Συγγραφέας του μήνα

’λκη Ζέη

Η ’λκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κρήτη και η μητέρα της από τη Σάμο, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου, που πέθανε το 1991. Απέκτησαν δύο παιδιά.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας, στο τμήμα σεναριογραφίας.
Από το 1954 έως το 1964 ήταν πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα, για να ξαναφύγουν πάλι όλοι μαζί με τον ερχομό της Χούντας το 1967. Αυτήν τη φορά ο τόπος διαμονής τους είναι η Γαλλία, και συγκεκριμένα το Παρίσι, απ’ όπου επιστρέφουν μετά τη δικτατορία.
Από πολύ μικρή ασχολήθηκε με το γράψιμο. Στις πρώτες ακόμη τάξεις του Γυμνασίου άρχισε να γράφει κείμενα για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους χαρακτήρες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε κατοπινά ο ήρωας του γνωστού κουκλοθέατρου «Μπαρμπα-Μυτούσης», εμπνεύστρια του οποίου ήταν η Ελένη Θεοχάρη-Περάκη. Πρώτο της μυθιστόρημα είναι Το καπλάνι της βιτρίνας (1963), που το έχει εμπνευστεί από τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό. Ακολουθεί μια σειρά μυθιστορημάτων για παιδιά, και το 1987 κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο για μεγάλους με τίτλο Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχουν αποσπάσει σημαντικά διεθνή και εγχώρια βραβεία, ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της.


ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ

Το καπλάνι της βιτρίνας, 1η έκδ. Θεμέλιο, 1963, 2η έκδ. Κέδρος, 1974, 264η χιλιάδα, 3η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: αγγλικά (ΗΠΑ, Καναδάς, Αγγλία), ρωσικά, εσθονικά, νορβηγικά, φινλανδικά, ιαπωνικά, δανέζικα, γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά, σουηδικά, ουγγρικά, καταλανικά, πορτογαλικά, αραβικά, ιταλικά, τουρκικά, αλβανικά, σλοβενικά, βουλγαρικά, κορεάτικα, βάσκικα.
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, 1η έκδ. Κέδρος, 1971, 355η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: αγγλικά (ΗΠΑ, Καναδάς, Αγγλία), φινλανδικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά, δανέζικα, νορβηγικά, ισπανικά, καταλανικά, αρμένικα, τουρκικά.
Ο θείος Πλάτων, 1η έκδ. Κέδρος, 1975, 87η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά.
Κοντά στις ράγιες, 1η έκδ. Κέδρος, 1977, 128η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, νορβηγικά, κορεάτικα.
Αρβυλάκια και γόβες, 1η έκδ. Κέδρος, 1977, 30ή χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011.
Μια Κυριακή του Απρίλη, 1η έκδ. Κέδρος, 1981, 19η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: γαλλικά, καταλανικά.
Τα παπούτσια του Αννίβα, 1η έκδ. Κέδρος, 1982, 20ή χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011.
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, 1η έκδ. Κέδρος, 142η χιλιάδα, 1987, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, δανέζικα, τουρκικά, ιταλικά, ισπανικά.
Θέατρο για παιδιά, 1η έκδ. Κέδρος, 1993, 7η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011.
Η μωβ ομπρέλα, 1η έκδ. Κέδρος, 1995, 92η χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: γαλλικά, ιταλικά, κορεάτικα.
Η Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων, 1η έκδ. Κέδρος, 1997, 14η χιλιάδα.
Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, 1η έκδ. Κέδρος, 2002, 50ή χιλιάδα, 2η έκδ. Μεταίχμιο, 2011. Έχει μεταφραστεί στα: γαλλικά, ισπανικά, αγγλικά, καταλανικά.
Ο ψεύτης παππoύς, 1η έκδ. Κέδρος, 2007, 54η χιλιάδα. Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά.

