Συγγραφέας του μήνα

Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου

Βιογραφικό και εργογραφικό Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου

Γεννήθηκα στη Μύρινα Λήμνου, όπου έζησα την παιδική ηλικία και τη νεότητά μου. Εργαζόμενη στο Επαρχείο Λήμνου, πήρα το πτυχίο της Παντείου και, με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης, έκανα σπουδές στο θεατρικό τμήμα της Σορβόννης.
Εκεί γνώρισα τον Samuel Beckett και διατήρησα πολύχρονη αλληλογραφία μαζί του. Έγινα μελετήτρια και μεταφράστρια του έργου του.

Στα Γράμματα παρουσιάστηκα από τη νεανική ηλικία μου με την ποιητική συλλογή Συναντήσεις. Από τότε και μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 46 βιβλία μου – ποίηση, μυθιστορήματα, διηγήματα, καθώς και δύο βιβλία δοκιμίου: Samuel Beckett – η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης και Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμο, που γράφτηκε με τη συνεργασία του ίδιου του Ελύτη.

Έργα μου έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, αγγλικά, σουηδικά, και διδάσκονται σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Τέσσερις πανεπιστημιακές διατριβές έχουν γίνει πάνω στα ιστορικά μου μυθιστορήματα (δύο στο πανεπιστήμιο Bari της Ιταλίας και δύο στο πανεπιστήμιο Αθηνών).
Επίσης μία πανεπιστημιακή διατριβή έγινε στο θεατρικό μου έργο Αντιγόνη – Ή Νοσταλγία της Τραγωδίας (πανεπιστήμιο Πάτρας).

Από το πρώτο μου ξεκίνημα, μαζί με την ποίηση και την πεζογραφία έγραψα θέατρο.
Θεατρικά μου έργα έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα περισσότερα δεν έχουν παιχτεί και δεν έχουν εκδοθεί.
Το έργο της Πλωτή Νύχτα τιμήθηκε με το δεύτερο βραβείο του Κρατικού Διαγωνισμού Θεάτρου.

Επίσης βιβλία μου έχουν τιμηθεί με τα βραβεία:
Της Ομάδας των Δώδεκα (για το σύνολο του έργου)
Της Ακαδημίας Αθηνών (για το μυθιστόρημα Η Μαρούλα της Λήμνου)
Του Ιδρύματος Ουράνη (για το μυθιστόρημα Με τη Λάμπα Θυέλλης).

Συνεργάζομαι με ημερήσιες εφημερίδες (Καθημερινή, Το Βήμα, Ελευθεροτυπία, Έθνος Κυριακής) καθώς και με λογοτεχνικά περιοδικά (Διαβάζω, Θέματα Λογοτεχνίας κ. ά.)

Κάποια από τα αντιπροσωπευτικά βιβλία μου:

Μυθιστορήματα
Πήραν την Πόλη, πήραν την, 18η έκδοση, Κέδρος
Η Μαρούλα της Λήμνου, 17η έκδοση, Κέδρος
Η Δοξανιώ, 13η έκδοση, Κέδρος
Νικηφόρος Φωκάς, 10η έκδοση, Κέδρος
Ο Άγγελος της Στάχτης, 4η έκδοση, Κέδρος
Η Έκτη Σφραγίδα, 1999, 4η έκδοση 2000, Κέδρος
Η Επέτειος των Ρόδων, 3η έκδοση, Κέδρος
Ο Ιερός Ποταμός, 6η έκδοση, Πατάκης
Το Ξύλινο Τείχος, 8η έκδοση, Κέδρος
Υγρό Φεγγαρόφωτο, 2η έκδοση, Κέδρος
Υψιπύλη η βασίλισσα του αίματος, Πατάκης
Και άλλα.

