Συγγραφέας του μήνα

Νίκη Αναστασέα

Η Νίκη Αναστασέα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947, αλλά έζησε τα μαθητικά και γυμνασιακά της χρόνια στην Ξάνθη. Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία.
Δούλεψε πολλά χρόνια στο χώρο του βιβλίου ως βιβλιοπώλισσα, βιβλιοπαρουσιάστρια σε περιοδικά και διορθώτρια.
Η Νίκη Αναστασέα τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω για το Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Πόλις και επανακυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Άλλα βιβλία της:
- Επικράνθη: διά χειρός Αλέξη Ραζή (Κέδρος, 2006)
- Οι μικρές απολαύσεις του κυρίου Ευαγγελινού (Κέδρος, 2009)



Απόσπασμα από το έργο της:

Ο άντρας που μιλούσε για τον Νότο


Σηκώνομαι ένα πρωί, να ’χω κοιμηθεί όλο κι όλο δυο-τρεις ώρες κι αυτές ζαβά και μόλις ντύνομαι είναι το πρώτο πράγμα που της λέω. Μιλάμε τώρα για έξι μήνες πριν. Εκείνη την εποχή είχα μόλις περάσει στο μετά, είχα αρχίσει να σαλτάρω. Ήταν, λοιπόν, όπως έλεγα πρωί, μόλις είχα σηκωθεί από το κρεβάτι.
«Θέλω να μείνω μόνος», της λέω. Η άλλη, που εκείνη τη στιγμή κράταγε ένα ρούχο κι ετοιμαζόταν να το βάλει, σταματάει όπως είναι με το κομπινεζόν και το ρούχο στο χέρι και με κοιτάζει. Περιμένω λίγο και μετά παίρνω φόρα και της λέω και τα υπόλοιπα. «Δεν αντέχω», της λέω, «από τότε που δεν είναι πια εδώ, κάθε φορά που ανοίγω την εξώπορτα, κάθε φορά που ανεβαίνω τη σκάλα και περνάω μπροστά από το δωμάτιό της και ξέρω ότι δεν είναι μέσα και ότι δεν θα είναι μέσα ούτε αύριο ούτε μεθαύριο ούτε την άλλη, εκείνη τη στιγμή θέλω να τα μαζέψω και να φύγω. Να κουτρουβαλήσω τις σκάλες, να ανοίξω την πόρτα και να βγω στους δρόμους τρέχοντας. Μπορεί να είναι υπερβολή», της λέω, «το παραδέχομαι, αλλά εδώ», της λέω, και της δείχνω τα χέρια μου, «δεν έχω τίποτα. Κι αυτό με τρελαίνει». Κάνει μια κίνηση, αλλά δεν την αφήνω να μιλήσει. «Όχι εσύ», της λέω. «Τι φταις εσύ; Εγώ… Τις νύχτες», της λέω, «πέφτει το ταβάνι και με πλακώνει. Όπως ήρθαν τα πράγματα μου είναι αδύνατον να μείνω εδώ άλλο. Μπορείς να το καταλάβεις, έτσι δεν είναι; Δώσε μου λίγο χρόνο», της λέω, «λίγο χρόνο, σε παρακαλώ».
Με άκουγε χωρίς να μιλάει. Απλώς με κοίταζε. Το βλέμμα της ήταν στάσιμο. Έτσι θα το έλεγα. Ακριβώς αυτό: στάσιμο. Ούτε ναι, ούτε όχι. Σαν λίμνη. Και να μην της έχω πει κουβέντα ίσαμε κείνη τη στιγμή. Περιμένω λίγο και μετά της λέω και τα υπόλοιπα. – Εδώ, λίγο παραπάνω, της λέω, βρήκα μια γκαρσονιέρα. Είναι και επιπλωμένη, μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο, ξέρεις τώρα, ίσα ίσα τα απαραίτητα. Ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες και το τραπέζι.
– Τη νοίκιασες; μου λέει.
Της γνέφω «ναι».
– Δεν θα πάρω τίποτα μαζί μου, μόνο τα ρούχα μου.
Όπως και έκανα. Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου κι αφού τα μετέφερα, επέστρεψα στο σπίτι να της δώσω το κλειδί. «Αν χρειαστείς κάτι, Στέφανε, οτιδήποτε», μου είχε πει. Αν χρειαστώ… τριάντα πέντε χρόνια κοινής ζωής… και λέει «αν». Έβγαλα το κλειδί του σπιτιού μας και το ακούμπησα στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί την είχα βρει, μαγείρευε. Είδε το κλειδί, ανασήκωσε τους ώμους και το έσπρωξε προς τη μεριά μου.
– Να το κρατήσω; τη ρωτάω.
– Δεν μου κάνει κόπο, μου λέει, και εννοεί ότι θέλει να το κρατήσω.
Το ξέρω. Είναι ο τρόπος της να λέει καμιά φορά τα πράγματα, σαν να έχει μια άλλη σχέση μαζί τους, πιο άμεση, πιο γήινη. Κι αυτό από τότε που τη γνώρισα. Ήταν το πρώτο που μου έκανε εντύπωση. Ο τρόπος της και το βλέμμα της. Την κοιτάς και σκέπτεσαι: τούτη η γυναίκα έχει πείσμα. Και μετά συμπληρώνεις: χωρίς ελπίδα. Κάπως έτσι. Λες και μένει πιστή σε μια χαμένη υπόθεση. Τριάντα πέντε χρόνια το ίδιο βλέμμα.
