Συγγραφέας του μήνα

Γιώργος Λαμπράκος

Ο Γιώργος Λαμπράκος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει το πεζογράφημα Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2009, 2η εκδ. 2010), το θεατρικό έργο Αγνοούμενος (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010. Θέατρο Φούρνος, Μάιος-Ιούνιος 2010) και το πεζογράφημα Υπογείωση (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012). Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα, αφηγήματα και δοκίμια σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά (Κοντέινερ, Μανδραγόρας, Νησίδες, Οροπέδιο, Ποιητική, Τεφλόν, Acidart, Book Press, Unfollow) και εφημερίδες (Αξία, Αυγή, Ελευθεροτυπία). Εκτενές απόσπασμα ενός έργου του έχει δημοσιευτεί στην Αμερική (Notes from the Penthouse, “The Brooklyn Rail”, Φεβρουάριος 2011, μτφρ. Ε. Αυλωνίτη). Έχει μεταφράσει λογοτεχνία, θεωρία λογοτεχνίας, ψυχανάλυση, ιστορία τέχνης, φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες, βιογραφίες. (http://lamprakos.wordpress.com/)

Γιώργος Λαμπράκος
Υπογείωση
(απόσπασμα)


Κι εγώ, σαν την Ελλάδα, μες στη σύγχυση και την τρέλα. Δεν έμαθα ποτέ τι είμαι, πού πάω, πού ταξιδεύω και πού θέλω ν αράξω. Άραξε, σου λέει! Ναι, αλλά πού; Όταν δεν ξέρεις σε ποιο λιμάνι θες ν αράξεις, κανένας άνεμος δεν είναι ευνοϊκός. Εγώ δεν ήξερα σε ποιο λιμάνι ν αράξω. Τα παιδιά το ένιωθαν, τα παιδιά ξέρουν, μετά είναι το πρόβλημα. Μετά μεγαλώνουν και φεύγουν. Ο Πέτρος έφυγε στα δεκάξι του. Δεν μου κάνει εντύπωση, πόσο ν αντέξει κοντά μου! Τόσα βάσανα, ύστερα το ποτό. Δεν χρώσταγε τίποτα, αλλά πλήρωσε. Κάθε Χριστούγεννα μού στελνε γράμμα. Μου το φερνε η σπιτονοικοκυρά χαμογελώντας, ήξερε ότι το περιμένω πώς και πώς. Ο Πέτρος έπαιζε μουσική. Αχ, λατρεύω τη μουσική, μακάρι να μπορούσα ν ακούσω. Μου φαίνεται πως όταν σβήσει ο κόσμος μόνο η μουσική θα απομείνει. Ο Πέτρος γύρναγε με μια κιθάρα κι έλεγε τραγούδια. Έγραφε κιόλας. Ήθελε να γίνει σαν τον Κόεν, να γράφει τραγούδια για τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Τι συγκινητικό! Κι είχε ταλέντο, έτσι μου λεγε, έτσι έλεγαν κι άλλοι. Δεν τον έχω ακούσει να παίζει, δεν ήρθε ποτέ να μου παίξει κάποιο τραγούδι του. Ήθελα μόνο να έβλεπα το παιδί μου να τα καταφέρνει, κι ας πέθαινα. Να τον έβλεπα να παίζει και να τον χειροκροτεί ο κόσμος. Να παίζει σε κάνα μαγαζί, όχι στο δρόμο, και να είμαι εκεί στο μπροστινό τραπέζι και να κλαίω από ευτυχία και περηφάνια και να χειροκροτώ σαν τρελή και κείνος να μου χαμογελάει και να μου αφιερώνει τα τραγούδια του. Κάποτε μού στειλε τους στίχους από ένα τραγούδι του Κόεν μαζί με μια κασέτα, αλλά δεν μπορούσα να την ακούσω, δεν ήξερε ότι ήμουνα πια κουφή. Τουλάχιστον κάτι έβλεπα ακόμα. Μου είπε ότι το τραγούδαγε μόνο τα βράδια που ήταν υπερβολικά θλιμμένος. Δε ξεχνώ τους στίχους, πώς θα μπορούσα άλλωστε; Its hard to hold the hand of anyone who is reaching for the sky just to surrender… Πώς είναι δυνατόν να τους ξεχάσω, αυτή είναι η ζωή μου μέσα σε τρεις φράσεις. Τι μαγεία κρύβουν αυτά τα στιχάκια, και τι πόνο! Όταν τους σιγομουρμουρίζω, νιώθω τα χείλη μου να στεγνώνουν και το μυαλό μου να λιώνει σαν βούτυρο. Να τα κατάφερνε, αυτό ήθελα μόνο! Να τα καταφέρω, αυτό θέλω μόνο, αυτό ελπίζω μόνο! Τι; Ελπίζω; Δεν νομίζω. Δεν έχω ελπίδα. Μόνη μου δεν έχω. Ίσως είχα με τον Πέτρο. Τον αγάπησα αρκετά και τον