Πρόσφατα βιβλία:
Το 2011 και 2012 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Γκοβόστη:
Ζωή, μια μέρα μόνο (νουβέλα)
Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις (διηγήματα και ιστορίες)
Κι η άβυσσος μου ανέβηκε ως το γόνατο (ποίηση)
Γκρίζα Πολιτεία (μυθιστόρημα σε επανέκδοση)

Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης:
Δωρεάν Φθινόπωρα – Η διαίσθησή μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη

Ποίηση
Το 2007 κυκλοφόρησε από τον Κέδρο ένας τόμος με το σύνολο της ποίησης μου, έντεκα ποιητικές συλλογές και βιογραφικά στοιχεία, με τίτλο:
Μαζεύω τα υπάρχοντά μου

Ραδιόφωνο
Από το Ραδιόφωνο της ΕΡΤ έχουν μεταδοθεί επί σειρά ετών κείμενα που στη συνέχεια έγιναν βιβλία με πολλαπλές επανεκδόσεις:
Γράμμα στο γιο μου κι ένα άστρο
Απάντηση και μία τύψη,
Νύχτες του φεγγαριού
Σπίτι μου της Μικρασίας
Περπατώ και ονειρεύομαι

Θέατρο
Από τις εκδόσεις Κέδρος έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι με θεατρικά μου έργα:
Πρώτος τόμος το 1998, με τα έργα:
Το Γυάλινο Κιβώτιο, Σχεδίες, Αντιγόνη ή Νοσταλγία της τραγωδίας, Σ’ αποχαιρετώ με το φθινοπωρινό πρωτοβρόχι, Χάρτινο Φεγγάρι
Δεύτερος τόμος 2010 με τα έργα:
Πλωτή Νύχτα, Να περπατάς στις μύτες των ποδιών καληνύχτα, Η Εκτέλεση του Ποιητή, Έκτωρ ο αγαπημένος των θεών
Άλλα βιβλία με θεατρικά έργα:
Είμαι ένα άστρο που κλαίει μονάχο, εννέα θεατρικοί μονόλογοι, στην Άγκυρα
A Woman of Lemnos, τρία θεατρικά έργα και ποίηση, εκδόσεις Guernika, Τορόντο Καναδά, editor Rhoda Kaufman

Δοκίμιο
Samuel Beckett - Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης, υπό επανέκδοση
Οδυσσέας Ελύτης - Ένα όραμα του κόσμου, 1981, 2η έκδοση συμπληρωμένη 1994, Παπαδήμας

Μεταφράσεις
Samuel Beckett, Jacques Lacarrière, Marguerite Duras.

Απόσπασμα από το έργο της:




Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου





Ο ΚΡΥΦΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ


“Κανείς ταχυδρόμος πια οι δρόμοι έρημοι
ένα σώμα μόνο που γέρνει στην άκρη της βροχής”.
“Μαζεύω τα υπάρχοντά μου”


