Συγγραφέας του μήνα

Άρης Σφακιανάκης

ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
Ο Άρης Σφακιανάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης πριν μισό αιώνα (περίπου). Σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας περνώντας τον καιρό του στα βιβλιοπωλεία καθώς απεχθανόταν το τάβλι.
Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε όταν ήταν 23 χρόνων, με τίτλο Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ (υποδήματα που του είχε χαρίσει η αγαπημένη του και καταστράφηκαν με την πρώτη μπόρα).
Υπηρέτησε στο πεζικό ως αξιωματικός Στρατολογίας (είχε βύσμα, εννοείται).
Αργότερα προσελήφθη κατόπιν εξετάσεων (τρόπος του λέγειν, είχε μπάρμπα στην Κορώνη) στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας όπου εργάζεται ακόμα και σήμερα ως ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας στην Αθήνα.
Παντρεύτηκε στα 38 του λόγω απροβλέπτου εγκυμοσύνης –κι έκτοτε χρωστάει αιώνια ευγνωμοσύνη στη γυναίκα του που του χάρισε μια κόρη. (Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να χωρίσει σχεδόν αμέσως από την προσφιλή του συμβία).
Αγαπάει τα ταξίδια, τα βιβλία και το άλλο φύλο (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου).
Έχει πλέον κόψει τα μπαρ και συχνάζει στο Facebook.
Είναι Υδροχόος –τι άλλο;


Βιβλιογραφία:
(2011) Δεν ήξερες... δεν ρώταγες!, Ελευθεροτυπία
(2011) Ου μπλέξεις, Κέδρος
(2008) Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει, Κέδρος
(2007) Μεσάνυχτα στο περιβόλι, Τόπος
(2006) Μητροπόλεις, ιστορίες, παράδεισοι, Ελληνικά Γράμματα
(2004) Το περσικό φιλί, Κέδρος
(2002) Μπέιμπι σίτινγκ, Κέδρος
(2000) Δεν ήξερες δεν ρώταγες, Κέδρος
(1996) The Emptiness Beyond, Κέδρος
(1995) Η νόσος των κινέζικων εστιατορίων, Κέδρος
(1990) Ο τρόμος του κενού, Κέδρος
(1989) Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ, Κέδρος
(1987) Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη, Κέδρος
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2012) Έρως 13, Ψυχογιός
(2011) Έρως 13, Ψυχογιός
(2009) Sweet Suite in Greece, Elia
(2008) Υπόγειες ιστορίες, Athens Voice
(2006) Η Αθήνα τη νύχτα, IntroBooks
(2004) Ανδρικές απολαύσεις, Ελληνικά Γράμματα
(2004) Με ορθάνοιχτα μάτια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Κοκτέιλ μολότοφ, Κοχλίας
Μεταφράσεις
(2007) Cocteau, Jean, Το όπιο, Αιγόκερως
(2006) Apollinaire, Guillaume, Οι μαστοί του Τειρεσία, Αιγόκερως
(2006) Ροΐδης, Εμμανουήλ Δ., Ψυχολογία Συριανού συζύγου. Το παράπονον του νεκροθάπτου., Ελληνικά Γράμματα
(2002) Dali, Salvador, Παρανοϊκο-κριτική, Αιγόκερως
(2000) Poe, Edgar Allan, Μη στοιχηματίζεις το κεφάλι σου με το διάβολο, Αιγόκερως
(2000) Du Maurier, Daphne, Οι μπλέ φακοί, Αιγόκερως
(1997) Beagle, Peter S., Η σονάτα του μονόκερου, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
(1997) London, Jack, Ο ταξιδιώτης τ ουρανού, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1996) Lessing, Doris, Αγάπη ξανά, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
(1996) Langelan, George, Η μύγα, Αιγόκερως
(1995) Butler, Robert Olen, Ερωτικοί ψίθυροι, Εκδόσεις Πατάκη
(1995) Auster, Paul, Η μουσική του πεπρωμένου, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1995) Smith, Clark Ashton, Η πόλη της τραγουδιστής φλόγας, Αίολος
(1995) Auster, Paul, Λεβιάθαν, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1995) Henry, O., Το τελευταίο φύλλο, Κέδρος
(1994) Roberts, Michele, Ο κήπος του αλφάβητου, Κέδρος
(1994) Melville, Herman, Το καμπαναριό, Κέδρος
(1993) Goyen, William, Το σπίτι των αναπνοών, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1992) Goyen, William, Ο ερμαφρόδιτος, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1991) Auster, Paul, Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1990) Melville, Herman, Περιπέτειες στη χώρα των κανιβάλων, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1989) Steinbeck, John, Σε αμφίβολη μάχη, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1987) Cheney, Peter, Κάνε φύλλα, μωρό μου, Γράμματα
(1982) Wells, Herbert George, Η μηχανή που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, Γράμματα
(1982) Wells, Herbert George, Ο αόρατος άνθρωπος, Γράμματα
(1982) Συλλογικό έργο, Παράξενες ιστορίες, Γράμματα







Διήγημα
ΦΤΕΡΟ ΑΠΟ ΑΓΓΕΛΟ

Το τηλέφωνο χτύπησε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Με τρόμαξε, βυθισμένος καθώς ήμουν στη μελέτη της Παλαιάς Διαθήκης. Διάβαζα εκείνη την ώρα το Βιβλίο του Ιώβ, μια ιστορία για ένα στοίχημα ανάμεσα στον θεό και τον διάβολο, ίσως η πιο ωραία ιστορία εκεί μέσα. Διάβαζα για να ξεχάσω τις ώρες που περνούσα μακριά της.
Είχα δειπνήσει μονάχος στις 9 –μου χε μείνει παστίτσιο από το μεσημέρι, έκοψα και μια ντομάτα- βλέποντας το δελτίο ειδήσεων κι ύστερα, αφού η τηλεόραση δεν είχε καμιά ταινία της προκοπής, κάθισα στο γραφείο μου κι έπιασα πάλι τη Βίβλο. Είχα βάλει στόχο να τη διαβάσω από την αρχή μέχρι το τέλος, λέξη προς λέξη, όσο κι αν μερικές φορές καταντούσε αφόρητα πληκτική, ιδιαίτερα όταν γινόταν αναφορά στους πολέμους και τις διενέξεις των εβραϊκών φυλών –χώρια τα κορδόνια των γενεαλογιών. Υπήρχαν βέβαια και μερικά διαμάντια, όπως η ιστορία της Εσθήρ ή ο Εκκλησιαστής. Δεν είχα φτάσει ακόμα στους Προφήτες.
Βρισκόμασταν στο τέλος του καλοκαιριού, μα δεν είχε δροσίσει ακόμα κι είχα όλα τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες του σπιτιού ανοιχτά. Παρόλο που η νύχτα είχε πέσει από ώρα, τα τζιτζίκια εξακολουθούσαν το τραγούδι τους στα δέντρα, αν και πιο κουρασμένα, πιο αραιά. Που και που έφτανε η μυρωδιά από κάποιο νυχτολούλουδο. Στο γειτονικό ψιλικατζίδικο είχαν βγάλει έξω καρέκλες κι ανέλυαν τις τελευταίες μεταγραφές. Το μετάξι της νύχτας έσκιζε πότε πότε η πειραγμένη εξάτμιση από μηχανάκι που περνούσε με τσίτα τα γκάζια. Ζούσα από δική μου επιλογή στο κέντρο της πόλης, πράγμα για το οποίο δεν μετάνιωσα ποτέ.
