Συγγραφέας του μήνα

Τάσος Καλούτσας

Βιογραφικό:

Ο Τάσος Καλούτσας γεννήθηκε το 1948 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1983, με διήγημα στο περιοδικό Διαγώνιος. Από τότε κυκλοφόρησε πέντε συλλογές διηγημάτων και μία μελέτη. Για το βιβλίο του Το τραγούδι των σειρήνων (Νεφέλη, 2000) έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, καθώς και με το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω.
Το 2011 τιμήθηκε από το Ίδρυμα Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών με το βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή του Η ωραιότερη μέρα της.
Έχει συνεργαστεί με αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και μεταφραστεί στα ι-ταλικά, αγγλικά, ολλανδικά και γερμανικά.
Εργογραφία
Διηγήματα:
(1987)
To κελεπούρι και άλλα διηγήματα,Διαγώνιος
(1990)
Το κλαμπ και άλλα διηγήματα, Διαγώνιος
(1995)
Το καινούριο αμάξι, Νεφέλη
(1997)
Το κελεπούρι και άλλα διηγήματα, Νεφέλη
(2000)
Το τραγούδι των Σειρήνων, Νεφέλη
2η έκδ.2002
(2010)
Η ωραιότερη μέρα της, Μεταίχμιο
2011)
Η ωραιότερη μέρα της, Μεταίχμιο ,e-book

Μελέτη:
1994:Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της ‘’Κάτω βόλτας’’
του Ντ. Χριστιανόπουλου, Τα τραμάκια.
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
(1989)
Ένδον πόλη, Ανθολογία διηγημάτων μεταπολεμικών
Πεζογράφων της Θεσσαλονίκης, Δήμος Θεσσαλονίκης

Επτά διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης,εκδ. Σχήμα και χρώμα.
(1997)
Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο, Κέδρος
(1998)
Κύμινο και κανέλα, Εκδόσεις Πατάκη
(2000)
Χριστόφορος Μηλιώνης, Μεταίχμιο
(2001)
Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι, Ιανός
(2005)
Νάνι, τ άνθι των ανθώ, Ίνδικτος
(2008)
Οικοεγκλήματα, Κέδρος
(2008)
Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2011)
Η Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, Ιανός (2η έκδοση)
(2013)
Το αποτύπωμα της κρίσης, Μεταίχμιο

Απόσπασμα από το έργο του
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

«Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά-κι.
«Μια χαρά» μου λέει. «Τι ανάγκη έχει αυτή; Καλοπερνάει. Τα βρίσκει έτοι-μα! Ύπνο, φαΐ και... Κι εγώ όλο πλύση!..»Συνόδευε τα λόγια της με μια χυδαία χειρονομία.
Αναστέναξε πάνω από μια στοίβα ρούχα, τράβηξε ένα απ’ τον σωρό και τ’ άπλωσε στη σιδερώστρα. Kαθισμένη ατάραχη δίπλα της η γιαγιά χτυπούσε τις μύγες στο τραπεζάκι με το μυγιαστήρι.
«Αλίμονος εμένα» συνέχισε η γυναίκα. «Βάζω τρεις πλυντήριος την ημέρα. Όλα αυτά, σεντόνια, νυχτικά, δικά της, τη Ελευθερίας...»
Μπήκε μέσα και ξαναβγήκε, κρατώντας στο χέρι ένα μικρό κασετόφωνο που έπαιζε τραγούδια της πατρίδας της.
«Ελευθερία» είπε και σήκωσε τα χέρια της. «Χορέψουμε;»
Εκείνο το καλοκαίρι, όπως και το προηγούμενο, έμενα στης θείας Ολυμπίας, που χαιρόταν πάντα να με φιλοξενεί στο μικρό της διαμέρισμα, δίπλα στη θά-λασσα, όπου ζούσε μόνη της αφότου έχασε όλους τους δικούς της. Από τη θέση της, πλάι στο διαχωριστικό κάγκελο της βεράντας, η θεία μου σχολίασε σιγανά και πικρόχολα, κουνώντας το κεφάλι της: «Σηκώνεται και χορεύει μαζί της, το πιστεύεις; Αλί απ’ τον δόλιο τον Πανάγο!...»
