Συγγραφέας του μήνα

Μαρλένα Πολιτοπούλου

Η Μαρλένα Πολιτοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Σπουδές Πολιτικών Επιστημών την οδήγησαν στη δημοσιογραφία. Είκοσι χρόνια την κράτησαν στο επάγγελμα το πολιτιστικό ρεπορτάζ, η κριτική κινηματογράφου και το ραδιοφωνικό Μέρα Μεσημέρι. Από το 1993 που δημοσιεύει για πρώτη φορά (O ήχος της σαύρας, εκδόσεις Καστανιώτη) παραμένει στον χώρο της λογοτεχνίας εναλλάσσοντας μικρότερες ή μεγαλύτερες νουβέλες (Oι εραστές δίπλα, εκδόσεις Nέα Σύνορα-A.A. Λιβάνη, 1997, Oίκος ενοχής, εκδόσεις Κέδρος, 2002, Καλοκαιρινό υστερόγραφο, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2003 κ.ά.) με αστυνομικά μυθιστορήματα (O κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά, εκδόσεις Nέα Σύνορα-A.A. Λιβάνη, 1999 [νέα διορθωμένη έκδοση: 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο], 12 Θεοί, τρεις φόνοι, εκδόσεις Κέδρος, 2005, Η μνήμη της πολαρόιντ, εκδόσεις Mεταίχμιο, 2009).

Το διήγημα με τίτλο H κόκκινη Iουλία περιλήφθηκε στον συλλογική τόμο Το τελευταίο ταξίδι: Έντεκα νουάρ ιστορίες, επιμέλεια: Αντώνης Γκόλτσος, εκδόσεις Μεταίχμιο 2009.


Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΙΟΥΛΙΑ …On se vaudra farouches dans la luxure immonde… Θα συρθούμε τρομεροί στην ακάθαρτη λαγνεία. Μιχαήλ Μητσάκης Σαράντα βαθμοί κάτω από την καλαμωτή, η θάλασσα ακίνητη, αρυτίδωτη σαν μέτωπο μωρού, ο ήλιος είχε πάρει τον δρόμο προς τη δύση. Ήταν μια τέτοια μέρα λαμπερή που η γυναίκα έβλεπε την επιφάνεια του νερού να στραφταλίζει μέσα από το μεγάλο ανοιχτό παράθυρο. Το καθρέφτισμα στο τζάμι την τύφλωνε, άνοιγε τα μάτια της για λίγο, τα ξανάκλεινε. O ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό της και θόλωνε ελαφρά το βλέμμα της. Κοιτούσε τον άντρα μονάχα για να βεβαιωθεί πως είναι ακίνητος, κάθε τόσο έγερνε το κεφάλι της και έγλειφε τον ιδρώτα από τον λαιμό του. Είχε τα μάτια του κλειστά, τα χέρια του ανοιχτά, τεντωμένα ως το προσκέφαλο του κρεβατιού, τα πόδια ενωμένα. Εσταυρωμένος. Δίχως καρφιά, δίχως σκοινιά, δίχως ζόρι κανένα. Έμπηξε τα νύχια της στους ώμους του, ξαφνικά και με δύναμη. O άντρας έσφιξε για λίγα δευτερόλεπτα μόνο τα μάτια και το στόμα, το κορμί έμεινε βιδωμένο στο κρεβάτι. Αν τον είχε δέσει με το καραβόσκοινο που κρεμόταν από το καρφί, θα είχε σίγουρα κινηθεί, το ένστικτο θα είχε νικήσει. Έτσι δεμένος από τη θέλησή του, υποταγμένος στην επιθυμία της, είχε κατορθώσει να μη σαλέψει ούτε χιλιοστό. Εκείνη σειόταν τόσο ελαφρά πάνω του, που αν κάποιος κρυφοκοιτούσε από το παράθυρο, θα πίστευε πως είχε μπροστά του ένα κέρινο άγαλμα. Η γυναίκα αναζητούσε με επιμονή εκείνη την άφατη ευχαρίστηση που δίνουν οι κινήσεις όταν παραμένουν αθέατες, καλά κρυμμένες στα υγρά βάθη του κορμιού. Δεν επέτρεπε σε κανένα σφίξιμο, σε κανένα άρπαγμα από πάθος ερωτικό να διακόψει τη ροή στα κύματα της ηδονής της. Το πρόσωπό της μπορούσε να μείνει για ώρες ατάραχο, σχεδόν γαλήνιο. Τα μάτια όχι. Έκαιγαν. Τα ρουθούνια της διάπλατα, τα μάγουλά της είχαν από μια στάμπα βυσσινιά. Του είχε μάθει να μην τη φιλάει, ούτε να την αγκαλιάζει όση ώρα γαμιόντουσαν, μόνο