Συγγραφέας του μήνα

Μένης Κουμανταρέας

Ο Μένης Κουμανταρέας (1931) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει – έξι μήνες νεαρός στο Λονδίνο και άλλους τόσους, ώριμος, στο Βερολίνο. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε, εξίσου άδοξα, από τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν ν’ αφοσιωθεί στο γράψιμο. Από το 1982 ασχολείται, αποκλειστικά και μόνο, με το γράψιμο. Στη διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε για Το αρμένισμα και πήρε μέρος στα 18 Κείμενα. Μετέφρασε Kάρσον ΜάκKάλλερς, Φώκνερ, Λιούις Κάρολλ, Μέλβιλλ, Φιτζέραλντ κ.ά.
Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Τιμητικές διακρίσεις:
1967: Β’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (για Το αρμένισμα)
1975: Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (για τη Βιοτεχνία υαλικών)
1997: Α’ Κρατικό Βραβείο διηγήματος (για τη συλλογή Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω)
2002: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (για το Δυο φορές Έλληνας)
2008: Βραβείο Πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (για το σύνολο του έργου του)

ΕΡΓΑ
Πεζογραφία
Τα μηχανάκια (διηγήματα, Κέδρος, 1962)
Το αρμένισμα (διηγήματα, Κέδρος, 1967, 2010)
Τα καημένα (διηγήματα, Κέδρος, 1972)
Βιοτεχνία υαλικών (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1975)
Η κυρία Κούλα (νουβέλα, Κέδρος, 1978, 2010)
Το κουρείο (νουβέλα, Κέδρος, 1979, 2010)
Σεραφείμ και Χερουβείμ (διηγήματα, Κέδρος, 1981)
Ο ωραίος λοχαγός (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1982)
Η φανέλα με το εννιά (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1986)
H συμμορία της άρπας (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1993)
H μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω (διηγήματα, Κέδρος, 1996)
H μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα (συλλογή κειμένων, Κέδρος, 1999)
Δύο φορές Έλληνας (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2001)
Nώε (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2003)
Η γυναίκα που πετάει (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2006)
Θυμάμαι την Μαρία (εικονογραφημένη νουβέλα, Καστανιώτης, 2007)
Το Show είναι των Ελλήνων (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2008)
Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά (νουβέλα, Κέδρος, 2009)
Ξεχασμένη φρουρά (κριτικά δοκίμια, Καστανιώτης, 2010)
Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2011)

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα:
Δεκαοχτώ κείμενα (Κέδρος, 1970)
Στα γήπεδα η πόλη αναστενάζει (Ιανός, 1999)
Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία (Μεταίχμιο, 2000)
Τα παιδικά μου χρόνια (Καστανιώτης, 2003)
Το χρονικό του Κέδρου (Κέδρος, 2004)
Με τον ρυθμό της ψυχής – Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου (Κέδρος, 2006)
Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν (Κέδρος, 2007)
21η Απριλίου: 1967-2007 40 χρόνια από το πραξικόπημα της Χούντας (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007)
Ενδοσκεληδόν (Ζήτρος, 2008)
Γιώργος Σεφέρης 1900-1971: 45 χρόνια μετά το Νόμπελ (Ελευθεροτυπία, 2008)
Μ. Καραγάτσης: Ιδεολογία και ποιητική (Μουσείο Μπενάκη, 2010)

Μεταφράσεις:
Lewis Carroll – Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων (Ερμείας)
Έρμαν Έσσε – Ντέμιαν (Ηριδανός)
Γκέοργκ Μπύχνερ – Λεντς (Ηριδανός, 1977)
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ – Το πλουσιόπαιδο (Οδυσσέας, 1980)
Χέρμαν Μέλβιλ – Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς (Οδυσσέας, 1984)
Κάρσον ΜακΚάλερς – Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου (Κέδρος, 1988, 2008)
Έντγκαρ Άλαν Πόε – Στη δίνη του Μάελστρομ (Κέδρος, 1995)
Έρνεστ Χέμινγουεϊ – Οι φονιάδες (Κέδρος, 1996)
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ – Το πλουσιόπαιδο (Κέδρος, 1996)
Ουίλλιαμ Φώκνερ – Καθώς ψυχορραγώ (Κέδρος, 1999, 2011)
Χέρμαν Μέλβιλ – Τρεις απόκληροι. Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς. Ο βιολιστής. Τζίμυ Ρόουζ (Καστανιώτης, 2010)




