Συγγραφέας του μήνα

Σωτήρης Δημητρίου (Μάρτιος 2007)

Βιογραφικό σημείωμα συγγραφέα - εργογραφία στα ελληνικά

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 στη Θεσπρωτία.
Διηγήματά του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και στο θέατρο και έχουν περιληφθεί σε ξενόγλωσσες ανθολογίες ελληνικού διηγήματος.

Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Ψηλαφήσεις», τις συλλογές διηγημάτων «Ντιάλιθ? ιμ, Χριστάκη» (Ύψιλον 1989),
«Ένα παιδί απ? τη Θεσσαλονίκη» (Κέδρος 1989)
«Η φλέβα του λαιμού» (Εκδόσεις Πατάκη, 1998)
«Η βραδυπορία του καλού» (Εκδόσεις Πατάκη, 2001)
και το μυθιστόρημα «Ν? ακούω καλά τ? όνομά σου» (Κέδρος 1993).
Το 2005 κυκλοφόρησε επίσης, από τις Εκδόσεις Πατάκη το αφήγημά του «Τα οπωροφόρα της Αθήνας»

Το διήγημα που ακολουθεί, το έγραψε ο Σωτήρης Δημητρίου, μετά από πρόσκληση της Αυστριακής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αφορμή την Ημέρα της Ευρώπης


Μy personal war

Πήρε τους δρόμους του Νότου. Όλη η ζωή της, όλες οι προσδοκίες της για την αγάπη ήταν εκείνο το καλοκαιρινό ταξίδι. Πότε προς την Τουρκία, πότε προς την Ελλάδα, πότε προς την Πορτογαλλία. Μόνιμο εξάρτημα πάνω της ένα μαγνητοφωνάκι που μάθαινε τις γλώσσες. Πέρασε η πρώτη νιότη της, κόντευε να περάσει και η δεύτερη κι ακόμα την αναζητούσε. Αυτό το καλοκαίρι βρέθηκε στην Βάρκιζα. Αδιαφορούσε παντελώς γι? αυτές τις χώρες. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ένα ξενοδοχείο πλάι στην θάλασσα. Καθόλου δεν έμοιαζε για Boρειοευρωπαία. Μέτριο ανάστημα, με έντονα μελαψό δέρμα. Ίσως το όνομά της ? Αζερίν ? κάτι να υποδήλωνε για την μακρινή καταγωγή της. Μάλλον νόστιμη. Προσέδιδε στην νοστιμιά της μια αξιοπρεπής λύπη. Νοσοκόμα που εκτός ωραρίου περιέθαλπε κατάκοιτους ηλικιωμένους. Καίτοι είχε μόνιμη επαφή με τηv αρρώστια, δεν έγινε πιο ελευθεριάζουσα. Ίσως μάλλον γι? αυτό προέκρινε την αγάπη. Της είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ή την αγάπη ή τίποτα. Ένιωθε κιόλας πως χωρίς την αγάπη και στο πιο λαμπερό σώμα καραδοκεί η απέχθεια.

Στην αμμουδιά καθόταν με κάποια μορφή ετοιμότητος, δεν φορούσε γυαλιά ηλίου και κοιτούσε καλοσυνάτα τους διερχομένους. Η μοίρα οδήγησε στον δρόμο της έναν άνθρωπο που αλλού τον πήγαινε η ζωή του. Ήταν απ? τους λίγους που ήταν κανονικά ντυμένος στην πλαζ. Παντελόνι και πουκάμισο κάπως παλαιομοδίτικα. Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν ο βαρύς, άσκοπος βηματισμός του. Φαινόταν άνθρωπος ρέμπελος και παραδομένος. Ποιος ξέρει πόσους ανοιχτούς λογαριασμούς θα ?χε με το παρελθόν, γιατί το πρόσωπό του απέπνεε μόνιμη ανήσυχία. Όχι ότι κι αυτόν δεν τον δελέαζε η θαλπωρή της αγάπης, αλλά εδώ κλωτσούσαν οι φίλοι του από την ραθυμία του και την παραίτησή του, θα τον αγαπούσε μια γυναίκα; Και ποια γυναίκα είναι απαλλαγμένη από το φυσικό και κοινωνικό κράμα που συνδέει την αγάπη με την ωφέλεια;