Όταν το περίεργο όχημα μας άφησε έξω από το κάστρο, ήξερα πως ήταν ένα διαφορετικό ταξίδι. Ήξερα ακόμα πως άλλαζε το καθετί στη ζωή μου, μια αλλαγή παράλογη που το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει.
Κοιτάζω το πλήθος που ταξίδεψε μαζί μου και απορώ. Άγνωστοι όλοι, ξένοι. Όμως εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν πως αυτοί ήταν οι συνάνθρωποί μου, πως με έδενε μαζί τους η ίδια μοίρα.
Παιδιά και μάνες σαν έρημες και παλικάρια με σκυμμένο το κεφάλι, με μια θλίψη στο πρόσωπο, μια ίδια θλίψη που έκανε τα μάτια τους να σκοτεινιάζουν. Κι ανάμεσά τους ένας πανύψηλος άνδρας με μάτι αστραφτερό, που φορούσε ιερατικό ρούχο και τον αποκαλούσαν Εξάγγελο.
Κοιτάζω ως εκεί που φτάνει το μάτι μου αυτό το ανώνυμο πλήθος των ανθρώπων. Ανώνυμο και ανόμοιο. Ένας από κάθε είδος, σκέφτομαι, και σκύβω κι εγώ το κεφάλι. Όμως τόσα είδη υπάρχουν; Τόσες δυνατότητες ζωής;
Κανείς δεν μιλά. Κανείς ακόμα. Κάτι ψίθυροι μόνο.
Τα μάτια κόκκινα και στεγνά. Τα πρόσωπα πελεκημένα σαν χάλκινα.
Κάποιος μας οδηγεί στο εσωτερικό του κτηρίου. 'Ενα πελώριο πετρόκτιστο συγκρότημα, σαν παλιό στοιχειωμένο κάστρο με αψιδωτές καμάρες που το ζωντάνεψε θαρρείς μια σατανική φαντασία.
Έτσι καθώς μας σκόρπισαν στα παγωμένα δώματα, δεν μπόρεσα να υπολογίσω πόσοι ήμασταν. Θα έλεγε κανείς ολόκληρο το γένος των ανθρώπων. Ένα πλήθος σερνάμενο σαν φανταστικό που το γέννησε ο εφιάλτης.
Με έσπρωξαν σ' ένα δωμάτιο του κάτω ορόφου παγωμένο και γυμνό. Εδώ θα μείνω, μου είπαν, εδώ θα περιμένω. Όμως κανείς δεν μου είπε τι θα περιμένω.
Σε λίγο μπήκε μια νέα γυναίκα μ' ένα παιδί φοβισμένο που την κρατούσε από τη φούστα. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα μακριά και σαν να έμεινε μέσα τους ένας άνεμος.
Ήρθε κοντά μου και κάθισε. Κι ούτε μιλιά. Ο φόβος κρατούσε τα λόγια παγωμένα. Πιο 'κει κάθονταν κάποιοι ακόμη άνθρωποι αμίλητοι κι αυτοί.
Προσπάθησα να ανασηκώσω το κεφάλι.
“Τι είναι εδώ; ρώτησα δειλά. Και ποιος μας εξουσιάζει;”
Δεν πήρα απάντηση.
Βγήκα έξω και σύρθηκα στον διάδρομο. Είμαστε από τους τυχερούς που έχουμε ένα ολόκληρο δωμάτιο στην κατοχή μας, κάνω γρήγορα τη σκέψη. Οι άλλοι ήταν στοιβαγμένοι όπως όπως στους στενόμακρους διαδρόμους.
Λίγο πιο 'κει είδα μια γυναίκα ψηλή, πρόσωπο σκληρό και δυνατό, οργισμένο.
Πρέπει να ξεσηκωθούμε, είπε με τραχιά φωνή, να απαιτήσουμε, να μάθουμε τι συμβαίνει, ποιος εξουσίασε τη ζωή μας.
Ένας υπόκωφος συριγμός. Και τα πρόσωπα ανασηκώθηκαν μια σταλιά.
Όλοι πια καταλάβαιναν πως μια τρομακτική αλλαγή είχε γίνει στη ζωή μας, μόνο που κανείς δεν μπορούσε να πει τι ακριβώς ήταν αυτή η αλλαγή.
Βλέπω τη γυναίκα με το σκληρό πρόσωπο που κατευθύνεται προς εμένα.
“Δεν έμαθες; μου λέει, τι με κοιτάζεις έτσι;”
“Όχι, λέω, δεν ξέρω τίποτα”.
“ Είμαστε στο έλεος του Τρελού Ζωγράφου, λέει πάλι. Αυτός εξουσιάζει τη μοίρα μας”.
“Και ποιος είναι ο Τρελός Ζωγράφος;” τη ρωτώ.
“Α, εσύ δεν ξέρεις τίποτα, λοιπόν, λέει αυστηρή. Είναι αυτός που παίζει με τα χρώματα μετακινώντας το νήμα της ζωής μας”.
Δεν κατάλαβα. Και ούτε το θεώρησα πολύ επικίνδυνο. Περίμενα κάτι πιο τρομακτικό.
“Εντάξει, είπα, θα παίξουμε κι εμείς με τα χρώματα”.
Ένα χαμόγελο πέτρινο στο πρόσωπό της.
“Σε λίγο θα δεις, λέει, και προχωρά προς τους άλλους”.