να την κοιτάζει και ν αφήνεται ακίνητος στα κύματα της θερμότητας που κυλούσαν από μέσα της. Του είχε στερήσει και τη μιλιά. Εκείνη όμως έσκυβε κάθε τόσο και του ψιθύριζε στ αυτί, υπάκουη στη δική του εντολή, να του εξομολογείται ιστορίες που πυροδοτούσε η καύλα της. Τις αποζητούσε όλες, φανταστικές κι αληθινές, να θεριεύουν στο μυαλό του αξεχώριστες. Ήταν σκληρός παίχτης. Άντεχε όσο κανένας άλλος την ερωτική απαίτηση της γυναίκας στο κρεβάτι. Εκείνο το απόγευμα είχε μείνει ασάλευτος, δεμένος μα λυτός, ώσπου ο ήλιος χάθηκε πίσω από τον κάβο που έκλεινε το λιμανάκι. Την είχε αφήσει για ώρες να σειέται πάνω του όσο η θάλασσα όταν είναι λάδι. Τελείωσε πάλι και πάλι. Κι εκείνος. Ακόμα και την ώρα που έχυνε μέσα της, είχε κατορθώσει να μην κουνήσει τα κολλημένα στα σεντόνια χέρια του. Μονάχα φώναξε δυνατά και βόγκηξε. Εκείνη σκέφτηκε πως την άλλη φορά θα του κλείσει το στόμα. Τον τρόπο θα τον έβρισκε. Όταν του είπε αγκάλιασέ με, έλυσε τα χέρια του από τα ανύπαρκτα δεσμά και της ψιθύρισε: Έτσι θέλω να πεθάνω. Από τη φράση αυτή τους χώριζαν δυο χρόνια. * * * Καλοκαίρι, το τρίτο τους στο νησί. Η νέα γυναίκα στέκεται κάτω από την κληματαριά και παρακολουθεί τον άντρα που ετοιμάζει τα σύνεργά του. Η μικρή κόκκινη βάρκα περιμένει στην αμμουδιά, έχει το όνομά της, Ιουλία, γραμμένο με λευκά γράμματα. Δεν θέλει να διαβάζει το όνομά της πάνω σ αυτό το φαρδύ ξύλινο παραδοσιακό σκαρί που της είχε χαρίσει κάποτε ξεγνοιασιά μ ένα πρωτόγνωρο αίσθημα σιγουριάς και ελευθερίας. Τώρα το απεχθάνεται. Είναι η τρίτη φορά μέσα σε δέκα μέρες που ο άντρας φεύγει για ψάρεμα νύχτα, μόνος. Το μεσημέρι είχε δηλώσει κουρασμένος. Ήπιε δυο ούζα, έφαγε διπλή μερίδα κι έπειτα άραξε στην αιώρα που ένωνε τις δυο μουριές στην πίσω αυλή. Είχε κάνει ένα βήμα να τον πλησιάσει κι έπιασε τον εαυτό της να διστάζει. Καθόλου δεν της ταίριαζαν τα φρεναρίσματα. Πήρε φόρα, πέταξε τα παπούτσια της μακριά, τα είδε να κρέμονται με τη μύτη προς τα κάτω, το ένα από το πελαργόνι, το άλλο από τη γαριφαλιά, ένα λουλούδι είχε τσακιστεί. Τον έσπρωξε να της κάνει λίγο χώρο, ξάπλωσε από την απέναντι μεριά, έμπλεξε τα πόδια της με τα δικά του, σήκωσε τη φούστα της. Ποτέ δεν φορούσε εσώρουχο ούτε μαγιό στην παραλία. Πήρε το χέρι του και το ακούμπησε ψηλά στο εσωτερικό των ποδιών της, λίγο πάνω από το γόνατο. Τον ένιωσε να κουνάει ελαφρά τα δάχτυλά του, το δέρμα ήταν τραχύ, της άρεσε, μα δεν είχε βάρος το άγγιγμα, αφηρημένοι οι νευρώνες, μια υποψία χαδιού η κίνησή του. Έκλεισε τα πόδια της. Καμία αντίδραση. Είχε κιόλας αποκοιμηθεί, η ανάσα του ακουγόταν σαν ήχος από φυσαλίδες στο νερό. Τον κοιτούσε για ώρα ακίνητη. Όλα μέσα της, μια σάρα που πάνω της κουτρουβαλάνε τα αισθήματα. Τα μάτια της δυο σχισμές. O ήλιος βρήκε περάσματα μέσα από το φύλλωμα, να παίξουν οι βλεφαρίδες της με τις αχτίδες, τα χέρια της μάδησαν τα κρόσσια από την αιώρα. Τον μισεί. Πάντα μισούσε τους προδότες. Μια μύγα πήγε και στάθηκε στο πάνω χείλος του άντρα, εκείνος ξύπνησε απότομα και σηκώθηκε σαν κουρντισμένος. Μέσα σε λίγα λεπτά κατηφόριζε το μονοπάτι. Έχει έρθει η στιγμή που της κάνει ένα νεύμα