Συγγραφέας του μήνα

Kώστας Μουρσελάς

O Kώστας Μουρσελάς γεννήθηκε στον Πειραιά. Εκεί τελείωσε και το εξατάξιο γυµνάσιο. Το 1951, πρωτοετής φοιτητής της Νοµικής, συλλαµβάνεται ως στέλεχος της ΕΠΟΝ και δικάζεται από έκτακτο στρατοδικείο της εποχής (υπόθεση Μπελογιάννη). Για χρόνια σπούδαζε βιολί. Το διέκοψε όταν άρχισε να τον θέλγει το θέατρο.
Εγκαταλείπει τη δικηγορία πριν πάρει την άδεια και διορίζεται-εργάζεται ως δηµόσιος υπάλληλος µέχρι το 1969, οπότε και απολύεται από τη χούντα. Έκτοτε αφοσιώνεται ολοκληρωτικά –και επαγγελµατικά– στη συγγραφή: θέατρο, τηλεόραση, σενάριο, δηµοσιογραφία, δοκίµιο και πεζογραφία. Έργα του παίχτηκαν από θιάσους του Ελεύθερου Θεάτρου, από το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, από Δηµοτικά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Γερµανία, Κύπρο).
Στο πλατύ κοινό έγινε γνωστός από τηλεοπτικές παρουσιάσεις των έργων του «Μικρές Αγγελίες», «Σιγά, η πατρίδα κοιµάται», «Το ρολόι» και από την περίφηµη σατιρική σειρά «Εκείνος και... Εκείνος» (130 θεατρικά µονόπρακτα).
Τα «Βαµµένα κόκκινα µαλλιά», που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά το 1989 και επανεκδόθηκαν το 2006 (Ελληνικά Γράµµατα), µεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερµανικά, τουρκικά και εβραϊκά. Το µυθιστόρηµα «Κλειστόν λόγω µελαγχολίας» έχει µεταφραστεί στα τουρκικά.



ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

H ΕΥΑ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ για ύπνο· εγώ, φορώντας ακόμα πουκάμισο και παντελόνι, συνέχιζα να πηγαινοέρχομαι στην κρεβατοκάμαρα· εκείνη, μισοκοιμισμένη μού έκανε νόημα να ξεντυθώ και να ξαπλώσω επιτέλους –μπορεί και να λαγοκοιμόταν– κι εγώ της είπα ότι απορώ για τη στάση της, όταν ξέρει πολύ καλά την αιτία που δεν ξαπλώνω κι επιπλέον όταν ξέρει πως τέτοιαν ώρα –στις δύο μετά τα μεσάνυχτα ακριβώς–, εδώ και τρεις νύχτες, υπάρχει κάποιος που επιμένει να μας παίρνει τηλέφωνο, και όχι μόνο να μας παίρνει, αλλά και μόλις σηκώσουμε το ακουστικό να μας το
κλείνει –Ντριν, Ντριν! –Εμπρός; Εμπρός; Κανείς.
Φυσικά, από τον τόνο της φωνής μου, μισοξύπνησε
–αν λαγοκοιμόταν–, χασμουρήθηκε, με είπε χαζούλη και πόσες φορές θα μου πει ότι δεν αξίζει τον κόπο να χάνουμε τον ύπνο μας για τέτοια ψιλοπράγματα.
— Ψιλοπράγματα τα λες; Εδώ, με το να παίρνει και να ξαναπαίρνει, μας έχει σπάσει τα νεύρα κι εσύ κάθεσαι τώρα και μου λες «ψιλοπράγματα»;
— Εντάξει, κάποιος σε παίρνει τηλέφωνο, του λες εμπρός και σ’ το κλείνει· και λοιπόν; Τι έγινε;
— Καλά, ρε Εύα, εσύ δεν φοβάσαι; Δεν αναρωτιέσαι ποιος είναι; Γιατί μας παίρνει; Δεν μπορείς να το δεις σαν απειλή, σαν μια προειδοποίηση; Ή ότι κάποιος κάτι κακό μπορεί να προετοιμάζει; Ψιλοπράγματα κι αυτό;
— Όποιος και να ’ναι, αγάπη μου, αν ήθελε να σου κάνει κακό υπήρχαν και πιο αποτελεσματικοί τρόποι να σ’ το κάνει· δεν χρειάζεται να παίρνει και να ξαναπαίρνει τηλέφωνο.
— Άρα; Τι θες να πεις; Ξεντυνόμαστε και κοιμόμαστε ήσυχα ήσυχα;
— Άρα πρόκειται κατ’ αρχήν για κάτι μάλλον ακίνδυνο. Αυτό λέω. Αυτό θέλω να πω.
— Θαυμάζω την ψυχραιμία σου.
— Την ψυχραιμία μου ή τη λογική μου;
Ύστερα μου είπε να ηρεμήσω γιατί σίγουρα πρόκειται για κάτι πολύ απλό και ν’ αφήσω τις φοβίες μου.
Της έδειξα τότε το ρολόι και της είπα ότι όπου να’ναι θα πάρει αυτός ο τύπος, είναι σχεδόν δύο μετά τα μεσάνυχτα.
— Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα, είναι η ώρα του· ας περιμένουμε λοιπόν, αντί να κοιμηθούμε.
— Ούτε αυτό δεν σου σπάει τα νεύρα; Μπορείς να τ’ ακούς να χτυπά κι εσύ να κοιμάσαι; Δεν σε...;
— Όχι, δεν με... Θα χτυπά, θα χτυπά, θα σταματήσει· αλλά, για στάσου, εσένα που σου σπάει τα νεύρα, τι κάνεις; Μπορείς να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις; Με το να πηγαινοέρχεσαι αντί να κοιμάσαι, λύνεις κανένα πρόβλημα; Θα χτυπήσει, θα χτυπήσει, κάποτε θα κλείσει· ή θα μιλήσει. Ένα από τα δύο.
