Συγγραφέας του μήνα

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (Μάιος 2007)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ-ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκε στις Σέρρες, 4 Ιουλίου του 1967. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή της Αθήνας και τη Δραματική Σχολή Βεάκη. Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός σε παραστάσεις των Μίνωος Βολανάκη, Τάσου Μπαντή, Θεόδωρου Τερζόπουλου, Πέπης Οικονομοπούλου, Σταμάτη Φασουλή, κα.

Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Οι τέσσερις τοίχοι και Ο φιλοξενούμενος και τη συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες (εκδόσεις Το Ροδακιό). Επίσης το θεατρικό αφήγημα Μεταμφίεση (εκδόσεις Ιανός). Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά έχοντας αποσπάσει ιδιαίτερα ευνοϊκές κριτικές (El Pais, Le Monde, Le Figaro Litteraire, Gazzetta di Parma, La Repubblica, The Guardian, Independent ).

Τιμήθηκε με το «Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου» του περιοδικού Διαβάζω (2000) και, μαζί με το μεταφραστή του Michel Volkovitch, μοιράστηκε το γαλλικό βραβείο ?Laure Bataillon? (καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς) για το μυθιστόρημα Οι Τέσσερις Τοίχοι, το οποίο ήταν υποψήφιο και για το λογοτεχνικό Βραβείο Balkanika (2003) καθώς και για το βρεττανικό Independent Foreign Fiction Prize (2007).

Κατοικεί στην Αθήνα, στην ?νω Πεύκη.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ:

ΙΤΑΛΙΚΑ: Il miele degli angeli (Crocetti, 2003)
L? ospite (Crocetti, 2007, υπό έκδοσιν)

ΓΑΛΛΙΚΑ: Le miel des anges (Albin Michel, 2004)

ΑΓΓΛΙΚΑ: Four Walls (Marion Boyars, 2006)
Stolen Time (Marion Boyars, 2007)

ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Las cuatro paredes (Tropismos, 2004)
La miel de los angeles ( Tropismos - Puzzle, 2006)
El invitado (Tropismos, 2007, υπό έκδοσιν)

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης γράφει:

Μια ερώτηση που ακούν συχνά οι συγγραφείς είναι αν το υλικό που χρησιμοποιούν στα βιβλία τους προέρχεται από πραγματικές καταστάσεις που έχουν βιώσει ή αν αποτελεί προϊόν της φαντασίας. Όταν κάνουν, λοιπόν, και σ? εμένα αυτή την ερώτηση λέω πάντα ότι εκείνο που με γοητεύει περισσότερο στο γράψιμο είναι η απελευθέρωση της δημιουργικότητας μου, η ικανοποίηση της ανάγκης μου να «κατασκευάζω» έργα, παρά η λύτρωση που προσφέρει μια εξομολόγηση ή ο στοχασμός πάνω σε ορισμένα αληθινά γεγονότα. Η απάντηση μου είναι λοιπόν ότι, όσον αφορά το πλάσιμο των ιστοριών, δουλεύω σχεδόν αποκλειστικά με τη φαντασία και όχι με το βίωμα, άσχετα αν και η φαντασία ντύνεται με την προσωπική μου ματιά και σκέψη, φέροντας έτσι ?μοιραία και αναγκαστικά? ένα κομμάτι του πραγματικού μου εαυτού.

Μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις, όπου χρησιμοποίησα σαν αφορμή αφήγησης ένα αληθινό περιστατικό από τη ζωή μου, υπήρξε το διήγημα Η μυστική ρίζα (πρώτη, ουσιαστικά, πεζογραφική μου απόπειρα μιας και γράφτηκε πριν κι από το πρώτο μου βιβλίο Οι τέσσερις τοίχοι) -που ανήκει πια στη συλλογή διηγημάτων Φυσικές Ιστορίες. Το περιστατικό είχε να κάνει με το θάψιμο ενός βιβλίου.