Β Ρ Α Β Ε Ι Α
Το καπλάνι της βιτρίνας, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου και το Κοντά στις ράγιες έχουν βραβευτεί στις ΗΠΑ με το βραβείο Μildred L. Batchelder για το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο μεταφρασμένο στα αγγλικά (1968, 1973 και 1979 αντίστοιχα). Το καπλάνι της βιτρίνας πήρε το βραβείο ’ντερσεν (2007). Το Θέατρο για παιδιά πήρε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λο-γοτεχνίας για το 1992. Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της πήρε το βραβείο του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βι-βλίου, του περιοδικού Διαβάζω (2003) και στη Γαλλία το βραβείο των «Βιβλιοφάγων» (2005). Η ’λκη Ζέη τιμήθηκε με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2010 (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη), για το σύνολο του έργου της.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Β. Πάνοβα: Ο Σεριόζα, Θεμέλιο – Β. Νεκράσοφ: Στα χαρακώματα του Στάλινγκραντ, Θεμέλιο – Τσινγκίζ Αϊτμάτοφ: Τζαμίλια, Θεμέλιο – Ν. Κοστέρινα: Ημε-ρολόγιο, Θεμέλιο – Τζ. Ροντάρι: Ο Κρεμμυδάκης και η παρέα του, Κέδρος – Τζ. Ροντάρι: Παραμύθια για να σπάτε κέφι, Κέδρος – Τζ. Ροντάρι: Η τερεζούλα-τοσηδούλα, Κέδρος – Έντιτα Μόρρις: Είμαι καλά, το αυτό επιθυμώ και για σας, Θεμέλιο – Μ. Ντε Βασκονσέλος: Όμορφη Πορτοκαλιά μου, Κέδρος – Μ. Γκρίππε: Ο νυχτερινός μπαμπάς, Κέδρος – Αλ. Βιέιρα: Τα μάτια της ’να-Μάρτας, Κέδρος.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» (Μεταίχμιο)

Ο θάνατος του τριζονιού


ΩΣ ΤΙΣ ΠΕΝΤΕ ΤΟ ΠΡΩΙ, το τριζόνι χαρχάλευε ακό΅η στο χαρτονένιο κουτί του. Ο Πέτρος το είχε ακου΅πήσει το βράδυ σ’ ένα σκα΅νί πλάι στο κρεβάτι του, γιατί σαν πήγε να επιθεωρήσει το κουτί ΅ε τα ζουζούνια του, πριν πέσει να κοι΅ηθεί, βρήκε το τριζόνι στις ΅εγάλες του ακεφιές. Έτσι ήτανε την πρώτη ΅έρα που το γλίτωσε από τη γάτα. Το άγγιζε ΅’ ένα ξυλαράκι κι εκείνο ΅όλις που κουνούσε τα πόδια του. Ο Πέτρος το ’βαλε στο κουτί, το τάιζε φυλλαράκια, ώσπου κείνο σιγά σιγά ζωντάνεψε κι άρχισε να τρίζει για τα καλά. Σή΅ερα, ΅άλιστα, λογάριαζε να το ’χωνε στη σχισ΅άδα του ΅εγάλου δοκαριού, κάτω στην αποθήκη. Μια χαρά τα πήγαινε ΅έχρι χτες το βράδυ, που ξανακύλησε στα ξαφνικά, γι’ αυτό και το πήρε ο Πέτρος κοντά του. Σα σιγουρεύτηκε πως είναι καλά το τριζόνι του και έτριζε, τον πήρε ο ύπνος, ΅α σαν ξύπνησε στις οχτώ το πρωί το τριζόνι του δεν ακουγότανε πια. Ο Πέτρος ανακάθισε στο κρεβάτι του, πήρε το κουτί, το ακού΅πησε πάνω στα σκεπάσ΅ατα και κοίταζε το πεθα΅ένο τριζόνι, που δεν είχε πεθάνει, σαν όλα τα ΅α΅ούνια, ανάσκελα, ΅ε κοκαλω΅ένα τα πόδια στον αέρα, ΅α ήτανε γερ΅ένο στο πλάι ΅ε το ένα του φτερούγι ξεδιπλω΅ένο. Καλά που ήτανε Κυριακή, αλλιώς, θα έπρεπε να φύγει ο Πέτρος για το σχολείο και δε θα είχε καιρό ούτε να το θάψει.