— Ωραία· όπως τα λες είναι· εγώ, με το να πηγαινοέρχομαι, δεν λύνω κανένα πρόβλημα, εσύ όμως έχεις κάτι άλλο να μου προτείνεις; Τι άλλο να κάνω; Διότι ούτε ξαπλωμένος βλέπω να λύνεται το πρόβλημα.
Μου είπε ότι αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο, διότι, αν ξαπλώσω, πρώτα πρώτα θα ηρεμήσω και, έτσι ανάσκελα όπως θα είμαι και θα κοιτάω το ταβάνι, μπορεί, λίγο λίγο, ν’ αρχίσει να σκέφτεται το μωρό της –έτσι με είπε– και ν’ αρχίσω να κάνω υποθέσεις για το ποιος μπορεί να παίρνει και για το τι θα θέλει· και τότε –αν βέβαια δεν μ’ έχει πάρει και ο ύπνος– πιθανόν να μού
’ρθει καμιά θεία φώτιση και να ξέρω και ποιος ακριβώς είναι αυτός ο κύριος και τι ακριβώς θέλει.
Αν πάλι δεν έχω εμπνεύσεις –συνέχισε–, τότε πια δικαιούμαι να με πιάσουν και τα νεύρα, αλλά μέχρι τότε...
— Αυτό δεν κάνω, ρε Εύα, τόση ώρα; Τι κάνω; Υποθέσεις κάνω, αλλά το μυαλό μου δεν πάει σε κανέναν· ούτε στο τι πιθανόν συμβαίνει, ούτε ποιος κερατάς είναι, ούτε τι θέλει. Τι θες να σου πω; Άρχισα και να φοβάμαι.
— Πιστεύω πάντως ότι ξαπλωμένος θα κάνεις ακόμα πιο σωστές υποθέσεις. Ηρεμία χρειάζεται, όχι πανικός. Ας πούμε, να υποθέσεις μήπως κάποιος το κάνει επίτηδες, οπότε το μυαλό σου θ’ αρχίσει να ψάχνει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σου πλακατζήδες· αυτόν, εκείνον... Αλήθεια, γιατί να είναι κάποιος και όχι κάποια;
— Αφού δεν ξέρουμε ποιος είναι, λέμε κάποιος, μιας και το κάποιος καλύπτει και την κάποια, ενώ το κάποια δεν καλύπτει και τον κάποιον.
— Να τι χρειάζονται οι γραμματικές γνώσεις! Σωστά. Το αρσενικό προηγείται. Ανέκαθεν.
Της είπα ότι, όπως και να ’ναι, εκτιμώ την προσπάθειά της να με κάνει να ξεχάσω το θέμα· αλλά βλέπει ότι το θέμα δεν παύει να υπάρχει είτε πρόκειται για κάποιον είτε για κάποια.
— Ναι, αλλά είδες για πότε πέρασε η ώρα; Ούτε το πήρες είδηση, τόση ώρα που μιλάμε ξεχάστηκε το θέμα.
Της είπα πως ναι, έχει δίκιο, ξεχάστηκε, όπως και για το άλλο που είπε έχει δίκιο, ότι μάλλον κάποιος γνωστός μου θα παίρνει· ή κάποια. Αλλά ποιος και γιατί;
— Πάντως, έχεις δίκιο, για να σε παίρνει μέσα στη νύχτα σίγουρα θα πρόκειται για κάτι σοβαρό· το πιθανότερο. Διότι, δεν είναι ότι κάποιος παίρνει λάθος αριθμό, γιατί τότε θα σου ζητούσε συγνώμη και δεν θα ξανάπαιρνε.
— Σωστά, θα μου μιλούσε.
— Είδες; Θέλει ήρεμα ήρεμα να στριμώξεις λίγο το μυαλουδάκι σου. Ή, καλύτερα, να το στύψεις.
— Και γιατί να μην είναι κάποιος γνωστός που μου κάνει πλάκα;
— Αυτό δεν σου λέω; Ένα ένα να τ’ αποκλείουμε. Πάντως, δεν νομίζω να πρόκειται για κάποιον που σου κάνει πλάκα.
Της είπα ότι έρχεται στα λόγια μου, ότι δηλαδή θα πρόκειται για κάτι σοβαρότερο, ότι ίσως κάποιος να θέλει να μ’ εκβιάσει και προσπαθεί με τα ανώνυμα τηλεφωνήματα να με τρομοκρατήσει πρώτα, για να με βρει μετά έτοιμο θύμα.
— Μην πανικοβάλλεσαι χωρίς λόγο. Εσύ, όπως και να ’ναι, όταν σε πάρει, πριν προλάβει να σ’ το κλείσει αυτός, γιατί δεν προλαβαίνεις να τον στείλεις στο διάολο εσύ; Να δούμε τι θα κάνει και περί τίνος πρόκειται.
Της είπα πως ακριβώς αυτό προσπαθώ, αλλά και πάλι προλαβαίνει και μου το κλείνει.
Η Εύα παραδέχθηκε πως πράγματι δεν είναι και τόσο απλό, το καταλαβαίνει, αλλά είναι βέβαιη πως αν δεν ηρεμήσω δεν θα βρω εύκολα την άκρη και ότι τώρα είναι πια σίγουρη ότι δεν μου κάνουν πλάκα. Δεν κάνουν τέτοιες πλάκες μέσα στη νύχτα και μάλιστα τρεις νύχτες συνέχεια, οπότε ναι, θέλει ψάξιμο, θέλει αστυνομική σκέψη, αλλά δεν θα συμφωνούσε να τηλεφωνήσουμε και στην αστυνομία, δεν το βρίσκει πια και τόσο σοβαρό, άσε που μπορεί να μας στείλουν και στο διάολο.
Την είδα τότε να σουφρώνει κάπως τα χείλια της, απόδειξη πως άρχισε να το ψάχνει και αυτή· ή μήπως κάτι σκέφτηκε; Μπορεί. Όχι μπορεί· αυτό είναι.