Η Χριστίνα ήταν εκείνη την ώρα στο θέατρο. Ετοίμαζε με τους φίλους της μια παράσταση για το χειμώνα, σ ένα θεατράκι του Κεραμεικού. Επρόκειτο για κάποιο έργο της Σάρα Κέιν, ούτε που θυμάμαι τον τίτλο, δεν εκτιμούσα διόλου αυτήν τη συγγραφέα, ίσως επειδή είχα δει μια μεταφορά ενός κειμένου της από γνωστό θεατράνθρωπο της Αθήνας που θα ήθελα να στραγγαλίσω το ίδιο βράδυ. Είναι αλήθεια πως σιγά σιγά είχα πάψει να πηγαίνω στο θέατρο, γεγονός κατ εξοχήν παράδοξο αν σκεφτεί κανείς ότι έμπλεκα διαρκώς με ηθοποιούς.
Η Χριστίνα ήταν ηθοποιός που ήθελε να γίνει σκηνοθέτης.
Ο Ιώβ ήταν ένας θεοσεβής Εβραίος που την πάτησε.
Εγώ ήμουν στο σπίτι και διάβαζα.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Σήκωσα τα μάτια μου από τη Βίβλο και κοίταξα το ρολόι που είχα πάνω στο γραφείο μου. Δώδεκα παρά δέκα. Μάλλον θα τέλειωσε την πρόβα η Χριστίνα, σκέφτηκα. Ύστερα σήκωσα το ακουστικό. Άκουσα μια άγνωστη φωνή γυναίκας μεσόκοπης.
Είστε ο … ρώτησε.
Παραδέχτηκα, με κάποια αβεβαιότητα, ότι ήμουν πράγματι εγώ αυτός. Αν η φωνή της άγνωστης ήταν λίγο πιο νεανική, πιο φρέσκια, θα είχα ίσως αυτοσχεδιάσει μια πιο έξυπνη απάντηση, θα είχα μιλήσει για την αγωνία του ανθρώπου να βρει την αληθινή του ταυτότητα, δεν αποκλειόταν μάλιστα να είχα κάνει και μια αναφορά στον Λακάν και τον καθρέφτη του, αν στην άγνωστη φωνή είχα διαγνώσει ίχνη μιας κουλτούρας ψυχαναλυτικής.
Όμως η φωνή δεν άφηνε περιθώρια για πνευματικές διελκυστίνδες, ήταν καθαρή κι ωστόσο τραχιά, σα να σκάλωναν κάπου οι λέξεις πριν βγουν απ το λαιμό της. Φαντάστηκα ότι θα είχε σίγουρα πρόβλημα στο πέμπτο τσάκρα της.
Είμαι η θεία της Χριστίνας, είπε η φωνή. Έκανε μια παύση. Η Χριστίνα πέθανε.
Ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει, σα να χτυπούσε ένα μεγάλο θιβετιανό γκογκ μέσα μου. Το σάλιο μου στέγνωσε μεμιάς. Τα χείλη μου κόλλησαν. Δεν μπορούσα ν αρθρώσω λέξη. Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν κάποιο κακόγουστο αστείο.
Η άγνωστη συνέχισε: Μου είπε να σας ειδοποιήσω η μητέρα της. Μου είπε ότι είστε φίλος της οικογένειας.
Μπόρεσα να καταπιώ. Μα, πώς; είπα. Πώς πέθανε; Πριν λίγες ώρες ήμασταν μαζί. Θα πήγαινε στο θέατρο… Δεν μπορεί…
Στο θέατρο έγινε, είπε η φωνή. Τη βρήκαν νεκρή στις τουαλέτες.
Άρχισα να τραυλίζω. Μήπως… μήπως είναι απλώς αναίσθητη; Μήπως πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι της; Την εξετάσανε οι γιατροί…;
Με συγχωρείτε, με διέκοψε η θεία, αλλά έχω κι άλλα τηλεφωνήματα να κάνω. Θα σας ενημερώσουμε για την κηδεία.
Την κηδεία… Κατέβασα αργά το ακουστικό. Το βλέμμα μου είχε στυλωθεί απέναντι. Υπήρχε εκεί μια βιβλιοθήκη, μα δεν την έβλεπα. Στα μάτια μου υπήρχαν μόνο εικόνες της Χριστίνας. Μικροκαμωμένη, με άσπρη επιδερμίδα και χρυσαφένια μαλλιά. Συχνά έβαφε κατακόκκινα τα χείλη της κι άπλωνε μια άσπρη πομάδα στο πρόσωπό της όταν ήθελε να μου παραστήσει κάποια παντομίμα απ το θέατρο Νο. Είχε πράσινα μάτια κι έτρωγε τα νύχια της. Η ανάσα της μύριζε πάντα βερίκοκο –είχε βρει κάτι αμερικάνικες τσίχλες μ αυτή τη γεύση. Πολύ όμορφη. Ετών είκοσι έξι. Και βρέθηκε πεσμένη, σωριασμένη σε μια βρώμικη τουαλέτα του Κεραμεικού. Τα μαλλιά της από αναλυτό χρυσάφι να μαγαρίζονται από κάτουρα και φτυσιές. Τα χέρια της απλωμένα στα λερά πλακάκια. Και το γυάλινο βλέμμα της να παίρνει μαζί στο αιώνιο ταξίδι τα ρυπαρογραφήματα στους τοίχους.
Την ήξερα αυτήν την τουαλέτα. Κάποιες φορές συνόδευα τη Χριστίνα στις πρόβες.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και κούνησα πέρα δώθε το κεφάλι μου να διώξω τις σκέψεις. Μπροστά μου ανοιγόταν το Βιβλίο του Ιώβ, στη σελίδα που τοχα αφήσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το μάτι μου έπεσε σε δυο αράδες που πρόβαλαν λες από το κείμενο: Βέβαια προσμένω τον τάφο δια κατοικίαν μου* έστρωσα την κλίνην μου εις το σκότος.
Μου σηκώθηκε η τρίχα. Σα να μου μιλούσε η ίδια η Χριστίνα. Πέταξα πέρα τη Βίβλο με μανία και σηκώθηκα επιτέλους από την καρέκλα μου. Βγήκα τρεκλίζοντας στο μπαλκόνι. Ολόκληρο το σώμα μου πονούσε και τα πόδια μου ίσα που με κρατούσαν. Στην απέναντι πολυκατοικία έπαιζε δυνατά μια τηλεόραση. Μόλις πριν δυο μέρες είχαν ρίξει ένα ψηλό κυπαρίσσι και τώρα έβλεπα καθαρά τα διαμερίσματα. Φτηνές κουρτίνες ανέμιζαν στο αεράκι. Μια γυναίκα καλλωπιζόταν μπροστά σ ένα μεγάλο καθρέφτη. Δυο άντρες με βερμούδες έπαιζαν τάβλι έχοντας πλάι τους στο πάτωμα πεντέξι μπίρες. Τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους.