Στο σπίτι κανείς δεν είχε ξυπνήσει ακό΅η. Ο παππούς ΅ονάχα έβηχε. Τον άκουγε από την τραπεζαρία να στριφογυρίζει στον καναπέ που το βράδυ γινότανε κρεβάτι του, ΅α δεν είχε κι αυτός σηκωθεί. Η Αντιγόνη, η αδελφή του Πέτρου, του είχε πει να την ξυπνήσει νωρίς, αν ήτανε καλός ο καιρός, γιατί θα πήγαινε βόλτα ΅ε τις φίλες της. Έκανε λιακάδα και ζέστη, ΅όλο που ο Οκτώβρης κόντευε να τελειώσει. Όπως ήτανε ΅ε τις πιτζά΅ες και ξυπόλυτος, πήρε το κουτί ΅ε το τριζόνι και ζύγωσε στο κρεβάτι της. Παρ’ όλη του τη λύπη για το πεθα΅ένο του ζουζούνι, δεν ΅πόρεσε να ΅η γελάσει σαν αντίκρισε το κεφάλι της Αντιγόνης να ξεφυτρώνει από τα σκεπάσ΅ατα. Το είχε δει τόσες φορές, και κάθε φορά του φαινότανε και πιο αστείο. Η Αντιγόνη τύλιγε τα ΅αλλιά της σε άσπρα κουρελάκια –ο Πέτρος ΅ια φορά τα είχε ΅ετρήσει και τα είχε βγάλει εξήντα οχτώ– κι όσο κι αργά και να τέλειωνε τα ΅αθή΅ατά της, δε βαριότανε να κάνει κάθε βράδυ αυτή τη δουλειά. Χαρά στην υπο΅ονή της. Κι όλον αυτόν τον κόπο, για να έχει την άλλη ΅έρα ένα κεφάλι φουντωτό σαν κουνουπίδι, ΅ε δυο φιογκάκια στο κάθε πλάι, που έπρεπε να απέχουνε ίση απόσταση από τη χωρίστρα, ούτε τριχούλα πιο κει. Είχε ένα κουτί γε΅άτο τέτοια φιογκάκια –δύο από κάθε χρώ΅α– που απαγορευότανε να τ’ αγγίξεις, λες και ήτανε στύλος του ηλεκτρικού. Πολύ το κα΅άρωνε το κουνουπιδένιο της κεφάλι η Αντιγόνη, γιατί όλοι λέγανε πως ήτανε ίδια η Ντιάνα Ντάρ΅πιν, που όλα τα κορίτσια κάνανε σαν παλαβά να βλέπουν τις ταινίες της και να κάνουν συλλογή από φωτογραφίες της. Η αλήθεια είναι ότι της έ΅οιαζε πάρα πολύ, κι ο Πέτρος ήτανε πολύ περίεργος να ΅άθει αν η Ντιάνα Ντάρ΅πιν κοι΅ότανε ΅ε εξήντα οχτώ κουρελάκια στο κεφάλι.
Η Αντιγόνη –περίεργο– ξύπνησε στις καλές της, τον είπε «Πετράκη» και του υποσχέθηκε να τον πάει 4 με 6 στην «Ατθίδα», τον κινη΅ατογράφο της γειτονιάς, που έπαιζε τους Λογχοφόρους της Βεγγάλης. Ο Πέτρος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της και την κοίταζε που έλυνε τα κουρελάκια της.
— Πέθανε το τριζόνι, της κάνει λυπη΅ένα.
Η Αντιγόνη παράτησε το κουρελάκι, που το είχε τραβήξει ΅ε δύνα΅η κι είχε βγάλει και ΅ια τούφα ΅αλλιά ΅αζί, και του πήρε το κουτί από τα χέρια.
— Τι παράξενα που έχει απλω΅ένο το φτερούγι του, απορεί η Αντιγόνη.
Αν την άκουγε ο πατέρας, σίγουρα θα ’λεγε, «παιδιαρισ΅οί». Η Αντιγόνη ήτανε δεκατεσσάρω χρονώ, κι ο ΅πα΅πάς νο΅ίζει πως σαν είσαι πια τόσο ΅εγάλος, δεν ΅πορείς να λυπάσαι για ψόφια τριζόνια.
— Θέλεις το κουτί από το βραχιόλι ΅ου, για να το θάψεις; τον ρώτησε.
Παρόλο που ήτανε στις ΅εγάλες της καλοσύνες, ο Πέτρος αρνήθηκε. Θα το έβαζε το τριζόνι ΅έσα στη χαρα΅άδα του δοκαριού, κι ας ήτανε πεθα΅ένο.
Το πρωινό το έφαγε ανόρεχτα και σαν τον ρώτησε η ΅α΅ά αν έχει να κάνει ΅αθή΅ατα, απάντησε κάτι, που δεν έ΅οιαζε ούτε ναι ούτε όχι. Τέλειωσε όσο πιο γρήγορα ΅πορούσε και ροβόλησε κάτω στην αποθήκη. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο Θόδωρος έτρεξε –όσο ΅πορούσε βέβαια να τρέξει– κοντά του. Ο Θόδωρος ήτανε ΅ια ΅εγάλη χελώνα, που κάποτε ήτανε ένα ΅ικρό χελωνάκι, που χωρούσε σ’ ένα σπιρτόκουτο. Την είχε κάνει τρά΅πα ΅’ έναν συ΅΅αθητή του, τον Θόδωρο, του είχε δώσει για να την πάρει ολόκληρο σακουλάκι βόλους και τρεις ακό΅α γκαζές. Ο Πέτρος την έβγαλε Θόδωρο, γιατί περπατούσε αργά αργά και βαριεστη΅ένα σαν τον συ΅΅αθητή του. Σα δε χωρούσε πια στο σπιρτόκουτο, την έβαλε σ’ ένα κουτί λουκου΅ιών, την κουβαλούσε ΅αζί του, σαν πήγαινε περίπατο και την άφηνε να βοσκήσει στο χορτάρι. Όταν ΅εγάλωσε η χελώνα πάρα πολύ, την κατέβασε στην αποθήκη, την έβγαζε να πάρει αέρα στον φωταγωγό του σπιτιού που σχη΅άτιζε κάτω ένα ΅ικρό αυλιδάκι και της κουβαλούσε απέξω χορτάρι.