Ο Πανάγος καθόταν πέρσι στο διπλανό κάθισμα, πάντα στο πλευρό της γριάς. Τέτοια ώρα έστρωνε το τραπεζάκι να φάνε, κι έβαζε μουσική στο ραδιό-φωνο, λαϊκά, στη διαπασών. Η Ελευθερία γκρίνιαζε να το χαμηλώσει, μερικές φορές αγανακτούσε και τον διαολόστελνε κιόλας. Ο Πανάγος, στα ογδόντα δύο του –μερικά χρόνια νεότερός της– αν και εγχειρισμένος στην καρδιά, ήταν αλέ-γρος τύπος κι έδειχνε μια ακατάβλητη ζωντάνια. Καλοσυνάτος και φωνακλάς, βοηθούσε την Ιβάνκα στα ψώνια και τις δουλειές, αλλά με τον παραμικρό πόνο στο στήθος, τα παρατούσε όλα και καλούσε το ασθενοφόρο. Για τη θεία Ολυ-μπία, πάντως, το τρίο ήταν μια παρέα που της ταίριαζε γάντι. Όταν τους αποχαι-ρέτισα το περασμένο καλοκαίρι και τους ευχήθηκα «Και του χρόνου!», ο Πανά-γος με κοίταξε αινιγματικά, ύστερα ψέλλισε: «Θα είμαστε άραγε εδώ ή ...» και, δείχνοντας με το δάχτυλο προς τον ουρανό, χαμογέλασε σαρκαστικά. Πριν από δυο μήνες περίπου, ξεκινώντας από το χωριό του για νά ’ρθει στο σπιτάκι, να το ετοιμάσει για τις διακοπές, έπεσε στο σκαλοπάτι του λεωφορείου και ξεψύχησε με τη μία.
Την έφερε ο γιος της, με τη συνοδεία της νέας γυναίκας. Δυο τρεις φορές στην αρχή, η Ελευθερία ρώτησε «Πού είναι ο Πανάγος; Πού πήγε πάλι αυτός;» και της είπαν πως είχε πάει σε μια δουλειά και δεν θ’ αργούσε να γυρίσει.
Μιαν άλλη φορά η Ιβάνκα τής πέταξε, για να γελάσουμε, ένα «Παράτα τον μωρέ αυτόν, τι τον θες τώρα, πάει, παντρεύτηκε!» κι εκείνη την κοίταξε αδιάφο-ρα και δεν έβγαλε μιλιά. Τώρα της έλεγε πια ωμά πως είχε πεθάνει, κι η γριά το μόνο που ρωτούσε ήταν: «Καλά κι εγώ πού ήμουν;».
Δίπλωσε ένα ρούχο και το έβαλε στο πλάι. Χτύπησε το τηλέφωνο και μπήκε μέσα. Η γριά σηκώθηκε και προχώρησε σαν υπνωτισμένη προς την είσοδο της βεράντας. Κατέβηκε το σκαλοπάτι και βγήκε στον δρόμο, ρίχνοντας πίσω της λοξές ματιές. Την παρακολουθούσα μαρμαρωμένος.
Στο κατώφλι της δικής μας βεράντας, κοντοστάθηκε. Το βλέμμα της χαμένο. Έκανε ένα μετέωρο βήμα.
«Πού θες να πας;» πάτησε μια τσιρίδα η Ιβάνκα κι έτρεξε να την προλάβει. Την αγκάλιασε και γυρίσανε πίσω. «Όλο ταξιδεύει η Ελευθερία...» είπε τρυφερά. «Τη γυρεύουν οι δικοί της και πάει και τους βρίσκει. Έλα τώρα, πάμε μέσα!»
Η έκφραση της γριάς, όταν ξανακάθισε, ήταν γεμάτη βουβή απελπισία.
«Ταξιδεύει, ταξιδεύει» επανέλαβε ψιθυριστά κι η θεία Ολυμπία. «Χτες ήταν, λέει, στην Αθήνα...Με το αεροπλάνο της πήγε. Πιλοτάρει και αεροπλάνο...»
«Φεύγει συχνά;» ρώτησα την Ιβάνκα .
«Ναι, αλλά εγώ προσέχει καλά. Χτες, μόλις είδε τον πόρτο ανοιχτό, ξυπόλυ-τη τρέχω, Ελευθερία φωνάζω... πού πάει; Μπαμπάς μου, μάνα μου με γυρεύουν, λέει...» Ξανάπιασε το σίδερο. «Αλίμονος, Σάββα» συμπλήρωσε, κουνώντας το κεφάλι της. «Αν ζήσει πέντε χρόνια... Σάββας κάηκε...» Δαγκάθηκε, σαν να με-τάνιωσε για την κουβέντα που ξεστόμισε.
«Ευτυχώς αγαπάει εμένα» συνέχισε σε λίγο. «Άμα θα πάω πετάξει σκουπί-δια, θα κοιτάει αυτή, κολλάει το βλέμμα της πάνω μου να με δει πού πάει...»