Βεβαιώθηκα, όταν την είδα να μου ρίχνει τη γνωστή μου ειρωνικότατη ματιά της, μαζί με ένα ειρωνικότατο χαμόγελο και όταν με ρώτησε, τάχα αφελώς, μήπως εκνευρίζομαι τόσο πολύ γιατί κατά βάθος έχω ήδη αρχίσει να υποθέτω ποιος είναι και ότι ακριβώς αυτό είναι που με κάνει τόσο νευρικό· ή μήπως το ότι απλώς μου λείπει αυτή η βεβαιότητα;
— Μικρή μου, της είπα, ειρωνικότατα κι εγώ, θα ήταν τόσο τρομερό αυτό το μυστικό για να μην μπορώ να σου αποκαλύψω την υποψία μου;
— Εκτός, αγαπούλα μου –συνέχισε το ίδιο ειρωνικότατα κι εκείνη– αν κάποιος σ’ εκδικείται και σου ετοιμάζει ένα μεγάλο καψόνι· ας πούμε κάποιος απατημένος σύζυγος ή ίσως κάποια εγκυμονούσα εγκαταλελειμμένη μνηστή. Για θυμήσου λίγο. Έχεις αφήσει τίποτα τέτοιες εκκρεμότητες; Οπότε είναι μια ευκαιρία να τις κλείσεις. Τις εκκρεμότητες εννοώ.
Η Εύα τότε ανασηκώθηκε λίγο, ακούμπησε στην πλάτη του κρεβατιού, ενώ εγώ συνέχιζα να πηγαινοέρχομαι στο δωμάτιο –πάνω κάτω, πάνω κάτω– αποφεύγοντας τη ματιά της λες και μου ’χει βάλει κάποιες ιδέες· που μπορεί και να μου ’χει βάλει, δεν το αρνούμαι.
Σε λίγο την είδα να γλιστράει πάλι κάτω από τα σκεπάσματα και, όταν βολεύτηκε αρκετά, μου χαμογέλασε –καθόλου αθώα– και περίμενε την απάντησή μου ή και την αντίδρασή μου σ’ αυτά που είπε, κοιτώντας με συνέχεια στα μάτια, σχεδόν προκαλώντας με.
Της είπα «αγαπούλα μου, έχεις ένα σατανικότατο μυαλό και από μια άποψη αυτό είναι κάτι που με γοητεύει, αλλά εμένα, αν θες να ξέρεις, οι εκκρεμότητες δεν με τρομάζουν, μάλλον με εμπνέουν, αν και τις βαριέμαι αφόρητα, γι’ αυτό και σπάνια φροντίζω να τις κλείνω. Τις αφήνω να εκκρεμούν. Απλώς προτιμώ τότε να εξαφανίζομαι από το προσκήνιο».
Ενθουσιάστηκε και μου είπε πως έτσι βολεύει καλύτερα, ότι έχω δίκιο, το καταλαβαίνει, διότι, όσο και όπου δεν υπάρχει κόστος, καλύτερα ν’ αφήνουμε τα προβλήματα να εκκρεμούν. «Ωραίο ακούγεται!»
— Εξ ου βέβαια και οι μόνιμες ενοχές μου, γιατί φυσικά συνεχίζουν να εκκρεμούν και αυτές. Και μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, δεν με εμπνέουν ακριβώς οι εκκρεμότητες, αλλά οι εξαιτίας τους τύψεις μου.
Φαίνεται πως τη συγκίνησε η απάντησή μου, γιατί τη βλέπω να γλιστράει ξαφνικά προς τα πάνω και ν’ ακουμπάει πάλι την πλάτη της στην πλάτη του κρεβατιού, ενώ την ακούω να μου λέει πως είμαι γλύκας και πως οι ενοχές μου είναι αυτές που με κάνουν τόσο γλυκούλη, είναι αυτές δηλαδή που με κάνουν να είμαι αυτό που είμαι. Άλλωστε, δεν νομίζει να υπάρχει συγγραφέας χωρίς ενοχές.
Την ευχαρίστησα για τις υπερβολές της και κάπως παιχνιδιάρικα τη ρώτησα τι το τόσο τρομερό είδε σε μένα και έβγαλε αυτά τα καταπληκτικά συμπεράσματα.
— Είναι κάτι που φαίνεται παντού, μου είπε. Και στα μάτια σου και στο πώς κοιτάς και στο πώς περπατάς και στο πώς τρως. Ολοφάνερο πως οι ενοχές σου σε ανεβάζουν, είναι οι βιταμίνες σου.
Της είπα ότι δεν ξέρω αν και κατά πόσο ειρωνεύεται, αλλά, για να ησυχάσει, ας ξέρει ότι δεν πρόκειται ούτε για εγκαταλελειμμένες μνηστές που με κυνηγούν, ούτε για κερατωμένους συζύγους, ότι δεν έχω τέτοιες εκκρεμότητες, ότι με συνάντησε εντελώς ελεύθερο και χωρίς υποχρεώσεις.
Το τελευταίο, τι ήθελα και της το ’πα; Το ’πιασε αμέσως.
— Τόσο το καλύτερο, μου λέει, γιατί με βγάζεις κι εμένα από μια μεγάλη ανησυχία. Μάλλον σε προτιμώ έτσι· ελεύθερο πουλί. Οπότε, αγόρι μου, γιατί δεν κατεβάζεις το ακουστικούλι και άσ’ τον, όποιος και να
’ναι, να σε παίρνει όλη τη νύχτα· είναι μια λύση κι αυτό. Ή, καλύτερα, πάτα το κουμπί της παύσης κι ό,τι θέλει να σου πει αυτός ο άγνωστος, ας σ’ το πει στον τηλεφωνητή· κι έλα να πέσεις, να κοιμηθούμε κάποτε. Άσε άλλη μια υπόθεση σε εκκρεμότητα, δεν βλάπτει. Στο κάτω κάτω, μάλλον παρα-δώσαμε σημασία στο πρόβλημα, το παρατραβήξαμε.