Κρατήθηκα από το παραπέτο και προσπάθησα να πάρω βαθιές ανάσες. Δεν μπορούσα με τίποτα να απορροφήσω το νέο. Ακόμη κι ο οργανισμός μου αντιδρούσε. Τη Χριστίνα την αγαπούσα. Βέβαια η σχέση μας είχε αρχίσει να φθίνει, ιδίως από τότε που αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί, όμως εγώ πίστευα ότι μπορεί και να έφτιαχναν τα πράγματα, χρειαζόμουν σίγουρα μια περίοδο προσαρμογής, δεν είχα συγκατοικήσει ποτέ στη ζωή μου με γυναίκα.
Η συγκατοίκηση –η συμβίωση πες καλύτερα- άλλοτε πετυχαίνει κι άλλοτε όχι, στη δική μας περίπτωση μάλλον δεν είχε λειτουργήσει σωστά, έφταιγα κι εγώ που ήμουν Παρθένος κι ήθελα το σπίτι να βρίσκεται σε απόλυτη τάξη ενώ εκείνη –φύση καλλιτεχνική- δεν έδινε δυαράκι πού άφηνε τα ρούχα ή τα παπούτσια της. Μα, τι σε νοιάζει; έλεγε. Αφού θα τα ξαναφορέσω αύριο, ποιός ο λόγος να τα κρεμάω στη ντουλάπα;
Αυτή τη φωνή της δεν επρόκειτο ν ακούσω ξανά.
Να είχα ενδόμυχα ευχηθεί κάτι τέτοιο;
Αδύνατον, εγώ την αγαπούσα, δεν ήθελα με τίποτα να τη χάσω, κι ας άφηνε τα ρούχα της να κρέμονται ακόμη κι απ τον πολυέλαιο. Δεν ήθελα να τη χάσω. Ανοιγόκλεινα τα μάτια, σάμπως να διώξω τον εφιάλτη κι είχα διπλωθεί στα δυο γιατί ξάφνου κάτι σουβλιές άρχισαν να μου σκίζουν το στομάχι.
Τότε χτύπησε η πόρτα. Κάποιος χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος. Ήταν ένας κοφτός ήχος πάνω στο ξύλο. Δεν ήταν το κουδούνι. Δυο φορές κάποιος χτύπησε την πόρτα.
Παραξενεύτηκα σφόδρα. Ποιος μπορούσε να μου χτυπάει τέτοια ώρα την πόρτα του διαμερίσματος; Κατοικούσα στον δεύτερο όροφο, που σημαίνει ότι όποιος κι αν ήταν αυτός πρέπει ναχε φτάσει ως εκεί είτε με τις σκάλες, είτε με το ασανσέρ. Τα μεσάνυχτα!
Ομολογώ ότι φοβήθηκα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η Χριστίνα είχε περάσει να μ αποχαιρετήσει. Η ψυχή της Χριστίνας, για όποιον πιστεύει στις ψυχές, ή το εκτόπλασμα της Χριστίνας, για όποιον πιστεύει στα φαντάσματα. Μ έλουσε κρύος ιδρώτας. Όσο κι αν αγαπούσα τη Χριστίνα, δε νομίζω ότι ήμουν σε θέση εκείνη την ώρα ν αντικρύσω είτε τη ψυχή είτε το φάντασμά της. Γι αυτό και βάδισα αργά μέχρι την πόρτα. Βάδισα όσο πιο αργά μπορούσα, τόσο αργά ώστε, απ την άλλη, να μη θεωρηθεί ότι στέκομαι ακίνητος. Το καθιστικό που διέσχισα ήταν βουτηγμένο στο μισοσκόταδο* το φώτιζαν μονάχα οι λάμπες του δρόμου απ έξω.
Έφτασα κάποτε μέχρι την πόρτα. Ποιος είναι; ψέλλισα. Μόλις που βγήκε η φωνή μου. Απτην άλλη μεριά του ξύλου, νόμισα ότι άκουσα μια βαριά ανάσα. Ποιος είναι; ρώτησα πάλι, πιο δυνατά τούτη τη φορά. Καμιά απόκριση. Προσεχτικά πολύ, άνοιξα το ματάκι της πόρτας. Ο διάδρομος ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Δεν έβλεπα τίποτα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έπιασα το χερούλι της πόρτας και το γύρισα αργά. Ξεροκατάπια και άνοιξα. Με χτύπησε στη μύτη η ορισμένη μυρωδιά σαπίλας απ τα υπόγεια του κτιρίου. Στον διάδρομο δεν στεκόταν κανείς. Η ανάγκη μου ωστόσο για τάξη και καθαριότητα μ έκανε να προσέξω στο χαλάκι της εισόδου ένα μικρό λευκό φτερό. Έσκυψα να κοιτάξω καλύτερα. Έμοιαζε φτερό από περιστέρι – ο δήμος είχε κηρύξει τον πόλεμο στα περιστέρια κι έβρισκα συχνά αποδείξεις απ το πτίλωμά τους στο μπαλκόνι. Ποτέ πάντως στο χαλάκι της εισόδου. Αν όμως δεν ήταν φτερό από περιστέρι; Αν ήταν φτερό από άγγελο;
Καταλάβαινα πως η μελέτη της Βίβλου με οδηγούσε σε παραλήρημα, ποιος όμως απέκλειε την περίπτωση, η Χριστίνα, τώρα που έφευγε για το ταξίδι της στις χώρες του σκοταδιού, να μου άφησε έναν τελευταίο χαιρετισμό, ένα μήνυμα ίσως πως όλα στη ζωή είναι ανάλαφρα όπως τούτο το φτερό κι ότι δεν πρέπει τέλος πάντων να δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα στα πράγματα που έτσι κι αλλιώς είναι περαστικά.
Εκείνη τη στιγμή έγινε ένα ρεύμα αέρα, το φτερό σηκώθηκε απ το χαλάκι, αιωρήθηκε για μια στιγμή στο κενό κι ύστερα γλίστρησε μες στο σπίτι απ την ανοιχτή πόρτα και προσγειώθηκε στο τραπέζι του καθιστικού. Πήρα γρήγορα τα κλειδιά μου, το πορτοφόλι και το κινητό κι έφυγα κουτρουβαλώντας τις σκάλες.
Δεν θα έμενα ούτε λεπτό σ αυτό το σπίτι.
Μόλις βγήκα στο δρόμο, άνοιξα το κινητό κι έψαξα κάποιον να με φιλοξενήσει. Χρειαζόμουν επειγόντως ποτό κι ανθρώπινη συντροφιά.
Πέρασα απ το σπίτι μιας κοπέλας που έτρεφε τρυφερά αισθήματα για το άτομό μου. Η Μαργαρίτα ήξερε τις συνήθειές μου κι είχε ήδη ανοίξει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί όταν χτύπησα το κουδούνι της. Γνωριζόμασταν από παλιά, είχαμε μάλιστα υπάρξει μαζί για ένα διάστημα. Δεν συμπαθούσε καθόλου τη Χριστίνα. Πίστευε ότι αν δεν ήταν αυτή, η ερωτική μας ιστορία μπορεί και να συνεχιζόταν. Έκανε λάθος, αλλά δεν σκόπευα να της αλλάξω γνώμη. Η αγάπη της με βόλευε.
