Συγγραφέας του μήνα

Σοφία Νικολαΐδου (Ιούνιος 2007)

Η Σοφία Νικολαΐδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Έχει σπουδάσει Κλασική Φιλολογία και αξιοποίηση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην εκπαίδευση. Έχει διδάξει το μάθημα της Λογοτεχνίας στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και δημιουργική γραφή σε ειδικά σεμινάρια.

Έχει εκδώσει τα βιβλία

Λογοτεχνία
? Ο μωβ μαέστρος (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2006)
? Πλανήτης Πρέσπα (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2002)
? Ο φόβος θα σε βρει και θα ?σαι μόνος (διηγήματα, Κέδρος, 1999)
? Ξανθιά πατημένη (διηγήματα, Κέδρος, 1997)

?λλα

? Νικ Κέιβ, Μπαλάντες για φόνους και άλλα τραγούδια (μετάφραση, Κέδρος, 2005)
? Διαδίκτυο και διδασκαλία (μελέτη, Κέδρος, 2001)


Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί σε οκτώ γλώσσες.
Από το 2002 συνεργάζεται με την εφημερίδα Τα Νέα για θέματα που αφορούν το βιβλίο.
Η ιστοσελίδα της είναι www.snikolaidou.gr


Σοφία Νικολαΐδου

Με τον ήλιο στα μάτια




Νάξος, 25 Ιουνίου 2006
Νικολάκης Τσούντας, 5 1/2 ετών, μοναχογιός:

-Δε μου αρέσει η θάλασσα. Κι αυτά τα χαζομπρατσάκια είναι μια βλακεία και μισή, της το είπα. Δε θα μπω στη θάλασσα, ποτέ. Αλλά η μαμά δεν ακούει. Η γιαγιά κάνει ουφ, ουφ. ?σε το παιδί να μπει μόνο του, λέει. Η μαμά μού φόρεσε τα μπρατσάκια, τα πορτοκαλί με τον σπάιντερμαν, και μ? έσπρωξε μαλακά στον ποπό. Αλλά δεν είμαι κορόιδο εγώ, καθόλου δεν είμαι. Πάτησα τα πόδια μου γερά, πολύ γερά - και δεν πήγαινα πουθενά. Ώσπου η μαμά θύμωσε, φώναξε πως πληρώνει πολλά λεφτά για διακοπές και πως θα μπω στη θάλασσα, πάει και τελείωσε. Και κούνησε το δάχτυλο στη μύτη μου. Προχώρησα χωρίς μιλιά, τινάζοντας τα πόδια στο νερό. Ωραία ήταν - αλλά σιγά μην το έλεγα. Κι όταν η μαμά άρχισε να χαμογελάει και έσκυψε στο καλάθι να ψάξει το κινητό για να με βγάλει φωτογραφία, έσπρωξα τα μπρατσάκια από τα χέρια μου: τα φόρεσα στα πόδια. ?ρχισε να τσιρίζει η γιαγιά, το παιδί, τρέξε, το παιδί. Γιατί έβλεπε τα πόδια μου ψηλά και το κεφάλι μου πουθενά.
Ήταν μες στη θάλασσα.
Με έβγαλαν άρον άρον.
Η μαμά ήταν έτοιμη να κλάψει, αλλά δεν έκλαψε, με πήρε αγκαλιά. Μύριζε αντηλιακό καρπούζι. Ρώτησε αν τρόμαξα. Δε θα της πω ποτέ πως ήταν ωραία στο νερό, με το κεφάλι ανάποδα, τα μαλλιά να πατάνε την άμμο. Ήταν τόσο ωραία, που θα το κρατήσω μυστικό. Όλοι έχουμε μυστικά, λέει η γιαγιά με χαμόγελο. Ε, αυτό το μυστικό θα είναι μόνο δικό μου. Και θα το πω, όταν μεγαλώσω πολύ, στο κορίτσι που θα παντρευτώ.