Κι απόψε που περνάω από το σπίτι με κοιτάζει πάλι με τον ίδιο τρόπο. Αυτό γίνεται τρεις ώρες πριν. Ανοίγω την εξώπορτα και την ακούω που είναι επάνω. Κι ακόμη δεν ξέρω πώς πήρα τα πόδια μου κι ανέβηκα τη σκάλα. Αλλά κάποτε έπρεπε να το κάνω. Ανεβαίνω, λοιπόν, τη σκάλα και μετά στέκομαι στην πόρτα. Και δεν πάω βήμα παραμέσα, στέκομαι εκεί και κοιτάζω το δωμάτιο. Σαν να μου κόβεται η ανάσα… Κι η άλλη δυο βήματα μπροστά, με την πλάτη στραμμένη στη μεριά μου και μια μπλούζα στο χέρι. Η «άλλη». Έτσι τη λέω καμιά φορά τώρα τελευταία. Εγώ και η «άλλη». Στον κόσμο βέβαια λέω πάντοτε: η Πέρσα ή η εν διαστάσει σύζυγός μου. Αυτό κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Εγώ κι αυτή. Το σπίτι της και το σπίτι μου. Κάπως έτσι το σκέφτηκα. Πρώτα αποφάσισα το σχέδιό μου και μετά ότι έπρεπε να φύγω από το σπίτι μας. Το κοινό μας σπίτι, το δικό της και δικό μου.
Είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνω στο δωμάτιο της Ηλέκτρας. Ενάμιση χρόνο τώρα. Η άλλη πηγαίνει τακτικά. Το ξέρω. Δεν μου το λέει, όμως το καταλαβαίνω. Όταν μέναμε ακόμη μαζί την άκουγα που ανέβαινε και κούρνιαζε εκεί με τις ώρες. Τι έκανε; Εγώ δεν ανέβηκα ποτέ από τότε. Από κείνο το βράδυ. Ούτε απόψε μπαίνω. Την κοιτάζω από την πόρτα. Εξακολουθεί να στέκεται αφηρημένη στη μέση του δωματίου. Δίπλα της υπάρχει μια πλαστική λεκάνη με ρούχα. Μοιάζει σαν να τα έχει μαζέψει από την απλώστρα. Σεντόνια και πετσέτες από ό,τι βλέπω. Αναρωτιέμαι γιατί της πλένει τα σεντόνια της. Τώρα γυρίζει και με βλέπει.
– Αύριο θα πάω στην Ηλέκτρα, λέει.
Είναι η σειρά της. Μια εγώ και μια αυτή. Ποτέ δεν χάνουμε τη σειρά μας και ποτέ δεν την παραχωρούμε ο ένας στον άλλον. Έτσι σκεπτόμαστε. Δεν το έχουμε συζητήσει, όμως είναι σίγουρο πως και οι δυο σκεπτόμαστε έτσι.
– Χρόνια πολλά, της λέω, και απλώνω το βιβλίο που κρατάω στο χέρι μου. Το ξέρω ότι δεν διαβάζεις πια, της λέω, αλλά καμιά φορά τα βράδια, τώρα που είσαι μόνη… Είναι μια παλιά έκδοση, της λέω, και εκεί σταματάω και γίνομαι κατακόκκινος. Θα μπορούσα, σκέπτομαι, να της είχα αγοράσει ένα πουλόβερ.
Πλησιάζει και το παίρνει. Κοιτάζει το εξώφυλλο και μετά το ακουμπά στη σιφονιέρα που είναι πλάι στην πόρτα, χωρίς να το ανοίξει. Στο άλλο χέρι κρατάει ακόμη την μπλούζα.
– Ευχαριστώ, μου λέει, και μετά προσθέτει: Θα κάτσεις για φαΐ;
Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά. Η άλλη δεν επιμένει, καταλαβαίνει. Κατά κάποιο τρόπο μετά την ιστορία της Ηλέκτρας συνεννοούμαστε χωρίς πολλά πολλά. Ίσως γιατί και η ζωή μας έγινε πιο απλή, περιορίστηκε στα απαραίτητα, όσο να υπάρχουμε. Και συνηθίσαμε. Όλα τα συνηθίσαμε. Εκείνο που δεν μπορώ να συνηθίσω είναι η απουσία της Ηλέκτρας. Την καληνυχτίζω και φεύγω.
Βγαίνοντας διαπιστώνω πως έχει αρχίσει πάλι να βρέχει. Ευτυχώς μένω κοντά. Εξάλλου δεν βιάζομαι. Όταν μπαίνω στο σπίτι μου κρεμάω το παλτό μου στο καρφί που έχω βάλει πίσω από την πόρτα, το μόνο που πρόσθεσα στην επίπλωση. Όλα τα άλλα υπήρχαν από τον προηγούμενο ενοικιαστή. Ήταν ένας φοιτητής που χρωστούσε μερικά νοίκια και μια ωραία πρωία άφησε τα πράγματά του όπως ήταν και χάθηκε. Όταν το είπα στην άλλη, μου απάντησε ότι κανένας δεν μπορεί να χαθεί. Ότι οφείλει να υπάρχει, έτσι το είπε, ο καθένας οφείλει να υπάρχει για κάποιον. Έχω κάτι μακαρόνια από χτες, τα ζεσταίνω και κάθομαι να φάω. Από το παράθυρό μου βλέπω τις λάμπες του δρόμου με αυτό το πηχτό κίτρινο φως σαν πύον σε κακοφορμισμένα σπυριά κι από κάτω το πλάγιασμα του νερού. Κάποτε μ’ άρεσαν τα φώτα. Σπρώχνω αηδιασμένος το πιάτο μου και ανάβω τσιγάρο. Και μετά έρχεται στο νου μου εκείνη η εικόνα. Είναι που πήγα σήμερα για πρώτη φορά στην κάμαρα της Ηλέκτρας ύστερα από τόσο καιρό. Κοντά δεκαπέντε μήνες.



