Συγγραφέας του μήνα

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε ανθρωπολογία, με ειδίκευση στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Έχει δοκιμαστεί σε όλα τα είδη του πεζού λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, αφορισμοί, λογοτεχνική κριτική κ.λπ.). Μυθιστορήματα και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε δέκα ξένες γλώσσες. Ο ίδιος έχει μεταφράσει εξήντα τρία βιβλία όλων των κατηγοριών από οκτώ ξένες γλώσσες. Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφορούν οι τίτλοι: Το ελληνικό φθινόπωρο της Έβα-Ανίτα Μπένγκτσον, Η σκόνη του γαλαξία, Η νοσταλγία των δράκων, Η θέα πέρα από τον ακάλυπτο: Κριτικές και δοκίμια 1992-2002, Το λαχανόρυζο του σταυρού.


TO ΣΤΕΓΝΩΜΕΝΟ ΔΑΚΡΥ

EN ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ. ΚΑΙ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ, ΠΡΩτος καρπός της ένωσης του με την ανθρώπινη Άγνοια.
Η πρώτη Δανέζα που γνώρισα (κι ερωτεύτηκα) είχε μια μητέρα που διέθετε ένα σωρό προσόντα για να την εκτιμήσω και να τη συμπαθήσω. Είχε όμως μια απωθητική συνήθεια: μιλούσε ολοένα για τους αλλοτινούς εραστές της, χωρίς να τους αποκαλεί ποτέ με τα ονόματα τους, αλλά μόνο με την εν λόγω κοινή ιδιότητα τους, την οποία τόνιζε στ αγγλικά με ωμή αυταρέσκεια, όπως μου φαινόταν. Κι εμένα, επίσης, με ανέφερε πάντα ως lover (ποτέ, ας πούμε, boyfriend) της κόρης της, πράγμα που θεωρούσα αδιάκριτη και, προπαντός, κυνικά ρεαλιστική περιγραφή της ρομαντικής σχέσης μου με την Κάρεν. Έτσι λοιπόν αντιπάθησα την κυρία Σκόου, καλή της ώρα, κι έφτασα να θεωρώ το ανοιχτό της χαμόγελο αδιάντροπο.
Χρόνια αργότερα, όταν ο έρωτάς μου για μια άλλη Δανέζα (τη σημερινή γυναίκα μου) αποδείχτηκε αρκετά σοβαρότερος ώστε να με παρακινήσει να μάθω τη γλώσσα της, κατάλαβα πόσο είχα αδικήσει εκείνη τη γυναίκα. Η καημένη μετέφραζε όπως μπορούσε στ αγγλικά την κοινόχρηστη σε τέτοιες περιπτώσεις λέξη kaereste, που είναι πιο τρυφερή από το lover, πολύ λιγότερο σαχλεπίσαχλη από το boyfriend και πολύ πιο αποφασιστική, πρέπει να πω, από το ελληνικό «ο καλός μου». Kaereste σημαίνει, κυριολεκτικά, «ο πιο αγαπητός από τους αγαπητούς». Μπορεί ο πιο αγαπητός από τους αγαπητούς μιας Δανέζας να κρατήσει αυτά τα πρωτεία μόνο μια μέρα (ή μια νύχτα), αλλά όσο τα έχει είναι πραγματικά ο υπερθετικός των αισθημάτων της.