Ίσως επειδή είναι το πρώτο μου γραφτό, ίσως επειδή μου θυμίζει ένα πολύ παλιό, ξεχασμένο, μπορεί, πια κομμάτι του εαυτού μου, είναι ετούτο ένα κείμενο που αγαπώ πολύ και θα ήθελα να παραθέσω εδώ, στη φιλόξενη σελίδα της Βιβλιοθήκης Σερρών, δυο αποσπάσματα.


Η επιλογή του βιβλίου, γιατί βιβλίο θα ήταν το εκλεκτό αντικείμενο για την αποστολή, δεν ήταν απλή υπόθεση, το αντίθετο μάλιστα. Χρειάστηκε λοιπόν να μείνει αρκετή ώρα όρθιος μπροστά στην ψηλή βιβλιοθήκη ώσπου να αποφασίσει. Τα δάχτυλά του, αφού κύλησαν πολλές φορές από βιβλίο σε βιβλίο, σταμάτησαν στην κοντή γαλάζια ράχη ενός παιδικού ξενόγλωσσου μυθιστορήματος. Το τράβηξε λίγο έξω από τη στοιχισμένη σειρά και πριν το κατεβάσει, το άφησε για μια στιγμή εκεί, να προεξέχει ελαφρά, χωρίς να έχει αποχωριστεί εντελώς τη γραμμή του, σαν στρατιώτης που κάνει ένα βήμα μπροστά για να αναφέρει. Προσπάθησε να φέρει στο νου του την εικόνα στο εξώφυλλο προτού την δει? μετά το πήρε στα χέρια του. Ναι, θυμόταν σωστά. Μια νεαρή κυρία που παίζει πιάνο. Μ? ένα πράσινο γιαλιστερό φόρεμα χωρίς μανίκια, γάντια άσπρα που φτάναν μέχρι πάνω απ? τον αγκώνα και μια κίτρινη κορδέλλα να συγκρατεί κάποια απ? τα μαύρα μακριά μαλλιά. Και το βλέμμα όχι στα πλήκτρα μα να κοιτάζει ίσα στα μάτια τον ζωγράφο της εικόνας της, όπως και τον μελλοντικό αναγνώστη.
Σα μέγεθος το βρήκε κατάλληλο. Οι διαστάσεις του μάλλον μικρές, όχι όμως να πεις ότι δεν είχε μια υπόσταση σαν αντικείμενο. Και ένα άλλο κύριο προσόν: οι μνήμες που κουβαλούσαν όλα τα ασπρόμαυρα σχέδια στο εσωτερικό, σχέδια που ζωντανεύαν όχι μόνο τις περιγραφές του κειμένου αλλά και την παιδική, κάποτε, φαντασία του. Ένιωσε ικανοποιημένος. Το αντικείμενο είχε βρεθεί.