Ξαφνικά όλες οι πόρτες άνοιξαν και ένα άσπρο εκτυφλωτικό φως μας θάμπωσε τα μάτια.
Πάνω σε μια οθόνη κρεμασμένη κάπου στο κενό, είδαμε έκπληκτοι το χέρι του Τρελού Ζωγράφου να ετοιμάζει τα χρώματα, να τα ανακατεύει, να τα δοκιμάζει και, τέλος, να ζωγραφίζει.
Στην αρχή δεν καταλάβαμε. Μετά είδαμε ένα πλήθος ανθρώπων που στριμώχνονταν όπως εμείς. Τα πρόσωπα που ζωγράφιζε έμοιαζαν ακριβώς με τα δικά μας. Ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν. Και τότε ένα σύγκρυο μας διαπέρασε. Σαν να μας φωτογράφιζε με τα χρώματα. Κι ύστερα χαμήλωσε όλα τα βλέφαρα, με κάτι ανεπαίσθητες μαλακές πινελιές, κι εμείς γείραμε όπως ήμασταν, γείραμε γλυκά και κοιμηθήκαμε.

Το πρωί ο καθένας έλεγε το δικό του. Ότι είναι μάγος. Ότι κατέκτησε τα μυστικά της τεχνολογίας – ή, άλλοι έλεγαν της ύλης – και εξουσιάζει.
Άλλοι έλεγαν ακόμα ότι είναι όνειρο αυτό που ζούμε και όπου να 'ναι θα ξυπνήσουμε στο κρεβάτι μας μ' ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ δίπλα μας.
Τίποτα δεν ξέραμε. Μια πελώρια αίσθηση παγίδας μας παίδευε. Είχαμε παγιδευτεί στο όνειρο κάποιου τρελού. Και αυτό, όσο παράλογο και αν φαινόταν, ήταν πια μια πραγματικότητα.
Αρχίσαμε να γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Να χαιρετιόμαστε. Μας ένωνε η σκέψη της παγίδας. Η σκέψη πως έπρεπε να διασώσουμε το ανθρώπινο γένος – αν αυτό ήμασταν εμείς. Μπορεί να έγινε μια συντέλεια έλεγαν μερικοί, και πέσαμε στα χέρια του Τρελού.
Κι έτσι μιλώντας ξεχνούσαμε τον φόβο.
Θα αντισταθούμε, λέγαμε, θα πολεμήσουμε.
Κι ο φόβος μας γινόταν δύναμη τώρα, νιώθαμε δυνατοί.
Την άλλη μέρα, την ίδια ώρα, άνοιξαν και πάλι οι πόρτες και το εκτυφλωτικό φως μας ακινητοποίησε εκεί που βρεθήκαμε.
Η ματιά μας ευθύς στην οθόνη που κρεμόταν στο κενό. Και σε λίγο το χέρι του Ζωγράφου. Σήμερα φάνηκαν και τα δυο του χέρια. Και το κάτω μέρος του σώματός του.
Ανακατεύει και πάλι τα χρώματα. Φτιάχνει όμορφα δρομάκια γύρω από το παράξενο τούτο κάστρο, με λουλούδια και δέντρα στις άκρες. Φτιάχνει σπιτάκια με τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα, στολισμένες βιτρίνες, παιδιά που πάνε στο σχολείο, μια μικρή πολιτεία σαν μαγική. Βρύσες με τρεχούμενα νερά παντού, φούρνοι.