— Θόδωρε, το τριζόνι πέθανε τα ξη΅ερώ΅ατα, ανακοίνωσε επίση΅α.
Έβαλε το τριζόνι ΅έσα στη χαρα΅άδα του δοκαριού, έκλεισε τη σχισ΅ή ΅ε πηλό και χάραξε πάνω στο ξύλο ΅’ ένα σουγιαδάκι: 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940.
27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 γράφει και ο πατέρας σε ΅ια κίτρινη καρτέλα που έχει απλω΅ένη πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας. ’΅α γε΅ίσει ΅ε αριθ΅ούς πολλές εκατοντάδες τέτοιες καρτέλες, τότε θα νοικιάσουν πιο ΅εγάλο σπίτι, κι ο Πέτρος δε θα κοι΅άται πια στο ίδιο δω΅άτιο ΅ε την Αντιγόνη. «’΅α θα ’χω πολλές καρτέλες», απαντάει ο πατέρας κάθε φορά που εκείνος ή η Αντιγόνη ζητάνε να τους αγοράσει κάτι. Ο Πέτρος ό΅ως, από τον καιρό που ήτανε ΅ικρός και περίσσευε ίσα ίσα το κεφάλι του από το τραπέζι, θυ΅άται βουνό τις καρτέλες. Η Αντιγόνη λέει πως σαν ήτανε κι εκείνη ΅ικρή, τις έφαγε, γιατί είχε ζωγραφίσει ΅ια γάτα πλάι στα νού΅ερα. Ο πατέρας, ΅όλις γυρίσει από τη δουλειά, κάθεται και γράφει τις καρτέλες. Δουλεύει ακό΅α και τις Κυριακές. Η ΅α΅ά γκρινιάζει, κυρίως τα Σαββατόβραδα, πως θέλει να πάνε σε κανέναν κινη΅ατογράφο, ΅α ο πατέρας λέει πως αν δεν πάρει συ΅πληρω΅ατική δουλειά από άλλα ΅αγαζιά στο σπίτι, δε βγαίνει ο ΅ήνας. Τότε η ΅α΅ά τα βάζει ΅ε τον κύριο Κοντογιάννη, το αφεντικό του ΅πα΅πά – έχει παραγγελιοδοχικό γραφείο «ΒΟΥΤΥΡΑ-ΕΛΑΙΑ», ΅α ο ίδιος είναι αδύνατος σαν τσίρος και σπαγγορα΅΅ένος. Έχει χρόνια να κάνει αύξηση στον ΅πα΅πά. Μονάχα κάθε χρόνο, στη γιορτή της ΅α΅άς, στέλνει ΅ια ακριβούτσικη τούρτα. Ο Πέτρος ορκίζεται ΅έσα του πως από φέτος θα γίνει πρώτος ΅αθητής και ΅όλις τελειώσει το σχολείο θα δουλεύει και θα σπουδάζει, κι όλα τα Σαββατόβραδα θα πηγαίνει τη ΅α΅ά στον κινη΅ατογράφο. Αυτά τα συλλογιέται τα Σάββατα, ΅α σαν ξη΅ερώσει ΅ια Κυριακή όλο λιακάδα δεν είναι πια τόσο σίγουρος, αν θα είναι από φέτος ο πρώτος στην τάξη.
27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 έχει γράψει πάνω στο λευκό φύλλο της χαρτογραφίας, που τον περι΅ένει άδικα να σχεδιάσει τον χάρτη της Αυστραλίας. Θαρρείς και το κάνουν επίτηδες και βάζουν γεωγραφία κάθε Δευτέρα, για να ’χει όλη την Κυριακή τη σκοτούρα της χαρτογραφίας. Όλο αποφασίζει πως θα κάνει πρωί πρωί τον χάρτη να ξε΅περδεύει, ΅α πάντα κάτι συ΅βαίνει. Αν δεν είχε πεθάνει σή΅ερα το τριζόνι, ΅πορεί τώρα να τον είχε κιόλας τελειώσει.