Ο Μάνθος, που στην πραγματικότητα το όνομά του δεν ήταν Μάνθος αλλά Ανθός -ένα αυτοσχέδιο αρσενικό του ονόματος Ανθή, του ονόματος της γιαγιάς του που είχε πεθάνει λίγες ώρες μετά τη γέννησή του- ο Μάνθος λοιπόν ή Ανθός κληρονόμησε πέρα από τ? όνομα και πολλές άλλες από τις συνήθειες εκείνης της γιαγιάς, κάτι που ο ίδιος δεν καταλάβαινε μα που όλοι οι άλλοι επισημαίναν διαρκώς σε μικρές ασυναίσθητες κινήσεις του ή ασήμαντες καθημερινές πράξεις, (όπως ας πούμε όταν έκοβε τα νύχια του με το ψαλίδι του κλαδέματος, ή το ότι προτιμούσε να τρώει με πηρούνι ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος έτρωγε με κουτάλι), αλλά και σε σοβαρότερα χαρακτηριστικά όπως ο ελαφρύς στραβισμός ή κάποιες σπάνιες κρίσεις υπνοβασίας. Πολλά χρόνια αργότερα θα ανακάλυπτε την έλξη που του ασκούσε μια άλλη συνήθεια, κληρονομιά κι αυτή από τη γιαγιά του, η πιο ιδιαίτερη και ακατανόητη συνήθεια που είχε αναπτύξει στα ογδόντα χρόνια της ζωής της. Το θάψιμο πραγμάτων.
Η Ανθή κάθε φορά που ήθελε να κρύψει κάτι, είτε ήταν το κλειδί ενός συρταριού, είτε ένα παλιό ενθύμιο, ακόμα και λεφτά ή τα χαρτιά για τη σύνταξή της, αντί να εφευρίσκει κρυψώνες μέσα στο σπίτι, έβγαινε στον κήπο και τα έθαβε. Κι όχι μόνο στον κήπο του σπιτιού της, αλλά και στης εκκλησίας, ακόμα ακόμα και στου νεκροταφείου, σε ορισμένες κάποτε εξαιρετικές περιπτώσεις. Είχε ένα μικρό φτυάρι ειδικά γι? αυτή τη δουλειά. Έσκαβε στο έδαφος τρύπες και έθαβε όσα δεν ήθελε -ή δεν έπρεπε- να πέσουν στα χέρια κανενός. Διάλεγε ώρες που δεν θα την έπαιρνε είδηση κανείς. Νύχτες ή ξημερώματα που οι άλλοι κοιμούνταν, μα και ορισμένες σταθερές μέρες κάθε χρόνο, Μεγάλη Πέμπτη για παράδειγμα όταν όλοι άκουγαν τα Δώδεκα Ευαγγέλια ή Καθαρή Δευτέρα που έλειπαν στις εξοχές.
Η φύση του κάθε αντικειμένου, που προοριζόταν για θάψιμο, καθόριζε και τον τρόπο που προηγουμένως θα συσκευαζόταν. Όπως φυσικά και ο χρόνος που θα παρέμενε στα σκοτάδια της γης. Τα μεταλλικά αντικείμενα, όταν μάλιστα κρύβονταν μόνο για προσωρινά, θάβονταν ως είχαν. Τα ευπαθέστερα τυλίγονταν σε πανιά και μουσαμάδες, και τα πολύ ευαίσθητα (έγγραφα, γράμματα, ξερά λουλούδια), έμπαιναν πρώτα σε κουτιά που κατόπιν αλείφονταν με πίσσα για πλήρη στεγανοποίηση.
Την παραξενιά της αυτή δεν την γνώριζε κανένας. Εκτός μόνο από μία μακρινή εξαδέλφη της που εμφανίστηκε μια μέρα απροειδοποίητα μες στο μεσημέρι και την έπιασε να σκάβει με το μικρό φτυάρι. Ήταν μια ώρα που στο σπίτι δεν βρισκόταν κανείς και η Ανθή βρήκε την ευκαιρία όχι να θάψει αλλά να ξεθάψει κάτι, ένα παλιό παιδικό δαχτυλίδι που το προόριζε δώρο για ένα βαφτιστήρι της. Με απορία την είδε η εξαδέλφη να βγάζει απ? τα χώματα ένα σκουριασμένο κουτάκι από παστίλιες, να το ανοίγει και να παίρνει από κειμέσα κάτι, που αμέσως βάλθηκε να χουχουλίζει και να το τρίβει στο μανίκι της για να γυαλίσει. Την είχε τσακώσει στα πράσα. Δεν γινόταν να αρνηθεί αυτό που η άλλη είδε με τα μάτια της. Θέλοντας και μη της αποκάλυψε το μυστικό της αφού την όρκισε πρώτα να μην πει τίποτε πουθενά.