Πέρασε δύο ? τρεις φορές από μπροστά της. «Πολύ ωραία» του λέει κάποια στιγμή και με το χέρι της έδειξε την θάλασσα και τον ουρανό. Με το που κάθισε πλάι της αμέσως ένιωσε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά αχνόφεγγε μέσα της η ελπίδα. Ποιος ξέρει. Βιάστηκε να παρουσιαστεί. Του είπε πως μια φορά στο αεροδρόμιο οι αστυνομικοί την κράτησαν περισσότερο γιατί την πέρασαν για Λίβυα. Αλλά αυτή βέβαια ήταν Γερμανίδα. Κομπρί; Του τόνισε ότι οι γερμανοί, παρ? ότι λέγεται, είναι θεμοί άνθρωποι. Τί; την ρώτησε. Θεμοί άνθρωποι πώς το λένε, σαν τον ήλιο γουόρμ.
Θερμοί άνθρωποι της λέει και ένευσε χαρούμενη.

Κομπρί; του ?λεγε μετά από κάθε κουβέντα της γελώντας. Κινούσε με χάρη το κεφάλι της, μια θάλασσα οι κυματισμοί στα μάτια της. Όταν σηκώθηκαν να περπατήσουν της έτεινε το χέρι. Αυτή δεν σταθεροποιήθηκε, βούλιαξε στο ένα της πόδι και επιχείρησε να την κρατήσει. Γελώντας τον εμπόδισε και συνέχισε. Το κορίτσι χώλαινε. Την κοίταξε αιφνιδιασμένος « Μάι πέρσοναλ γουόρ» του λέει χωρίς να επεκταθεί. Στην άκρη της αμμουδιάς αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Αμέσως αυτός έκρυψε το πρόσωπό του στον λαιμό της και δεν την ξαναφίλησε. Έδωσαν ραντεβού το ίδιο βράδυ στην Αθήνα. Στην Πλατεία Συντάγματος μπροστά στους Ευζώνους. Καθώς χώριζαν, έστρεψε πάλι να δει τα νώτα της. Να δει αυτόν τον στρεβλό κυματισμό που δημιουργούσε η χωλότητα.

Το δειλινό στο ταξί το κορίτσι ήταν σκεφτικό. Ο ταξιτζής ένας σβέλτος στις ευκαιρίες τριαντάρης, της μιλούσε και ανίχνευε στα πεζοδρόμια, έκανε επιδέξιους ελιγμούς. Σταμάτησε και πήρε ένα ζευγάρι. Όσο ανηφόριζαν την Συγγρού, τόσο πιο αργά κινιόταν. Στο FΙΧ κόλλησαν για τα καλά. Ο οδηγός έβριζε. «Καμιά πορεία έχουν πάλι». Σε ολόκληρη την πλευρά του εναπομείναντος FΙΧ ήταν αναρτημένο ένα πανό που διαφήμιζε τερατώδη αθλητικά έργα. Κάτι τεράστια παιδάκια έλεγαν: «Η δική μου Ελλάδα έχει μεγάλη ψυχή». Στην γωνία του Ζαππείου το ταξί έκανε αναγκαστική πορεία δεξιά και οι επιβάτες του κατέβηκαν. Ήδη τα λεωφορεία άδειαζαν κόσμο. Πραγματικά στο έρημο απο αυτοκίνητα Σύνταγμα ακουγόταν αχολοή από μια πορεία που ανέβαινε την Πανεπιστημίου. Διάφορα κορίτσια περπατούσαν αγέρωχα, προσβλητικά. Ήταν αξιοθαύμαστο το πως τόνιζαν με το ντύσιμό τους τα φυσικά χαρίσματά τους. Και οι πιο ελκυστικές όμως ήξεραν ότι ο πόθος του άντρα κρατάει λίγο. Ας στόλιζαν, ας μεριμνούσαν εξ αυτού του λόγου για το σώμα τους, στην αγάπη τις οδηγούσαν τα βήματά τους. Και προσπαθούσαν κυρίως με τα χαρίσματα των προσώπων τους να κάνουν τον πόθο πιο υποκειμενικό, πιο προσωπικό και μόνιμο. Ένιωθαν κι αυτές όπως η Αζερίν ότι μόνον η αγάπη θα αδιαφορούσε για την ηδονή, ίσως μόνον η αγάπη θα δημιουργούσε περίπου μόνιμες προυποθέσεις ηδονής. Μόνον η αγάπη θα περιέβαλε την ηδονή με φως.

