Συγγραφέας του μήνα

Μαρία Φακίνου

Εργοβιογραφικό
Η Μαρία Φακίνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Έχει γράψει τη νουβέλα «Η αρχή του κακού» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012) και το μυθιστόρημα «Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007) το οποίο ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Έχει συμμετάσχει με διηγήματά της σε διάφορα συλλογικά έργα.

(Απόσπασμα από τη νουβέλα «Η αρχή του κακού»)
Πολλοί από τους κατοίκους της παραθαλάσσιας κωμόπολης Χ. είπαν ότι η αρχή του κακού έγινε με την άφιξη της Γυναίκας. Ποτέ κανείς δεν ρώτησε πώς είχε καταφέρει να φτάσει, τέλη Φεβρουαρίου του 2000, σε αυτή την απομακρυσμένη άκρη που δεν είχε γνωρίσει ιστορικές μάχες ούτε φημιζόταν για εξέχουσες φυσιογνωμίες των τεχνών ή των επιστημών, και όπου μια αγέλη λύκων, αν πιστέψουμε τον τοπικό θρύλο, είχε πιει από τα νερά του ποταμού της, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που είχε έκτοτε στερέψει. Την είδηση πάντως του ερχομού της, συμφωνούν όλοι, την έφερε ο Ταχυδρόμος.
Ένα ψιλό χιονόνερο πότιζε από τα χαράματα τις στέγες και τις αυλές των λιγοστών σπιτιών. Τα φώτα των δρόμων, έπειτα από εντολή του Δημάρχου, είχαν παραμείνει αναμμένα, φέγγοντας σαν στοιχισμένοι φάροι μέσα από ένα λεπτό στρώμα ομίχλης.
Ο Ταχυδρόμος, ένας άντρας απροσδιόριστης ηλικίας για τον οποίο οι ντόπιοι έλεγαν πως διέθετε μυαλό δεκάχρονου, είχε μόλις μοιράσει την αλληλογραφία και έμπαινε στο καφενείο-ταβέρνα. Κόκκοι χώματος άστραφταν στα μπατζάκια του. Στάθηκε μπροστά από την τηλεόραση –ποδόσφαιρο, κλειστός ήχος- πίνοντας από το αναψυκτικό που του είχε δώσει ο Ιδιοκτήτης. Τα μάτια του δάκρυσαν και ο λαιμός του έτσουξε από το ανθρακικό. Κάποιος -πιθανολογείται ο Φούρναρης- του είπε να κάνει στην άκρη. Ο Ταχυδρόμος πήγε να φύγει. Μόνο όταν έφτασε στην πόρτα είπε αφήνοντας ένα σύντομο ρέψιμο: «Μια ξένη ήρθε στην πόλη».
Η άφιξη ενός αγνώστου, και μάλιστα γυναίκας, με τέτοιο καιρό, ήταν πρωτόγνωρο γεγονός για την κωμόπολη. Καθώς όμως ο Ταχυδρόμος δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, η είδηση αυτή πυροδότησε μια σειρά από τηλεφωνήματα προκειμένου να ικανοποιηθεί η περιέργεια όσων παρίσταντο στο άκουσμά της.
Ο Ιδιοκτήτης του καφενείου-ταβέρνα, μιας παλιάς οικογενειακής επιχείρησης με μια ξυλόσομπα που έκαιγε όλο το χειμώνα και στην οποία ένα παιδί είχε βρει κάποιον Ιούλιο ένα ζευγάρι μισοκαμένες γαλότσες, τηλεφώνησε στον Φαρμακοποιό. Το φαρμακείο βρισκόταν τότε στην είσοδο της κωμόπολης και οι θαμώνες του καφενείου-ταβέρνα θεώρησαν δεδομένο πως θα την έχει δει. Αυτός είπε ότι ήταν απασχολημένος, καθώς εξυπηρετούσε τη γυναίκα του Χασάπη, η οποία παραπονιόταν για έναν έντονο πόνο στον καρπό του χεριού της. Προθυμοποιήθηκε ωστόσο να τηλεφωνήσει στον Κουρέα για να μάθει περισσότερα.
Ο Ιδιοκτήτης του καφενείου-ταβέρνα, βλέποντας ότι το ενδιαφέρον των πελατών του είχε στραφεί από το ποδόσφαιρο στον ίδιο που κρατούσε το ακουστικό, θέλησε να είναι αυτός ο πρώτος που θα φέρει τα νέα στην ομήγυρη. Έτσι είπε πως θα τηλεφωνήσει εκείνος στον Κουρέα και υποσχέθηκε να κρατήσει ενήμερο τον Φαρμακοποιό. Ωστόσο, εξαιτίας μιας άγαρμπης κίνησης, ο Κουρέας είχε χάσει εδώ και χρόνια την ακοή του από το αριστερό αφτί, όταν σε κάποιο κυνήγι είχε εκπυρσοκροτήσει το όπλο του. Επιπλέον, λόγω της ημέρας – έριχνε χιονόνερο-, δεν υπήρχαν πελάτες στο κουρείο οι οποίοι θα μπορούσαν εν προκειμένω να τον ειδοποιήσουν για τα αλλεπάλληλα κουδουνίσματα του τηλεφώνου. Συνεπώς ο Κουρέας δεν πρόσφερε τις απαιτούμενες πληροφορίες στον κύκλο των ερευνών.
Οι παρευρισκόμενοι στο καφενείο-ταβέρνα, έπειτα από μεταξύ τους έντονες διαβουλεύσεις, θεώρησαν σκόπιμο να μην ενοχλήσουν ακόμα τον Παπά, και παρακάμπτοντας μια σειρά ιδιοκτήτες μαγαζιών κατέληξαν, με μια λογική συνέχεια, στον Ξενοδόχο, ο οποίος διατηρούσε τη μοναδική πανσιόν της κωμόπολης. Πράγματι, σε αυτό το οίκημα, του οποίου τα μπαλκόνια ήταν φθαρμένα από την αλμύρα της θάλασσας, και το πέρασμα του χρόνου είχε στερήσει μερικά γράμματα από την ταμπέλα του, είχε καταλύσει η Γυναίκα.
«Κρατούσε μια μικρή βαλίτσα», επεσήμανε ο Ξενοδόχος στο ερώτημα πώς ήταν η άγνωστη. «Και μια γυάλα».
«Τι γυάλα;» είχε ρωτήσει παραξενεμένος ο Ιδιοκτήτης, προκαλώντας την ανυπομονησία κάποιων πελατών που του άρπαξαν το ακουστικό από το χέρι.
«Μια γυάλα με δυο ψάρια».
Αυτά ισχυρίζονταν κάποιοι από τους παριστάμενους στο άκουσμα της είδησης πως μια ξένη είχε φτάσει στην παραθαλάσσια κωμόπολη Χ. -συμβάν το οποίο, σύμφωνα με πολλούς κατοίκους της, είχε αποτελέσει την αρχή του κακού για όσα παράξενα και ανεξήγητα γεγονότα θα ελάμβαναν χώρα εκεί τους επόμενους μήνες. Γεγονότα για τα οποία δεν είχε τόσο σημασία το πώς όντως έγιναν όσο το πώς τα είδαν αυτοί που τα έζησαν. Οι τελευταίοι της γενιάς τους.


Λίστα όλων των Συγγραφέων