Την πρώτη φορά που πήγα στην Κοπεγχάγη έβλεπα παντού χαμογελαστά πρόσωπα. Όλοι χαμογελούσαν σε όλους. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο μαζικό χαμόγελο, και μάλιστα σε πόλη του βορρά. Οι Δανοί φίλοι μου μου είπαν ότι ήταν εξαιτίας του καιρού - χαρά Θεού Σεπτέμβρη μήνα. Απέδωσα αυτή την εξήγηση στη γνωστή τάση των βορείων ν αποφεύγουν τον υπερτονισμό ώς το σημείο να προτιμούν τον υποτονι-σμό (καταλαβαίνει κανείς τώρα πόση αυτοϋπέρβαση χρειάζεται για να μιλήσει ένας βόρειος για «τον πιο αγαπητό των αγαπητών» του και αρχίζει να υποψιάζεται ότι ίσως πρόκειται απλώς για χιούμορ...). Αργότερα διαπίστωσα πως, φευ, η εξήγηση είχε κάποια δόση αλήθειας. Αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Έχω γνωρίσει λαούς ολόκληρους, όχι μόνον άτομα, που μένουν βλοσυροί ακόμα και στον λαμπρότερο ήλιο. Η Κοπεγχάγη, με λιακάδα ή χωρίς λιακάδα, είναι μια από τις πιο χαρούμενες πόλεις του κόσμου και διαψεύδει παταγωδώς όσους δεν μπορούν να φανταστούν αλλιώς τον βορρά παρά μόνιμα τυλιγμένο σ ένα πέπλο κατήφειας.
Ίσως αυτό οφείλεται στη συνήθεια των Δανών να μην παίρνουν τη ζωή πολύ σοβαρά. Είναι μια στάση εκνευριστικά ακατανόητη για τα ξαδέρφια τους, τους Νορβηγούς και κυρίως τους μόνιμα και θανάσιμα προβληματισμένους Σουηδούς. Τα σουηδικά άγχη είναι τόσο πολύπλοκα και δυσβάσταχτα ώστε πρέπει να επιστρατεύονται «σκληρά» οινοπνευματώδη ως αγχολυτικά. Για τα δανέζικα αρκεί η μπιρίτσα. Ο Bergman της 7ης σφραγίδας και της Σιωπής είναι για τη δανέζικη κουλτούρα σχεδόν ό,τι και για την ελληνική: ένας μεταφυσικός που τρώγεται με τα ρούχα του (εντάξει, ο Dreyer... Αλλά και ο Dreyer δεν σήκωσε ποτέ κύματα συγκίνησης στη Δανία).
Η διαφορά νοοτροπίας των Δανών από τους άλλους Σκανδιναβούς φαίνεται καθαρά στη γλώσσα. Όπως συμβαίνει συχνά, η γενεαλογική συγγένεια παράγει τις εντονότερες διαφορές. Τα δανέζικα και τα νορβηγικά, για παράδειγμα, είναι στενά συγγενικές γλώσσες. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του λεξιλογίου είναι κοινό, σε βαθμό που ένας Δανός κι ένας Νορβηγός συνεννοούνται σε γενικές γραμμές άνετα μιλώντας καθένας τη δική του γλώσσα. Αλλά, ως γνωστόν, η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά (και γεννάει, για άλλη μια φορά, την παρεξήγηση). Το ρήμα grine, κοινό και στις δυο γλώσσες, σημαίνει γελάω στα δανέζικα και κλαίω στα νορβηγικά. Το επίθετο rar σημαίνει όμορφος στην πρώτη γλώσσα και παράξενος στη δεύτερη. Αφήνω στους γλωσσολόγους ν αποφανθούν αν ήταν οι Δανοί που γύρισαν το κλάμα σε γέλιο ή οι Νορβηγοί το γέλιο σε κλάμα, και αν οι Νορβηγοί θεωρούν παράξενη την ομορφιά ή οι Δανοί όμορφο κάθε τι το παράξενο. Προσπαθώ απλώς να εξηγήσω ότι οι Δανοί είναι αποφασισμένοι να βλέπουν τα πράγματα από τη θετική πλευρά τους, έστω και με κίνδυνο να χαρακτηρισθούν επιπόλαιοι.