Τι έπαθες; είπε μόλις με είδε. Στεκόταν στην πόρτα μ ένα κοντό νυχτικό που το δικαιολογούσε μεν η ώρα αλλά όχι και η διάθεσή μου.
Δεν θα το πιστέψεις, είπα και μπήκα μέσα, Η Μαργαρίτα ζούσε σ ένα νεοκλασικό στην Πλάκα. Είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική και είχε ανοίξει δικό της κατασκευαστικό γραφείο. Έβγαζε πολλά λεφτά. Μερικές φορές αναρωτιόμουν γιατί την είχα παρατήσει. Είχε καλό μα άψυχο γούστο. Ίσως γι αυτό. Καμιά φωτιά δεν μπορούσε ν ανάψει δίπλα της.
Μ έβαλε να καθίσω πλάι της στον καναπέ. Η ίδια άπλωσε τα μακριά νευρώδη πόδια της με τα βαμμένα φούξια νύχια πάνω στο τραπεζάκι του καφέ. Δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση. Η Χριστίνα πέθανε, βόγκηξα.
Ήταν αναμενόμενο, είπε εκείνη ατάραχα. Ύστερα άναψε τσιγάρο. Τώρα θυμήθηκα γιατί χωρίσαμε, κάπνιζε αδιάκοπα, ακόμη και στην κρεβατοκάμαρα. Είχα βαρεθεί ν ανοίγω τα παράθυρα για ν αερίζεται το σπίτι. Μερικές φορές αρκεί ένα τσιγάρο για να σβήσει μια σχέση.
Τι εννοείς, ήταν αναμενόμενο; είπα. Από πού κι ως πού ήταν αναμενόμενο;
Η Μαργαρίτα έβαλε κρασί στα ποτήρια μας. Ηρέμησε. Μην τρελαίνεσαι, είπε. Η φίλη σου πήγαινε γυρεύοντας. Και το ξέρεις.
Δεν έχω ιδέα τι εννοείς, φώναξα. Μίλα καθαρά. Κατέβασα μεμιάς το κρασί μου κι έβαλα κι άλλο στο ποτήρι. Η Μαργαρίτα με κοιτούσε περιπαικτικά αλλά και σα να με λυπόταν κιόλας.
Γιατί θέλεις να τ ακούσεις από μένα; είπε. Δεν έχω καμιά διάθεση να μαλώσουμε. Έστελνε λευκές τολύπες καπνού προς τον απέναντι τοίχο. Υπήρχε εκεί ένα σχέδιο του Λε Κορμπιζιέ για την τέλεια πόλη. Μια ουτοπία.
Εγώ πάλι είχα κόψει το κάπνισμα εδώ και χρόνια. Και δεν ένιωθα καμιά επιθυμία να το ξαναρχίσω. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα μαλώσουμε, είπα, βάζοντας κι άλλο κρασί στο ποτήρι μου. Διψούσα πραγματικά. Σε λίγο θα χρειαζόμασταν καινούργια φιάλη, όμως γι αυτό δεν ανησυχούσα καθόλου, η Μαργαρίτα είχε μεγάλη κάβα στην κουζίνα της. Πρέπει όμως να παραδεχτείς ότι απ την αρχή δεν συμπάθησες τη Χριστίνα, την προκάλεσα.
Η Μαργαρίτα σούφρωσε τα μούτρα της. Τι να συμπαθήσω σ αυτήν την ατάλαντη; Είναι τυχαίο που δεν έπαιξε ποτέ σε καμιά παράσταση της προκοπής;
Εντάξει, σταμάτα, θα μαλώσουμε, παραδέχτηκα. Δεν μπορείς να μιλάς έτσι ένα κορίτσι που το σώμα του δεν έχει ακόμα κρυώσει. Η εικόνα της Χριστίνας πεσμένης στο βρώμικο πάτωμα της τουαλέτας, με στοίχειωνε. Σα να έβλεπα το χέρι της με τα δερμάτινα βραχιόλια ν απλώνεται άψυχο στα πλακάκια. Το καζανάκι έσταζε, κι η λεκάνη είχε διαρροή. Όμως ακόμη κι αν ήταν ατάλαντη, συνέχισα γιατί κάτι μ έτρωγε, αυτό δεν εξηγεί τον θάνατό της.
Η φίλη σου βασάνιζε τους άντρες, για να το θέσω πολύ ήπια, είπε η Μαργαρίτα. Κάποιος αυτό δεν θα το άντεχε.
Μα, τι λες, τρελάθηκες; φώναξα. Η Χριστίνα ήταν το πιο αθώο πλάσμα που γνώρισα στη ζωή μου.
Η Μαργαρίτα κάγχασε πίσω από τους καπνούς του τσιγάρου της. Στο ραδιόφωνο έπαιζε το Accidental Evil. Το δωμάτιο φωτιζόταν χλωμά από ένα ακριβό φωτιστικό σε σχήμα αναρριχητικού φυτού. Το ήξερες ότι σε απατούσε με τον Φώτη; είπε.
Η αλήθεια είναι ότι το ήξερα. Ποτέ δεν συνέβη κάτι τέτοιο, είπα. Τα λες αυτά επειδή χωρίσαμε εξαιτίας της. Ο περίφημος Φώτης ήταν ηλεκτρολόγος σε κάποιο περιθωριακό θέατρο των Πετραλώνων. Είχε μαύρα, στιλπνά, μακριά μαλλιά και μπράτσα από ατσάλι. Ήταν αναπόφευκτο να συγκινήσει μια γυναίκα. Όπως μου εξήγησε η Χριστίνα, ένα βράδυ που είχε διάθεση για εκμυστηρεύσεις, επρόκειτο απλώς για one night stand, δεν ήταν κάτι σπουδαίο.
Σπουδαίο ή όχι, εγώ την αγαπούσα και δεν ήθελα να χωρίσουμε. Αν ήμουν νεότερος, μια τέτοια ομολογία απιστίας δεν θα μπορούσα επ ουδενί να την αντέξω και θα έβαζα παρευθύς τέλος στη σχέση. Όμως τώρα είχα ωριμάσει, ήξερα ότι η μονογαμία είναι ένα τέρας της φύσης που αξίζει να επιδεικνύεται στα τσίρκα. Ούτε κι εγώ ήμουν πιστός, άλλωστε, πώς θα μπορούσα να απαιτώ κάτι τέτοιο από τη σύντροφό μου. (Επαναλαμβάνω, αυτές οι σκέψεις δεν θα περνούσαν καν από το μυαλό μου σε νεότερη ηλικία. Προφανώς μεγάλωνα και μ είχε πιάσει η γελοία μειλιχιότητα των γηρατειών. Ίσως πάλι να μην ήθελα να χάσω τη βολή μου με τη Χριστίνα).
Η Μαργαρίτα αποφάσισε να τρίψει κι άλλο πιπέρι στην πληγή. Το ξέρεις βέβαια ότι πέρυσι το καλοκαίρι παρ ολίγο να διαλυθεί η περιοδεία στην επαρχία επειδή μαλώσανε εξαιτίας της οι δυο πρωταγωνιστές. Για να μη σου πω ότι είχε πάρει όλο το θίασο.
