Συγγραφέας του μήνα

Ασημένια Σαράφη

Η Ασημένια Σαράφη γεννήθηκε το 1973. Μεγάλωσε στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Το παράδοξο ταξίδι της εφηβείας της, κυκλοφόρησε το 1998 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Ακολούθησαν τα: Platanus Orientalis, Οι διακλαδώσεις μίας ασυνήθιστης ιστορίας (μυθιστόρημα, Πατάκης, 2003), Φεγγαράδα στο δέρμα (συλλογή διηγημάτων, Πατάκης 2007) και Αρόδο (μυθιστόρημα, Πατάκης 2011). Εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση.

Από το έργο της:

Πότε με το καλό;


Είπε πως άμα καθίσω καλά, με τα πόδια τεντωμένα και με προσοχή, να μην ακουμπήσει το λάστιχο των παπουτσιών την πικέ κουβέρτα, θα είναι εντάξει. Το λάστιχο των παπουτσιών κρατά μικρόβια, επειδή εκεί όπου πατάς, μόλις και μπορεί να κατούρησε ο γέρος σκύλος ο κακός, του κυρίου με τις μακριές φαβορίτες. Το σκυλί τρέχει πέρα δώθε, το σκυλί σκύβει και κατουράει όπου βρει. Κατρουλιό σκύλου στο σπίτι να μην μπει. Μετά θα συμμαζέψω. Η σκόνη δεν κολλά στις σόλες, η σκόνη είναι πλαστική κι αυτή, τριμμένη, φυσάς, φεύγει, αλλά δεν πρέπει να φυσάς, τέτοιες δουλειές δεν πρέπει να γίνονται του ποδαριού, πάρε το μεγάλο ξεσκονόπανο που δεν αφήνει χνούδι. Το χνούδι είναι σκόνη υφασμάτινη. Θα καθίσω μέχρι να στεγνώσει. Θα ξεσκονίσω όταν στεγνώσει. Ωραίο πάτωμα με λεκέδες μοβ, μωσαϊκό παλιό, να μη σηκωθείς απ’ το κρεβάτι, πόδια τεντωμένα. Άλλες φορές ο σκύλος μόνο κοιτά και κουνά την ουρά, ο κύριος με τις φαβορίτες λέει, τώρα χαίρεται, σε συμπάθησε, έλα να σε δω από κοντά, εκεί όπου πάτησε ο σκύλος είναι σαλός όποιος πατά, ο σκύλος πατά στα κατρουλιά του. Και φώναξε από κάτω, μη τυχόν ακούσω πάτημα, μη τυχόν παραμερίσεις, θα σε φάει το μαύρο σκουλήκι, μάλλον και τα σκουλήκια κατουρούν, αλλά πολύ λίγο, ούτε που το παίρνεις χαμπάρι το κατρουλιό τους, γι’ αυτό δε λένε πρόσεχε και πειράζει του σκουληκιού, μόνο λένε πρόσεχε μην πατήσεις του σκυλιού. Αρχίζει πολύ αργά να στεγνώνει, όλο μαζεύουν οι λεκέδες της υγρασίας μέχρι να γίνουν μικρές πιτσιλιές, και μετά στέγνωσε το πάτωμα, και, τώρα, τι κάθεσαι πάνω στο κρεβάτι;, δεν είδες πως στέγνωσε;, μάζεψε τα κουρελάκια της κούκλας, μάζεψε την κούκλα, μάζεψε τις τρίχες που ξεκόλλησαν από τα μαλλιά της, μην τη χτενίζεις τόσο εντατικά, η κούκλα πάλιωσε και κάνει φαλάκρα. Μα, τι λέτε, καμία ενόχληση, και βέβαια έχω ρίγανη, ποτέ δεν ξεμένω από μυρωδικά, είμαι πάντα εφοδιασμένη, λέει, η μαμά στην κυρία Σταυρούλα, η κυρία Σταυρούλα έρχεται κατά πάνω μου, πότε θα έρθεις να σε κεράσω γλυκό από το καλό;, της χύνει ρίγανη σε ένα τσιγκρισμένο φλιτζάνι, πάντα με το ίδιο έρχεται και ζητά ρίγανη, ζάχαρη, αλεύρι, αλάτι, κόκκινο πιπέρι, είναι φτωχιά, λέει η μαμά, είναι φτωχιά και πάντα της δίνω, λέει η κυρία Σταυρούλα, πότε με το καλό;, και με κοιτά με νόημα, και της απαντά, σύντομα με το καλό, και απαντά, άντε και με το καλό. Το καλό έχει μια μεγάλη προπέλα, έχει και μια μεγάλη άγκυρα, έχει κι ένα μικρό κρεβατάκι όπου πάνω του κοιμάται, είναι ψηλός και είναι το κρεβατάκι μικρό, μου τα έχει πει, όταν φεύγει η μαμά δεν κλαίει ποτέ, κάθεται και κοιτά μέχρι να φύγει, μετά πιάνει και ρίχνει