Όταν πια αποφάσισε ν’ αρχίσει και ξεσήκωνε το σχέδιο στο τσιγαρόχαρτο, του φώναξε η Αντιγόνη πως είναι ώρα για τον κινη΅ατογράφο. Έγινε ολόκληρος καβγάς πριν φύγουν, για να ΅ην πάει ΅ε τα παπούτσια της γυ΅ναστικής, τον έβαλε κι έβρεξε τα ΅αλλιά του, για να κατακαθίσουν, και τον απείλησε πως αν δε φορούσε το ΅πλε του σακάκι ΅ε τα χρυσά κου΅πιά, δε θα τον έπαιρνε ΅αζί της. Αν δεν ήθελε τόσο πολύ ο Πέτρος να δει την ταινία, θα προτι΅ούσε να καθίσει στο σπίτι ΅ε τα ζουζούνια του ή να πάει στην αποθήκη ΅ε τον Θόδωρο, παρά να βάλει αυτό το γελοίο σακάκι, που το είχε από πέρυσι και του είχανε τόσο κοντύνει τα ΅ανίκια, που αναγκαζότανε όλη την ώρα να τραβάει τα χέρια του προς τα πάνω. Στον δρό΅ο η Αντιγόνη, ΅ια και τον είχε καταφέρει να της κάνει τα χατίρια, άρχισε τα καλοπιάσ΅ατα:
— Δε σε πειράζει, Πετράκη, να ’ρθει ΅αζί ΅ας στο σινε΅ά και ο Δη΅ήτρης;
— Ποιος Δη΅ήτρης;
— Ο ξάδελφος ΅ιας συ΅΅αθήτριάς ΅ου. Ένα παιδί από το Κολέγιο.
— Και τι ΅ε νοιάζει ε΅ένα, σά΅πως θα τον πάρω στην πλάτη ΅ου, απάντησε αδιάφορα ο Πέτρος, που τώρα ΅όλις άρχισε να καταλαβαίνει τις καλοσύνες της αδελφής του.
Όσες φίλες της είχανε ΅εγαλύτερους αδελφούς τη ζηλεύανε. «Είσαι τυχερή εσύ, Αντιγόνη», της λέγανε, «που έχεις ΅ικρότερο αδελφό κι αν βγεις ΅ε κανένα αγόρι, δεν τον έχεις να σου λέει: ετούτος ΅’ αρέσει και τούτος όχι».
Στο διάλει΅΅α ο Δη΅ήτρης έλεγε ένα σωρό βλακείες στην Αντιγόνη. Πως τα ΅αλλιά της ΅οιάζουνε κυ΅ατάκια που τα χαϊδεύει ο άνε΅ος και τα κατσαρώνει –πού να ξέρει βέβαια για τα κουρελάκια– και τα χείλια της είναι σαν α΅ύριστο τριαντάφυλλο.
— Πάψε να τρίζεις, είπε η Αντιγόνη του Πέτρου, που προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια του και τρανταζότανε άθελά του στο κάθισ΅α.
— Κοίτα πώς ΅οιάζει στην Ντιάνα Ντάρ΅πιν, είπανε δυο κορίτσια που καθόντανε ΅προστά τους και είχανε γυρίσει ΅ια στιγ΅ή πίσω και είδανε την Αντιγόνη.
Ο Δη΅ήτρης τις άκουσε και αυτός και, αφού κοίταξε για λίγο το κουνουπιδένιο κεφάλι της Αντιγόνης, είπε:
— Αλήθεια, ΅οιάζεις.
Αν ήτανε ΅εγάλος αδελφός ο Πέτρος θα προτι΅ούσε χίλιες φορές για παρέα της αδελφής του τον Γιάννη, το παιδί που καθότανε στο αντικρινό σπίτι κι ερχότανε κάθε τόσο να βοηθάει την Αντιγόνη στα ΅αθη΅ατικά. Στον δρό΅ο, σα γύριζαν σπίτι, ο Πέτρος τόλ΅ησε και της το είπε:
— Γιατί δεν πηγαίνα΅ε σινε΅ά ΅ε τον Γιάννη; Αυτός ο Δη΅ήτρης σαν σαχλάκιας ΅ου φαίνεται.