Το είχα διαβάσει στην Espresso. Αυτά είναι φληναφήματα των δημοσιογράφων, είπα. Επινοούν τα πάντα για να πουλήσουν κανένα φύλλο παραπάνω. Έπιασα το μπουκάλι με το κρασί, μα είχε αδειάσει. Πάω να φέρω να πιούμε, είπα. Σηκώθηκα και τράβηξα για την κουζίνα. Άνοιξα το πρώτο συρτάρι κι άρχισα να ψάχνω για ανοιχτήρι.
Η φίλη σου δεν μπορούσε να σταθεί σ έναν τόπο, φώναξε από μέσα η Μαργαρίτα. Σε παλαιότερους καιρούς θα τη λέγανε νυμφομανή.
Γαμώ το κέρατό μου, τι ήθελα να έρθω σ αυτό το σπίτι; Επέστρεψα στο καθιστικό μ ανοιχτό το καινούργιο μπουκάλι. Τελείως τυχαία, η ετικέτα του έγραφε: Το Προφανές. Ήταν ένα κρασί από την Κρήτη. Κάθισα πάλι δίπλα στη Μαργαρίτα. Η φούστα είχε ανέβει πιο ψηλά στα πόδια της. Είχε μαυρίσει απ τα μπάνια και τον ήλιο. Κάποιο κουνούπι την είχε δαγκώσει δίπλα στο γόνατο. Και τότε γιατί έμενε μαζί μου; είπα.
Για να τρώει και να κοιμάται τσάμπα, είπε η Μαργαρίτα. Μα, τόσο βλάκας είσαι; Η γυναίκα ήταν παράσιτο.
Ακόμη κι αν είναι έτσι, εγώ περνούσα πολύ καλά όλο αυτόν τον καιρό, είπα. Μου άρεσε να είμαι μαζί της. Δεν με ταλαιπωρούσε με ζήλειες και δεν γκρίνιαζε για τις παραξενιές μου –όπως εσύ… δεν άντεξα να μην το πω.
Τα μάτια της Μαργαρίτας πέταξαν φωτιές. Μια ζωή σ άρεσαν οι τσούλες! φώναξε. Δεν έχει νόημα να μιλάμε άλλο. Σήκω, φύγε. Τράβα να θρηνήσεις την ερωμένη σου. Θα έχεις κι άλλους παρέα. Άντε να παρηγορήσετε ο ένας τον άλλον.
Σηκώθηκα αναγκαστικά κι αποχαιρέτησα το καινούργιο κρασί που δεν είχα προλάβει να δοκιμάσω. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο πίσω μου.
Βγήκα έξω κι άρχισα να περπατάω σαν χαμένος στους δρόμους της Πλάκας. Τα φώτα της Ακρόπολης είχαν σβήσει στον Ιερό Βράχο, οπότε υπέθεσα ότι θα ήταν μετά τις τρεις το βράδυ. Λιγοστοί τουρίστες τριγυρνούσαν ακόμα στα στενά γύρω από την αρχαία Αγορά. Στο Μοναστηράκι, ο Μπαϊρακτάρης και τ άλλα σουβλατζίδικα είχαν μαζέψει τις καρέκλες τους. Κάποιο συνεργείο του δήμου έπλενε με μια μάνικα την πλατεία (αν και αυτό μάλλον το φαντάστηκα). Στην άκρη του δρόμου, ένας όμορφος νεαρός με άσπρο πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος προσπαθούσε να κοιταχτεί στον μεγάλο πλαϊνό καθρέφτη ενός παρκαρισμένου φορτηγού. Ύστερα, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, τράβηξε από την τσέπη του μια σύριγγα και τρυπήθηκε στο λαιμό. Αποτράβηξα βιαστικά το βλέμμα. Πιο κει, μια παρέα μοτοσικλετιστών της ομάδας ΔΙΑΣ έτρωγε γελώντας κάτω από τα φώτα του Έβερεστ.
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν και σωριάστηκα σ ένα ξύλινο παγκάκι απ όπου έλειπαν δυο τάβλες. Ένας σκύλος με φαγωμένη απ τους ψύλλους γούνα ήρθε κοντά μου, μύρισε τα παπούτσια μου και τράβηξε παραπέρα. Στην άλλη άκρη της πλατείας, ένας λιπόσαρκος νέγρος τραγουδούσε ένα σκοπό της πατρίδας του ενώ γύρω του ήταν μαζεμένοι δυο τρεις αργόσχολοι φοιτητές.
Είχα γνωρίσει τη Χριστίνα πριν δυο χρόνια σε μια μεσημεριανή κουτσομπολίστικη εκπομπή. Χρωστούσα μια προσωπική χάρη στον παραγωγό κι όσο κι αν προσπάθησα να το αναβάλλω, κάποια στιγμή δεν το απέφυγα. Συμφώνησα κυρίως επειδή είχα δει τη Χριστίνα στο πάνελ. Όταν την αντίκρισα πρώτη φορά στο γυαλί, έμεινα με το πιρούνι στο χέρι. (Συνήθως έκανα ζάπινγκ στα κανάλια μετά το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων του Mega, ενώ ταυτόχρονα έτρωγα το μοναχικό μου γεύμα στο σπίτι). Είχε βαμμένα κόκκινα κοντά μαλλιά, έντονο αϊλάινερ στα μάτια και βλέμμα αλά Μπριτζίτ Μπαρντό στην ταινία του Γκοντάρ Περιφρόνηση. Ποια είναι τούτη εδώ; σκέφτηκα. Κάποιο φωτομοντέλο ίσως, ή κάποια νέα ηθοποιός; Τηλεφώνησα αμέσως στον φίλο μου τον παραγωγό της συγκεκριμένης εκπομπής.
Ποια είναι η κοκκινομάλλα δίπλα στην παρουσιάστρια; τον ρώτησα με τη μπουκιά στο στόμα.
Ο παραγωγός γέλασε. Χαλάρωσε. Θα πρέπει να είσαι ο εκατοστός που με ρωτάει για κείνη. Καταπληκτικό κομμάτι, ε;
Ένιωσα να με προσβάλλει, σα να μιλούσε για τη γυναίκα μου. Μη μου πεις ότι είναι ρωσίδα; είπα. Δεν είχα μεγάλη τύχη με τις ρωσίδες, δεν μου άρεσε να πληρώνω.
Ελληνικότατη, είπε ο παραγωγός. Έπαιζε σε κάτι σήριαλ της συμφοράς ώσπου την ανακάλυψα.
Την έχεις … πάρει; ρώτησα μορφάζοντας από εσωτερικό πόνο. Αυτή η ομορφιά δεν μπορούσε να χει σπιλωθεί από το ρεμάλι τον φίλο μου.
Μη μασάς, είπε ο παραγωγός. Αυτές οι γυναίκες-κούκλες είναι συνήθως παγοκολόνες στο κρεβάτι.
Δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή μου, αλλά δεν επέμεινα. Πώς θα γίνει να τη γνωρίσουμε; είπα.