Της είπα, όχι ακόμα, γιατί, όπως θα ’χει καταλάβει, εκτός των άλλων υπερισχύει και η περιέργειά μου, να δω ποιο κάθαρμα είναι που έχει το θράσος να ταλαιπωρεί τον κόσμο μες στ’ άγρια μεσάνυχτα και τι κέρατα είναι αυτά που έχει να μου πει. Και στο κάτω κάτω, επειδή δεν πρόκειται για εκκρεμότητα: υπάρχει ολοφάνερη απειλή, υπάρχει και φόβος, μην το παραβλέπουμε. Εντάξει, είμαι και αθλητικός τύπος, θα τον αντιμετωπίσω, αλλά ας μην υπερβάλλουμε.
— Αγόρι μου, και ξαπλωμένος να είσαι, θα το δεις, δεν χάνεις την ευκαιρία. Αυτό που είναι να γίνει, θα γίνει, μην ανυπομονείς. Όσο για το αθλητικός, θα μου επιτρέψεις ν’ αμφιβάλλω λιγουλάκι;
Τότε μου έδειξε κι εκείνη το ρολόι και μου είπε ότι ήδη είναι δύο μετά τα μεσάνυχτα, οπότε θα πρέπει όπου να ’ναι να χτυπήσει· αλλά κι αυτό δεν είναι βέβαιο· μπορεί και να μη χτυπήσει απόψε· μπορεί να χτυπήσει αύριο, μεθαύριο...
Της ξαναείπα πως σκέφτεται διαβολικά και μου απάντησε ότι, εν πάση περιπτώσει, με το να εκνευρίζομαι, ούτε επιταχύνω ούτε καθυστερώ τα γεγονότα.
Το ότι είχε δίκιο, το ένιωσα κι εγώ· με το να παραδίνω σημασία στο γεγονός γινόμουν και γελοίος και άνους, αφού έτσι κι αλλιώς το τηλέφωνο ή θα χτυπήσει ή δεν θα χτυπήσει. Ένα από τα δύο θα συμβεί· πενήντα πενήντα, χάνω κερδίζω. Έχει δίκιο.
Πριν κάνω οποιαδήποτε κίνηση, ή μάλλον ενώ επιχειρούσα να καθίσω στην άκρη του κρεβατιού –ένδειξη ότι αναγνώριζα την ήττα μου–, εκείνη είχε ήδη καταλάβει την πρόθεσή μου, γιατί τη βλέπω να μου χαμογελά και να μετακινείται προς το εσωτερικό του, να μου κάνει χώρο, και μου λέει καλύτερα να ξαπλώσω αντί να καθίσω, ή ακόμα καλύτερα να ξεντυθώ πρώτα, να βγάλω παντελόνι-πουκάμισο· εκτός αν σκοπεύω να υποδεχθώ ντυμένος τον εκβιαστή μου –λέμε τώρα– και όχι με πιτζάμες.
Κι εγώ φυσικά ξάπλωσα δίπλα της, ανάσκελα μάλιστα, σύμφωνα με την πρότασή της, αφού έτσι θα μου
’ρχονται καλύτερες εμπνεύσεις· έτσι δεν είπε; Ας το δοκιμάσουμε κι αυτό, κοιτάζοντας πάντα το ταβάνι.
Τότε ξάπλωσε κι εκείνη και γύρισε στο πλάι, προς το μέρος μου και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, σουφρώνοντας πάλι τα χείλια της όπως πριν, προσθέτοντας τώρα κι ένα χαμόγελο τρυφερότητας· χαμόγελο με περιεχόμενο τέλος πάντων, όχι τυχαίο.
Τα χείλια της –πρώτη φορά το πρόσεξα– με το σούφρωμα γινόντουσαν φοβερά ελκυστικά, για να μην πω αισθησιακά.
Όσο μου χάιδευε τα μαλλιά, μου έλεγε διάφορα τρυφερά. Συγκράτησα μόνον κάτι φρασούλες ή λεξούλες, όπως: « Έλα, κουτό, ηρέμησε» ή «Να μη φοβάσαι» ή «Θα περάσει κι αυτό».
Εγώ συνέχιζα να κοιτάζω πότε το ταβάνι και πότε τους δείκτες του ρολογιού στο κομοδίνο.
Ήταν αρκετά περασμένες οι δύο μετά τα μεσάνυχτα, κάτι που με καθησύχασε λιγάκι· μπορεί και να μην ξανάπαιρνε.
Εκείνη συνέχιζε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και να μου λέει, να μου λέει...

Αυτή η τρυφερότητά της πάντως –λες και έσταζε κάτι σαν βάλσαμο μέσα μου– είχε αρχίσει να με συνεπαίρνει, να με ηρεμεί μάλλον – και, έτσι όπως την εκδήλωνε, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για μένα στην ολιγόμηνη σχέση μας· τώρα, αν προσθέσουμε και τα σαρκώδη χείλια της, σχεδόν είχα αρχίσει να ξεχνώ τους δείχτες του ρολογιού και τους φόβους μου.
Άρχισε να υπάρχει και η Εύα.
Γύρισα προς το μέρος της, να τη βλέπω καλύτερα, να κουβεντιάζουν τα μάτια μας τουλάχιστον, ενώ άπλωνα το χέρι μου να τη χαϊδέψω.
Απ’ ό,τι θυμάμαι, όταν τη γνώρισα, τα μάτια της ήταν το πρώτο πράγμα που με κέρδισε. Όχι ότι με εντυπωσίασαν, αλλά ναι, αυτά μ’ έκαναν να την προσέξω τέλος πάντων· η λάμψη τους.
Δεν έχω ξαναδεί μάτια τόσο χαμογελαστά και συγχρόνως τόσο έτοιμα να δακρύσουν.
Την κοίταζα μ’ έναν τρόπο, λες και την έβλεπα πρώτη φορά, λες και μέχρι τώρα ήταν σχεδόν μια ξένη για μένα –ας πούμε γνωριμία της μιας βραδιάς– που ξαφνικά μόλις τώρα συνειδητοποιούσα, από το βλέμμα της, ότι δεν μου ήταν καθόλου ξένη, ενώ πράγματι μου ήταν μια ξένη, αφού δεν έχει περάσει πολύς καιρός αφότου τη γνώρισα και αφού δεν ξέρω πολλά πράγματα γι’ αυτήν, ελάχιστα μόνον. Η αλήθεια είναι πως όντως ήταν η γνωριμία μιας βραδιάς. Έτσι κάπως ξεκίνησε άλλωστε και η ιστορία μας.