Κίμωλος, 3 Ιουλίου 2006
Μενέλαος Παπαδόπουλος, 37 ετών, αρχαιοκάπηλος:

-Μου τηλεφώνησαν πως αξίζει τον κόπο. Όχι άλλο αγγείο, τους είπα, δεν ξεκουνιέμαι για σπασμένο πηλό. Όταν μου ξεκαθάρισαν πως είναι άγαλμα, πήρα την απόφαση. Το ξέρω, είναι επικίνδυνο. Έχει τουρίστες τέτοια εποχή. Καψαλισμένους Γερμανούς και Γάλλους με πολλά παιδιά. Είχα καιρό να πάω στο νησί, δε θα φαινόταν περίεργο. Στο πλοίο χάζευα τα δελφίνια. Μόλις κατέβηκα, με πήγανε να τη δω. Κόπηκε η φωνή μου. Δεν αξίζει πολλά, έκανα απότομα, αντίγραφο είναι, ρωμαϊκή πατιτούρα.
Ψέματα.
Αν την πάρεις στα χέρια σου, θα καταλάβεις. Σπασμένοι βραχίονες, χωράει στην αγκαλιά. Να δεις πώς γέρνει το πιγούνι στον δεξί της ώμο. Λίγο σαν να ντρέπεται -ή σαν κοριτσίστικο νάζι. Όμορφη. Σου πονάνε τα μάτια να κοιτάς. Το βράδυ την ξάπλωσα στο κρεβάτι, δίπλα μου. Γύρισα μπρούμυτα, την έπιασα απ? τη μέση. Ακίνητη αλλά σαν να ανάπνεε. Μη γελάς, ακουγόταν μέσα απ? το μάρμαρο η ανάσα σαν σφύριγμα.
Της υποσχέθηκα πως θα την προσέχω.
Το ξέρω, χρειάζομαι τα λεφτά. Όμως ο Αμερικανός που τηλεφώνησε έχει αλυσίδα σούπερ-μάρκετ στο Κεντάκι. Τη φαντάζεσαι στο Κεντάκι, να την πιάνει με τα βρομόχερά του ο χοντρέμπορας; Κι ο Ελβετός δε μου άρεσε καθόλου. Κάτι στη φωνή του, δεν ξέρω τι. Θα την κρατήσω στο σπίτι. Είπα στη Λίτσα να μαζέψει τα βρακιά της και να φύγει. Όλο γκρίνια και βαμμένο νύχι ήταν. Τσου, ρε.
Γι? αυτό σου λέω, πήγαινε να δεις αν τα μάζεψε. Πάρε και τη Ρωσίδα, να καθαρίσει. Θα μείνω λίγο ακόμα στο νησί. Της το έχω τάξει, θα την πάρω μαζί μου στην Αθήνα. Και ο Μενέλαος δεν πατάει τις υποσχέσεις του. Έτσι και πει κάτι, έγινε.