πρόσεχα, έτσι πιστεύω... Αηδίες! Δεν τον πρόσεχα καθόλου. Τίποτα δεν έκανα! Τον έβλεπα λίγο τα βράδια πριν πάει για ύπνο και του λεγα καμιά ιστορία να κοιμηθεί. Για να τον ξεφορτωθώ δηλαδή. Τα παιδιά δεν θέλουν ιστορίες, αγάπη θέλουν! Τι; Αγάπη; Δεν ήρθε ούτε μια φορά να με δει από τότε που με παράτησε, να έρθει και να μου πιάσει τα μάγουλα με τα δυο του χέρια και να με κοιτάξει στα μάτια και να μου πει μαμά είμαι ευτυχισμένος. Ποτέ του! Έφυγε χωρίς παράπονα, έτσι πιστεύω, έτσι θέλω να πιστεύω. Απλώς ήθελε να ζήσει τη δική του ζωή. Εγώ πιστεύω πως τον πρόσεχα, τον αγαπούσα, παρά τα χιλιάδες προβλήματα. Το ήξερε αυτό, αν και δεν το παραδεχόταν. Ή μπορεί και να μην το ήξερε, μπορεί η τρυφερότητα να είχε χάσει και πάλι τον δρόμο της. He ll say one day you caused his will to weaken with your love and warmth and shelter. Αποκλείεται! Και να μου το πει δε με νοιάζει. Γιατί να με νοιάζει; Μάνα του δεν είμαι; Αυτό του άφησα, την αγάπη και τη ζεστασιά της μάνας. Σκατά τού άφησα! Κι εκείνος τι μου άφησε; Σκατά και κείνος! Και καλά έκανε! Το λένε και οι στίχοι στο τραγούδι… you find he didnt leave you very much, not even laughter. Ναι, δεν μου άφησε σχεδόν τίποτα. Μόνο αναμνήσεις κι αυτές μου φέρνουν κλάματα. Γέλιο; Χα χα, γέλιο για κλάματα… Κι άλλα λέει το τραγούδι, αγαπημένο βρωμοτράγουδο τα χεις πει όλα! I never had a secret chart to get me to the heart of this or any other matter. Ούτε χάρτης ούτε πυξίδα. Στην καρδιά των πραγμάτων, στην καρδιά της καρδιάς μου. Περπατώ μονάχη. Τι; Περπατώ; Μπα, όχι πια. Ακολουθώ τη σκιά μου. Τις σκιές μου. Είμαι η σκιά της σκιάς μου. Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβάται τη σκιά του. Και μπερδεύομαι στα πόδια μου. Πώς είναι δυνατόν να το πάθει αυτό κανείς; Ε λοιπόν εγώ το παθαίνω. Τελικά το πρόβλημα είναι ο χάρτης. Πού ξέρει ο χάρτης πού πας, πού θες να πας; Ο χάρτης είναι φτιαγμένος για όλους, άρα για κανέναν. Λογικό! Κι όμως αυτοί οι στίχοι τα λένε όλα. Όλα! Τους ξέρω απέξω κι ανακατωτά, αυτό έλειπε. Το τραγούδι του ξένου, για ξένους. I told you when I came I was a stranger. Ας ερχόταν κι εδώ κανείς να πιει ένα ποτηράκι μαζί μου… κι ας ήταν ξένος. Μονάχα ένα ποτηράκι! Πού είσαι ρε Ελένη να με βοηθήσεις; Διψάω καλή μου, έχω στεγνώσει σου λέω! Ευτυχώς που υπάρχουν και τα τετράποδα, γιατί αν περίμενα απ τα δίποδα, κάηκα. Τα γνώρισα τα δίποδα, ανισόρροπα. Εγώ φταίω που μπλεξα μαζί τους. Μα καλά δεν ήξερες τι είναι οι άνθρωποι; Όχι, αλλά έμαθα… ο ισόβιος εναγκαλισμός ποταπότητας και ομορφιάς… δυο πόδια παραπάνω φαίνεται πως κάνουν τη διαφορά, προσφέρουν μια κάποια σταθερότητα. Τα ζώα ξέρουν τι θέλουν και πώς να τ αποκτήσουν. Κι οι άνθρωποι; Δίποδα πληγωμένα από δίποδα, αναζητούν διαφυγή στα τετράποδα. Αχ, να μπορούσα να περπατήσω και θα πήγαινα… Τι; Πού να πήγαινα; Αυτό είναι το πρόβλημα με τους ανθρώπους. Δεν ξέρουν πού θέλουνε να πάνε. Πάνε δεξιά και το μετανιώνουν. Πάνε αριστερά και το μετανιώνουν. Προχωρούν μπροστά και το μετανιώνουν. Προχωρούν πίσω και το μετανιώνουν. Κάθονται εκεί που κάθονται και το μετανιώνουν. Τι σκατά θες ανθρωπάκο, ε, καημένε ανθρωπάκο; Ευτυχία; Ελευθερία; Δικαιοσύνη; Ισότητα; Ασφάλεια; Λέξεις θαυμάσιες, που συχνά μας κάνουν δυστυχισμένους. Λέξεις που τις πετάμε ο ένας στον άλλον σαν μπαλάκια του πινγκ πονγκ, λέξεις λευκές, μα άδειες.


Λίστα όλων των Συγγραφέων