Συγγραφέας του μήνα

Βαγγέλης Μπέκας

O Βαγγέλης Μπέκας γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1976. To 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα Tο 13o υπόγειο, ενώ το 2011 ακολούθησε το μυθιστόρημα Φετίχ, και τα δύο από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Το τρίτο του μυθιστόρημα Οι αισιόδοξοι κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Σπούδασε Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης στο Πολυτεχνείο Κρήτης και στη συνέχεια Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Δραστηριοποιείται στην καλλιτεχνική ομάδα Barouak, η οποία ασχολείται με την παραγωγή βιντεοποιημάτων και άλλων οπτικοακουστικών project.



Βαγγέλης Μπέκας, «Οι αισιόδοξοι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013 (απόσπασμα)


Με τα σαλόνια και τα πολυτελή αυτοκίνητα ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, έκανα βόλτες στο περιθώριο της ζωής με τη μηχανή μου. Έπινα πάρα πολύ για να οδηγώ μηχανή, δεξαμενές αλκοόλ στέρεψαν στα χείλη μου, αλλά τώρα πια κομμένο μαχαίρι.
Όλα ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’90 που ήμουν νέος με όνειρα και το τείχος του Βερολίνου είχε επιτέλους γκρεμιστεί. Δεν κινδυνεύαμε πια να δούμε πυρηνικό μανιτάρι. Και ήρθαν τα χρόνια που έγινε η Δευτέρα Παρουσία του Ζορμπά, ναι, ο Ζορμπάς ξαναγεννήθηκε και γλεντούσαμε μαζί στα πάντα γεμάτα αθηναϊκά ξενυχτάδικα, τα αμέτρητα κλαμπ, μπαρ και σκυλάδικα της πόλης.
Κάπως έτσι έμπλεξα με το ρεπορτάζ των υπονόμων. Ξεκίνησα να γράφω σε περιοδικά για όλα εκείνα που συνέβαιναν στην πόλη αργά, πολύ αργά, στα κρυφά· μακριά απ’ τα αυστηρά βλέμματα των ψηφοφόρων του Παπαθεμελή. Έκλεβα λόγια απ’ τους αλήτες της νύχτας, τους μετανάστες, τις πόρνες, τους τραβεστί και τους ναρκομανείς· όλους εκείνους που λοξοδρόμησαν.
Έπειτα τ’ ακουμπούσα στο χαρτί και τα ζούσαν μαζί και οι αναγνώστες των σκοτεινών μου άρθρων, που δεν ήταν πολλοί, αλλά ήταν πιστοί. Γιατί τα άρθρα μου δεν ήταν σαν εκείνα των λαϊφστάιλ περιοδικών. Έκαναν το ιλουστρασιόν χαρτί να χάνει τη λάμψη του.
Βέβαια, δεν μπορούσα να ζήσω μόνο απ’ αυτά, έγραφα κι άλλα, με ψευδώνυμο· κάπως σαχλά, το παραδέχομαι. Άλλωστε εγώ ποτέ δεν το ’παιξα αντάρτης. Το επαναστατικό μου ένστικτο ήταν από πάντα νεκρό, αγέννητο. Κι ας μεγάλωσα σ’ εκείνη τη γειτονιά, τα Εξάρχεια, που αραδιάζει μύθους εξέγερσης στην άσφαλτο, όπως οι κινέζοι δράκοι ξερνούν τις φλόγες.
Τους συμπαθώ λίγο τους αναρχικούς. Όλο και λιγότερο βέβαια, τα Εξάρχεια έχουν αρχίσει να με κουράζουν. Εξάλλου αυτοί δεν συμπαθούν τους δημοσιογράφους, γιατί εγώ να κρατώ ακόμα τη λευκή σημαία; Με τη μητέρα Τερέζα δεν έχω την παραμικρή συγγένεια.
Αν και οι αναρχικοί δεν είναι όλοι το ίδιο, δεν είναι όλοι φετιχιστές με τη βία, δεν πετούν μολότοφ όλοι οι αναρχικοί. Αλλά μήπως όλοι οι δημοσιογράφοι είναι ίδιοι; Δεν βάζω γραβάτα και κουστούμι, δεν βγαίνω στο γυαλί. Τζιν και μαύρο παλτό φοράω και οδηγώ τη μηχανή μου στα όρια, αναζητώντας ιστορίες από την άλλη πλευρά της πόλης.
Ήμουν για πολλά χρόνια ένας αιρετικός πιστός του Επίκουρου, κακός πιστός, σε τίποτα δεν είχα μέτρο. Ούτε στη δουλειά ούτε στο ποτό ούτε στην κραιπάλη. Κι ας φώναζαν τα αρχαία μάρμαρα γύρω μου, και τα βιβλία, γιατί μ’ άρεσε, και μ’ αρέσει το διάβασμα, ειδικά ό,τι έχει να κάνει με την Ιστορία· ναι, οι αρχαίες ιστορίες το έλεγαν ξεκάθαρα πως, αν δεν έχεις μέτρο, θα ’ρθει μια μέρα που θα ξυπνήσει η Άτη κι έπειτα θα έρθει η Νέμεσις και θα σου πάρει το κεφάλι. Που ήρθε.
Παρ’ όλα αυτά, για ένα λόγο παράξενο, σχεδόν αδιανόητο, την εποχή που ξεκίνησαν τα γεγονότα που θα σας διηγηθώ κάτι πολύ βαθιά μέσα μου με έκανε να παραμένω αισιόδοξος.
Γιατί η ζωή είναι μόνο μία φορά, κι αν κάποιος τοίχος σού κλείνει το δρόμο, δεν ήρθε δα και το τέλος. Μπορείς να πας αριστερά ή δεξιά, να σκαρφαλώσεις ή να σκάψεις. Αυτός ήμουν πλέον εγώ, ο νέος Δημήτρης. Ο Δημήτρης που είχε να βάλει στο στόμα αλκοόλ ένα εξάμηνο και μες στο χαλασμό παρέμενα αισιόδοξος.




Λίστα όλων των Συγγραφέων