Ο παραγωγός γέλασε. Είναι πολύ απλό, είπε. Θα έρθεις επιτέλους στην εκπομπή.
Άσε με να το σκεφτώ, είπα. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Ήμουν ένας γνωστός μουσικός παραγωγός του ραδιοφώνου. Ήμουν ένας σοβαρός μουσικός παραγωγός του ραδιοφώνου. Είχα μια εκπομπή που λειτουργούσε σαν μπούσουλας στα ερτζιανά. Δεν μπορούσα ξαφνικά να εμφανιστώ σε μεσημεριανή κουτσομπολίστικη εκπομπή. Θα γινόμουν περίγελος των σκυλιών. Διόλου απίθανο να με απέλυαν κιόλας. Δεν ήταν απλό.
Την ίδια στιγμή, απέναντί μου, στη Φίλιπς των 42 ιντσών, η κοκκινομάλλα γελούσε με κάτι που είχε πει ένας καλεσμένος. Θα έρθω, είπα στον φίλο μου. Αύριο κιόλας.
Μπράβο, αγόρι μου, είπε εκείνος. Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει.
Έτσι γνώρισα τη Χριστίνα. Εκείνη είπε πως με ήξερε από τις εκπομπές μου στο ραδιόφωνο κι ότι είχε πάρει μάλιστα μια φορά τηλέφωνο για να κάνει μια αφιέρωση. Με κοιτούσε με μάτια λατρευτικά, εμένα, ένα γεροντο-ροκά, αυτό το ιερό νυμφίδιο της σαγήνης.
Την αποπλάνησα εντέχνως, μια σκοτεινή ασέληνη νύχτα, στο Λόφο του Άη Γιάννη του Κυνηγού (των φιλοσόφων). Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόβαλε πολλές αντιστάσεις –άλλωστε ποιος αντιστέκεται στις μέρες μας. Βοηθούσε και το τοπίο. Η θέα από εκεί ψηλά είναι συγκλονιστική. Ακριβώς απέναντι η φωτισμένη Ακρόπολη, πιο δίπλα η πέτρα που έριξε η θεά Αθηνά –ο Λυκαβηττός μ άλλα λόγια- και στο βάθος η θάλασσα με την Αίγινα. Τα φώτα της πόλης λαμπύριζαν στο μάτια της. Καθίσαμε πάνω στα βράχια κρατημένοι απ το χέρι. Ήμασταν εντελώς μόνοι. Πίναμε ουίσκι από ένα πλακέ φιαλίδιο που έχω μόνιμα στο αμάξι για κάθε περίσταση. Η Χριστίνα γελούσε μ αυτά που έλεγα. Εγώ έριχνα κλεφτές ματιές τριγύρω μήπως αντιλαμβανόμουν κανένα ψυχάκια πίσω απ τους θάμνους. Κάποια στιγμή έπεσε ένα αστέρι. Η Χριστίνα χτύπησε ενθουσιασμένη τα χέρια της. Έκανες ευχή; με ρώτησε πυρετικά. Της έγνεψα καταφατικά κι έγειρα προς το μέρος της. Εκείνη έκλεισε τα μάτια. Ήταν το πρώτο μας φιλί.
Δυο μήνες αργότερα άρχισα να την πιέζω να μετακομίσει στο σπίτι μου. Γιατί να πληρώνεις τσάμπα νοίκι; έλεγα. Θέλω να κοιμόμαστε μαζί τα βράδια. Θέλω να ξυπνάω και να σε βρίσκω δίπλα μου. Θέλω ν ανοίγω τις ντουλάπες και να μυρίζω το άρωμα από τα ρούχα σου.
Δεν ξέρω, έλεγε η Χριστίνα. Φοβάμαι την καθημερινότητα. Μπορεί να μας φθείρει. Η Χριστίνα ήταν Υδροχόος.
Μα όχι, όχι, εναντιωνόμουν εγώ. Η καθημερινότητά μας θα είναι ένα διαρκές ταξίδι σε δάση ανεξερεύνητα. Θα περιπλανιόμαστε σε εδάφη άγνωστα, σε ηπείρους μακρινές. Θα γίνουμε αναζητητές του Ιερού Γκράαλ της συμβίωσης. Σταυροφόροι μιας Νέας Ιερουσαλήμ. Πόσο θέλει να πειστεί μια γυναίκα;
Κάποια στιγμή μάζεψε τα πράγματά της και μετακόμισε στο σπίτι μου. Η ντουλάπα μου γέμισε από τα ρούχα της. Τα συρτάρια μου από τα εσώρουχά της. Τα έπιπλα από τα πεταμένα παλτά και τα σακάκια της. Το πάτωμα από τα παπούτσια της. Ένα χάος. Ήτανε και μικρό το σπίτι. Σε λίγο είχα φρικάρει. Εκείνη δεν δούλευε πουθενά εκείνο το χειμώνα, ταχε σπάσει με τον παραγωγό. Εξάλλου, την έτρωγε το σαράκι της ηθοποιού. Σε σήριαλ δεν ήθελε να παίξει, έλεγε πως δεν ήθελε πια να κάνει δουλειές του κώλου, την ενδιέφερε μονάχα το ποιοτικό θέατρο ή ο ποιοτικός κινηματογράφος.
Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στην Ελλάδα, έλεγα εγώ. Για ποιο ποιοτικό θέατρο μου μιλάς; Που πήγαμε δυο φορές στην Επίδαυρο και κλάψαμε με μαύρο δάκρυ για τα πεταμένα λεφτά; Έκανα μια θεατρική παύση. Κι όσο για τον ποιοτικό κινηματογράφο,συνέχιζα ακάθεκτος, έναν Αγγελόπουλο έχουμε κι αυτός κάνει μια ταινία κάθε πέντε χρόνια.
Υπάρχουν κι άλλοι, έλεγε η Χριστίνα. Νεότεροι. Εσύ δεν τους ξέρεις. Κάνουν ταινίες καταπληκτικές.
Τι ταινίες; ρωτούσα εγώ πεισμωμένος. Είδαμε τελευταία καμιά ταινία της προκοπής;
Ο Σαπιόδοντας, αποκρινόταν η Χριστίνα. Η Βδέλλα.
Εγώ έπιανα το κεφάλι μου συντετριμμένος, μια Σκάρλετ Οχάρα στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος.
Η Χριστίνα εξοργιζόταν. Εσύ δεν ξέρεις τίποτα πέρα από τη μουσική σου, μου πετούσε, άρπαζε το τσαντάκι της κι άνοιγε την εξώπορτα. Πάω να πιω καφέ με τους φίλους μου, έλεγε. Ύστερα βροντούσε πίσω της την πόρτα. Οι φίλοι της ήταν κάτι λεχρίτες που ζούσαν με δέκα ευρώ τη μέρα, ρυπαροί όσο οι Κούρδοι της Κουμουνδούρου, παθιασμένοι με την υποκριτική τέχνη και τους καφέδες. Η μεγάλη τους απόλαυση ήταν να βρίζουν ολημερίς κι ολονυχτίς το σύστημα που δεν αξιοποιεί το ταλέντο τους. Για όλα έφταιγαν οι κλίκες και οι γνωριμίες.