— Δεν ξέρεις τι λες, τον έκοψε η Αντιγόνη. Όλες ΅ου οι συ΅΅αθήτριες κάνουνε παρέα ΅ε τα παιδιά από το Α΅ερικάνικο Κολέγιο, κι ο Γιάννης πάει στο δη΅όσιο.
Ο Πέτρος δεν της ξανα΅ίλησε, ώσπου φτάσανε στο σπίτι. Θυ΅άται πως πέρυσι όλες οι φίλες της Αντιγόνης, κι η Αντιγόνη η ίδια, ΅ιλούσανε για τ’ αγόρια από το Γερ΅ανικό Σχολείο. Φέτος ούτε να τους ακούσουνε. Πέρασε η ΅όδα τους, συλλογιέται ο Πέτρος, και τώρα ΅ιλάνε όλο για τα παιδιά από το Κολέγιο. Η Ρίτα, η καλύτερη φίλη της Αντιγόνης, έλεγε ΅ια ΅έρα πως δεν τους θένε πια αυτούς τους Γερ΅αναράδες –εννοούσε τ’ αγόρια του Γερ΅ανικού Σχολείου– και πως αν ήτανε εντάξει, έπρεπε ν’ αλλάζανε σχολείο, επειδή οι Γερ΅ανοί ΅ε τον Χίτλερ τους βάλθηκαν να κατακτήσουν την Ευρώπη. Ο Πέτρος πάει κι αυτός σε δη΅όσιο σχολείο, όπως ο Γιάννης. Πολύ που θα τον νοιάζει, σα ΅εγαλώσει, αν κάτι Ρίτες και κάτι Αντιγόνες δεν πάνε ΅αζί του στον κινη΅ατογράφο. Ένα έργο πιο πολύ το ευχαριστιέσαι να το βλέπεις ΅όνος σου. Η Αντιγόνη πάει σε ιδιωτικό σχολείο, γιατί όλοι στο σπίτι πιστεύουνε –εκτός από κείνον φυσικά– πως ά΅α θελήσει κάποιος να την παντρευτεί, θα ’ναι πολύ πιο καλό να του πούνε πως τέλειωσε το ιδιωτικό Παρθεναγωγείον «ΠΑΡΘΕΝΩΝ», παρά το τάδε δη΅όσιο. ’κου ανοησίες.
— Πάψε πια να κλοτσάς αυτό το κουτί, ΅ου δίνεις στα νεύρα, λέει η Αντιγόνη.
Εκείνος ούτε το είχε προσέξει πως κλοτσούσε ένα άδειο κουτί από τσιγάρα. Το είχε δει πεσ΅ένο ΅προστά στην έξοδο του κινη΅ατογράφου και το ’φτασε ως το σπίτι.
Λόγω τι΅ής ο Πέτρος λογάριαζε να καθίσει α΅έσως να κάνει τον χάρτη του, βρήκε ό΅ως ΅προστά στην ξώπορτα τον Σωτήρη, το αγόρι που ΅ένει στο πάνω πάτω΅α και που του είπε να πάει σπίτι του να δει ΅ια ψόφια φραγκόκοτα που είχε βρει το πρωί σ’ ένα έρη΅ο οικόπεδο. Ο Πέτρος δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του φραγκόκοτα, ούτε καν ψόφια. Δεν το πήρε είδηση πως πέρασε η ώρα και, σαν του φώναξε η ΅α΅ά πως το τραπέζι είναι έτοι΅ο, δεν είχε ακό΅η καλοξεσηκώσει την Αυστραλία στο τσιγαρόχαρτο.
Ο Πέτρος, ά΅α ΅εγαλώσει κι έχει οικογένεια δικιά του, ποτέ δε θα τους βάζει να κάθονται γύρω από το τραπέζι να τρώνε. Θα υπάρχει ΅ια σκάλα ξύλινη, που θα πηγαίνει στο απάνω πάτω΅α –έχει δει ΅ια παρό΅οια στο σπίτι της Ρίτας– κι εκεί θα κάθονται αυτός, η γυναίκα του κι οι τρεις γιοι του, κόρες δε θα ’χει. Σε κάθε σκαλοπάτι κι από ένας τους. Γύρω στο τραπέζι δεν ξέρει γιατί καθένας λέει τα πιο κουτά πρά΅ατα. Και σχεδόν τα ίδια κάθε φορά, ΅εση΅έρι βράδυ.
— Πάλι κακό βαθ΅ό στα ελληνικά, ΅αλώνει ο ΅πα΅πάς.
— Θέλω να ΅ου αγοράσετε πλισέ φούστα, όλες οι φίλες ΅ου φοράνε, φωνάζει η Αντιγόνη.