Πάρος, 10 Ιουλίου 2006
Μαριλίτα Ζάγουρα, ετών 25, μπαργούμαν

-Χίλιες φορές με τουρίστες παρά με μαθητές στην πενθήμερη. Πίνουν και λαλάνε. Ακόμα και οι ?γγλοι που έρχονται ντρεσαρισμένοι, δεν είναι έτσι. ?σε που σηκώνουν δούλεμα με τον κουβά. Χθες πρότεινα σ? έναν το κοκτέιλ «Τσούπα-της». Είχε παραγγείλει ούζο με πορτοκαλάδα, μετά σφηνάκια ουίσκι που τα βύθιζε στο ποτήρι της μπύρας, πριν τα κατεβάσει. Α, να συνεχίσετε με «Τσούπα-της», του πρότεινα. Τον παραμύθιασα ότι πρόκειται για τοπική σπεσιαλιτέ και παράγγειλε ενθουσιασμένος. Ούτε θυμάμαι τι έριξα μέσα. Στο τέλος πρόσθεσα μια πρέζα πιπέρι και δυο σταγόνες από την κολόνια μου. Πολύ αρωματικό, είπε. Το πουκάμισό του έβγαινε μισό απ? το παντελόνι, είχε κοκκινίσει η μύτη του και στο μάγουλο δεξιά ξεχώριζαν δυο σπασμένα αγγεία.
Για ένα δευτερόλεπτο έδειξε ευτυχισμένος, άστραψε το μάτι του σαν κάποιος να σήκωσε τις ασφάλειες παραμέσα. Τον κέρασα δεύτερο, παράγγειλε τρίτο. Επιτυχία το «Τσούπα-της». Κάθε φορά έβαζα άλλα ποτά μέσα, όμως δε φαινόταν να τον ενοχλεί. Έμεινε ώσπου έκλεισε το μαγαζί.
Πού θα πάτε τώρα; ρώτησε. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Ποτέ δεν κάνω πλέι με τουρίστες. ?σε που αυτός θα μπορούσε να είναι μπαμπάς μου. Αλλά δεν ήταν πλέι, σου το ορκίζομαι. Το μόνο που ήθελα ήταν να δω αν άστραφταν τα μάτια του στ? αλήθεια. Πίστευα ότι δεν είχα προσέξει καλά, ότι ήταν η αντανάκλαση από τα φώτα του μπαρ.
Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια μπροστά από το σπίτι του Μανόλη, εκείνο το πετρόχτιστο, που μοιάζει με ζάρι. Περάσαμε τα ενοικιαζόμενα της Γκογκούλας και πήραμε το δρομάκι για τη θάλασσα. Από εκείνη την κατεβασιά, η ακρογιαλιά φαίνεται λες και κοιτάς από παράθυρο. «Κάντρο», αναφώνησε. Παραπάτησε, πιάστηκε από τον βράχο. Είχε φεγγάρι, σταθήκαμε να χαζέψουμε. Μπροστά εγώ, εκείνος παραπέρα.
Μη με ρωτάς γιατί τον πήγα εκεί, δεν ξέρω να σου πω. Μ? αρέσει ν? ακούω τον παφλασμό της θάλασσας στη μαύρη νύχτα. Καθίσαμε στην άμμο και κοιτούσαμε. Τη σκέτη θάλασσα και το μισό φεγγάρι από πάνω.
Μου ήρθε ξαφνικά. Πέταξα τα ρούχα και έμεινα με το βρακί. Βούτηξα με τη μία. Σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει, με τις παντόφλες και τα ρούχα στο νερό.
Δεν κολυμπάω νύχτα, ποτέ. Φοβάμαι μήπως αγκαλιάσω φύκια και το αποφεύγω. Όμως εκείνο το βράδυ έκανα βουτιές, κατάπινα θάλασσα, γελούσα. Γελούσε κι αυτός. Έψαχνε το φεγγαρόφωτο στο νερό, εφορμούσε πάνω του, πιτσιλούσε παντού.
Δε με αγκάλιασε, δεν πήγε να με φιλήσει.
Στην ανηφόρα, το ανεμάκι τρύπωνε στα ρούχα μας. Μακάρι να μην έρθει αύριο στο μαγαζί, σκέφτηκα την ώρα που τον άφηνα στο δωμάτιό του.

Αγαθονήσι, 12 Ιουλίου 2006
Ισιδώρα Μποζίνη, 76 ετών, χήρα:

-Όταν πέθανε ο Μάκης, είπα πάει, τελείωσε η ζωή μου. Τον έκλαψα καλά, του έκανα την κηδεία όπως πρέπει. Το κόλλυβο το έφτιαξα με τα χέρια μου, τα μαύρα δεν τα έβγαλα, κανείς δεν έχει να μου πει κουβέντα. Από τα δεκαέξι μαζί, τέσσερα παιδιά, τα δύο στην Αθήνα, ένα στην Αμερική και το κορίτσι ξενοπαντρεμένο στη Σάμο. Νόμιζα πως δεν υπάρχει ζωή χωρίς τον Μάκη. Ο χρόνος είναι γιατρός, άκουγα που το έλεγαν οι χήρες, κουνούσα το κεφάλι και σώπαινα. Σταμάτησα να πλέκω με το βελονάκι, τέσσερα μπαούλα προικιά και το κορίτσι τα άφησε όλα στο νησί. Τζάμπα τα τραπεζομάντιλα και οι κουβέρτες.
Όταν είσαι φρέσκια χήρα, όλο και κάποιος περνάει και σε νοιάζεται. Όταν παλιώσεις, σε αφήνουν να τα βγάλεις πέρα μόνη σου. Και ξέρεις ποιο είναι το μυστήριο; Τα βγάζεις πέρα.
Ζω με την τηλεόραση. Όταν φυσάει πολύ, χάνονται τα κανάλια. Τότε γυρίζω την καρέκλα στο παράθυρο, κοιτάω τον αέρα που σηκώνει τα σκουπίδια ψηλά, την Μαρίτσα που κυνηγάει τις σακούλες. Τις αρπάζει στον αέρα, τις πλένει στην αυλή, τις κόβει στενές λουρίδες με το ψαλίδι και πλέκει χαλάκια. Το καλοκαίρι τα πουλάει στους ξένους. Τα βρίσκουν μοντέρνα και χαίρεται. Της μιλάνε στη γλώσσα τους, γελάνε, τους απαντάει στα δικά μας. Συνεννοούνται μια χαρά, να δεις.
Απαπά, σπάνια κοιτάω θάλασσα, προτιμώ να χαζεύω ανθρώπους. Εκτός κι αν περνάει καράβι. Τότε κοιτάω να δω ποιος περιμένει στην ακτή. Συνήθως στέκεται στο μόλο η δασκάλα. Φοράει κίτρινο αδιάβροχο και κάθεται ακίνητη σαν κολλημένη. Της πετάνε το πακέτο με τα βιβλία από ψηλά, φεύγουν γρήγορα. Κάθε μήνα παραγγέλνει καινούρια βιβλία, είναι η παρέα της. Α, κυρά δασκάλα, δεν έρχεσαι στη χοροεσπερίδα, να ξεδώσεις κι εσύ, της λένε τα παιδιά στο καφενείο. Αυτή γελάει και κλείνει την πόρτα στα μούτρα τους.
Η φωτογραφία του Μάκη. Ωραίος, ε; Θεωρητικός, έτσι τον έλεγε η μαμά μου. Πού το κατάλαβες; Είσαι εσύ μία?Ναι, τον παίρνω δίπλα μου στον καναπέ και βλέπουμε τηλεόραση. Ε, κανένα σίριαλ, καμιά ταινία με τη Βουγιουκλάκη που του άρεσε, τον καιρό. Α, δεν το ξέρεις; Πνίγηκε στο μπουρίνι του?85. ?δικα των αδίκων. Βγήκε με τη βάρκα να ψαρέψει, δεν είχε πάρει μαζί του ραδιόφωνο. Οι άλλοι γύρισαν, όλο και κάπου βγήκαν και τους μάζεψαν. Ο Μάκης ποτέ. Στην αρχή έλεγα α-πο-κλεί-ε-ται, δεν μπορεί, κάπου είναι, θα γυρίσει όπως στις ταινίες, αλλά μετά το πήρα απόφαση. Κι ο τάφος του άδειος, κούφιο το μάρμαρο.
Καλύτερα που δεν τον είδα πεθαμένο. Έχω τη φωτογραφία και τον θυμάμαι λεβέντη.

***

Στις 13 Ιουλίου 2006, μέρα Παρασκευή, πραγματοποιήθηκε, μεταξύ 12.05 και 13.47 ώρα Ελλάδας, έκλειψη ηλίου, ιδιαιτέρως ορατή από τα νησιά του Αιγαίου. Οι εφημερίδες, τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, μιλούσαν για «εκπληκτικό θέαμα», «μαγική εικόνα», «αιγαιοπελαγίτικη ραψωδία». Μακάριζαν τους κατοίκους των νησιών και τους τουρίστες που βρίσκονταν ήδη εκεί. Προγραμμάτισαν θεαματικές λήψεις και μεσημεριανές ανταποκρίσεις. Έκαναν λόγο για «εκθαμβωτικό φυσικό φαινόμενο».