Γιατί δεν μπαίνετε κι εσείς σε καμιά κλίκα, βρε παιδιά; τους είπα αγνά ένα βράδυ που τρώγαμε κάτι άθλια μπριτζολάκια στα Εξάρχεια. Γιατί δεν κάνετε γνωριμίες;
Με κοίταξαν σα να μουν το κοπρόσκυλο της μπουρζουαζίας. Η Χριστίνα με τσίμπησε άγρια κάτω από το τραπέζι. Δεν με κάλεσαν ξανά στη συντροφιά τους. Είμαι σίγουρος πως όσοι δεν ήταν γκέι στην παρέα (αδελφές είχα γράψει, όμως επενέβη ο εκδότης χάριν της πολιτικής ορθότητας) θα ήθελαν οπωσδήποτε να εκμεταλλευτούν ερωτικά τη Χριστίνα. Ίσως και να το είχαν κάνει ήδη. Είχα ξεχωρίσει έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο τύπο, συνήθως αξύριστο, με μάτια που γυαλίζανε απ την πρέζα ή τη σχιζοφρένεια, ο οποίος τραβούσε κάθε φορά την προσοχή της Χριστίνας με τις γνώσεις του γύρω από τον Σκανδιναβικό κινηματογράφο. Η μονομανία του αυτή εξίταρε την αγαπημένη μου που κάθε καινούργιο την τραβούσε όπως το αψέντι την γαλλική πρωτοπορία κάποτε. Εγώ μισούσα τον Σκανδιναβικό κινηματογράφο.
Ήταν φορές που η Χριστίνα έφευγε από το σπίτι κι εξαφανιζόταν για ώρες. Ισχυριζόταν πως συναντιόταν με τους φίλους της. Όμως συνήθως το κινητό της ήταν κλειστό. Δεν έπιανε σήμα, ήταν η δικαιολογία της.
Μα τι παραμύθια είναι αυτά; ούρλιαζα εγώ. Το μόνο μέρος που δεν πιάνει σήμα στην Αθήνα είναι το Μετρό. Και τα νταμάρια του Λαυρίου.
Έλα τώρα, ηρέμησε, έλεγε η φίλη μου. Θα πάθεις κανένα εγκεφαλικό.
Το αισχρό αυτό χτύπημα κάτω απ τη μέση, η αναφορά της μ άλλα λόγια στην ηλικία μου, αυτός ο σαφής υπαινιγμός στην εικοσαετία που μας χώριζε, με αποπροσανατόλιζε αμέσως κι έχανα τον ειρμό της σκέψης μου. Πάντως, δεν είχε άδικο, θα γελούσαν κι οι κότες αν πήγαινα στον τάφο από εγκεφαλικό ζηλοτυπίας. Και καλά ο τάφος, αν πάθαινα καμιά ημιπληγία κι έμενα μισός άνθρωπος και μισός σκιάχτρο;
Πάντως, καλού κακού, έριχνε δυο τρεις λοξές ματιές στο λαιμό της για τίποτα πιπιλιές. Ήταν πάντα καθαρή, κι αυτό με καθησύχαζε εν μέρει. Μια φορά ωστόσο, καθώς έβγαινε γυμνή από το μπάνιο, είδα μερικές γρατζουνιές στην πλάτη της. Τα μαλλιά της είχαν μακρύνει τότε, τα είχε βάψει μάλιστα ξανθά, όμως αυτό δεν με εμπόδισε να προσέξω τις εκχυμώσεις. Η καρδιά μου σφίχτηκε μεμιάς. Τι ναι αυτό; είπα δείχνοντας την πλάτη της σα να δειχνα κάποιο ιγκουάνα με λέπρα.
Ποιο αυτό; είπε η Χριστίνα κι έριξε μια ματιά πίσω της. Όμως δεν μπορούσε να δει την πλάτη της.
Την τράβηξα μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου. Έκανα πέρα τα μαλλιά της. Αυτό! είπα. Οι γρατζουνιές διαγράφονταν ξεκάθαρα πάνω στο λευκό της δέρμα. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δυο ημερών. Την κοιτούσα που περιεργαζόταν την πλάτη της στον καθρέφτη ενώ εγώ είχα σταυρώσει τα χέρια μου στο στήθος προσπαθώντας ν αποφύγω την έντονη παρόρμηση να την αρχίσω στα χαστούκια.
Ε, τι είναι; είπε. Γρατζουνιές. Εσύ μου τις έκανες.
Εγώ; ούρλιαξα. Πώς εγώ; Έχουμε να κάνουμε σεξ εδώ και κανένα μήνα!
Ναι, έχεις δίκιο, έκανε λυπημένα. Δεν φταίω όμως εγώ που δεν με θέλεις πια. Είμαι νέα κοπέλα. (Να το πάλι το θέμα της ηλικίας). Το σώμα μου έχει απαιτήσεις.
Χτύπησα τη γροθιά μου στα πλακάκια του μπάνιου. Δεν μπορώ να σε μοιράζομαι με άλλους! φώναξα. Σ αγαπάω.
Κι εγώ σ αγαπάω, είπε η Χριστίνα και μου χάιδεψε το μάγουλο. Μη δίνεις σημασία στα ασήμαντα. Εξάλλου, ξέρω πως κι εσύ με απατάς.
Με παρακολουθείς! φώναξα.
Μην είσαι χαζός, είπε. Μια γυναίκα ξέρει πότε ο σύντροφός της την απατάει.
Μπορεί και να μπλόφαρε. Είχε όμως δίκιο. Την απατούσα. Στο Διαδίκτυο. Με τις δεκάδες καινούργιες ερωμένες από το Youporn. Ίσως γι αυτό και να χε ατονήσει η επιθυμία μου για τη Χριστίνα. Όμως εμένα το Youporn δεν μου κανε γρατζουνιές στην πλάτη.
Θέλω να είσαι μόνο δική μου, είπα. Δεν θέλω μια σχέση Σαρτρ-Μποβουάρ.
Εκείνη μ έσπρωξε στον καναπέ και κάθισε πάνω μου. Είμαι μόνο δική σου, είπε. Ήταν καλή ηθοποιός τελικά.
Εγώ όμως ένιωθα ότι την έχανα. Και δεν ήθελα να τη χάσω. Φοβόμουνα να μείνω μόνος και ν αρχίσω πάλι το ψάξιμο. Ίσως και να την αγαπούσα πραγματικά. Δεν αντέχω να σε χάσω, είπα.
Κανείς δεν θα χάσει κανένα, είπε. Μου φάνηκε σα δήλωση από εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης, μπορεί να το χε πάρει κι απ τον Κοέλιο. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τα μεγάλα μέσα.