Η Κοπεγχάγη δεν είναι αυτό που θα ονομάζαμε «σοβαρή» πόλη, κι αν θέλει κανείς να ξέρει πώς είναι μια σοβαρή πόλη, δεν έχει παρά να ταξιδέψει λίγο νοτιότερα, στο Αμβούργο (πλην του γραφικά πλέον αμαρτωλού Sankt Pauli), και προπαντός λίγο βορειότερα, στη Στοκχόλμη. Υπάρχουν πόλεις διάσημες για τα αρχαία τους ή για τα μαγαζιά τους, για τους καθεδρικούς ναούς ή για τα μπορντέλα τους, για τα μουσεία ή για τα καζίνα τους. Η Κοπεγχάγη είναι διάσημη για το Tivoli, ένα είδος Disneyland (σε πιο καλαίσθητη εκδοχή) καταμεσής της πόλης, ανάμεσα στο δημαρχείο και τον σιδηροδρομικό σταθμό, τα σύμβολα της στάσης και της κίνησης, της καθημερινότητας και της φυγής. Το Tivoli, ένας «κήπος της διασκέδασης», όπως το περιγράφει η δανέζικη γλώσσα, ξανανοίγει κάθε χρόνο τις πύλες του την Πρωτομαγιά και τα εγκαίνιά του είναι μείζον γεγονός στην κοινωνική ζωή της πόλης, όπως αλλού τα εγκαίνια
ενός καλλιτεχνικού φεστιβάλ (αλλά με πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή). Οι Δανοί όλων των ηλικιών συρρέουν σ αυτή τη μεγάλη και φαντασμαγορική παιδική χαρά, για να υποδεχτούν την άνοιξη με μια συλλογική και σχεδόν επιδεικτική αναβάπτιση στα νάματα της παιδικότητάς τους, που την είχε ναρκώσει κάπως ο βαρύς σκανδιναβικός χειμώνας.
Οι Δανοί, λοιπόν, δεν νοιάζονται να φαίνονται σοβαροί. Ίσως γι αυτό αποτελούν κατά κανόνα σοβαρούς αντιπάλους, όταν το φέρει η περίσταση (αν και δύσκολα μπορεί να βρεθεί λαός με λιγότερο ανταγωνιστική νοοτροπία). Μερικές φορές είναι, θα έλεγε κανείς, η ζωντανή απόδειξη του αξιώματος ότι για να πετύχεις έναν δύσκολο στόχο δεν πρέπει να τον παίρνεις πολύ σοβαρά. Το καλοκαίρι του 1992 οι παίκτες της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου τους μαζεύτηκαν την τελευταία στιγμή από τις παραλίες για να παίξουν στα τελικά του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, στη θέση της εξοστρακισμένης Γιουγκοσλαβίας. Πήγαν στη Σουηδία ενοχλημένοι που τους χάλασαν τις διακοπές τους, έτρωγαν ανάμεσα στους αγώνες χάμπουργκερ κι έπιναν μπίρες στο Μακντόναλντς της γειτονιάς, και αναδείχτηκαν προς γενική κατάπληξη πρωταθλητές Ευρώπης, νικώντας στον τελικό τους θηριώδεις Γερμανούς, που είχαν προετοιμαστεί μεθοδικά από μήνες και προγραμμάτιζαν επιστημονικά την καθημερινή δίαιτά τους ώς την τελευταία θερμίδα. Αν κάποιος παρατηρήσει ότι το παράδειγμα δεν είναι σοβαρό, θα του απαντήσω ότι οι Γερμανοί δεν θα συμφωνούσαν (ούτε εγώ, παρεμπιπτόντως...).
Η δανέζικη φιλοσοφία για τη ζωή συνοψίζεται σε μια λέξη: hygge - λέξη δυσπρόφερτη και δυσμετάφραστη στα ελληνικά. Οι Έλληνες ξέρουν να δημιουργούν κέφι και οι Ιταλοί allegria. Αλλά δεν ξέρουν ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι από hygge. Μια παρέα αρκετά μικρή ώστε να μην είναι απρόσωπη και θορυβώδης, και αρκετά μεγάλη ώστε να μην παρασύρεται σε ζοφερές όσο και άγονες αναμοχλεύσεις του εσώψυχου, περνάει την ώρα της στη θαλπωρή ενός φιλικού περιβάλλοντος, μ ευχαριστή κουβέντα, προορισμένη να συμβάλει πιο πολύ στη δημιουργία ατμόσφαιρας παρά στη λύση προβλημάτων (ή στην απόκρυψη τους), αφήνοντας ωστόσο ευρύχωρα περιθώρια έκφρασης στην καλλιέργεια, την ευαισθησία και την τρυφερότητα: μια τέτοια παρέα, που λικνίζεται απαλά λίγο πάνω από τη γη, έτοιμη πάντα να προσγειωθεί και πάλι, πλησιάζει ίσως στον ορισμό της hygge (αν και υποπτεύομαι ότι ένας Δανός δεν θα την περιέγραφε με τέτοιους όρους).