Κάποιοι αναστέναζαν και άλλοι άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν. Και όταν η κρεμαστή οθόνη έσβησε και κοιταχτήκαμε, μας περίμενε μια ανήκουστη έκπληξη:
Όλα όσα είχε ζωγραφίσει αυτός ο παράξενος τρελοζωγράφος είχαν γίνει πραγματικά.
Τα δρομάκια, οι κήποι, τα δέντρα γεμάτα καρπό, τα περίπτερα, οι φούρνοι που ξεφούρνιζαν τα ψωμιά.
Τρέξαμε έξω. Να δούμε καλά. Να βεβαιωθούμε. Ναι, έτσι ήταν. Και η παραμικρή λεπτομέρεια που ζωγράφισε είχε γίνει κομμάτι της πραγματικότητας.
Και τα δόντια μας άρχισαν να χτυπούν. Ένας φόβος παράλογος μας κυρίευσε. Ξεριζωτικός.
Φόβος του μυαλού. Αυτό που συνέβαινε είχε σχέση με το μυαλό μας. Και χωρίς να το καταλάβουμε, έτσι σπρωγμένοι από τον ένστικτο φόβο, βρεθήκαμε να κρατάμε ο ένας τα χέρια του άλλου σαν για να σχηματίσουμε μια αλυσίδα προστασίας ενάντια στο παράλογο.
Την άλλη μέρα περιμέναμε με την ίδια αγωνία.
Αν παγιδευτήκαμε στη φαντασία του Τρελού είμαστε χαμένοι, λέγαμε.
Τότε μπήκε στη μέση του πλήθους ο πανύψηλος, φορώντας το ίδιο ιερατικό ρούχο, και μίλησε. Τώρα το ξέραμε πια όλοι πως ήταν ο Εξάγγελος με τα αστραφτερά μάτια.
“Αυτός που παίζει μαζί μας πρέπει να έχει εξουσιάσει τα μυστικά της ύλης. Χρησιμοποιεί μια τεχνολογία άγνωστη ίσως. Όμως εμείς πρέπει να τον πολεμήσουμε...”
“Και πώς θα γίνει αυτό;”
Ακούστηκαν οι φωνές.
“Πρέπει να βρούμε τον κωδικό... Πρέπει να υπάρχει ένας κρυφός κωδικός που του επιτρέπει να μπαίνει στη φαντασία της ύλης...”
“Αυτά που λες είναι πιο τρελά από τον τρελό...” ακούστηκαν πάλι οι φωνές.
Ο πανύψηλος με το ιερατικό ρούχο θύμωσε.
“Πρέπει να μπούμε στο σύστημα εξουσίας του και να τον πολεμήσουμε με τα ίδια παράλογα μέσα”, φώναξε τραχιά.
“Και πώς θα βρούμε εμείς τον μηχανισμό της τεχνολογίας για να μπούμε στο σύστημα του τρελού μυαλού του;” ρώτησε κάποιος από το πλήθος.
Ο Εξάγγελος, που έμοιαζε να κατέχει από τα μυστικά της ύλης, είπε πάλι:
“Ο καθένας μόνος θα προσπαθήσει να μαγνητίσει με τη σκέψη του αυτόν τον κρυφό κωδικό. Μπορεί να είναι μια λέξη ή ένας ήχος, μια οσμή, ένας αριθμός, Μπορεί να είναι ένα λουλούδι ή ένα σύμβολο. Η ψυχή είναι γεμάτη από σύμβολα, εκεί θα τον βρούμε. Κι ύστερα θα μπούμε στο σύστημα της εξουσίας του και θα το ακυρώσουμε...”