MENHΣ KOYMANTAPEAΣ


OI AΛEΠOYΔEΣ
TOY ΓKOΣΠOPT

στη Λιλή, που δεν θα το διαβάσει ποτέ

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε το 1959, δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της ζωής μου που περιγράφονται σ’ αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη της νότιας Αγγλίας. Έκτοτε έμεινε αδημοσίευτο. Προσπάθησα ξανακοιτάζοντάς το ύστερα από πενήντα χρόνια να μην αλλοιώσω τίποτε από το χαρακτήρα, το ύφος του, ακόμα και τις ενδεχόμενες απειρίες του. Απλώς, με το σημερινό μάτι το συντόμευσα και έδωσα στο σύνολο μια μεγαλύτερη ενότητα.

Μ.Κ., 2011

1. ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ

AΠO TO ΠAPAΘYPO της τρίτης θέσης βλέπω τους τηλεγραφικούς στύλους να εξαφανίζονται με την ταχύτητα που τους παρασύρει η μικρή τους απόσταση από τις γραμμές του τρένου. Αντίθετα, όλα τα πράγματα που βρίσκονται μακριά, τέτοια είναι τα βουνά, αργούν να ξεφύγουν από την ακτίνα της ματιάς μου. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος που ό,τι θυμάμαι από τη διαδρομή μου εκείνη είναι ακριβώς τα βουνά, οι πεδιάδες, οι απολιθωμένες αγελάδες που βόσκουν και τα σύννεφα που μοιάζουν να έχουν ξεχαστεί πάνω στην αμετάβλητη ουρανογραμμή. Με τον ίδιο τρόπο θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι η ιστορία που αφηγούμαι, με την απόσταση που τη χωρίζει από το σήμερα, έγινε ένα βουνό, μια πεδιάδα, ένα σύννεφο.
Όπως κοιτώ το ρολόι μου, βλέπω ότι είναι ακριβώς δέκα λεπτά που αφήσαμε πίσω μας το Λονδίνο. Για τελευταία φορά ξεχωρίζω τον μυτερό άσπρο θόλο της Μητρόπολης του Αγίου Παύλου να αναδύεται μέσα από το μαυρισμένο στόμα μιας γέφυρας. Είναι ένα κομμάτι από λαμπερό μάρμαρο που κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να καταποντιστεί στην υγρή λάσπη του Τάμεση. Ολόκληρη η πολιτεία μοιάζει να συστέλλεται γύρω από τη ραχοκοκαλιά του ποταμού, ενώ οι σκοτεινές καμάρες από τις γέφυρες πολλαπλασιάζονται τεμαχίζοντας τα ψηλά ατσάλινα μέγαρα, συνθλίβοντας κάθε αίσθηση πραγματικότητας.
Το βαγόνι της τρίτης θέσης φωτίζεται όπως ένα μπαρ τρίτης κατηγορίας και η διαδοχική σειρά από τα ξύλινα καθίσματα αφήνει στη μέση ένα στενό διάδρομο που σκεπάζεται από υπεράριθμες αποσκευές. Προσπαθώ να βολευτώ στο στενάχωρο κάθισμα, καθαρίζω το τζάμι, που έχει αρχίσει να θολώνει από τα χνότα, και παρατηρώ τους ανθρώπους που ταξιδεύουν μαζί μου. Ο χοντρός που κάθεται ακριβώς απέναντί μου έχει φαρδείς αθλητικούς ώμους και διαβάζει εφημερίδα. Η κυρία που κάθεται δίπλα μου έχει άσπρα μαλλιά κι ένα μικρό τσαντάκι που κάποτε είχε μια πούδρα, ένα ερωτικό γράμμα _ σήμερα έχει ένα