Υπάρχουν διάφορες καταστάσεις που παράγουν hygge, και δεν είναι όλες τόσο εκλεπτυσμένες. Το κοινό στοιχείο τους είναι η ζεστή ατμόσφαιρα και η αίσθηση εσωτερικής άνεσης που δημιουργούν. Προϋπόθεση τους είναι μια αγάπη για το μέτρο, μια δημοκρατικότητα που αποστρέφεται τις ακραίες αντιθέσεις, τις υπερβολές, τις εθιμοτυπίες και τους ιεραρχικούς φραγμούς. Αυτή η δημοκρατική απλότητα στη συμπεριφορά χαρακτηρίζει λίγο πολύ όλες τις σκανδιναβικές κοινωνίες, με τη φινλανδική στην άκρη του «λίγο» και τη δανική στην άκρη του «πολύ». Ο πληθυντικός της ευγένειας (ή της απόστασης) υπάρχει στις σκανδιναβικές γλώσσες, αλλά χρησιμοποιείται σχεδόν μόνο για την προσφώνηση του άνακτα ή της άνασσας. Στην περίπτωση της Δανίας, το «σχεδόν» μπορεί και να λείπει. Το ν απευθυνθεί ένας πολίτης στον πρωθυπουργό της χώρας «με το σας και με το σεις» θα θεωρούνταν ένδειξη κωμικής σοβαροφάνειας (ή επιθετικής ψυχρότητας).
Αυτή η στάση έχει βέβαια τις ρίζες της στην αρχαία κοινωνία των Βίκινγκς - μικρή, ολιγαρκή και ουσιαστικά κοινοκτητική. O βασιλιάς ήταν απλώς ένα είδος πολέμαρχου, που δεν θα διανοούνταν να ισχυρισθεί ότι διαφέρει από τους υπηκόους του στην καταγωγή ή να καμωθεί ότι διαφέρει στα ήθη. Λέγεται για τον προηγούμενο βασιλιά της Δανίας, τον Φρειδερίκο Θ (πατέρα της Άννας Μαρίας), ότι είχε τατουάζ σ όλο του το σώμα και ότι κατέβαινε συχνά στο παλιό λιμάνι της Κοπεγχάγης, που ωστόσο ονομάζεται Νέο Λιμάνι (Nyhavn), για να βρει λίγη hygge παίζοντας ακορντεόν στα καπηλειά, μαζί με άλλους ναυτικούς. Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο Άντερσεν (Άνερσεν, όπως προφέρεται στα δανικά) βάζει στα παραμύθια του τους βασιλιάδες να πηγαίνουν μόνοι τους ν ανοίξουν την πόρτα του παλατιού τους.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν καθόλου ότι η Δανία είναι ο άριστος των δυνατών κόσμων. Αν ζούσα μόνιμα εκεί, θα συμμεριζόμουν, φαντάζομαι, την οπτική των μεταναστών από τον Τρίτο Κόσμο, που αισθάνονται την ξενοφοβία και τον ρατσισμό να γίνονται όλο και απειλητικότεροι ακόμα και σ αυτή την πιο ήμερη και ανεκτική, ίσως, κοινωνία της Ευρώπης. Ή των όλο και περισσότερων ανέργων, που αντιμετωπίζονται περίπου σαν ένοχοι ή σαν ανάπηροι, ώσπου να πιστέψουν και οι ίδιοι πως είναι. Ή των απροσάρμοστων, που μετρούν με το μέτρο της δικής τους ευαισθησίας (το μόνο έγκυρο) την έλλειψη ψυχικής επαφής, την εξωτερικότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Επειδή όμως δεν ζω εκεί, πήρα την άδεια ν ακουμπήσω τη ματιά μου σ αυτό που, απροσάρμοστος κι εγώ, νοσταλγώ περισσότερο: τη δυνατότητα να ζεις και να συμπεριφέρεσαι απλά, χωρίς