Την άλλη μέρα, τα χέρια πάνω στην κρεμασμένη στο κενό οθόνη, ζωγράφιζαν σαν τρελά.
Έφτιαχναν κακόμοιρα ανθρωπάκια και τα κρέμαγαν στα δέντρα. Έγερναν τα κλαδιά από τους κρεμασμένους. Κι όταν τέλειωσε η προβολή και βγήκαμε στους δρόμους, είδαμε να κρέμονται από τα δέντρα οι άνθρωποι. Και πάγωσε το αίμα στις φλέβες μας.
Φαίνεται πως μας άκουσε ο Τρελός που μιλούσαμε για τον κρυφό κωδικό και για τον τρόπο που θα τον πολεμούσαμε και μας εκδικήθηκε.
Ευτυχώς ο Εξάγγελος δεν ήταν ανάμεσα στους κρεμασμένους και ανασάναμε.
Κουρνιάσαμε στη γωνιά του ο καθένας. Ήμασταν στο έλεος ενός Αόρατου Τρελού που μόνο τα χέρια του βλέπαμε και τις διαβολικές ζωγραφιές του.
Κούρνιασα κι εγώ σε μια γωνιά και τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου.
Τότε πήρα ένα κομμάτι χαρτί που βρέθηκε απάνω μου και ένα μολύβι και άρχισα να γράφω.
Μια νοσταλγία με πλημμύρισε. Κι από τα σκοτεινά υπόγεια του κάστρου έβγαινε θαρρείς μια κατανυκτική ψαλμωδία σαν θρήνος και σαν πένθος άλλου καιρού, που κάποτε γινόταν μελωδία αγάπης.
Προσπάθησα να θυμηθώ τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Ένιωσα μιαν ακατανίκητη ανάγκη να ζήσω την αγάπη ξανά. “Θέλω να γυρίσει πίσω ο χρόνος και να σε δω ξανά, έγραφα, να σε αγαπήσω ξανά, να κλάψω που σ' έχασα. Περίμενέ με σε παρακαλώ, σ' εκείνη την ίδια νύχτα του φεγγαριού, σ' εκείνα τα ίδια λόγια, θ' αναστηθούν από τα βάθη του χρόνου και θα είναι τα δικά μας, μην αργείς, μόνο μην αργείς, θα σε περιμένω σ' εκείνο το δρομάκι πλάι στη θάλασσα και θα ψιχαλίζει όπως τότε, το χώμα μοσκοβολάει κιόλας νωτισμένο κι εμείς ανασαίνουμε τη βροχή, ανάσανε βαθιά, ανάσανε, είναι αυτή η αγάπη...”
Βήματα έντονα στον διάδρομο και τρόμαξα. Η πόρτα άνοιξε απότομα και ο Εξάγγελος βρέθηκε μπροστά μου.
“Ο κωδικός, μου λέει, με το μάτι να αστράφτει. Τι είναι αυτό που γράφεις... τι γράφεις;”
Απόρησα.
“ Ένα γράμμα του λέω. Ένα ατελείωτο γράμμα που ποτέ δεν θα ταχυδρομηθεί από εδώ...”
“Τη λέξη. Πες μου την τελευταία λέξη που έγραψες...”
Σκύβω και κοιτάζω στο χαρτί.
“Αγάπη, του λέω. Η τελευταία λέξη είναι αγάπη”.
Χαμογέλασε. Την αγάπη φοβάται, είπε.
Δεν κατάλαβα. Και πώς θα χρησιμοποιήσεις τον κωδικό “αγάπη” για να μπεις στην εξουσία του;
Χαμογελούσε ακόμα.
“Δεν χρειάζεται, λέει. Ο κωδικός λειτούργησε από μόνος του. Το παράλογο σύστημά του ακυρώθηκε. Είμαστε ελεύθεροι...”

Πώς ξυπνάς από έναν εφιάλτη και βλέπεις την πρωινή ακτίδα να μπαίνει από το παράθυρο και να σε γαληνεύει, έτσι ένιωσα.
Εκείνη η παράλογη πραγματικότητα είχε τελειώσει.
Μπορεί να ήταν όνειρο. Μα μπορεί και όχι. Κανείς δεν μου έδωσε μια εξήγηση. Όπως γίνεται και στη ζωή.
Μια μικρή παράλογη ιστορία για έναν παράλογο φόβο.
Όμως η αγάπη νίκησε. Η αγάπη ήταν ο κρυφός κωδικός.


Γράφτηκε το 2011







Λίστα όλων των Συγγραφέων