Η γυναίκα που περίμενε


Διπλώνω την μπλούζα και τη βάζω στο συρτάρι της σιφονιέρας. Έπειτα διπλώνω ένα ένα τα σεντόνια, τις μαξιλαροθήκες και τις δυο πετσέτες. Τα διπλώνω όλα προσεκτικά, τα ισιώνω και τα βάζω στη θέση τους. Ύστερα παίρνω και κοιτάζω το βιβλίο που μου έφερε ο Στέφανος. Τζέημς Τζόυς, Οι νεκροί. Στο εξώφυλλο υπάρχει η φωτογραφία του συγγραφέα. Το οπισθόφυλλο είναι κενό. Το ανοίγω, το ξεφυλλίζω μηχανικά και πριν το κλείσω
ρίχνω μια ματιά στην τελευταία σελίδα, το μάτι σταματά στην τελευταία πρόταση: «Η ψυχή του γλάρωσε σιγά σιγά, καθώς άκουγε το χιόνι να πέφτει απαλά σ’ όλη την πλάση, και απαλά να πέφτει, σαν τον ερχομό του έσχατου τέλους, πάνω σε ζωντανούς και σε νεκρούς». Το ακουμπάω πάλι στη σιφονιέρα και κλείνω το φως. Πηγαίνοντας προς την κουζίνα διαπιστώνω ότι το παράθυρο στο σαλόνι, αυτό που βλέπει στον δρόμο, είναι ανοιχτό. Η βροχή έχει μουσκέψει την κουρτίνα. Το κλείνω και μετά πάω και ζεσταίνω το φαΐ. Κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας και τρώω. Όταν τελειώνω, ανάβω ένα τσιγάρο. Ύστερα πάω σε κείνο το παράθυρο που είχα κλείσει πριν από λίγο, τραβάω την κουρτίνα και στέκομαι εκεί όρθια στα σκοτεινά. Καπνίζω και κοιτάζω τον άδειο δρόμο. Η ίδια εικόνα κάθε βράδυ.


Λίστα όλων των Συγγραφέων