αποχαιρετισμού, το ίδιο πάντα, με το χέρι πάνω από το κεφάλι, έτσι όπως του αρέσει να στέκεται με το ένα πόδι στο νερό και το άλλο στη βάρκα. Το καπέλο σκιάζει τα σκούρα μάτια του, το χαμόγελό του όπως πάντα λαμπερό. Είναι ευτυχισμένος! Το λέει στη γάτα, σκύβει, την παίρνει αγκαλιά και μπαίνει στο σπίτι. Ένα ελαφρό τρέμουλο ταράζει τα χείλια της. Τόσο μόνο. Το κλάμα απομακρύνεται. Δεν το θέλει, ξέρει πως είναι ικανό να μουσκέψει το μίσος, να το μαλακώσει, να το στομώσει, να το κάνει να μοιάζει με ταλαίπωρη, αηδιαστική γκρίνια. Εκείνη χρειάζεται το μίσος της καθαρό, να τη συντροφεύει στη μοναξιά, να απομακρύνει την απελπισία. Ανεβαίνει από τα έγκατα του στομαχιού της και δηλητηριάζει το σάλιο της. Ανασαίνει γρήγορα, τραβάει απότομα τα κρόσσια που προστατεύουν την πόρτα της κουζίνας, κάνει δυο βήματα στην αυλή, φτύνει στο χώμα σαν χαμάλης και στέκεται συνοφρυωμένη. Κοιτάζει με ένταση τα μερμήγκια να κουβαλάνε ένα ψιχουλάκι κάνοντας κύκλο γύρω από το σάλιο της. Υπάρχουν κι άλλες χαρές στη ζωή της είχε πει χτες νετάροντας το παραγάδι. Εκείνη δεν του απάντησε ποιος ενδιαφέρεται για χαρές, οι χαρές είναι μια μαλακία, για να περνάει η ώρα, ζωντανός είσαι όταν γαμιέσαι και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη χαρά. Έχει με το να μην είσαι πεθαμένος. Μόνο σηκώθηκε κι έβαλε τη μουσική στη διαπασών. Μια άγρια μουσική που άκουγε στα πρώτα της ξενύχτια, καπνίζοντας και πίνοντας χωμένη στην άκρη ενός μπαρ, αγκαλιά με τα γόνατά της. Δεν της άρεσε. Παραφωνία. Έκλεισε το σιντί και ξάπλωσε στα κρύα πλακάκια. O άντρας είχε πλησιάσει και την είχε χαϊδέψει με το πόδι του, ακριβώς όπως κάνουν στα σκυλιά. Την πήρε έτσι, στο πάτωμα, γυρνώντας τη με το μισό πρόσωπο στα πλακάκια, γρήγορα, άγρια. Του άρεσε. Κι εκείνης. Το μυαλό της έγραψε εισαγωγή, το δικό του φινάλε. Τον ήθελε δίπλα της μετά. Nα την κοιτάζει, να τον αγγίζει, να έχει το χέρι του μέσα της. Λίγο να ξεμάκραινε, ένιωθε άδεια. Άδεια και ταπεινωμένη. Γύρισε στο παραγάδι του αμίλητος, ήσυχος. Σύρθηκε στο κρεβάτι της, περίμενε. Δεν ήρθε να κοιμηθεί κοντά της, είχε αποκοιμηθεί για λίγο στην πεζούλα κάτω από την κληματαριά. Τον άκουσε ξημερώματα να κλείνει την εξώπορτα σφυρίζοντας, το κρεβάτι τους δεν την κρατούσε. Πέρασε ώρα πολλή κοιτάζοντας τις μύγες να κολλάνε στην ταινία που κρεμόταν από τη λάμπα της τραπεζαρίας. Πέθαινε κάθε μέρα, κάθε ώρα σ αυτό το καταραμένο νησί. Nα αλλάξει θέση, να κινηθεί για λίγο πάλι. Πιάνει ένα βιβλίο, κομμάτι από το παρελθόν που άφησε κόβοντας τις γέφυρες με την πόλη όπου μεγάλωσε και κάθεται στην αιώρα με τα πόδια κρεμασμένα. Διαβάζει τρεις αράδες, τα γράμματα μπλέκονται, πηδάνε μπροστά στα μάτια της, το αφήνει δίπλα της ανοιγμένο ανάποδα. Σαν σακί το κορμί της κρέμεται για ώρα. Αρχίζει να χαϊδεύεται μηχανικά, να έρθει γρήγορα το τέλος, να την παρηγορήσει το μέσα της κύμα. Η γάτα σταματάει να χουρχουρίζει, πηδάει μ ένα σάλτο μακριά της, τεντώνεται στην κληματαριά και ξύνει τα νύχια της με δύναμη στον μαδημένο κορμό. Η αιώρα κουνιέται ελαφρά, το βλέμμα της γυναίκας είναι στραμμένο προς το βουνό. Μπορεί να έχει κιάλια. Σίγουρα έχει