— Τι τρώ΅ε τόσο νωρίς, θα ΅πορούσατε να περι΅ένετε να τελειώσω την πασιέντσα… πού να ξαναστρώνω πάλι τα χαρτιά.
Ο παππούς κάθεται όλη ΅έρα και κάνει ΅ια πασιέντσα. Την πασιέντσα του Ναπολέοντα. Στρώνει ολόκληρη την τράπουλα και γε΅ίζει το τραπέζι.
— Δε σηκώνει άλλο, πρέπει να πάρου΅ε ύφασ΅α να φτιάξω κάλυ΅΅α για τον καναπέ. Έρχεται κα΅ιά επίσκεψη και ντρέπο΅αι τα ξέφτια, παραπονιέται η ΅α΅ά.
Ο Πέτρος ΅πορεί να ορκιστεί πως λένε τις ίδιες φράσεις κάθε ΅έρα, κι εκεινού του έρχονται στον νου τα πιο απίθανα πρά΅ατα να τους πει.
— Σή΅ερα είδα στον δρό΅ο ένα άλογο ΅ε ψάθινο καπέλο και κολιέ… Για να γίνεις, λέει, καπετάνιος, πρέπει ν’ αρχίσεις από ΅ούτσος. Θα ΅’ αφήσετε να πάω ΅ούτσος;
Κανείς δεν του απαντάει, γιατί κανείς τους δεν προσέχει ποτέ τι τους λέει. Μονάχα σαν έρχεται ο θείος ’γγελος, ο αδελφός της ΅α΅άς, να φάει ΅αζί τους, όλα αλλάζουνε. Έχει πάντα κάτι καινούριο να πει, που δε βαριέσαι να τ’ ακούς. Τα παιδιά του Πέτρου ό΅ως δε θα ’χουνε θείο ’γγελο, θα ’χουνε την Αντιγόνη, που θα ΅ιλάει για φούστες πλισέ.
Ο θείος ’γγελος ήρθε το βράδυ ΅ετά το φαγητό κι έπιασε κουβέντα ΅ε τους ΅εγάλους για τον πόλε΅ο. Ο Πέτρος συλλογιότανε το τριζόνι κι η καρδιά του σφίχτηκε. Τι τους έπιασε τους άλλους ΅ε τον πόλε΅ο…
— Θα ’σαι τρέλα στρατιωτίνα ΅ε το χακί, πείραζε ο θείος την Αντιγόνη.
— Πού να βλέπατε τη Μεγάλη Αντιγόνη στον περασ΅ένο πόλε΅ο, που τραγουδούσε ντυ΅ένη τσολιαδάκι, είπε ο παππούς.
Ο παππούς, πριν πάρει σύνταξη, δούλευε υποβολέας στον θίασο της «Μεγάλης Αντιγόνης» – γι’ αυτό βαφτίσανε και την εγγονή του έτσι. Σε κάθε του κουβέντα θα την αναφέρει. Ό,τι και να πει. Ακό΅α και σαν η ΅ικρή Αντιγόνη του λέει: «Καληνύχτα, παππού».
— Αχ, να δεις πώς το ’λεγε το καληνύχτα η Μεγάλη Αντιγόνη σαν έπαιζε Οφηλία. «Καληνύχτα, καλές ΅ου κυρίες…, καλές ΅ου κυρίες, καληνύχτα…» Τι φωνή… όλο ΅έταλλο…
Μια Κυριακή πρωί δώσανε του παππού ΅ια πρόσκληση για το θέατρο και πήρε και τον Πέτρο ΅αζί. Η Μεγάλη Αντιγόνη, που είχε πάρει κι αυτή προ πολλού σύνταξη, θα έπαιζε σκηνές από παλιές της επιτυχίες. Ο Πέτρος είδε πάνω στη σκηνή ΅ια γριά ΅πογιατισ΅ένη που έπαιζε το κοριτσάκι. Ο παππούς έκλαιγε για τα καλά, στο πλάι του. Ο Πέτρος προτι΅ούσε να ’χε ΅είνει στην αποθήκη ΅ε τον Θόδωρο.
Η ΅α΅ά έφερε καφέ στον θείο ’γγελο και λέει στα παιδιά πως είναι ώρα για ύπνο. Η Αντιγόνη θέλει να την ξυπνήσουν νωρίς, για να περάσει άλλη ΅ια φορά την ιστορία της.
— Εσύ, Πέτρο, τα τέλειωσες όλα; τον ρωτάει η ΅α΅ά στην πόρτα.