Κι η αλήθεια είναι ότι η εξαδέλφη κράτησε τον όρκο της και δεν μίλησε ποτέ, τουλάχιστον όσο ζούσε η Ανθή. Όταν όμως εκείνη πέθανε, λίγο μετά τη γέννηση του εγγονού της, και ήρθε η δική της σειρά τώρα να την παραχώσουν στην αγκαλιά της γης, η εξαδέλφη ένιωσε κατα κάποιο τρόπο αποδεσμευμένη, κάτι περισσότερο μάλιστα, ένιωσε υποχρεωμένη να ανοίξει το στόμα της και να ενημερώσει την οικογένεια. Έπιασε τον πατέρα του Μάνθου και του τα είπε χαρτί και καλαμάρι: πώς κατέφθασε τότε εκείνη τη μέρα αναπάντεχα, πώς βρήκε τη συγχωρεμένη γονατιστή μπροστά στην τρύπα, πώς την πήρε μέσα και της τα ομολόγησε όλα. Όσα αυτοί που ζούσαν μαζί της δεν αντιλήφθηκαν ποτέ.
?Κι ούτε μου πέφτει εμένα λόγος να τα πω αφού εκείνη δεν ήθελε να ξέρουν οι άλλοι, είναι μήνες όμως τώρα που σκεφτόμουνα ότι αν, δεν ξέρω κιόλας, λέω αν, αν είχε κρυμμένα στον κήπο τίποτε αξίας πράματα, δε θά `τανε αμαρτία να τα φάει το χώμα;?
Ο πατέρας του Μάνθου δεν πήρε το μικρό φτυάρι αλλά τη μεγάλη τσάπα. ?ρχισε να σκάβει σε κάθε γωνιά του κήπου που θεώρησε ύποπτη, γύρω στη βάση του κορμού των δέντρων, δίπλα και μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούσαν στην κουζίνα, στις τέσσερις γωνίες του κτήματος. Η δραστηριοποίηση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη απ? το άγρυπνο μάτι του γείτονα, του ?μοχθηρού φαρμακοτρίφτη?, όπως τον αποκαλούσε η Ανθή, που εχθρευόταν την οικογένεια του Μάνθου εδώ και αμνημόνευτα χρόνια επειδή -καθως ισχυριζόταν- του είχαν καταπατήσει μερικά εκατοστόμετρα οικοπέδου. Αφού λοιπόν παρακολούθησε για αρκετές μέρες όλη την αναστάτωση, (κάτι εξάλλου που έκανε διαρκώς, είχε πάντα καρφωμένο το μάτι του δίπλα), κι αφού βεβαιώθηκε πως το σκάψιμο εκείνο δεν ήταν ένα συνηθισμένο σκάψιμο, για το φύτεμα, φερ? ειπείν, κρεμμυδιών ή την εκρίζωση της αγριάδας, αλλά ένα σκάψιμο με κάποιο σκοπό απώτερο και -γιατί όχι- σκοτεινό, έσπευσε να ειδοποιήσει την αστυνομία. Και να καταγγείλλει πως στο διπλανό κτήμα γίνεται ?επιχείρηση λαθρανασκαφής για ανεύρεση αρχαιοτήτων?. Τα μόνα, ωστόσο, ευρήματα που η σκαπάνη είχε φέρει στο φως δεν ήταν άλλα από τα παρακάτω:
Πρώτον, ένα κουτί τυλιγμένο σε καραβόπανο? είχε βρεθεί στις ρίζες μιας αναρριχόμενης άσπρης τριανταφυλλιάς και περιείχε: Τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της Ανθής, του παπού Μενέλαου. Τους φακούς από ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας. Τρία μανικετόκουμπα. Δυο γράμματα τρυφερών εξομολογήσεων -ο αποστολέας των οποίων ήταν άλλος από τον αναγραφόμενο στην ληξαρχιή πράξη θανάτου. Ένα κλειδάκι, Κύριος οίδε για ποια κλειδαριά. Μια φωτογραφία ενός άγνωστου άντρα με στολή (ένα προσεχτικό μάτι θα παρατηρούσε ότι τα τρία μανικετόκουμπα μπορούσαν να ανήκουν στη στολή αυτή). Έναν σταυρό ασημένιο με χαραγμένο στο κέντρο του ένα κεφαλαίο ?Φ?.