Παρ’ όλ’ αυτά απορούσα πώς διάβολο κατόρθωνε να με κάνει να νιώθω κάθε μέρα όλο και περισσότερο οικεία κοντά της, να με χαλαρώνει, να ξεσφίγγουν τα νεύρα μου, οι κόμποι μέσα μου, οι δειλίες μου, κι όλ’ αυτά μόνο με τα μάτια της, λες και χρησιμοποιούσαν μια δική τους γλώσσα.
Άλλοτε, όταν πρωτογνώριζα μια γυναίκα, μέχρι να λυθώ κοντά της, ήμουνα γεμάτος ανασφάλειες, αβεβαιότητες, ήθελα να ξέρω ποια είναι, τι κρύβει, αν κρύβει· καχύποπτος και επιφυλακτικός για τις διαθέσεις της· όλο κρατήματα.
Πράγματι, ήθελα πάντα να ξέρω τι και ποια είναι, έστω και αν ήταν να περάσω μόνο μια νύχτα μαζί της.
Η γνώση τού άλλου ήταν ανέκαθεν το μεγάλο ζητούμενο για μένα, αυτό μου δημιουργούσε την απαραίτητη οικειότητα, την έλξη.
Ποτέ δεν μου έφτανε ένα κορμί που απλώς μού παραδίδεται.
Εντάξει, το άγνωστο ανέκαθεν με γοήτευε, μ’ ενέπνεε –έτσι ακριβώς με γοήτευσε και η Εύα–, αλλά αυτό συνήθως κρατούσε όσο διατηρούσα μια απόσταση: την απόσταση του παρατηρητή.
Όταν όμως αρχίζει να ελαχιστοποιείται αυτή η απόσταση, όταν μου ανοίξουν την πόρτα και προχωρήσω βαθύτερα –στο χολ, στο σαλόνι, στο κρεβάτι–, αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα ανασταλτικά φαινόμενα μέσα μου.
Μέχρι τότε όμως έχω απορίες, ερωτηματικά, περιέργειες που, για να βρω τις απαντήσεις, μπορεί να μου χρειαστεί πολύς χρόνος –μέρες, μήνες, μια ζωή–, αλλά μπορεί να σταθεί αρκετή και μια νύχτα μόνο ή και μια στιγμή, φτάνει να νιώσω οικεία και άνετα κοντά της. Εν ολίγοις να την έχω εμπιστευθεί.
Την Εύα, πράγματι, δεν την ξέρω και δεν με ξέρει καλά, αφού ακόμα δεν προλάβαμε ν’ ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον –ποιοι είμαστε, τι κουμάσια–, ούτε καν φτάσαμε, όπως συνηθίζεται, στις αμοιβαίες αποκαλύψεις μας, οπότε εξακολουθώ ν’ απορώ πώς διάβολο καταφέρνει και με χαλαρώνει και με ηρεμεί, κάνοντάς με, λίγο λίγο, να μην έχω αγωνίες, ανησυχίες, ερωτηματικά – αν και δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τη μέρα που εγκαταστάθηκε σπίτι μου.
Λες και καταλάβαινε τι σκέφτομαι και ενώ μου χάιδευε ακόμα τα μαλλιά, ξαφνικά την ακούω να μου λέει
«Καιρός να κοιμηθείς, να ηρεμήσεις επιτέλους, γιατί ό,τι είναι να γίνει θα γίνει» και ότι αυτό τουλάχιστον μου το υπόσχεται. «Και αν απορείς» λέει «ακόμα για το ποιο κάθαρμα είναι ο τύπος που σε παίρνει τηλέφωνο μέσα στη νύχτα, μπορεί να τον δεις σε όνειρο, στον ύπνο σου, οπότε ας μην καθυστερείς· οι συγγραφείς άλλωστε έχουν, εκτός από ενοχές, και ενοράσεις».
Εκεί προσέθεσε –κάτι που δεν μου πολυάρεσε– ότι, από τις λίγες ιστορίες της ζωής μου που της είχα διηγηθεί, υποπτεύεται –επειδή εκατό φορές τής έχω πει ότι μόνο ένα κάθαρμα μ’ έπαιρνε τέτοιες ώρες τηλέφωνο– μήπως αυτός που μας παίρνει τώρα είναι εκείνο το κάθαρμα που της έχω πει.

Κατάλαβα αμέσως ποιον εννοούσε και πού το πήγαινε και τη ρώτησα, αρκετά ενοχλημένος, πού τον θυμήθηκε, τι ήταν αυτό που της τον έφερε στο μυαλό.
«Το βρίσκω μέχρι και ύποπτο» της είπα.
— Μη θυμώνεις, κύριε Μανολόπουλε, εσύ πρώτος είπες κάθαρμα πριν από λίγο και αυτόν που σε παίρνει τώρα, νυχτιάτικα, όχι εγώ, και αφού έτσι έλεγες πάντα κι εκείνον τον φίλο σου όταν μου μιλούσες γι’ αυτόν. Ρετσίνα δεν τον έλεγαν; Εσύ όμως όλο το κάθαρμα και το κάθαρμα έλεγες· σπανίως με τ’ όνομά του. Όχι; Άρα, εσύ μου τον θύμισες.
— Εντάξει, εγώ το είπα, αλλά δεν εννοούσα βέβαια αυτόν που εννοείς εσύ, κι ας έλεγα κάθαρμα κι εκείνον· από αγάπη εγώ εκείνον, μην τα μπερδεύεις.
— Συγνώμη, αλλά μου είχες πει, μην το ξεχνάς, πως όλο νευρίαζες μ’ αυτόν γιατί σ’ έβαζε να τρέχεις νυχτιάτικα, τέτοιες ώρες, να πας να τον βρεις και ότι ποτέ δεν ήταν για καλό.