Ένα μεσημέρι άκουσα πίσω από τα κατεβασμένα στόρια δυνατές στριγκλιές. «Τι ουρλιάζει αυτή;» ρώτησα τη θεία Ολυμπία. «Θα λερώθηκε πάλι η Ελευθερί-α» μου κάνει. «Και όχι μόνο αυτό, αλλά φέρνει μετά τα χέρια της στο στόμα της ή πασαλείβει τους τοίχους». Την κοίταζα άφωνος. «Τρία πλυντήρια τη μέρα βά-ζει η κοπέλα» πρόσθεσε «κοντεύει να τρελαθεί!». Όλη την ώρα ακούγονταν νευ-ριασμένες φωνές, βιαστικά πηγαινέλα από τις πλαστικές παντόφλες της Ιβάνκας και πλατσουρίσματα στο νερό.
Το απόγευμα η Ελευθερία εμφανίστηκε στο μπαλκονάκι, φανερά εξαντλη-μένη, φορώντας ένα παστρικό νυχτικό. Η Ιβάνκα έβαλε μπροστά της ένα βαθύ πιάτο με παπάρα και της έσκασε ένα ηχηρό φιλί στο μέτωπο. «Μπράβο, κορίτσι μου!» έκανε. Και σ’ εμένα: «Πολύ την αρέσει, όταν τη λέω “κορίτσι μου”».
Έγειρε λιγάκι περισσότερο προς τη μεριά μου και μου είπε εμπιστευτικά: «Να είναι καλά, να ζήσει τρία χρόνια ακόμα, να μαζέψουμε λίγα λεφτά. Γιατί εγώ μετά... πού πάει;»
«Και γιατί είπες αλίμονο στον Σάββα;» τη ρώτησα.
Ο Σάββας, ο γιος της γριάς, ήταν φίλος μου, επιχειρηματίας. Παλιότερα, πριν ακόμα αβγατίσει η δουλειά του και φτιάξει μια επιβλητική κατοικία στην απέναντι λοφοπλαγιά, περνούσε τα καλοκαίρια του σ’ αυτό το σπιτάκι και κάνα-με παρέα μερικά βράδια, κουτσοπίνοντας κανένα μπακάρντι.
«Γιατί αυτός τα κουβαλάει όλα και γεμίζει το ψυγείο. Ψώνια, φάρμακα, μπε-ϊμπιλίνο...»
«Μάνα του είναι» είπα.
Ήξερα βέβαια πως υπήρχε κι ένας άλλος γιος, αλλά το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η κληρονομιά. Το σπίτι στο χωριό το γυρόφερνε από καιρό κι ήθελε να το γράψουν στο όνομά του, αλλά ο Πανάγος, που όταν έπαιρνε ανάποδες γινόταν στριμμένο άντερο, αντιδρούσε. Ήταν το μόνο πράγμα, θυμάμαι, απ’ όσα μας έ-λεγε, που τον έκανε να γίνεται παντζάρι απ’ τον θυμό του. Μόλις όμως εκείνος πέθανε, ο άλλος γιος έκανε κατοχή. Ακούστηκε πως αυτός και η γυναίκα του θε-λήσανε να βάλουν στο χέρι και τη σύνταξη της Ελευθερίας.Για να τη σώσει από τα νύχια τους ο Σάββας, αποφάσισε να την εγκαταστήσει μόνιμα εδώ –μέχρι τώ-ρα παραχωρούσε το σπιτάκι στους γονιούς του μόνο για το καλοκαίρι– ώστε να πετάγεται πιο εύκολα να τη βλέπει.
Όμως τι κι αν είναι η μάνα του, μου λέει η Ιβάνκα, ούτε αυτόν τον αναγνωρί-ζει. Έρχεται φορτωμένος ο άνθρωπος, κάθεται απέναντί της στο τραπεζάκι και τότε εκείνη στρέφεται και τη ρωτάει:«Ποιος είν’ αυτός;».
«Ο γιος σου είναι, ο Σάββας...».
Τον ατενίζει μ’ ένα απόμακρο, παγερό βλέμμα.
«Αποκλείεται... Εγώ δεν παντρεύτηκα» λέει κοφτά.«Αδελφός μου, ναι, μπο-ρεί...» κάνει μια παραχώρηση μετά.
Του κάκου διαμαρτύρεται ο Σάββας.
«Όχι, σου λέω» του επαναλαμβάνει ήρεμα, λες και τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο σίγουρο απ’ αυτό. «Εγώ δεν παντρεύτηκα...»
«Ώστε δεν παντρεύτηκες, κυρά μου…» ξινίζει τα μούτρα της η Ιβάνκα αργό-τερα, όταν φεύγει ο Σάββας. «Δεν έχεις παιδιά;»
«Όχι!» της απαντάει ξερά, χτυπώντας δυνατά το τραπέζι με το μυγιαστήρι.