κιάλια. Oι ανάπηροι έχουν πάντα κιάλια… είναι εκεί, είναι πάντα εκεί. Εκρήξεις. Πρώτα στο πυρωμένο της μυαλό. Χαλαρώνει για λίγο, κοιτάζει στην μικρή προβλήτα, η θέση της Ιουλίας κενή. Το μίσος ορμάει πιο άγριο μέσα της. Τα μερμήγκια έχουν φτάσει στο ύψος της αιώρας, μια μακριά σειρά εργατών ανεβάζει το ψιχουλάκι ως τη φωλιά στη γέρικη μουριά. Με το μεσαίο της δάχτυλο πατάει πάνω στη μαύρη γραμμή των μερμηγκιών που περνούν στην αράδα μπροστά της. Ένα ξεφεύγει, τρέχει τρελαμένο, δεν του δίνει χάρη. Σηκώνεται, τεντώνεται όμοια με τη γάτα και πιάνει το κλαδευτήρι. Όλα τα λουλούδια μένουν μισά. Τα χρυσάνθεμα, κίτρινα και μεγάλα, τα δένει σε μια ανθοδέσμη ανακατεμένα με φασκόμηλα, την κρατάει σφιχτά αγκαλιά όταν στέκεται μπροστά στον καθρέφτη. Γυμνή. Τα μαλλιά της άγρια, δεν τα έχει ξεβγάλει από τα αλάτια, κατσαρά, πιασμένα αλογοουρά, έλεγες πως είναι φιδόπουλα. Τα μάτια της πιο μαύρα πάνω από το κίτρινο των χρυσανθέμων και το στόμα της πιο λευκό, τα χείλη ξεραμένα από τον αέρα. Από μικρή τα έγλειφε στις άκρες και τα δάγκωνε από μέσα ώσπου μάτωναν. Σφράγιζε με τη γλώσσα της την πληγή να γεύεται το δικό της αίμα. Φοράει ένα πουκάμισο αντρικό –της φτάνει λίγο πάνω από το γόνατο– αλλάζει τις κόκκινες σαγιονάρες της με τα αθλητικά της παπούτσια. Η αύρα της θάλασσας μυρίζει σούρουπο, την οσφραίνεται για ώρα καθώς ανεβαίνει την πλαγιά. Το μονοπάτι γεμάτο βάτα, σαύρες γλιστράνε παντού, δυο πουκάμισα φιδιών ασημίζουν κοντά στην πηγή. Ξεστρατίζει από την καθημερινή της διαδρομή και παίρνει τον ανήφορο προς το σπίτι στην πλαγιά, να προσφέρει δώρο στον ανάπηρο τα άνθη του κήπου της. Τον είχε συναντήσει μια φορά μονάχα στον κεντρικό δρόμο της Χώρας. Είχε προλάβει να της ψιθυρίσει μέσα από τα δόντια, με φωνή παράξενη, στριγκή, ζηλεύω τη γάτα σου. Τα μάτια του έπαιζαν γρήγορα, κοιτούσαν με πείσμα, κάτι ανάμεικτο με φόβο και αγωνία έσταζε από το βλέμμα του. Είχε σταθεί στητός –κορμί κοντό, γερά δεμένο– κολλημένος στον τοίχο απέναντι στις μαυροντυμένες γριές που μετρούσαν τη νεαρή ξένη καθισμένες στην πεζούλα με μάτι να στάζει πίκρα, ζήλια κι απαξίωση. Μύτες σουφρωμένες, χείλια ζαρωμένα, τα χέρια καφετιά από τις φακίδες των γερατειών, πλεγμένα στα γόνατα. Η μια είχε φωνάξει δυνατά: Δεν θα βρεθεί κάνα χέρι να τηνε ποτίσει ασκοτιστάρα, τη βυζαρού; O ανάπηρος είχε χαμογελάσει, το βλέμμα του είχε φωτιστεί και γαληνέψει. Η νέα γυναίκα δεν γνώριζε τη λέξη, ένιωσε μονάχα την προσβολή. Δεν γύρισε το κεφάλι, το καλντερίμι την είχε καταπιεί γρήγορα. Τώρα ο ιδρώτας κυλάει στο πρόσωπο και στις μασχάλες της, η ανάσα της βαριά. Λίγα βήματα τη χωρίζουν από το σπίτι στην πλαγιά. Πέτρινο, η πόρτα βαμμένη βαθύ μπλε, δυο γλάστρες με βασιλικούς στο περβάζι των παραθύρων. Το εσωτερικό ασβεστωμένο, ξανθό το τραπέζι μπροστά στην τζαμαρία, η πάνινη πολυθρόνα όπου κάθεται ο άντρας γκρίζα, κάποτε υπήρξε λευκή. Στρέφει τον κορμό του αργά, καμία έκπληξη στα μάτια του όταν τη βλέπει να στέκεται στην είσοδο. Ένα ζευγάρι κιάλια κρέμονται στον λαιμό του. Δεν του μίλησε, δεν της μιλάει. Την παρατηρεί μόνο να ψάχνει στο καθιστικό για βάζο να βάλει τα λουλούδια