— Ούτε για κακό ήταν. Ποτέ δεν ήταν για κακό. Και μην παίρνεις τοις μετρητοίς ό,τι σού λέω.
— Βλέπεις; Πάλι νευρίασες. Και τότε το ίδιο νευρίαζες μαζί του, μην το αρνείσαι, εσύ μου το είπες.
— Εντάξει, κι αυτό εγώ σ’ το είπα, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι τώρα μας παίρνει εκείνος· ούτε ξέρουμε ποιος μας παίρνει. Πώς λοιπόν έβγαλες αυτό το συμπέρασμα; Όσο για κείνον, αυτά που σου έλεγα δεν τα εννοούσα, τα χαϊδευτικά μας ήταν, έπρεπε να το είχες καταλάβει. Και, επιπλέον, ξέρεις πόσα χρόνια έχω να τον δω;
— Τότε, πρόσεξε, γιατί κι εγώ ό,τι σου λέω δεν σημαίνει ότι πάντα το εννοώ. Θα έπρεπε κι εσύ να το
’χεις καταλάβει.
Νομίζω, παραχόντρυνε ο διάλογος με την Εύα, δεν ήθελα να τη θίξω· ούτε άλλωστε κι εκείνη είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό της.
Το ότι με ανησύχησε η υποψία της, με ανησύχησε, δεν το κρύβω.
Καθώς ήμουνα δίπλα της και καθώς έβλεπε την έκπληξη στα μάτια μου, μου ’πιασε το χέρι και μ’ έφερε ακόμα πιο κοντά της.
Προς στιγμήν φοβήθηκα ότι κάτι δυσάρεστο θα μου
’λεγε ή ότι κι εκείνη έκανε τις ίδιες σκέψεις μ’ εμένα, ίσως και τους ίδιους συνδυασμούς, «Ποια είναι αυτή η θαρραλέα που δεν φοβάται τους ληστές» να λέω ας πούμε εγώ –είναι, που να πάρει, και αρκετά νεότερή μου– και «Ποιος είναι αυτός ο φοβητσιάρης» να λέει αυτή για μένα και διάφορα τέτοια· νόμισα πως διάβαζε τις υποψίες μου και τους φόβους μου· αλλά όχι, τίποτε απ’ αυτά.
Αντίθετα, άρχισε να μου χαϊδεύει τα δάχτυλα, να με κοιτάζει στα μάτια –να με καλοπιάσει, ίσως;– και συγχρόνως να μου λέει ότι έχω δάχτυλα πιανίστα, μακριά, όμορφα.
— Μη μου πεις, ρε Εύα, τη διέκοψα, ότι ξέρεις να παίζεις και πιάνο;
— Και πιάνο ξέρω να παίζω, Μανολόπουλε, αλλά άλλο ήθελα να σου πω.
Και τότε, αρκετά συγκινημένη, μου είπε ότι ήθελε να ξέρω πως αυτή η ιστορία που κουβεντιάζαμε πιο πριν –προφανώς θα εννοούσε τα περί Ρετσίνα και τη φιλία μου μ’ αυτόν– πολύ της αρέσει –«Αλήθεια σου λέω»–, ότι πολύ την έχει συγκινήσει· κι εντάξει, ας τον λέω κάπου κάπου και κάθαρμα, το καταλαβαίνει, γιατί εκείνη το μόνο που σκέφτεται τώρα είναι το πόσο τυχερή είναι που με γνώρισε, αλλά προς Θεού, μην τα πάρω όλ’ αυτά που μου λέει σαν μια μελό εξομολόγηση.
— Ουφ, κουταμάρες σού λέω πάλι, ξέχνα τα, πες ότι δεν ειπώθηκαν ποτέ. Αλλά εγώ, προκειμένου να την επαναφέρω στο θέμα, μπας και πει και κάτι παραπάνω, της θύμισα ότι και κάτι άλλο ήθελε να πει λίγο πριν, που δεν το είπε.
— Ότι φοβάμαι πως αρχίζω να σ’ ερωτεύομαι· ορίστε, αυτό ήθελα να πω, οπότε, κύριε Μανολόπουλε, πρόσεξε, διότι αυτού του είδους τα συναισθήματα πολλές φορές δεν βγάζουν σε καλό και, κοίτα, καλύτερα να τα κόβεις από τη ρίζα, μπαμ και κάτω, τα παπούτσια στο χέρι κι έξω από την πόρτα· μόνο μην το καθυστερείς, μη σου γίνω και τσιμπούρι· για μια νύχτα βρεθήκαμε, μην το ξεχειλώνουμε, έχουν περάσει αρκετές νύχτες από τότε.
Διάβολε, τι λέει και γιατί μου τα λέει όλ’ αυτά και πώς πετάχτηκε ξαφνικά στη φιλία μου με τον Ρετσίνα, και από τον Ρετσίνα στα τσιμπούρια;
Τελικά, όπως και να το δει κανείς, αυτή η γυναίκα, κυρίως με το χιούμορ της και τον αυτοσαρκασμό της, με κερδίζει, όχι μέρα τη μέρα, όχι λεπτό προς λεπτό, αλλά και δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο.
Με τη διαπίστωση αυτή, ξαναγύρισα προς το μέρος της, της χαμογέλασα και της είπα να τ’ αφήσουμε αυτά τώρα και να μου πει –δείχνοντάς της πάλι το ρολόι– πώς το εξηγεί, που πέρασε τόση ώρα κι ακόμα δεν μας πήρε ο τύπος, κι αν νομίζει ότι έχει αλλάξει γνώμη και αν θα ’ταν καλύτερα να ειδοποιήσουμε τελικά την αστυνομία.
Μου είπε και πάλι να πάψω ν’ ανησυχώ και ν’ αφήσω ήσυχη την αστυνομία, να μη γελάνε μαζί μας, και, όσο για τον τύπο, δεν πιστεύει ότι έχει αλλάξει γνώμη, γιατί είναι σχεδόν βέβαιη ότι θα ξαναπάρει. Αν όχι απόψε, αύριο, μεθαύριο...