«Σοβαρά, ε;»
«Όχι, όχι!» Το μυγιαστήρι ανεβοκατεβαίνει βροντώντας πεισματικά, επι-σφραγίζοντας την άρνησή της.
«Τότε εντάξει. Δικά σου παιδιά ... εγώ τα ’κανα!»
Μέσα Ιουλίου τούς επισκέφτηκαν ο άλλος γιος κι η νύφη της. Ο Σάββας έ-λειπε σε ολιγοήμερες διακοπές. Η νύφη κατευθύνθηκε στην κουζίνα κι άνοιξε διάπλατα το ψυγείο. Κούνησε το κεφάλι της και σήκωσε αυστηρά το δάχτυλο στην Ιβάνκα: «Ποτέ στο σπίτι μου δεν υπήρχαν τόσα τρόφιμα στο ψυγείο, όσα έχετε εσείς στο δικό σας. Είστε φίσκα! Για ενάμιση μήνα θα περάσετε μ’ αυτά, γιατί τώρα λεφτά δεν υπάρχουν!». Την πληροφόρησε ότι τάχα κόπηκε η σύνταξη της γιαγιάς, κι αυτοί –που μέχρι στιγμής τη διαχειρίζονταν– δεν είχαν περιθώρια για περιττά έξοδα.Ο άλλος γιος καθόταν στο μπαλκόνι απέναντι στην Ελευθερία, την κοίταζε και κάπνιζε αμίλητος. Ο Πανάγος, όταν ζούσε, τον αποκαλούσε μο-νίμως «βόδι» γιατί κατέβαζε τον αγλέουρα κι είχε γίνει εκατόν σαράντα κιλά. Παρ’ όλα αυτά το βλέμμα της μάνας του δεν τον περιείχε, τον διαπερνούσε λες και ήταν αόρατος, σαν να μην βρισκόταν μπροστά της. Προτού φύγουν, η νύφη σφύριξε στ’ αυτί της Ιβάνκας ότι θα ξαναπερνούσαν και να έχει καλά στο μυαλό της αυτά που της είπε.
«Θα ’ρθει να ξαναχώσει τη μούρη της στο ψυγείο» είπε εκείνη, με φωνή τρεμάμενη απ’ την οργή. «Αμ τι νόμισες, έλεγχος!» πέταξε μια γειτόνισσα, που ερχόταν αραιά και πού για καφέ. «Σιγά μην κόπηκε η σύνταξη της γιαγιάς» είπε κι η θεία μου. «Μόνο το επίδομα που παίρνει για την αρρώστια της είναι ένα κά-ρο λεφτά! Συν τη μισή σύνταξη του παππού...» Δεν έφτανε που την πετάξαν έξω απ’ το σπίτι της στο χωριό, ήθελαν να ροκανίσουν μέχρι πεντάρας και τη σύντα-ξή της. «Εγώ θα τα πει όλα στον Σάββα...» γρύλισε μέσ’ απ’ τα δόντια της η Ι-βάνκα.
Και του τα ’πε. Εκείνος την άκουγε σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβει ποιο ήταν το πρόβλημα. Αυτό που ήθελαν ίσως να πουν ήταν πως η Ιβάνκα έ-πρεπε να ψωνίζει τα δικά της τρόφιμα απ’ τον μισθό της και όχι να τρώει απ’ της γιαγιάς… Γιατί, τι τους ένοιαζε; Μήπως αυτοί τα κουβαλούσαν; «Εγώ ταΐζω και τα σκυλιά του δρόμου» την καθησύχασε• «σ’ εσάς δεν θα φέρω ένα κομμάτι ψωμί; Μην δίνεις σημασία σε ό,τι σου λένε».

Όταν έπεφτε το σούρουπο κι ένα θαλασσινό αεράκι διέλυε τους πνιγερούς υδρατμούς της μέρας, η Ιβάνκα την έντυνε, τη σενιάριζε, έβαζε κι εκείνη τα κα-λά της, βαφόταν κι ετοιμάζονταν για μια βόλτα στην παραλία. Ισχυριζόταν πως θα της έκανε καλό, αν και φαινόταν πως περισσότερο η ίδια το είχε ανάγκη. Με τις γαλιφιές της και την επιμονή της συνήθως την κατάφερνε, γιατί η Ελευθερία δεν ήταν πάντα πρόθυμη. Της έλεγε πως ένιωθε κουρασμένη. Ώσπου κάποια στιγμή μουλάρωσε.
«Όχι» έτριξε τα δόντια της. «Να πας εσύ, μόνη σου!»
