχε μάθει από τον πατέρα του. Τη γυναίκα θα την πληρώνεις. Γυναίκα που συνοδεύεις δεν θα την αφήσεις ποτέ να βάλει το χέρι της στην τσέπη. Αυτή ήταν μία από τις λίγες συμβουλές του πατέρα του, γιατί κι αυτός αγράμματος άνθρωπος ήτανε, δεν είχε πολλά να διδάξει στον γιο του, αλλά τελικά, αυτά τα λίγα που του είχε μάθει, ήταν ίσως τα πιο χρήσιμα. Και του είχανε μείνει ακριβώς επειδή ήτανε τόσο λίγα. Λίγα και σωστά. Ήταν πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος ο πατέρας του, ο κυρ Σταύρος. Και κιμπάρης άνθρωπος. Φτωχαδάκι, αλλά λεφτά δεν κράταγε στην τσέπη του. Κέρναγε στο καφενείο κι ό,τι είχε πάνω του το μοιραζότανε. Μια φορά τον μήνα που έφερνε κανένα ψάρι στο σπίτι, φώναζε και τη χήρα από δίπλα, να φάει κι αυτή ένα μπαρμπουνάκι. Δεν τσιγκουνευότανε. Άμα είχε έδινε. Κάποτε είχε αγοράσει έναν μικρό κουμπαρά, τον είχε βάλει στην κουζίνα και κάθε τόσο άδεια­ζε τις τσέπες του κι ό,τι μικρό κέρμα έβρισκε το πέταγε μέσα στο στόμα του κουμπαρά. Και έπειτα από πέντε χρόνια, όταν ο Σίμος έγινε οχτώ χρονών, τον φώναξε στην κουζίνα και του είπε. Πιάσ’ το γουρουνάκι. Ο Σίμος θυμάται καλά που έπιασε τον κουμπαρά-γουρουνάκι στα χέρια του και κοίταζε τον πατέρα του. Τι με κοιτάς σαν ροφός; Του είχε πει ο κυρ Σταύρος και τα ρυτιδιασμένα του μάτια χαμογελούσανε. Σπάσ’ τονα, βρε, κάν’ τονα κομμάτια, σπάσ’ τονα με την ψυχή σου. Και ο μικρός Σίμος πέταξε τον πήλινο κουμπαρά με όλη του τη δύναμη πάνω στο μωσαϊκό. Ε, ρε, και σκορπίσανε τα κέρματα και κυλήσανε παντού. Κάτω από το ψυγείο, κάτω από το τραπέζι, μερικά άρχισαν να τρέχουνε προς το χολ, κουδούνισε όλο το σπίτι, έλαμψε το προσωπάκι του Σίμου από ευτυχία. Τον έπιασε τότε ο κυρ Σταύρος από το χέρι και ρίξανε έναν χορό μέσα στην κουζίνα οι δυο τους, κάτι σαν τσάμικο, κάτι σαν καλαματιανό, σάμπως ξέρανε; Και δώστου στροφές ο κυρ Σταύρος και δώστου ο μικρός να σηκώνει το πόδι του στον αέρα και να χτυπάει με το χέρι του το παπούτσι του. Έτσι όπως είχε δει σε κάτι γλέντια με συγγενείς. Και την άλλη μέρα που γύρισε από το σχολείο, τον περίμενε στην αυλή ένα κατακόκκινο καινούργιο ποδήλατο, με άσπρη σέλα. Κι ο πατέρας του, όρθιος πίσω από το γυαλιστερό ποδήλατο με τα χέρια του σταυρωμένα, χαμογελούσε κάτω από τη χοντρή του μουστάκα, σαν ευτυχισμένος Καραϊσκάκης. Ο γελαστός καλοσυνάτος χωριάτης, με την τσιγκελωτή μουστάκα και την γκλίτσα που απεικονίζεται στις τουριστικές καρτ ποστάλ των νησιών, αυτός ήτανε ο κυρ Σταύρος, ο πατέρας του Σίμου. Έπιασε το σταυροκατσάβιδο να βιδώσει τις μικρές βίδες, ελπίζοντας ότι αυτήν τη φορά τα