— Κι αν ξαναπάρει, αρχηγέ, πες μου τι κάνω. Το σηκώνω; Το αφήνω; Το τηλέφωνο.
— Το σηκώνεις· τι κάνεις; Να τελειώνουμε, να ηρεμήσουμε, να ξέρουμε. Ούτε να το συζητάς· το σηκώνεις κι ας πάει στο διάολο ο ηλίθιος.
— Και, ρε Εύα, από πού έχεις αυτήν τη βεβαιότητα πώς θα ξαναπάρει;
— Μανολόπουλε, τι έπαθες; Τόση ώρα αυτό δεν κουβεντιάζουμε; Δεν γίνεται να μην ξαναπάρει.
Είχε δίκιο, ας μην ξαναγυρνάμε στα ίδια. Πράγματι, δεν γίνεται να μην ξαναπάρει. Το παιχνίδι του παίζει.
Σε λίγο, μάλλον για ν’ αλλάξει θέμα μήπως και ηρεμήσω, ξαναγύρισε την κουβέντα πάλι στον Ρετσίνα και μου είπε πως η δική της άποψη γι’ αυτόν, ή και η δική της αλήθεια, είναι ότι, παρ’ όλο που δεν τον ξέρει αρκετά καλά, ή μάλλον καθόλου καλά, εντούτοις, απ’ όσα της έχω πει, της έχω δώσει την εντύπωση ότι μάλλον πρόκειται για έναν ιδιόρρυθμο και πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο, αλλά και λίγο, μια σταλιά, επικίνδυνο. Και, για να μην τα παραλέει, όχι μόνο για το κακό επικίνδυνο, αλλα και για το καλό.
— Εγώ, κύριε Μανολόπουλε –συνέχισε–, για να ξέρετε, δεν φοβάμαι μόνον το κακό· είναι φορές που φοβάμαι και το καλό, γιατί κυρίως αυτό είναι που δεν ξέρεις πού θα σε πάει και σε τι εξαρτήσεις, ενώ το κακό ξέρεις.
Της είπα ότι πάει σε μεγάλο βάθος την κουβέντα μας, όχι ότι δεν μ’ αρέσουν αυτά που λέει, γι’ αυτό και συγχωρώ τη λεπτή ειρωνεία της με τους πληθυντικούς της και ότι, εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με τον Ρετσίνα μας –τόνισα το «μας»–, αυτός είναι κυρίως για το καλό, όπως δηλαδή βλέπει αυτός το καλό και εν γένει, όπως και να το δούμε, ο Ρετσίνας όντως θα
’λεγα πως είναι ένα φαινόμενο, γι’ αυτό και αυθεντικός και ανερμήνευτος και ενδιαφέρων και... και..., όπως όλα τα φαινόμενα – φυσικά και μη...
Μου είπε πως λιγουλάκι την μπέρδεψα πάλι και πως ναι, όλ’ αυτά τα ’χει καταλάβει, γι’ αυτό και τον φοβήθηκε λίγο, γιατί ξέρει πως, αν αυτός ο κύριος Φαινόμενο δεν τη δει με καλό μάτι ή δεν την εγκρίνει, πιθανόν να προσπαθήσει να την απομακρύνει από μένα, να μας χωρίσει, πράγμα που τον βρίσκει ικανό να το κάνει αφού θα είναι για το καλό μου, ασχέτως αν αυτό θα είναι κακό για την ίδια εάν, εν τω μεταξύ, με έχει αγαπήσει.
Σιγά το κελεπούρι, δηλαδή. Λέμε τώρα!
— Η φαντασία σου, μωρό μου, τρέχει με ταχύτητα φωτός· και ωραία, σε παίρνει. Να σε πάει πού; Σε ποιον; Κι εγώ τι κάνω; Δεν έχω άποψη εγώ;
— Και άποψη έχεις, μωρό μου, και προσωπικότητα, αλλά τι να κάνεις εσύ, ένας τόσο γλυκούλης άνθρωπος, μ’ ένα τέτοιο είδος ανθρώπου; Έτσι όπως μου τον έχεις περιγράψει, τι και τι δεν είναι αυτός ο άνθρωπος-φαινόμενο. Μόνο θαυματοποιό δεν τον είπες.
— Αν χρειαστεί, είναι κι αυτό.
— Κοίταξε, ένας τέτοιος άνθρωπος, ικανός για όλα δηλαδή, σίγουρος μέσα του, δεν είναι τυχαίος. Βέβαια, με το ικανός για όλα που σου είπα δεν εννοώ ότι θ’ αρχίσει να δολοφονεί γριούλες ή να βιάζει κορασίδες. Μάλλον αυτές θα του ζητούν να τις βιάσει. Δεν ξέρω πάλι. Ανοησίες λέμε.
Και τι συμπέρασμα βγάζει, τη ρώτησα, πόσο την κερδίζει ένας τόσο ενδιαφέρων άνθρωπος, ένας ικανός για όλα όπως λέει;
Μου είπε ότι αυτήν, αντίθετα, ένας τόσο ενδιαφέρων άνθρωπος την τρομάζει, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να γίνει και επικίνδυνος, έστω με την καλή έννοια επικίνδυνος, κάτι που, αυτή προσωπικά, κάποτε το είχε πληρώσει πολύ ακριβά, γιατί πραγματικά όλοι αυτοί οι τύποι έχουν γοητεία.
Της είπα πως μ’ έβαλε σε σκέψεις, ότι με γέμισε ανησυχίες γιατί ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι ο Ρετσίνας μπορεί να είναι άνθρωπος ικανός για όλα.
— Μανολόπουλε, φλυαρούμε, μην ξενυχτήσουμε και για τον Ρετσίνα σου. Το κρεβάτι έχει πιο πολλά να μας προσφέρει. Μη χανόμαστε σε νεφελώματα, μια χαρά άνθρωπος είναι, άσ’ τον. Δεν παίρνει πού δεν παίρνει και ο άλλος, ας μην το ψάχνουμε περισσότερο, ας μη χανόμαστε σε λεπτομέρειες.