Την ίδια στιγμή:

Στη Νάξο:
Ο Νικολάκης Τσούντας, πεντέμιση ετών, φορούσε ένα τζόκεϊ με τον σπάιντερ-μαν και κοιτούσε τον ήλιο κατάματα μέσα από ένα πράσινο πατομπούκαλο μπύρας. Από το ίδιο πατομπούκαλο έκλεβε ματιές και η μαμά, η οποία αναμετέδιδε το θέαμα στο κινητό. Η γιαγιά ήταν κλεισμένη στην κουζίνα και μαγείρευε μπάμιες με κοτόπουλο στην κατσαρόλα. Δεν είχε καμία όρεξη να δει την έκλειψη.

Στην Κίμωλο:
Ο Μενέλαος Παπαδόπουλος, τριάντα επτά ετών, ανέβηκε στην ταράτσα του πατρικού σπιτιού, κρατώντας αγκαλιά κάτι που ήταν σκεπασμένο προσεκτικά με γαλάζια μπουρνουζοπετσέτα. Ο Μενέλαος κάθισε στο πεζούλι της ασβεστωμένης ταράτσας, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε τον ήλιο μέσα από ένα κόκκινο ποτήρι κρασιού, με ζωγραφισμένα σχέδια, χρόνια ξεχασμένο στο ντουλάπι, απομεινάρι της προίκας της μαμάς του. Ύστερα, έβαλε προσεκτικά το ποτήρι μπροστά σ? αυτό το πράγμα που κρατούσε στην αγκαλιά του τυλιγμένο σαν να ήταν μωρό - και κάποιοι ορκίζονταν πως τον άκουσαν να μιλάει για ώρα. Μόνος του.

Στην Πάρο:
Η Μαριλίτα Ζάγουρα, είκοσι πέντε ετών, ξύπνησε αλαφιασμένη, πετάχτηκε στο παράθυρο, έβγαλε το κεφάλι βιαστικά και κοίταξε τον ήλιο κατάματα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Μετά βούτηξε ξανά στα σεντόνια της, ευτυχισμένη.
Ο Εγγλέζος κύριος, την ίδια στιγμή, ταξίδευε με καράβι. Είχε στα πόδια τη βαλίτσα του. Είδε πολλούς που πετάχτηκαν στο κατάστρωμα, κατάλαβε πως κάτι έτρεχε, αλλά αρνήθηκε να σηκωθεί. Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε ότι κολυμπούσε βράδυ, με μισοφαγωμένο φεγγαρόφωτο, σε πελαγίσια νερά. Μία εμπειρία τη φορά είναι αρκετή, σκέφτηκε, και σφάλισε τα μάτια.

Στο Αγαθονήσι:
Η Ισιδώρα Μποζίνη, εβδομήντα έξι ετών, μέτρησε τα χρόνια της και υπολόγισε στα σίγουρα πως δε θα ξαναδεί άλλη έκλειψη. Στις 12.05 ακριβώς, τράβηξε την καρέκλα στην αυλή της. Σήκωσε το κεφάλι με περιέργεια και κοίταξε τον σκοτεινιασμένο ήλιο. Ύστερα έβγαλε από τον κόρφο της τη φωτογραφία του Μάκη, τη σήκωσε μπρος τα μάτια της, «να», είπε, «δες κι εσύ». Έμεινε ώρα έτσι, κρατώντας τη φωτογραφία σκιάδι στα μάτια. Ύστερα, γύρισε στο σπίτι κι έβαλε να πιει λικέρ μαστίχα. Αύριο θα πάω βόλτα στη θάλασσα, ανακοίνωσε στη φωτογραφία του Μάκη, απέναντί της. Θέλεις να ?ρθεις; ρώτησε.




Λίστα όλων των Συγγραφέων