Πολλοί διαβάτες είχαν αλαφιασμένα και απειλητικά βλέμματα που πάντως δεν εστρέφοντο εναντίον της, ούτε και σε άλλους διερχομένους. Αντιθέτως τα βήματά τους ήταν προσεχτικά καθώς την προσπερνούσαν. Ακατάπαυστα βήματα των ανθρώπων. Γόνατα, κνήμες, τένοντες που αγόγγυστα τα χαράζετε ολοζωής. Κάθε διαβάτης στον μοναχικό δρόμο του, με την έγνοια για τους άλλους διαβάτες να τρεμοσβήνει σαν σωμένο καντίλι.

Είχαν ανάψει τα πρώτα κίτρινα λαμπιόνια και φυσούσε σάπιος νοτιάς. Μια κομπανία σκυλιών είχαν κυκλώσει ένα παπάκι που οδηγούσε ένα κορίτσι και το δάγκωναν στα πόδια. Περίμενε ώρες μπροστά στην Βουλή πλάι στο κουβούκλιο με το Εύζωνα. Αυτός δεν ήρθε. Αργά το βράδυ το κορίτσι στάθηκε στο πεζοδρόμιο και έψαχνε για ταξί. Βάκιζα, Βάκιζα, έλεγε. Μερικοί ταξιτζήδες της έδειχναν στο αντίθετο ρεύμα. Τελικά ένα ζευγάρι αστυνομικών ? κορίτσι και αγόρι ? την καθοδήγησαν. ?ναψε το πράσινο και διέσχισε τον δρόμο προς την νησίδα. Τα μηχανάκια είχαν καταλάβει όλον τον διαγραμμισμένο για τους πεζούς χώρο. ?λλα έμπαιναν σφήνα στα κενά μέρη. Ελισσόταν δύσκολα τρομαγμένη. Οι δικυκλιστές την κοιτούσαν βλοσυροί, με απάθεια. Στην νησίδα είδε τον δρόμο για απέναντι ελεύθερο. Τον διέσχισε. Μαζί της πέρασε και μια ηλικιωμένη, περιποιημένη γυναίκα. Έφτασε στη μέση του οδοστρώματος και τότε άκουσε ένα φοβερό βουητό από ένα λυσσασμένο σμάρι αυτοκινήτων που ερχόταν καταπάνω τους. Ένα αυτοκίνητο με νεαρούς παρέκαμψε ελάχιστα την άλλη γυναίκα και συγχρόνως την γιουχάισαν. Έκανε τρομερή εντύπωση η αναντιστοιχία των λόγων της και του παρουσιαστικού της. Η Αζερίν σήκωσε τα χέρια ψηλά. Ένας ταξιτζής που την είχε δει από μακριά, πέρασε με ταχύτητα πλάι της. «που πας μωρή ζυγαριά», φώναξε. Μια γυναίκα οδηγός του γέλασε κολακευτικά.

Έφτασαν τελικά στην άκρη χέρι ? χέρι με την ηλικωμένη γυναίκα. Της είχε συμβεί κι άλλοτε. Καμιά φορά μύριζε την ανάσα της. Της ήρθε μια άσχημη μυρουδιά. Ήξερε ότι δεν ήταν απ? το στόμα της, αλλά απ? τα σωθικά της.


Σωτήρης Δημητρίου


Λίστα όλων των Συγγραφέων