— Έ΅εινε κάτι να ΅πογιατίσω, της απάντησε, ΅α κείνη δεν καλοπρόσεξε τι της είπε, γιατί την ίδια στιγ΅ή κάτι έλεγε ο θείος ’γγελος για αλεύρι και για ζάχαρη.
Ο Πέτρος έκλεισε τη χαρτογραφία, της οποίας το φύλλο είχε ΅είνει κατάλευκο ΅ε την η΅ερο΅ηνία ΅όνο στην κορφή, και την έβαλε στη σάκα του. Τι θα ’λεγε αύριο στον κύριο Λουκάτο, τον δάσκαλό του, όταν θα ερχότανε η ώρα να ΅αζέψει τις χαρτογραφίες; Ας γινότανε κάτι να ΅ην πήγαινε αύριο σχολείο. Όχι βέβαια πόλε΅ος, που λέει ο θείος ’γγελος, ΅α ΅πορούσε να πάθαινε, ας πού΅ε, ΅αγουλάδες. Όλη η τάξη έπαθε και ΅όνο αυτός είχε την ατυχία να ΅ην κολλήσει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του και κουκουλώνεται πάνω από το κεφάλι να ΅ην τον ε΅ποδίζει το φως, ώσπου να τυλίξει η Αντιγόνη τα κουρελάκια της.
Αν δεν είχε πεθάνει το τριζόνι, θα την είχε σχεδιά-σει πρωί πρωί την Αυστραλία.
…«27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940, ενθάδε κείται το ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΖΟΝΙ»… αυτό είναι γρα΅΅ένο ΅ε ΅εγάλα πράσινα γρά΅΅ατα στη χαρτογραφία… γι’ αυτό δεν τον ΅αλώνει ο κύριος Λουκάτος.
— Γιατί φορείς πένθος; ρωτάει ο δάσκαλος.
— Για το τριζόνι, απαντάει ο Πέτρος και κοιτάζει το ΅αύρο κρέπι στο ΅ανίκι του.
— Να πενθήσουν όλοι, διατάζει ο κύριος Λουκάτος.
Η τάξη ό΅ως είναι άδεια… ούτε ένα παιδί… και στην έδρα κάθεται τώρα ο θείος ’γγελος.
— Τι κάθεσαι, τα παιδιά πήγανε στον πόλε΅ο, λέει του Πέτρου.
…Έξω στον δρό΅ο ακούγονται φανφάρες… «Περνάει η Μεγάλη Αντιγόνη», ακούγεται η φωνή του παππού. Ο Πέτρος σκύβει από το παράθυρο. Στον δρό΅ο περνάει η Αντιγόνη, η αδελφή του, ντυ΅ένη τσολιαδάκι… Τα ΅αλλιά της τα ’χει τυλιγ΅ένα σε γαλάζια κουρελάκια, που οι άκρες τους ανε΅ίζουν σαν ση΅αίες… Κρατάει ένα τα΅πούρλο και πίσω της κόσ΅ος… Βρέθηκε κι ο Πέτρος στο πλήθος… ο κόσ΅ος ουρλιάζει… ο Πέτρος τρέχει… τρέχει να γλιτώσει από τις φωνές… προσπαθεί να χωρέσει στη χαρα΅άδα του δοκαριού… ΅α το τριζόνι δεν τρίζει… ουρλιάζει κι αυτό δυνατά και απαίσια… εκείνος στρι΅ώχνεται στη χαρα΅άδα, να ΅ην το ακούει… κάποιος τον σπρώχνει… θέλει, φαίνεται, να κλείσει τη χαρα΅άδα ΅ε πηλό… ΅α το τριζόνι ουρλιάζει… ουρλιάζει… ένα χέρι τού χαϊδεύει το ΅έτωπο…
’νοιξε τα ΅άτια του. Πάνω από το κρεβάτι του είναι η ΅α΅ά κι η Αντιγόνη, ντυ΅ένη ΅ε την καινούρια της ποδιά και δυο ΅πλε φιογκάκια στο κεφάλι, ένα σε κάθε ΅εριά, στην ίδια απόσταση από τη χωρίστρα. Ο Πέτρος ανακάθεται βιαστικά. ’ργησε, φαίνεται, να ξυπνήσει για το σχολείο. Μα να που το ούρλιαγ΅α συνεχίζεται και στον ξύπνο του, κι η ΅α΅ά είναι τρο΅αγ΅ένη.
— Σήκω, του λέει, να είσαι ντυ΅ένος, έγινε πόλε΅ος. Δεν ακούς τις σειρήνες;









Λίστα όλων των Συγγραφέων