Την κοιτούσα όλο και πιο έκπληκτος, έτσι όπως ήταν ανάσκελα ξαπλωμένη, και όλο αναρωτιόμουν, ενώ μου χαμογελούσε, τι άνθρωπος είναι επιτέλους αυτό το όμορφο πλάσμα, ποια είναι πράγματι, και τι ιστορίες κουβαλάει μέσα της, κι ας λέει να μη χάνομαι σε λεπτομέρειες· αλλά πώς να μη χάνομαι, όταν ξέρουμε ότι οι λεπτομέρειες ομορφαίνουν τον κόσμο; – φτάνει βέβαια να ξέρουμε να τις επιλέγουμε.

Έτσι, προς στιγμήν, όπως βρισκόμαστε σε μια κάποια αμηχανία κι οι δυο, σκέφτηκα πως αξίζει ν’ ασχοληθώ περισσότερο μαζί της. Έχασα πολύ χρόνο. Πώς την έπαθα; Αλλά και πώς έμπλεξα πάλι;
Αυτό κάνω πάντα. Όταν αρχίζω μια σχέση με μια γυναίκα, κάπως ευκαιριακά και κάπως τυχαία, δεν ξέρω πώς διάβολο και χωρίς να το πολυκαταλάβω, έχειήδη μπει αυτή η γυναίκα για τα καλά στη ζωή μου.
Αυτό είναι το χειρότερο είδος εξάρτησης, το ξέρω καλά. Κι εκείνη το ξέρει.
Όσο λέω κάθε φορά να μην παραασχοληθώ μαζί της, να μην αρχίσω τα ανακριτικά μου –αυτά με τρώνε–, την ώρα που το λέω –«μην παραμπλέξεις πάλι, μαλάκα!»– ήδη έχω μπλέξει, ήδη τη βρίσκω εγκατεστημένη στο κρεβάτι μου, ήδη τη βλέπω να έχει μεταβληθεί σε μια καυτή συνήθεια μέσα στις τόσες άλλες καυτές συνήθειες της ζωής μου. Όχι δηλαδή ότι μετανιώνω, αλλά...
Και μου το ’λεγε το κάθαρμα ο Ρετσίνας, να μη βιάζομαι, λίγο λίγο να πηγαίνω, αλλιώς χάνω και τη γλύκα του εφευρέτη. «Αργά αργά θα ανακαλύπτεις τη γυναίκα, σκάβοντας πόντο πόντο θα βρεις τους θησαυρούς της. Δεν έχεις δει τους αρχαιολόγους πώς ψάχνουν; Σπιθαμή προς σπιθαμή. Οι αληθινοί πότες γουλιά γουλιά πίνουν το κρασί τους».
Τι διάβολο μου συμβαίνει, γαμώτο, και όλο τον θυμάμαι τελευταία! Όλο θυμάμαι, θυμάμαι, αυτό είπε ο Ρετσίνας, το άλλο έλεγε ο Ρετσίνας, αλλά το κάθαρμα, χαλάλι του, γιατί αυτά τα κατεβατά του είναι που μάγευαν κι εμένα κι όλη την παρέα!
Μου άρεσε πάντως που εξαιτίας τής Εύας ξύπνησαν μέσα μου τόσες μνήμες, αλλά και που άρχισε κι εκείνη να τον συμπαθεί τελικά· κι αυτό μου άρεσε.
Απορούσα πάντως, πώς, χωρίς να ξέρει αρκετές λεπτομέρειες γι’ αυτόν, πώς διάβολο μου τον είχε ήδη
«ζωγραφίσει» τόσο καλά!

Λέω «ζωγραφίσει», γιατί, όπως μου τον περιέγραφε, μου έδινε την εντύπωση ενός ζωγράφου, που κομμάτι κομμάτι σχεδίαζε το πορτρέτο του, εκείνην τη στιγμή, ταυτόχρονα.
Ένα άλλου είδους πορτρέτο, όμως· ένα πορτρέτο που, αν και ελάχιστα στοιχεία είχε από το εξωτερικό περίγραμμα –δεν τον είχε δει και ποτέ της–, εντούτοις, ακόμα και μ’ αυτά τα ελάχιστα στοιχεία, κατόρθωνε κι έβαζε κάτι από τον χαρακτήρα και από τον εσωτερικό κόσμο του μοντέλου της!
Με τάραξε, μ’ έβαλε σε υποψίες αυτή η σκέψη και τη ρώτησα αιφνιδιαστικά –αν και κάτι άλλο είχα σκεφτεί να τη ρωτήσω– αν είναι και ζωγράφος, αν ζωγραφίζει.
— Ναι, Μανολόπουλε, δεν παίζω μόνο πιάνο, είμαι και ζωγράφος, αλλά δεν πειράζει που άργησες τόσο πολύ να με ρωτήσεις, αλλά ναι, τώρα τελευταία δεν ζωγραφίζω αρκετά, ασχολούμαι πιο πολύ με τη φωτογραφία. Μια μέρα θα σου μιλήσω κι εγώ για τη ζωή μου, όταν αρχίσεις –ελπίζω– να μου μιλάς κι εσύ για τη δική σου, αν και δεν είναι κάτι που το χρειάζομαι τώρα.
Ύστερα μου ξαναείπε ότι, ειλικρινά, της αρέσει που στις σχέσεις μας δεν μπήκε –ελάχιστα ίσως, μάλλον καθόλου– το μελό στοιχείο και που δεν χαθήκαμε μέσα στις αναμνήσεις μας, όπως γίνεται συνήθως και –αυτό κυρίως είναι που τη γοήτευσε, λέει– που ξεκινήσαμε δηλαδή με όλα τα ρίσκα –«όπου μας πάει»– που έχουν οι ευκαιριακές ή τυχαίες σχέσεις μεταξύ αγνώστων.



Λίστα όλων των Συγγραφέων