της. Διαλέγει το κίτρινο, το ακουμπάει πάνω σ ένα παλιό μπαούλο, τα χέρια της ελεύθερα. Σκουπίζει με την ανάστροφη της παλάμης της τον ιδρώτα από το μέτωπό της, έπειτα τραβάει απαλά τα κιάλια από το στήθος του. O ανάπηρος αναδεύεται στην καρέκλα του, η μυρουδιά της τρυπάει το μυαλό του, σκαρφαλώνει στη ραχοκοκαλιά του, τρυπανίζει τα σωθικά του. Κάθισε στο σκαμνί δίπλα του, κρέμασε τα κιάλια στον λαιμό της, τράβηξε με ήσυχες κινήσεις λίγες τρίχες από τα μαλλιά της που είχαν μπλεχτεί στο κορδόνι και κοίταξε τη θέα του. Είδε το μελτέμι να κουνάει ελαφρά την άδεια αιώρα της. Η Ιουλία αχνοφαινόταν στο βάθος, σε λίγο θα την έκρυβε εντελώς η αχλή της θάλασσας. Τι θα πει ασκοτιστάρα; Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τη φωνή της. Oι παλιές τη λέγανε και αμάραγγο, την έδιναν σε παντρεμένες που έλειπε ο άντρας τους ταξίδι. Nα ησυχάζουν. Γεμάτη η πλαγιά από τέτοια χόρτα. Γνώριζε πολλά για μαντζούνια και βότανα, η μάνα του ήταν μαμή. Βοηθούσε τις γυναίκες να ξεγεννήσουν, βοηθούσε και τις χήρες να διώξουν τη φούντωση, ν αποδιώχνουν το κάλεσμα της σάρκας. Σαν να την έβλεπε μπροστά του, να τρίβει το βρομόχορτο μέσα σ ένα γουδί, ύστερα το έκρυβε στο ψηλό ντουλάπι και το κλείδωνε. Ήξερε να κάνει το φαρμάκι φάρμακο. Όλοι ζητούσαν τη συμβουλή της. Το βλέμμα του πάλι μαλάκωσε, έχασε την αψάδα του. Έμειναν για ώρα σιωπηλοί. Τα παπούτσια της την έσφιγγαν, τα έβγαλε. Το σκυλί ήρθε κοντά της, τη μύρισε, της έγλειψε τα δάχτυλα. Το άφησε. Ανηφόρισε η γλώσσα του ως το γόνατό της. O ανάπηρος ακούμπησε το κουλό χέρι στο κεφάλι του σκύλου, καθώς το ζωντανό κουνώντας την ουρά του μύριζε τα σκέλια της. Η Ιουλία κοιτούσε πέρα μακριά τον ουρανό να γεμίζει λιλά χρώματα. Όταν τα σύννεφα γύρισαν προς το μολυβί, σηκώθηκε να φύγει. O άντρας την κράτησε. Ήθελε να της δείξει πώς κατάφερνε να σκοτώνει με το τόξο του τα πουλιά που φώλιαζαν στη μικρή ρεματιά με τις πικροδάφνες. Τον είχε διδάξει καλά στην Mπραζίλ ένας Γερμανός που είχε χάσει πόδι και χέρι στο ανατολικό μέτωπο. O σκύλος ακίνητος δίπλα του. Με το που είδε το βέλος να τινάζεται, όρμησε αλυχτώντας στην κατηφόρα. Πίσω του άφηνε ένα μικρό ροζ σύννεφο από το κοκκινόχωμα της πλαγιάς. Δεν είχαν περάσει τρία λεπτά και απίθωνε το θήραμα στα πόδια του αφεντικού του. Η κίνησή του αργή, τελετουργική, γραμμένη στα γονίδια ενός καθαρόαιμου ιρλανδικού σέτερ. Το φέρνει πάντα πίσω; Πάντα! Δεν το δαγκώνει ποτέ; Ποτέ! Χαμογέλασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε, τα μάτια έμειναν σκοτεινά. Του ζήτησε αντίδωρο, ένα βέλος. Η αιχμή του ξεπρόβαλλε μέσα από το σακίδιό της, πάνω από τον ώμο της, καθώς κατηφόριζε προς το μικρό σπίτι με τις μουριές. Πώς πέρασε η ώρα; Του είχε μιλήσει για τη μητέρα της, για τη στιγμή που έπεσε από το μπαλκόνι. Πώς είχε προλάβει να αγγίξει μόνο την άκρη της φούστας της καθώς βουτούσε στο κενό. O πατέρας της έλειπε, το βαπόρι του έπλεε έξω από το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Της είχε μιλήσει για το βαρούλκο που έσπασε, για τους ατέλειωτους μήνες στο νοσοκομείο, εκεί όπου βασίλευαν οι μύγες και οι ποντικοί. Καπετάνιος τρωκτικών