φάρμακο για αρθριτικά και μια μαγειρική συνταγή. Δίπλα της κάθεται ένα μικρό κορίτσι με αλεπουδίσια μάτια που με κοιτάνε με απροκάλυπτη περιέργεια. Μοιάζουν να λένε: «Αυτός είναι διαφορετικός. Αυτός είναι ξένος. Τι γυρεύει εδώ;» Κι η φωνή της ηλικιωμένης κυρίας ακούγεται ήρεμη: «Μαίρη, καρδούλα μου, μη σκύβεις από το παράθυρο, θα ζαλιστείς», «Μαίρη, καρδούλα μου, μη σχίσεις τα εισιτήρια. Θα περάσει ο άνθρωπος με το μουστάκι να τα ζητήσει». Τώρα που πλησιάζουμε σε σταθμό, ο άνθρωπος με το μουστάκι θα περάσει διακριτικά δίπλα μας ζητώντας συγγνώμη και σκορπώντας κουφέτα από: «Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ».
Ψάχνω για το εισιτήριο στο παλτό, στο σακάκι, στις τσέπες του παντελονιού μου μα δεν το βρίσκω.
Ο άνθρωπος με την εφημερίδα απέναντί μου έχει καταφέρει να γλιστρήσει το εισιτήριό του στη χαραμάδα που σχηματίζεται ανάμεσα στο δάχτυλο και στο δαχτυλίδι του. Γι’ αυτόν το λόγο μοιάζει εντελώς ήσυχος και με κοιτάζει με το ύφος του ανθρώπου που εξασφάλισε το μέλλον του. Τη στιγμή αυτή βρισκόμαστε σ’ ένα τούνελ που ρίχνει το τρένο μέσα στη σωληνωτή έλλειψή του με τον τρόπο που εμείς ρίχνουμε το φαγητό στο στομάχι μας. Ακούω τα βήματα του ελεγκτή να πλησιάζουν. Φαντάζομαι το πρόσωπό του εχθρικό, τις φλέβες στους κροτάφους του να ξεπετάγονται όπως οι κεραίες στα έντομα, κι αμέσως βλέπω τον εαυτό μου διωγμένο να αποβιβάζεται στον πρώτο σταθμό που μου είναι άγνωστος. Παραδέρνω στις έρημες αποβάθρες, που μόνος φωτισμός τους απέμειναν οι σπινθήρες που το τρένο φεύγοντας πέταξε πίσω του. Τα μεγάφωνα είναι σιωπηλά και μόνο ένα μικρόφωνο χωμένο στο μυαλό μου ψιθυρίζει με μεταλλική φωνή:
«Μένη, παιδί μου, λυπάμαι γι’ αυτό που θα σου πω».
Τι μπορεί να μου πει ο θείος Θάνος, ένας θείος που γνωρίζω ελάχιστα, καθώς τον περισσότερο χρόνο λείπει από το σπίτι του στο Λονδίνο, στο Χόλαντ Παρκ, όπου με φιλοξενεί εδώ και πέντε μήνες. Το μόνο που ξέρω γι’ αυτόν, ότι είναι καπετάνιος και τώρα κάνει μπίζνες με καράβια.
«Το Λονδίνο δεν σε σηκώνει. Κάνεις άτακτη ζωή. Θα σε στείλω στο Γκόσπορτ, τουλάχιστον εκεί να μάθεις σωστά αγγλικά».
«Τι είναι το Γκόσπορτ, θείε Θάνο;» ακούω για πρώτη φορά αυτό το όνομα που θα σφραγίσει εφεξής τη ζωή μου στην Αγγλία.
«Το Γκόσπορτ βρίσκεται στη νότια Αγγλία, το Γκόσπορτ είναι...»
Κλείνω τα μάτια μου και περιμένω. Ο εφιάλτης του τούνελ πέρασε. Πέρασε και ο ελεγκτής. Το εισιτήριό μου βρέθηκε ως εκ θαύματος στην τσέπη μου. Το θαύμα οφείλεται στην αφηρημάδα μου. Όλα θα πάνε καλά κι ανασαίνω. Βγάζω από την τσέπη μου το γράμμα που μου έδωσε πριν φύγω ο θείος Θάνος και το διαβάζω ξανά:

Προς Απόστρατον Ταγματάρχην κ. Νταν

Αγαπητέ κύριε,
Ο φέρων την παρούσαν Αριστομένης Κ... είναι ανιψιός μου κι έρχεται από την Ελλάδα να σπουδάσει την αγγλικήν γλώσσαν εις το ήσυχον κι υγιεινόν περιβάλλον του Γκόσπορτ. Είναι δεκαοχτώ ετών, είναι μαθητής εις την τελευταίαν τάξιν του γυμνασίου και ομιλεί γαλλικά. Είναι νέος φιλότιμος και δραστήριος, με όρεξη για δουλειά. Είμαι εκ των προτέρων βέβαιος ότι εις το περιβάλλον της σχολής σας θα εύρη την ιδεώδη ατμόσφαιραν διά την εκμάθησιν της αγγλικής γλώσσης, την σφυρηλάτησιν του χαρακτήρος εις την εις όλους μας γνωστήν και αξιοθαύμαστον αγγλικήν πειθαρχίαν και την επίδοσίν του εις αθλοπαιδιάς. «Νους υγιής εν σώματι υγιεί», έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, που στα σχολεία σας διαβάζετε στα κλασικά μαθήματα. Ελπίζω ότι παραλλήλως θα φροντίσετε να εξασφαλίσετε εις τον ανιψιόν μου στέγην και τροφήν... Διά τον σκοπόν αυτόν εσωκλείω ένα τσεκ 50 (πεντήκοντα) λιρών.
Παρακαλώ να με τηρήτε ενήμερο των προόδων του ανιψιού μου.
Διατελώ υμέτερος
Αθανάσιος Κ.

Διπλώνω το γράμμα, το βάζω στην τσέπη μου και κοιτώ από το παράθυρο. Η βροχή έχει απλώσει πάνω στο τζάμι μια σταχτιά επιφάνεια. Γύρω μου όλοι κοιμούνται. Χώνομαι βαθύτερα στο κάθισμά μου και σκέφτομαι. «Είμαι εκ των προτέρων βέβαιος», είχε πει ο θείος μου. «Είμαι εκ των προτέρων βέβαιος», είχε πει ο πατέρας μου όταν αποφάσισε να με στείλει στην Αγγλία. Αν είχα ακόμα έναν συγγενή θα ήταν κι αυτός «εκ των προτέρων βέβαιος». Ήμουν ένα εμπόρευμα που το μετακινούν με την ελπίδα ν’ ανεβάσουν την αξία του. Μια φορτωτική ΤΣΙΦ Αθήνα-Λονδίνο-Γκόσπορτ. Πάλι καλά που οι περιστάσεις μού επέτρεψαν να γνωρίσω αυτή την κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα, κι ας είναι τραυματισμένη από τον Πόλεμο· μπροστά της η Αθήνα είναι μια επαρχία. Κι αυτό το χρωστώ στους κομμουνιστές. Αυτοί είναι που τρόμαξαν τον πατέρα μου και μ’ έστειλε στη Γηραιά Αλβιώνα, να γλιτώσω από το λεπίδι τους. Δεν ξέρω πόσο δίκιο έχει.
Eπιτέλους είμαι μόνος. Με μια ευθύνη που είναι ολότελα δική μου, όπως το παλτό που φορώ. Αν ο ταγματάρχης Νταν θελήσει να μου μάθει εγγλέζικα, ή αν εγώ θελήσω να τα μάθω, όλα αυτά έχουν αξία πολύ σχετική. Όταν είσαι δεκαοχτώ χρονών, είσαι μια φωτογραφική μηχανή που αποτυπώνει πάνω στην αρνητική πλάκα όσες περισσότερες φωτογραφίες μπορεί. Αυτές τις φωτογραφίες, που με τον καιρό που πέρασε απέκτησαν μια θαμπή ομίχλη που τις σκεπάζει, θα προσπαθήσω να εμφανίσω. Για ένα είμαι βέβαιος: ότι μερικές απ’ αυτές αποκτούν αργότερα πολύ μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που αρχικά είχα υποπτευθεί.
Σ’ όλο αυτό το διάστημα που οι σκέψεις μου κυλούσαν μαζί με το υπνωτισμένο βαγόνι μέσα από την πυκνή ομίχλη της βροχής, τα αλεπουδίσια μάτια του μικρού κοριτσιού εξακολουθούν να κοιτάνε με περιέργεια. Είναι σαν πρόλογος σε όλα τα ξενικά μάτια που θα συναντήσω.


Λίστα όλων των Συγγραφέων