είχε καταφέρει και το φως του μπάνιου επιτέλους θα άναβε. Δεν πιάνανε τα χέρια του. Η μικροσκοπική βίδα τού γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλα και έπεσε κάτω. Άντε τώρα να τη βρει πάνω στο μωσαϊκό. Γονάτισε. Όταν ήταν μικρός καθόταν ώρες κάτω στο πάτωμα και έφτιαχνε ιστορίες με το μωσαϊκό. Έβλεπε πάνω του πρόσωπα, ζώα, χάρτες πόλεων, ποτάμια και με το μικρό του δάχτυλο ταξίδευε, διέσχιζε βουνά και λαγκάδια, και υπήρχε ένα σημείο έξω από την πόρτα του μπάνιου, όπου το μωσαϊκό ήτανε λίγο φαγωμένο και σ’ εκείνο το σημείο, μόλις έφτανε με το δάχτυλό του, σταματούσε και στεκόταν πολλή ώρα, σαν να το έξυνε εκείνο το σημείο. Δεν το έξυνε όμως, το χάιδευε. Ήταν δυο μαύρα στίγματα εκεί, σαν μάτια, ήταν και κάτι καφέ πετρούλες γύρω από τα μάτια, σαν μαλλιά, κάπως σχηματιζόταν εκεί ένα πρόσωπο πάνω στο φαγωμένο μωσαϊκό, ένα κοκκινάδι για στόμα, δυο ροζ μάγουλα, ήταν το πρόσωπο της μάνας του, που ο μικρός Σίμος το χάιδευε με το μικρό του δαχτυλάκι πάνω στο μωσαϊκό και ήταν σίγουρος γι’ αυτό, παρόλο που ο ίδιος δεν τη θυμόταν τη μάνα του, γιατί ήταν πολύ μικρός όταν πέθανε. Το πρόσωπο όμως που σχηματιζόταν πάνω στο φαγωμένο μωσαϊκό έξω από το μπάνιο ήταν ολόιδιο με τη φωτογραφία της μάνας του που ήταν ακουμπισμένη στο κομοδίνο του κυρ Σταύρου, δίπλα στο κρεβάτι του. Ψάχνοντας γονατιστός τη μικρή βίδα που μόλις του είχε πέσει από τα χέρια, ο μεγάλος πια Σίμος ακούμπησε και πάλι με το δάχτυλό του το φαγωμένο σημείο και η μνήμη του σώματος και της συνήθειας τον έκαναν και πάλι να το χαϊδέψει, όπως τότε. Κόλλησε τα μάτια του πάνω στο όμορφο αγαπημένο πρόσωπο, ψηλάφισε με τα ακροδάχτυλά του τα μάγουλα, το κόκκινο στόμα, τα μακριά καστανά μαλλιά. Α, ρε μάνα, ψέλλισε με έναν μικρό αναστεναγμό. Α, ρε μάνα. Βούρκωσε ο Σίμος, όχι στη θύμηση της μάνας του, γιατί θύμηση δεν είχε από εκείνη, ήταν μωρό όταν πέθανε. Δάκρυσε που θυμήθηκε τον πατέρα του, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, που γύρισε κι έριξε μια τελευταία ματιά στη φωτογραφία της γυναίκας του στο κομοδίνο. Α, ρε Μαράκι, είχε ψιθυρίσει ξέπνοα κάτω από το παχύ του μουστάκι στη γυναίκα του. Και μετά είχε κλείσει τα μάτια του για πάντα. Αυτός ο άγιος άνθρωπος, ο καλός, με τη μεγάλη ψυχή, που δεν ήταν τίποτα αλλά που αν ζούσε τώρα και έβλεπε τον γιο του πικραμένο, θα τον κοίταζε με τα μεγάλα καλοκάγαθα μάτια του και θα του έλεγε: Μην στενοχωριέσαι, παιδί μου. Μην στενοχωριέσαι για τίποτα. Μόνο αυτό.


(Από την συλλογή διηγημάτων ‘Μεγάλοι δρόμοι’, εκδόσεις Μεταίχμιο 2010)


Λίστα όλων των Συγγραφέων