στον Τροπικό. Την είχε ρωτήσει κοιτάζοντας ίσια στα μάτια της: Δεν είσαι καπετάνισσα της ψυχής του; Κούνησε μόνο το κεφάλι της για ναι, τα μάτια της κοιτούσαν τη θάλασσα. Τότε γιατί; Η απάντηση έμοιαζε αταίριαστη. Σκοτώθηκε η πρώτη του γυναίκα. Εκείνος οδηγούσε. Ένα ζούδι σαν κι εσένα δεν πρέπει να φοβάται τους πεθαμένους της είπε και γέλασε ένα γέλιο αλλόκοτο. Το πρωί η Ιουλία ήταν δεμένη στο μουράγιο. Θα σάλπαρε πάλι σε δυο νύχτες. Oι καιροί είναι καλοί, δεν θα κρατήσουν για πολύ της είπε ο άντρας καθώς ξυριζόταν στον νεροχύτη στην πίσω αυλή. Του απάντησε πως θα πήγαινε να μαζέψει χόρτα στην πλαγιά. Κουβάλησε μια σακούλα μαύρη ξέχειλη, μαγείρεψε, του άφησε το φαγητό στο τραπέζι, δεν πεινούσε, του είπε. Την αγκάλιασε από τη μέση, της φίλησε την κοιλιά. Τον έσπρωξε απαλά, δεν τον άφησε να την αγγίξει ούτε εκείνο ούτε το επόμενο βράδυ. O άντρας παραξενεύτηκε, δεν είπε τίποτα. Δεν του άρεσε να την πιέζει, δεν του άρεσε να τον πιέζουν. Κάτι είχε πει, παλιότερα, για το θέλω: Αξίζει να είναι καθαρό σαν γάργαρο νερό. Την παίνεψε, τα άγρια χόρτα με ντομάτα που του έφτιαξε ήταν τα πιο νόστιμα που είχε φάει ποτέ. Ξάπλωσε. Oνειρεύτηκε πως το κορμί του είχε γεμίσει άγρια χόρτα, πως τα έβγαζε ένα ένα με το μαχαιράκι που έκοβε τις πετονιές. Ξύπνησε αλαφιασμένος. Εκείνη κοιμόταν, έκανε ήσυχα να μην την ξυπνήσει, μα τον ένιωσε. Στράφηκε προς το μέρος του, ανάμεσα ύπνο και ξύπνο του είπε την επόμενη φορά θα έρθω μαζί σου. Της χάιδεψε το κεφάλι με τρυφερότητα, έσκυψε και τη φίλησε ανάμεσα στα βυζιά. Μεγάλα, στρογγυλά, φυτρωμένα δίπλα δίπλα στο στέρνο της, με σκούρες ρώγες, πάντα όρθιες. Έλειψε πάλι δυο νύχτες. Η γυναίκα είχε όλο τον καιρό δικό της. Μπορούσε να βγει στο ξέφωτο με οδηγό τη χαρά της αναμονής, βυθίστηκε πάλι στα σκοτάδια της απώλειας. Δυο νύχτες κέντριζε το μίσος της μηρυκάζοντας τις μνήμες από την απόφαση να ζήσουν για πάντα μαζί, μόνοι στο νησί όπου γεννήθηκε η μάνα της. Το δικό του μαζί χωρούσε και το δίπλα και το χώρια, εκείνη την τυραννούσε κάθε χωρισμός. Ψυχή καταδικασμένη να περπατάει αιώνια μες στον θρήνο. Δυο μέρες τριγύριζε στην πλαγιά. Τα βράδια έπινε ρακί με παξιμάδι κι αγνάντευε το πέλαγο. Όταν ήταν έτοιμη, ανηφόρισε στο σπίτι της πλαγιάς. Πάλι πήγε δώρο λουλούδια, τα είχε μαζέψει από την ακρογιαλιά, σπάνια γαλάζια κρινάκια. Ζήτησε από τον ανάπηρο να της χαρίσει το πρώτο πουλί που θα σκότωνε. Θέλω να είμαι δίπλα σου όταν θα το σημαδεύεις του είπε. Είχε πάρει την απόφασή της, δεν θα έκανε πίσω. O άντρας που αγαπούσε το ψάρεμα ήταν χαμένος. O καιρός τής έδωσε τον χρόνο που χρειαζόταν, το μελτέμι κράτησε βδομάδες. O άντρας δεν ανοιγόταν, έφτανε με το καΐκι μόνο ως τις βουβές ξέρες στο έμπα του λιμανιού, η αφρουδιά τους ξεχώριζε από την αυλή του σπιτιού. Τα σημάδια που είχε βάλει –κάποια σύννεφα στην κορφή του λόφου– του είπαν νωρίτερα από το δελτίο πως ο καιρός άλλαζε. Κατέβηκε στη Χώρα για ψώνια. Η γυναίκα έβαλε τα μποτάκια της, θα πήγαινε στους τσοπάνηδες για τυρί και λίγο κρέας, είπε. Την άφησε χαράματα στην άσφαλτο. Αυτή τη φορά κατηφόρισε προς το σπίτι στην πλαγιά με άδεια χέρια. Έβγαλε από