Τον ίδιο περίπου καιρό έτυχε να μάθουμε το μυστικό της. Υπήρξε παλιά στη ζωή της ένας άντρας, ο Ορέστης, που πολύ τον είχε αγαπήσει. Κάποτε, λέει, όλο γι’ αυτόν μιλούσε. Ήταν αγωνιστής της Αντίστασης και οι συνθήκες δεν το είχαν επιτρέψει ποτέ να τον παντρευτεί. Ήταν όμως ο μεγάλος έρωτας της ζωής της, τον Πανάγο τον πήρε αργότερα, περισσότερο από ανάγκη. Τον Ορέστη τον είχαν σκοτώσει μπροστά στα μάτια της, την εποχή του Εμφυλίου. Η Ελευθερία, που ήταν τότε έγκυος, απέβαλε απ’ τον καημό της.
Τότε ακριβώς συνέβη…
«Ελευθερία» έσκυψε η Ιβάνκα πάνω της μιλώντας σιγανά κι εμπιστευτικά, όταν για πολλοστή φορά τής αρνήθηκε τη βόλτα, «έλα μαζί μου, αγάπη μου, μας περιμένει ο Ορέστης στην παραλία... Άντε, πάμε!». Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. «Αλήθεια;» τη ρώτησε μ’ ένα τρέμουλο. Σηκώθηκε, με το κορ-μί της τσιτωμένο, και την ακολούθησε, ενώ εκείνη μου έκλεινε πονηρά το μάτι. Μέχρι που χάθηκαν στη γωνία του τετραγώνου, πρόσεξα πως έτρωγε τον δρόμο με το βλέμμα της, όλο προσμονή και αδημονία.
Όλο τον Αύγουστο, την ίδια πάντα ώρα, της πετούσε αυτή τη φράση και το δόλωμα έπιανε. Τα ματάκια της Ελευθερίας πίσω από τα χοντρά γυαλιά της λα-μπύριζαν, η μορφή της αγλαϊζόταν. Κρεμιόταν υπάκουα στο μπράτσο της Ιβάν-κας, και κούτσα κούτσα, με φανερά πια τα σημάδια της μεγάλης σωματικής εξα-σθένισης, σχεδόν σβάρνιζε τα πόδια της στο πλάι της, ενώ εκείνη –που περνιό-ταν προφανώς για πολύ έξυπνη– δεν παρέλειπε να κάνει κάποια σχόλια για τον εύκολο τρόπο που την τουμπάριζε.«Τι να κάνουμε» έλεγε γυρνώντας σ’ εμένα θριαμβευτικά «αυτή η αρρώστια θυμάται τα παλιά!».
Στο μεταξύ συνέχισε να τη φροντίζει, κι ας είχε περιορίσει κάθε χαριεντισμό μαζί της. Τώρα ερχόταν μέρα που έβαζε και «πέντε πλυντήριος»… Αλλά δεν έ-δειχνε να χολοσκάει, μακάρι να ζούσε. «Τρία χρόνια ακόμη, τρία!... Μπορεί;» μας έδειχνε με τα δάχτυλα.
Ο Σάββας σκόπευε να βάλει θέρμανση και μόνωση στο μικρό διαμέρισμα, να γίνει κατοικήσιμο και τον χειμώνα. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν η ραγδαία κατάπτωση της μάνας του. Έδειχνε πολύ άρρωστη και ξεκομμένη, δεν ενδιαφε-ρόταν πια για τίποτα και για κανέναν. Πολύ σπάνια έσπαζε τη σιωπή της, για να μας επαναλάβει τα σχετικά με το μεγάλο ταξίδι της να βρει τους δικούς της. Μο-νάχα το κόλπο της Ιβάνκας έπιανε πάντα, με σχετική ευκολία. Στην πραγματικό-τητα το μοναδικό χαμόγελο που έβλεπα να χαράζεται στο πρόσωπό της ήταν α-κριβώς εκείνη τη στιγμή που ξεκινούσαν, πιασμένες αλαμπρατσέτα, για τη συ-νάντηση με τον Ορέστη στην παραλία. Χαμόγελο αναζήτησης και προσδοκίας που την επανέφερε για λίγο στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ένα βράδυ που γύρισε αργά, ξεγοφιασμένη και ξεθεωμένη, σωριάστηκε στην πολυθρόνα της, με απαυ-δισμό.
«Λες ψέματα!» κραύγασε με θυμό. Κι αρνήθηκε να την ακολουθήσει ξανά, παρά τα θεατρινίστικα καμώματα και τα θερμά παρακάλια της Ιβάνκας.