ρίγανη, αλεύρι, αλάτι ή κόκκινο πιπέρι στην κατσαρόλα, με ανεβάζει στο κρεβάτι, μου λέει για τα ζωύφια και τα κάτουρα του σκύλου, με τρομοκρατεί, εγώ δε ρωτώ πότε με το καλό, έχω τα δικά μου γράμματα, τα στέλνει με τον ταχυδρόμο, ο ταχυδρόμος έχει ένα μεγάλο ποδήλατο που το καβαλά και το ξεκαβαλά, το καβαλά και το ξεκαβαλά, κάθε πόρτα και ένα καβάλημα και ένα ξεκαβάλημα, τόσο που η σέλα τρίφτηκε, το ποδήλατο δε μου το συντηρεί η υπηρεσία, λέει, η μαμά παίρνει τα γράμματα, ούτε κλαίει, ούτε γελάει, μου δίνει το δικό μου, εγώ το διαβάζω πάντα στην τουαλέτα που έχει ησυχία και μυρίζει σαπούνια και απορρυπαντικά σκόνη, με μπλε μπίλιες μέσα σε άσπρες μπίλιες, και άλλες φορές χωρίς μπλε μπίλιες, αλλάζει τα απορρυπαντικά, οι λεκέδες θέλουν την ποικιλία τους, όταν έχουμε με μπλε μπίλιες μυρίζει κάτι γαλάζιο, όταν είναι σκέτο με άσπρες μπίλιες, μυρίζει σκέτη καθαριότητα χωρίς εκπλήξεις. Και λέει μετά, το διάβασες;, και δε ρωτάει τι γράφει, έχει το δικό της και ξέρει ή δεν είναι σημαντικά όσα γράφει κανείς στο μικρό παιδί; Η προπέλα γυρίζει, αυτός δεν είναι τόπος, λέει όποτε με το καλό έρχεται, στην αρχή είναι χαρούμενος, ξετυλίγει τα δώρα, κρουτς κρουτς, τούτο και κείνο και αν σου άρεσε να ρωτά, πότε ναι και πότε όχι, αυτό εξαρτάται, άλλοτε πούλιες, άλλοτε υφάσματα, άλλοτε εκείνο το αγαλματάκι που αλλάζει χρώμα με τον καιρό, το μοβ της βροχής, είπε: όποτε βλέπεις μοβ θα βρέξει, τώρα χάλασε κι αυτό, είναι μοβ πάντα, χειμώνα, φθινόπωρο καλοκαίρι, είπε να το πετάξουμε, είπα είναι ένα ωραίο δώρο, είπε, πφφφ, με τις μονομανίες σου, μανία μία και μόνη;, δε ρώτησα πιο πολλά για να μη δείξω ότι δεν ξέρω και πολλά. Αυτός δεν είναι τόπος γιατί όλο κινείται με το γκρουν γκρουν της μηχανής, για ένα κομμάτι ψωμί, και απελευθερώνει το τελευταίο δώρο με το καλό, τώρα που ήρθες με το καλό, και μετά τρώμε κάτι κυριακάτικο, κρέας στιφάδο, με κρεμμύδια και αυγολέμονο, το χτυπάς μέχρι να γίνει μαρέγκα, η μαρέγκα είναι ένας αφρός, τρώμε με το πιρούνι και καμιά φορά με το μαχαίρι, το κρέας είναι μαλακό, όλο από δω κι από κει, αυτό δεν είναι τόπος. Μετά που έφυγε η κυρία Σταυρούλα και πήρα το ξεσκονόπανο να πάρω τη σκόνη από την τηλεόραση την έπιασε ένα σφάχτης, είπε θα ξαπλώσω και κοίτα το φαΐ, το φαΐ δε θέλει ανακάτωμα, θέλει μόνο κοίταγμα, εγώ δε μίλησα, κι έκαναν οι ελαστικές σόλες έναν παράξενο ήχο πάνω στο φρεσκοκαθαρισμένο πάτωμα, αυτός ο σφάχτης είχε πει τις προάλλες ξεκινά κατευθείαν από την καρδιά και επιστρέφει μετά από μία γνωστή διαδρομή πάλι εκεί από όπου ξεκίνησε, έτσι μιλάς όταν είσαι λυπημένη, της είπε η θεία που το άκουσε, κουράστηκες, για να συνεχίσει, πότε με το καλό;, και είπε η μαμά σύντομα με το καλό, και είπε η θεία, άντε και με το καλό. Το καλό είναι πάντα καλό. Μετά ξάπλωσα κι εγώ και πάτησα το κουμπί της τηλεόρασης, έδειχνε για τη ζωή κάτω από τη θάλασσα, πολλά μεγάλα ψάρια, στο βάθος βούιζε μια προπέλα, σπάει το γυαλί χύνονται τα νερά, σηκώνεται η μαμά από το σφάχτη, με κοιτά, πάλι κλαις;, και πατά το κουμπί, κλείνει την τηλεόραση, έκανα τις δουλειές είπα, πήρα τη σκόνη, και δείχνει καλύτερα τώρα που σφουγγάρισε το πάτωμα και καθάρισα την