Θέλεις να παντρευτούμε; είπα. Θέλεις να κάνουμε παιδιά;
Η Χριστίνα έβαλε τα γέλια. Γελούσε υστερικά, τρελά, σα να θελε να κλάψει κατά βάθος. Σηκώθηκε απ τα πόδια μου και σωριάστηκε δίπλα μου στον καναπέ. Δεν θα σαι με τα καλά σου, είπε. Εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός, όχι μάνα. Τα χείλια της είχαν σφίξει και το πρόσωπό της είχε πάρει μια έκφραση μεγάλης αποστροφής. Νομίζεις ότι αν παντρευτούμε θα μείνουμε για πάντα μαζί;
Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται η Εκκλησία στο μυστήριο του γάμου προσπάθησα να κάνω χιούμορ. Αυτή τη φορά η Χριστίνα δεν γέλασε. Άναψε καινούργιο τσιγάρο. Εγώ έπνιξα ένα στεναγμό. Σκεφτόμουν τις κουρτίνες μου που είχαν αρχίσει ν αλλάζουν χρώμα από τον καπνό. Αυτό ήταν το κακό με μένα, λογάριαζα την υλική κατάσταση των πραγμάτων, είχα χάσει την επαφή μου με την πνευματικότητα.
Η Χριστίνα ξεφύσησε τον καπνό. Νομίζω ότι πρέπει να χωρίσουμε, είπε.
Αναπήδησα έντρομος. Τι ναι αυτά που λες; Γιατί να χωρίσουμε; Γονάτισα μπροστά της και τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τις γάμπες της –πάντα καλοξυρισμένες. Σε παρακαλώ, ένα αστείο έκανα, βόγκηξα. Έτριβα τη μουσούδα μου στα γόνατά της όμοια λαγωνίκα μπροστά σε λαγουδότρυπα. Μη μ αφήσεις, είπα. Δεν θα το αντέξω.
Η Χριστίνα κάγχασε. Όλοι το αντέχουν, είπε. Πάψε το μελόδραμα. Σηκώθηκε πάνω αποφασιστικά και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Τράβηξε κάτω απ το κρεβάτι ένα σακ-βουαγιάζ κι άρχισε να ρίχνει μέσα ρούχα από τη ντουλάπα.
Εγώ στεκόμουν εμβρόντητος στην πόρτα. Σε παρακαλώ… έκανα ξεψυχισμένα.
Η Χριστίνα σταμάτησε για μια στιγμή. Άκου, είπε, η κατάσταση έχει γίνει πολύ αρρωστημένη εδώ μέσα. Θα φύγω για λίγο μέχρι να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα.
Μα… πήγα να πω, αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό της. Έτρεξε και το σήκωσε. Βγήκε μάλιστα στη βεράντα για να μην ακούω. Απέμεινα να κοιτάω το μισάνοιχτο σακ-βουαγιάζ της στο πάτωμα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στη σκέψη ότι μπορεί να μην την έβλεπα ξανά.
Η Χριστίνα μπήκε πάλι στο δωμάτιο κι άλλαξε ρούχα βιαστικά. Με πήραν απ το θέατρο, είπε. Με χρειάζονται στην πρόβα. Θα τα πούμε το βράδυ. Έπειτα πρόσεξε ότι στεκόμουν σαν απολιθωμένος στην πόρτα κοιτάζοντας το σακ-βουαγιάζ της. Γιατί δεν πηγαίνεις να βρεις τους φίλους σου; είπε. Θα σου κάνει καλό. Μην μείνεις μέσα. Καθώς δεν απάντησα, άρπαξε τα κλειδιά της κι έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω της.
Ύστερα από λίγο βγήκα κι εγώ. Δεν άντεχα τη σιωπή μες στο σπίτι, το σακ-βουαγιάζ στο πάτωμα –κυρίως αυτό-, τη μυρωδιά από τα ρούχα της, τη μισάνοιχτη ντουλάπα. Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Προχώρησα σαν υπνοβάτης, ανίκανος να προσανατολιστώ, στους δρόμους της Αθήνας. Με οδηγούσαν τα βήματά μου, μα εγώ δεν ήξερα πού πήγαινα. Μπορεί και να έφτασα μέχρι τον Κεραμεικό, μπορεί και να βρέθηκα μπροστά στο θέατρο όπου έκαναν την πρόβα τους, μπορεί και να γλίστρησα μέσα. Μπορεί. Δεν θυμάμαι. Ονειροβατούσα, ήμουν κάποιος άλλος. Μπορεί και να τη βρήκα μόνη στο καμαρίνι της, μπορεί και να λογομαχήσαμε, μπορεί και να την έσπρωξα στα σκαλιά. Στα σκαλιά εκείνα τα απότομα που κατέληγαν στο μισοφωτισμένο υπόγειο με τις ρυπαρές τουαλέτες. Μπορεί να στάθηκα από πάνω της, μπορεί και να είδα την απορημένη έκφραση στα γυάλινα μάτια της, μπορεί και να την έσυρα μες στην τουαλέτα. Το χέρι της με τα δερμάτινα βραχιόλια σκάλωσε στον τοίχο με τα πλακάκια. Τα χρυσαφένια της μαλλιά απλώθηκαν στις λιμνούλες των ούρων. Τα κόκκινα νύχια των ποδιών της με έδειχναν απειλητικά μες απ τα σανδάλια.
Τώρα η αυγή αχνοροδίζει στην πλατεία Μοναστηρακίου. Το διπλανό τζαμί σωπαίνει, κανείς μουεζίνης δεν μου τρυπά τ αυτιά με τις φωνές του. Στη στοά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, οι σκιές των Μακάρων αποσύρονται μόλις λαλήσει το πρώτο κοκόρι. Κάθομαι σκυμμένος πάνω από ένα πηγάδι. Από κάτω περνάει η κοίτη του Ιλισσού. Ακούγεται ο πρώτος συρμός του Ηλεκτρικού. Σιγά σιγά κόσμος αρχίζει να αναδύεται από τα έγκατα του Μετρό. Άνθρωποι που πηγαίνουν στην αγορά, στα υφασματάδικα της Αιόλου, στα μικρά εμπορικά της Αθηνάς. Τα μάτια μου είναι κοκκινισμένα από την αϋπνία, με διαπερνάνε ρίγη πότε πότε κι έχω αρχίσει να πεινάω. Από κάπου με χτυπάει στη μύτη μια μυρωδιά μπουγάτσας. Ακούγονται ήχοι από ρολά που ανεβαίνουν. Ο ήλιος αρχίζει να χτυπάει τις άσπρες πλάκες της πλατείας. Σε λίγο θ αναγκαστώ να φύγω. Μα πού να πάω; Στο σπίτι μου με περιμένει ένα άσπρο φτερό αγγέλου, τα σκουλαρίκια της στο κομοδίνο κι ένα μισάνοιχτο σακ-βουαγιάζ στο πάτωμα.
Ο κόσμος πυκνώνει γύρω μου κι αν δεν φάω κάτι γρήγορα νομίζω ότι θα λιποθυμήσω. Κάνω μια προσπάθεια να σηκωθώ. Χτυπάει η καμπάνα της Αγίας Ειρήνης. Σκέφτομαι να πάω ως εκεί, να δροσιστώ στον παχύ της ίσκιο, ν ακουμπήσω στους θρόνους των βασιλέων. Μα δεν μπορώ να σηκωθώ, μου είναι αδύνατον. Μένω εκεί, σκυμμένος, να με χτυπάει ο ήλιος.



Άρης Σφακιανάκης για την συλλογή ΕΡΩΣ 13, εκδόσεις Ψυχογιός, 2010






Λίστα όλων των Συγγραφέων