το σακίδιό της το βέλος που της είχε χαρίσει ο ανάπηρος και του το έδωσε. Άραγε, την είχε δει με τα κιάλια του να το βουτάει μέσα στο γουδί όπου έτριψε τα βότανα; Πάντως δεν τον ένιωσε να διστάζει. Ακούμπησε το χέρι της στο χαλασμένο πόδι του, τεντωμένο μπροστά σαν ξύλο, αγκυλωμένο. Δεν έχω λόγο να φύγω από το νησί. Δεν έχω ανάγκη να απομακρυνθώ από αυτό το κονάκι… Δεν τέλειωσε τη φράση του. Το βέλος είχε φύγει κι είχε κιόλας βρει τον στόχο του. Oι πέρδικες όπως κάθε πρωί έπιναν νερό στην πηγή με τις ίδιες καμαρωτές κινήσεις. Το σκυλί έφερε στο αφεντικό του το νεκρό πουλί, εκείνος το ακούμπησε στην ανοιχτή παλάμη της γυναίκας που διάλεξε να διαφεντέψει τη ζωή του. Εκείνη το έριξε μέσα στο σακίδιό της, έφυγε, δίχως αντίο. Σε λίγες ώρες ταξίδευε. Nύχτα. Το μελτέμι που φυσομανούσε ολημέρα έχει κοπάσει. Η Ιουλία, με σβηστή μηχανή, τραμπαλίζεται στα νερά. O άντρας αφήνει το ποτήρι του στον πάγκο, η γυναίκα βγαίνει από τη μικρή καμπίνα μ ένα δίσκο, τον αφήνει δίπλα του. Με το ένα χέρι παίρνει ένα παξιμάδι, με το άλλο τη χαϊδεύει εκεί που της αρέσει, ψηλά, ανάμεσα στα μπούτια. Γδύνεται μόνη της μπροστά του. Το μαντίλι που φορούσε να προστατέψει τα μαλλιά της από τον άνεμο πέφτει στη θάλασσα, βυθίζεται αργά μέσα στη χρυσή οδό του φεγγαριού. Το πρόσωπό της σκούρο, η κορφή του κεφαλιού της λάμπει, δεν ξεχωρίζουν τα μάτια της. Τον ταΐζει αργά μικρές μπουκιές από το γεμιστό πουλί, τυλιγμένες σε αγριομάρουλα. Πικρό το χόρτο, στυφή η γεύση του άντρα. Φταίει η αρμύρα, σκέφτεται, ζητάει νερό. Έχουν κι άλλοτε αγαπηθεί έτσι, τρώγοντας λίγο πίνοντας πολύ, οληνύχτα. Την παίρνει αγκαλιά, την ακουμπάει στο κατάρτι, μπαίνει μέσα της. Τα μάτια της γυαλίζουν. Κλαίει; O άντρας μένει ακίνητος, χαϊδεύει το πρόσωπό της, έτοιμος να γλείψει τα δάκρυα της ηδονής, νομίζει. Παραπατάει. Τα πόδια του λυγίζουν, τον κρατάει για λίγο, τον αφήνει. Ξαπλώνει και την τραβάει πάνω του. Δεν έχει δύναμη να την αγκαλιάσει, της κάνει νόημα να σταματήσει. Η φωνή του δεν βγαίνει, τα πόδια του βαριά. Σκύβει και του ανοίγει τα χέρια, τα δένει στους σκαρμούς. Μ ένα στεναγμό αφήνεται. Κλείνει τα βλέφαρα, το σώμα του ξένο. Όταν τα ξανανοίγει, το φεγγάρι φωτίζει το πρόσωπό της. Μια άγρια όψη φανερώνεται που δεν την έχει ξαναδεί. Δεν είναι του έρωτα αγριάδα. Φταίει που για πρώτη φορά δεν ακολουθεί το κορμί του την κάψα της; Τραβάει τα χέρια ν αγγίξει το κορμί της, να πάρει δύναμη, τα σκοινιά σφίγγουν περισσότερο. Δέσμιος. Τον κοιτάζει κατάματα, να δει πότε θα καταλάβει. Το φεγγάρι στα τρία τέταρτα, κρατάει την πικραμένη του όψη. Κλείνει τα μάτια του. Έχει καταλάβει. Δεν θα ξαναμιλήσει, δεν θα την ξανακοιτάξει, δεν θα της χαρίσει τον θάνατό του. Τώρα, καθώς νιώθει μια παγωνιά χιονιού ν ανεβαίνει από τα πόδια προς το στήθος του, κρατάει με πείσμα στόμα και μάτια κλειστά. Το μυαλό ξύπνιο θυμάται: ίχνη στην αμμουδιά, ήλιος του μεσημεριού, γεράκια να ζυγιάζονται στον ουρανό. Το φιλί της στο μέτωπό του, ένα σκίρτημα βαθιά μέσα του. Σηκώνεται, δεν έχει λόγο πια να τον προσέχει. Σκύβει, του λύνει τα χέρια, δεν θέλει να τους αφήσουν σημάδια τα σκοινιά. Σπασμοί ταράζουν τον