τηλεόραση και τις εταζέρες, δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε, μόνο να περιμένουμε το μεσημέρι για να φάμε, άντε πήγε μεσημέρι, είπε, πήγε δώδεκα, να φάμε. Και ακούστηκε να τρίζει τότε το λάστιχο του ποδηλάτου, και τινάχτηκα σαν το ελατήριο, σήμερα χτύπησε μία άλλη όμως πόρτα και του είπαν, όλο τους λογαριασμούς μου φέρνεις, τίποτα καλό, και είπε ο ταχυδρόμος, αν είναι έτσι να σας γράψω ένα γράμμα, και απάντησε εκείνη που της στέλνουν μόνο λογαριασμούς, όχι ευχαριστώ, να μου λείπει το βύσσινο, θα δω τι θα κάνω με τη γαμημένη την αλληλογραφία. Και ταπ, μου βούλωσε τ’ αυτιά, να μην ακούς τέτοια, είναι αναίσχυντοι οι δίπλα, και ήταν τα χέρια της ιδρωμένα, περίμενε κι αυτή γράμμα και είχε αγωνία. Και πια να φάμε ή να καθίσουμε λίγο παραπάνω για να πεινάσουμε περισσότερο;, είπα δε θα πεινάσω, θέλω άλλα πράγματα, η κούκλα ξεμαλλιάστηκε, το γράμμα πάλιωσε και ξεσκόνισα, τα έκανα όλα, δεν περιμένω τίποτα. Και άκουσα ξανά την προπέλα να γυρίζει και την άγκυρα να σκίζει το νερό, αυτό το καράβι σου προκαλεί ταραχή, να το βγάλεις από το μυαλό σου, εγώ δεν μπορώ, ακόμη και τις πολύ βαθιές νύχτες που δεν καταλαβαίνω, το βλέπω να μπαίνει και να βγαίνει, να βγαίνει και να μπαίνει μέσα σε μια λίμνη της οποίας η άκρη είναι κομμένη από την εικόνα, δεν προχωρά παραπέρα η εικόνα, και είναι ή ο καπετάνιος ή ο λοστρόμος ή ο ασυρματιστής που ανοίγουν δυο μάτια από την πρύμνη και κοιτούν, δε φαίνονται καθαρά, και ρωτούν τα μάτια και τα φύκια της λίμνης, πότε με το καλό;, και απαντώ, σύντομα με το καλό, και λεν άντε και με το καλό. Το καλό είναι ένα πανί με τόσες τρύπες όσες ένα δίχτυ, μπάζει από παντού νερά, και είπε, φέρε το ψωμί, και συνέχισε, δεν μπορούμε να ζούμε συνέχεια έτσι, με αυτές τις αγωνίες, η προπέλα ξανάρχισε να χτυπά, γιατί είσαι τόσο αφηρημένη σήμερα;, σήμερα είναι καλή μέρα Κυριακή, μην κοιτάς που κάνουμε δουλειές, το βράδυ θα βγούμε βόλτα. Και σταμάτησε για κάποιες μεγάλες στιγμές η προπέλα. Το μεσημέρι θα θέλει πάλι να ξαπλώσει, εγώ δεν έχω σφάχτη, το γυαλί έχει σπάσει και δε βγάζει άλλες εικόνες, έξω έβγαλε αέρα, γαβ γαβ ακούστηκε ο κακόψοφονάχει σκύλος, τσιρ, τσιρ, κάτι σαν βροχή, στο διπλανό σπίτι με τους λογαριασμούς βάλανε τις φωνές, έδειχνε αγώνες, εγώ κάθισα πάλι στον καναπέ με τις σόλες σε θέση ώστε να μην ακουμπάνε την πικέ κουβέρτα, με έπιασε πάλι το παράπονο, και χωρίς γράμμα και τόσο μακριά από τον τόπο που δεν είναι τόπος, μα ποτέ δεν προλαβαίνω να το πω, δείχνω καλά για όσο είναι εδώ, με αγαπάς;, σε αγαπώ, πόσο μάκρυναν τα μαλλιά σου!, η κούκλα φαλακρή, μπρος πίσω, ανοίγει κλείνει η πόρτα, ήρθε και φεύγει, και πάλι η προπέλα. Όταν θα έρθεις να φέρεις νέα πράγματα, τα πράγματα εδώ να σε φέρουν νέο. Για να παρηγορηθώ στη βόλτα το βράδυ ζήτησα παγωτό. Μου πήρε χωρίς να με πρήξει. Και έτσι με το παγωτό περπατήσαμε κατά μήκος της παραλίας, και ήρθαμε φάτσα με τις κυριούλες, και ρώτησαν κι αυτές, πότε με το καλό;, και είπε, σύντομα με το καλό, και πρόσθεσαν άντε και με το καλό. Και πέρασε κι αυτή η μέρα και ήρθε πάλι η νύχτα.

(Από τη συλλογή διηγημάτων Φεγγαράδα στο δέρμα,
Πατάκης 2007)


Λίστα όλων των Συγγραφέων