Την άλλη μέρα τα παντζούρια τους παρέμειναν κλειστά – κάποιοι πνιχτοί θόρυβοι και γδούποι έφταναν στα αυτιά μας, σαν από τα έγκατα της γης. Το με-θεπόμενο πρωί, η Ελευθερία, ακίνητη και μυστηριώδης στην πολυθρόνα της, μας ατένιζε πίσω από ένα ζευγάρι φτηνά μαύρα γυαλιά. Έμοιαζε με αρχαίο ξόανο.
«Πού είναι τα γυαλιά της;» ρώτησε η θεία Ολυμπία.
«Πάνε…» Η Ιβάνκα τής εξήγησε ότι σηκώθηκε ψες, στα καλά καθούμενα, κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της στο ψυγείο, μέχρι που σπάσανε. Της είπε κι άλ-λα, ότι έγινε τελευταία πολύ επιθετική και πως την αρπάζει από τα μαλλιά. Η θεία, με μισάνοιχτο στόμα, την πίστεψε.
Πέρασε κι ο Σάββας κι απόρησε κι αυτός βλέποντάς την. Στην αρχή γέλασε, γιατί, λέει, του φάνηκε σαν αεροπόρος. Στη συνέχεια θέλησε να μάθει τι έγινε, κι η Ιβάνκα τού είπε πως έσπασε τα γυαλιά της καθώς χτύπησε κατά λάθος στη γω-νία του κρεβατιού κι αναγκάστηκε να της αγοράσει άλλα από το παζάρι γιατί τα ζητούσε. Όση ώρα μιλούσε, η Ελευθερία κατέβαζε τα γυαλιά απ’ τη μύτη της, σαν να την ενοχλούσαν, κι εκείνη της τ’ ανέβαζε γρήγορα γρήγορα, λες κι έπρε-πε οπωσδήποτε να τα φοράει. Μια στιγμή μπήκε μέσα να σηκώσει το τηλέφωνο, κι ο Σάββας πρόσεξε πως το δεξί μάτι της μάνας του ήτανε κάπως πρησμένο και μαυρισμένο. Τη ρώτησε τι της συμβαίνει κι εκείνη κοίταζε πέρα αφηρημένη.
«Με χτυπάνε» έκανε αόριστα.
Μια σκιά διάβηκε από το βλέμμα του Σάββα.
«Ποιοι σε χτυπάνε;»
Η Ελευθερία τον ατένισε μειλίχια.
«Με δάγκασε το φίδι, καλέ!..» γύρισε τα λόγια της. Δεν έβγαζες άκρη. Δεν είπε τίποτα άλλο.
Ο Σάββας στράφηκε προς το μέρος μου, συνοφρυωμένος και με ρώτησε αν έβρισκα πειστική τη δικαιολογία που του είχε ξεφουρνίσει η Ιβάνκα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, απάντησα όχι. Τότε ο Σάββας τη φώναξε αμέσως.
«Αυτό δεν μοιάζει με χτύπημα στην άκρη του κρεβατιού. Μοιάζει μάλλον με μελανιά από μπουνιά... Αλλιώς θα υπήρχε κάποιο σκίσιμο» της δήλωσε. «Μή-πως τη χτύπησε κανένας; Πρόσεξε καλά τι θα μου πεις».
Εκείνη είχε χάσει το χρώμα της. Ποιος να την είχε χτυπήσει, αφού όλη την ώρα ήτανε μαζί της;
«Μήπως κανείς απ’ όσους έρχονται εδώ;» επέμεινε ο Σάββας.
«Δεν έρχεται κανένας εδώ» του αντέτεινε κοφτά.
Όμως ήταν ψέμα. Μόλις έφυγε ο Σάββας –όπως άλλωστε γινόταν τις τελευ-ταίες βραδιές που η Ελευθερία αρνιόταν να βγαίνει κι έμενε αναγκαστικά κι ε-κείνη κλεισμένη μαζί της– κουβαλήθηκαν εκεί πέντε άτομα, αλλοδαποί και ντό-πιοι. Σ’ αυτούς την ακούσαμε να σιγολέει πως η γιαγιά είχε χάσει τα γυαλιά της. Ανάμεσά τους κι ένας νεαρός, που, όπως έλεγαν κάποιες φαρμακόγλωσσες, ήταν ο αγαπητικός της Ιβάνκας, με τον οποίο συναντιόταν καθημερινά στη βόλτα τους στην παραλία.