Δεύτερον, ένα ακκορντεόν. Βρέθηκε στην ανατολική μεριά, δίπλα στο μικρό τοιχείο του φράχτη. Κανείς δεν ήξερε πώς και πότε είχε έρθει στα χέρια της Ανθής αυτό το πράγμα. Ήταν τοποθετημένο μέσα σ? ένα μεγάλο κασόνι που πρώτα είχε μονωθεί μέσα κι έξω με κατράμι. Το όργανο είχε διατηρηθεί ουσιαστικά ανέπαφο.
Τρίτο πράγμα που ξετρύπωσε η τσάπα, ήταν το μεταλλικό κουτί από παστίλιες που είχε δει η εξαδέλφη. Μέσα υπήρχαν άλλα τέσσερα πέντε μικροκοσμήματα, ασήμαντης αξίας.
Καλού κακού, το όργανο του νόμου έκανε μια πρόχειρη έρευνα και εντός τού σπιτιού αλλά, προς απογοήτευση του γείτονα, δεν βρήκε ίχνος αρχαίου. Τις επόμενες μέρες ήρθαν ακόμα στο φως μια μποτίλια από λικέρ γεμισμένη με πάρα πολλά μικρά κουμπιά και ένας δερμάτινος φάκελος με φωτογραφίες. Αντικείμενο αξίας δεν βρέθηκε.
[ ... ]
Προτού χαθεί η μαγνητική υποβολή του ονείρου, με μια επιθυμία ασχημάτιστη ακόμα μέσα του, στάθηκε μπροστά στη βιβλιοθήκη. Ήθελε νά `χει κι αυτός κάτι που θα έχει ?ρουφήξει την ευλογία του εδάφους?? και αποφάσισε το πράγμα αυτό να είναι ένα βιβλίο?που αφού το ενταφιάσει και γίνει ?καλύτερο?, θα μπορεί μετά να βυθιστεί στις σελίδες του και να μεταλάβει μέχρι την τελευταία σταγόνα όλο το απόσταγμα της χωμάτινης εμπειρίας του.
Τα δάχτυλά του τράβηξαν απ? το ράφι την κοντή γαλάζια ράχη, το βλέμμα του άγγιξε το πρόσωπο της πιανίστριας, περιόδευσε στις πράσινες πτυχώσεις του φορέματος, στις ζάρες της κίτρινης κορδέλας για τα μαλλιά. Πήρε το βιβλίο και το ακούμπησε ευλαβικά στο τραπέζι της κουζίνας. Πρώτα το τύλιξε σ? ένα άσπρο χαρτί, μετά το έντυσε από πάνω με φαρδιά μαύρη μονωτική ταινία. Οι κινήσεις του ήταν αργές και προσεκτικές. Σχεδόν τελετουργικές, σαν της Ανθής όταν οδηγούσαν τον νεκρό του ονείρου στην αιώνια αφθαρσία της μούμιας. Μια παχειά στρώση ρευστής σιλικόνης ολοκλήρωσε την παρασκευή του πακέτου.
Έθαψε το βιβλίο στο δασάκι που κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα, στη ρίζα ενός πεύκου. Μπήκε από την πάνω μεριά, στο σημείο που ο δρόμος σχηματίζει ένα δόντι?μέτρησε τέσσερα πεύκα προς τα αριστερά και μετά οχτώ προς τη θάλασσα. Στα πόδια τού όγδοου αυτού πεύκου -τόσο κοινού στην όψη που τίποτα δεν το ξεχώριζε από τ? άλλα-, έσκαψε ένα λάκκο μισό μέτρο βάθος. Έριξε δυο χούφτες χοντρό χαλίκι και απόθεσε το αντικείμενο. Έριξε άλλη μια δόση χαλικιού από πάνω και σκέπασε με το χώμα. Κάλυψε την επιφάνεια μ?ένα παχύ στρώμα από ξερές πευκοβελόνες, σβήνοντας έτσι κάθε ίχνος.
Έφυγε κι άφησε τη γη να κάνει τη δουλειά της. Για το βιβλίο η μεγάλη περιπέτεια είχε ξεκινήσει και τώρα εκείνος έπρεπε να περιμένει με υπομονή ώσπου να ολοκληρωθεί. Επισκέφτηκε το μέρος ξανά μερικούς μήνες αργότερα, ένα σκοτεινό χειμωνιάτικο απόγευμα, σπρωγμένος από [ ... ]



Λίστα όλων των Συγγραφέων