πολλά δήθεν και πολλούς δήθεν γύρω σου, την αγάπη για το λιτό και αθόρυβο, τον σεβασμό για ένα παιδί στη μοναξιά του παιχνιδιού του, τη συναίσθηση ότι, αν η μοναξιά είναι κατά βάθος η κοινή μοίρα όλων μας (και μήπως δεν νιώθουμε όλο και περισσότερο ότι πράγματι είναι;), το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να της δώσουμε αξιοπρέπεια, να μην την εξευτελίζουμε με γελοία και χυδαία ψιμύθια, που βαφτίζουμε «περιωπή» ή «κοινωνικότητα» και νομίζουμε πως την κρύβουν. Ίσως τότε τα χαμογελά μας γίνουν πιο γνήσια. Hygge είναι τελικά η δυνατότητα των ανθρώπων ν ακραγγίζουν ο ένας τον άλλο μέσα στη μοναξιά τους. Ναι. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, λέω ότι μάλλον είναι οι Δανοί που άλλαξαν το κλάμα σε γέλιο, χωρίς ν αλλάξουν τη λέξη.
Η Μάνια Καράίτίδου μού έλεγε πριν από χρόνια ότι σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν βλέπεις τόσο πολλές όμορφες γυναίκες όσες στην Κοπεγχάγη. Είναι μια παρατήρηση που έχουν κάνει και άλλοι και με την οποία θα συμφωνούσαν ακόμη περισσότεροι. Κατεβαίνοντας κανείς τη Str0get, τον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, που οδηγεί από το δημαρχείο στο Νέο (Παλιό) Λιμάνι, βλέπει μια ατέλειωτη παρέλαση βασανιστικά ωραίων κοριτσιών, μ εκπληκτικό παράστημα, ροδοζυμωμένο δέρμα και αστραφτερό, κρυστάλλινα καθαρό βλέμμα. Βαδίζουν περήφανα, αλλά όχι αλαζονικά, σίγουρες για την ομορφιά τους, αλλά χωρίς να τη διατυμπανίζουν με νάζι και χωρίς να την αποσύρουν πίσω από το φράγμα μιας πορσελάνινης παγερότητας. Οι κινήσεις, η ματιά, το ντύσιμο τους αποπνέουν ελευθερία και απλότητα, και υποψιάζεσαι αμέσως ότι εκεί βρίσκεται το μυστικό της ομορφιάς τους.
Η Stroget, αυτή η υπαίθρια πασαρέλα (αν δεν είναι πολύ βέβηλη μια τέτοια μεταφορά από τον κόσμο της χάρτινης ομορφιάς των καλλιστείων και των επιδείξεων μόδας), περιβάλλεται από μνημεία της εποχής του Χριστιανού Δ, του μεγαλύτερου βασιλιά των Δανών, ο οποίος έβγαινε πάντα νικημένος από τους πολέμους, αλλά διέπρεπε στην ειρήνη. Στους τρεισήμισι αιώνες που πέρασαν από τότε, η Δανία, ισοπεδωμένη από τους ανέμους της Βαλτικής και της Βόρειας θάλασσας (της Ανατολικής και της Δυτικής θάλασσας, όπως τις λένε οι Δανοί), έχασε όλους τους πολέμους που έκανε. Μα όλους. Κέρδιζε όμως στην ειρήνη. Όχι τετραγωνικά χιλιόμετρα, αλλά ελευθερίες. Γι αυτό δεν αισθάνθηκε ποτέ ταπεινωμένη.
Η ομορφιά των κοριτσιών της Κοπεγχάγης, γελαστή και δροσερή, ανεπιτήδευτη και θαρραλέα, παρελαύνει ασταμάτητα μπροστά στις μπρούτζινες μνήμες του πεθαμένου βασιλιά.
Να είναι άραγε οι ήττες που σε κάνουν όμορφο;


Λίστα όλων των Συγγραφέων