Έτσι ξαφνικά αλλάξανε τα πράγματα στη σχέση του Σάββα και της Ιβάνκας. Είχε βιαστεί, πάνω στον ενθουσιασμό του, να της τάξει το σπιτάκι αυτό, αν κά-ποτε τους άφηνε η μητέρα του –τόσο ευχαριστημένος ήταν από την έγνοια που φαινόταν να της δείχνει• της είχε ακόμα προτείνει να φέρει, αν το ήθελε, και τη μικρή της κόρη, που τη μεγάλωναν οι γονείς της στην πατρίδα της, να ζήσει εδώ μαζί της• ωστόσο τώρα έδειχνε σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Όταν τον ρώτησα κρυφά τι σκόπευε να κάνει, «ψάχνουμε» μου απάντησε, εννοώντας την αντικαταστάτρια. Η Ιβάνκα πάλι, αφού διαμαρτυρήθηκε χλιαρά σ’ εμάς στην αρχή, μετά λούφαξε. Δεν ξεκολλούσε από το πλευρό της Ελευθερίας, κι όταν πάλι δεν είχε δουλειές, καθόταν δίπλα της και κεντούσε. Αν τύχαινε να έρθει ο Σάββας, πιο συχνά τώρα, την έβλεπε που την περιποιόταν με τον γνώριμο ζήλο της, της έστρωνε το τραπέζι στο μπαλκόνι κι έφτανε στο σημείο να την ταΐζει η ίδια, αν εκείνη, καταπονημένη και ανόρεχτη, αρνιόταν να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της. Τότε έβρισκα την ευκαιρία να ψιθυρίσω στο αυτί του ότι η Ιβάνκα ήτανε καλή, γιατί τη λυπόμουν, κι ότι αν επιχειρούσε καμιά βιαστική κίνηση, αυτό θα ήταν εις βάρος της μάνας του• η δουλειά δεν ήταν εύκολη κι η οποιαδή-ποτε άλλη γυναίκα, ντόπια ή ξένη, μπορεί να της φερόταν χειρότερα.
Όμως ούτε αυτό ήταν αρκετό να κάνει το πρόσωπό του λιγότερο σκυθρωπό, αφού η υποψία ότι του είχε κρύψει την αλήθεια έριχνε μια σκιά πάνω του. Χώρια που την είχε τσακώσει, λέει, να του αραδιάζει κι άλλα ψέματα που αφορούσαν το συμβάν. Για παράδειγμα, του ’χε πει πως μετά το χτύπημα την έτρεξε στο κο-ντινό Κέντρο Υγείας, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ. Φοβόταν πως όλες οι καλο-σύνες και οι γλύκες της δεν ήταν παρά η μόστρα, για να καλύπτει τα δικά της ανομήματα… Και κατέληγε με παράπονο:«Η καημένη η μάνα μου, τι να σου κά-νει, ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα είναι!…».
Πάντως ο καιρός περνούσε και δεν έκανε τίποτα, αυτό έδειχνε πως κι ο ίδιος το σκεφτόταν. Σε λίγο, μάλιστα, τα πράγματα έμοιαζαν λες και τίποτα δεν είχε συμβεί. Πού και πού μόνο, με αφορμή κάποια κουβέντα, ο Σάββας γύριζε και με λοξοκοίταζε με νόημα.
Ώσπου, μια από κείνες τις μέρες με την ανυπόφορη κουφόβραση, ακούστη-καν ξανά οι διαπεραστικές στριγκλιές της Ιβάνκας, πολλά σούρτα φέρτα, φασα-ρία και πλαστικές παντόφλες που πλατάγιζαν μες στα νερά. Προς το σούρουπο εμφανίστηκε αναστατωμένη στη βεράντα, να απλώνει ρούχα και στα κάγκελα, αφού απ’ την πίσω μεριά οι απλώστρες έγερναν ήδη βαρυφορτωμένες. «Πέντε πλυντήριος πάλι σήμερα, καταλαβαίνεις;» έγρουξε προς τη θεία Ολυμπία, με τα μανταλάκια χωμένα στο στόμα της. Η Ελευθερία σκουντουφλούσε πραγματικό ράκος στο κατόπι της, γέρνοντας πότε δεξιά πότε αριστερά, ακυβέρνητο σώμα. Τη βοήθησε να καθίσει κι έβαλε μπροστά της το συνηθισμένο πιάτο με την πα-πάρα.