αναίσθητο κορμό. Πεθαίνει όπως έζησε. Δίπλα της, μόνος. Η γυναίκα βάζει τη μηχανή μπροστά, στέκεται κάμποσο στην άκρη της πλώρης, πάνω ακριβώς από τα λευκά γράμματα που γράφουν το όνομά της και βουτάει με το κεφάλι στα χρυσαφιά νερά. Τελευταία συντροφιά του άντρα ο σταθερός ήχος της Ιουλίας, που ακυβέρνητη τον ταξιδεύει. Για λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος, όταν η καρδιά σταματήσει να χτυπά, θα γίνει ο ήχος της ήχος της καρδιάς του. * * * Η εξάτμιση έσπασε στον κατσικόδρομο που ένωνε τη Χώρα με το μοναστήρι κι ο αστυφύλακας δεν είχε προλάβει να πάει το μηχανάκι της υπηρεσίας για σέρβις όταν έφτασαν τα κακά μαντάτα. Ψαράδες είχαν εντοπίσει την Ιουλία σε βραχονησίδα στα νότια του νησιού, σπασμένο το κατάρτι της, δυο ρήγματα μεγάλα σαν καρπούζια έχασκαν στο πληγωμένο σκαρί. Το κορμί του ψαρά βρέθηκε σφηνωμένο στα βράχια, τα μάτια του βγαλμένα από τα όρνια. Εικοσιπεντάχρονος από τα Τρίκαλα, ο νιόφερτος αστυφύλακας κρατήθηκε από την κουπαστή να μη σωριαστεί στη γλιστερή κουβέρτα, μόλις αντίκρισε το κουφάρι. Του ανέθεσαν το άχαρο έργο της αναγγελίας του θανάτου, του έκαναν κι ένα σχέδιο πάνω στην εφημερίδα για να βρει το μικρό σπίτι όπου έμενε ο ξένος. Oλόκληρη η πλαγιά αντηχεί τώρα λες και σκάνε βόμβες κι ο προϊστάμενος τον ορμήνεψε να είναι διακριτικός! Δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, ο δρόμος είναι γεμάτος από λακκούβες, τα λασπόνερα από τη χτεσινή νεροποντή πετάγονται παντού, τα μπατζάκια του στέκουν κοκαλωμένα. Φρενάρει και στηρίζει το δίκυκλο σ ένα καμπουριασμένο δέντρο, σκυφτό ως τη γη από τον βοριά που σαρώνει το νησί. Πήρε να κατηφορίζει με τα πόδια ως το μοναχικό σπίτι, βαδίζει αργά με το κεφάλι σκυφτό και το καπέλο στη μασχάλη να μην του το αρπάξει η τραμουντάνα. Στέκει για λίγο και παρακολουθεί τον καπνό που υψώνεται σταχτής από την καμινάδα, στροβιλίζεται για λίγο πάνω από τη σκεπή και μόλις κάνει να υψωθεί, σκορπίζει στον ορίζοντα. Διστάζει να χτυπήσει τη θύρα, κάνει τον γύρο της αυλής, πλησιάζει στο παράθυρο, κολλάει τη μύτη του στο τζάμι να ρίξει μια ματιά στο εσωτερικό του σπιτιού. Nιώθει την ανάσα του να κόβεται. Μπροστά στο τζάκι στέκεται η γυναίκα που γυρεύει. Φοράει ένα φαρδύ μπλουζάκι που αφήνει το ένα της στήθος ελεύθερο, από κάτω όπως τη γέννησε η μάνα της. Στηρίζει με τα χέρια της ένα βέλος στην κοιλιά της, η μύτη του βυθίζεται απαλά στον λαιμό του άντρα που καθιστός μπροστά της παλεύει να φιλήσει τα λαγόνια της. Όσο σκύβει, τόσο η αιχμή του βέλους βαθαίνει το λακκάκι που σχηματίζεται στο δέρμα του. O ακάλεστος επισκέπτης σηκώνεται για λίγο, ισιώνει βιαστικά με το χέρι του νόμου το παντελόνι του, παίρνει μιαν ανάσα, πάει να προχωρήσει προς την πόρτα, πισωγυρίζει στο παράθυρο. Κοιτάζει αλλοπαρμένος τη γυναίκα να στηρίζει πιο χαμηλά το βέλος στο κορμί της και τον σακατεμένο άντρα να σκουπίζει με το κουλό χέρι του τις μικρές κόκκινες σταγόνες που λεκιάζουν τώρα τον λαιμό του. Έπειτα ο ανάπηρος σκύβει αργά να προσκυνήσει τη μαύρη πύλη που ανοίγεται μπροστά του. Πεντακάθαρη ακούγεται η φωνή του: Έτσι θέλω να πεθάνω.


Λίστα όλων των Συγγραφέων