Πρώτη φορά έβλεπα ζωγραφισμένο σε ανθρώπινο πρόσωπο τόσο παιδεμό, τόση εξουθένωση. Κατάχλωμη, λες και το αίμα της είχε πέσει στα πόδια της που έλεγε κι η θεία μου, με το βλέμμα της κολλημένο σε κάτι που μόνον εκείνη έ-βλεπε, πέραν του κόσμου τούτου. Έτσι, όταν τα επόμενα λεπτά άκουσα, μέσα από το δωμάτιο που βρισκόμουν, έναν περίεργο θόρυβο και τα ξεφωνητά της Ι-βάνκας, ήταν σχεδόν σαν να το περίμενα αυτό που είχε συμβεί. Πετάχτηκα τα-ραγμένος και πρόλαβα να δω το κεφάλι της Ελευθερίας πεσμένο μες στο πιάτο με την παπάρα και ακίνητο. Όσα ακολούθησαν συνέβησαν μέσα σ’ ένα πανδαι-μόνιο από πνιχτές αγωνιώδεις φωνές, μέχρι να τα σκεπάσει όλα η σειρήνα του ασθενοφόρου.
Έφυγα το ίδιο βράδυ κι όταν ξαναγύρισα τη μεθεπόμενη εβδομάδα, η θεία Ολυμπία καθόταν ολομόναχη στο μπαλκονάκι και σεργιανούσε τον δρόμο με το βλέμμα της. Όλα είχαν πια τελειώσει. Ο άλλος γιος, μου είπε, τους είχε μηνύσει να πάνε τη μάνα του, σε περίπτωση που θα πέθαινε, κατευθείαν στο κοιμητήριο, στο παρακείμενο νεκροστάσιο.«Μην τυχόν και τη φέρετε στο σπίτι, στο χω-ριό!...» τους τόνισε. Όσο για την Ιβάνκα, δεν ήξερε πια πού βρισκόταν.Το πιο πιθανό πάντως ήταν πως ο Σάββας όχι μόνο την άφησε να φύγει ήσυχα και δεν την έμπλεξε με την Αστυνομία –όπως μου έλεγε στην αρχή πως σκεφτόταν να κάνει–, αλλά μάλλον τη βοήθησε να ξαναβρεί και δουλειά.«Αν δεν της βρει τε-λικά και σπίτι να μείνει, δηλαδή, γιατί αυτή ήθελε να δουλέψει λίγα χρόνια ακό-μη εδώ η κακομοίρα…» μουρμούρισε με θλίψη η θεία μου. «Το καλοκαίρι μου κι εμένα τελείωσε» πρόσθεσε. «Έμεινα μόνη μου. Η Ελευθερία –ας μην επικοι-νωνούσαμε– ήταν μια συντροφιά, και μόνο που υπήρχε...»
Το επόμενο ωστόσο καλοκαίρι που την επισκέφθηκα, τη βρήκα να πίνει μα-κάρια τον καφέ της στην ίδια θέση, παρέα με μια νεαρή γειτονοπούλα, που δεν άργησα να καταλάβω πως ήταν η κόρη του Σάββα. Η κοπέλα είχε φυτέψει τρια-νταφυλλιές στο μικρό παρτέρι, στην άκρη της βεράντας, κι έμενε εκεί, με φίλες της, για τις διακοπές. Ο Σάββας είχε αγοράσει και το διπλανό ισόγειο διαμερι-σματάκι, έφτιαξε μια τζαμαρία στην πρόσοψη και το διαμόρφωσε σε γραφείο, χρήσιμο για τη δουλειά του. Έτσι, η θεία Ολυμπία βρέθηκε ξαφνικά κυκλωμένη από ανοιχτόκαρδους ανθρώπους που έσπασαν τη μοναξιά της και την έκαναν να νιώσει σαν σε ζεστή αγκαλιά. Το ίδιο απόγευμα ήρθε κι ο Σάββας, βγάλαμε στον ίσκιο της τέντας ένα τραπεζάκι και θυμηθήκαμε τα παλιά, πολύ πριν κουβαλήσει εδώ τους γονείς του. Το πένθος στο μανίκι του, ύστερα από έναν ολόκληρο χρό-νο, με παραξένεψε κάπως. Μου εξήγησε πως δεν ήταν για τη μάνα του, αλλά για τον αδελφό του. Ο άλλος γιος, ξαφνικό θύμα της επάρατης, καλπάζουσας μορ-φής, είχε χαθεί μέσα σ’ ελάχιστους μήνες...
«Ο χρόνος τρέχει» πρόσθεσε βιαστικά, για να διασκεδάσει την αμηχανία μου, «το κουβάρι τυλίγεται. Για μερικούς το νήμα κόβεται απότομα. Τι μπορού-με να κάνουμε...Όμως η ζωή συνεχίζεται. Γι’ αυτό, φίλε μου, καλή καρδιά, κι άντε να πιούμε ένα μπακάρντι, εις υγείαν!…»

(Από τη συλλογή Η ωραιότερη μέρα της, εκδ. Μεταίχμιο, 2010)


Τάσος Καλούτσας


Λίστα όλων των Συγγραφέων