Συγγραφέας του μήνα

Αρκουδέας Κώστας

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Αρκουδέας εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1986, σε ηλικία είκοσι οχτώ ετών, με τη συλλογή διηγημάτων ?σ? τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει. Έκτοτε η παρουσία του είναι διαρκής, με μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:


?σ? τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει, 1986, εξαντλημένο

Όλες οι μέρες Κυριακή, 2000, Κέδρος

Ο τρίτος πελάτης, συμμετοχή στη συλλογική έκδοση 8 Διηγήματα, 2003, Μεταίχμιο

ΝΟΥΒΕΛΕΣ:
Και πρόσεχε να μην πετρώσεις, 1996, Λιβάνης

Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα, 2002, Ελληνικά Γράμματα

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ:
Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα, 1987, Οδυσσέας, εξαντλημένο

Το τραγούδι των τροπικών, 1988, Οδυσσέας, 1995, Λιβάνης, εξαντλημένο

Το παλιό δέρμα του φιδιού, 1992, Κέδρος, εξαντλημένο

Τα κατά Αιγαίον πάθη, 1994, Κέδρος,

Ποτέ τον ίδιο δρόμο, 1999, Κέδρος

Ο πειρατής, 2003, Κέδρος

Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, 2004, Καστανιώτης

Ο Αριθμός του Θεού, 2007,


Λίγα λόγια για το καινούργιο μυθιστόρημα «Ο αριθμός του Θεού»

Ο Ραλφ ?ντερχιλ, ερευνητής στο Μ.Ι.Τ. της Βοστόνης, ακούει χτυπήματα στην πόρτα. Ανοίγει περιμένοντας να δει το κορίτσι του, την Έμιλι Πέιν, που έρχεται για να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει από τη ζωή του. Αντί γι? αυτό, αντικρίζει αιμόφυρτο το συνάδελφό του Χένρι Σάλμαν. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του, εκείνος του αποκαλύπτει ένα υπέροχο και φοβερό μυστικό. Του λέει ότι στον υπολογιστή του εργαστηρίου εμφανίστηκε ο επόμενος μεγάλος πρώτος αριθμός. Έχει μόνο δύο ψηφία, το 4 και το 7. Πίσω από τα ψηφία αυτά φαίνεται να υπάρχει δομή και ένα μήνυμα από μια ανώτερη οντότητα που επιθυμεί να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Οι απρόσμενες εξελίξεις φέρνουν κοντά τον Ραλφ και την Έμιλι, που ενώνονται και προσπαθούν να διαλευκάνουν το μυστήριο. Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρο τον κόσμο, συμβαίνουν ασυνήθιστα φαινόμενα και φυσικές καταστροφές τέτοιας έκτασης, που οδηγούν πολλούς στη βεβαιότητα ότι επίκειται η Μέρα της Κρίσης. Κάποιοι, όμως, ανησυχούν για κάτι πολύ χειρότερο.


«Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κάποτε έκανε κι ο ίδιος αυτά που του κάνανε. Μόνο που δεν τα έκανε σε ανθρώπους. Σε μυρμήγκια τα έκανε. Και σε ακρίδες. Τους έβγαζε το ένα μάτι να δει την αντίδρασή τους, τους έκοβε το ένα πόδι για να δει αν είχαν κουράγιο να συνεχίσουν. Για κάποιο λόγο του άρεσε να βλέπει τη μισότυφλη ακρίδα να ψάχνει τον προορισμό της, το στρεβλό μυρμήγκι να πέφτει και να σηκώνεται. Δε σκεφτόταν τον πόνο που προκαλούσε. Ο πόνος ήταν ακόμα κάτι μακρινό, σαν την καμένη δεντροστοιχία ενός δάσους που ίσως να μην έβλεπε ποτέ.
Τούτο δω, όμως, δεν ήταν μονάχα πόνος. Ήταν κάτι βαθύτερο, φρικωδέστερο. Μίσος που κόχλαζε και ξέχειλη οργή για κάτι που ο ίδιος δεν καταλάβαινε. Δόντια που του ξέσκιζαν τη σάρκα, που τον κατασπάραζαν τη στιγμή που σπάραζε, που τον έκοβαν σε χίλια δυο κομματάκια. Πολλές μικρές δαγκωματιές στο κορμί και στην ψυχή του. Εκείνοι που του τα έκαναν δε διέθεταν τη στοιχειώδη ανθρωπιά να τον σκοτώσουν προτού τον φάνε.
«?μα δε σ? αρέσει η πόλη μας, μάζεψέ τα και δίνε του», είχε πει το παιδί που το έλεγαν Έντι Τσέιμπερς και ήταν σκράπας σε όλα τα μαθήματα εκτός από τη γυμναστική. Στο μούτρο του ήταν χαραγμένες οι αλαζονικές γραμμές εκείνου που νομίζει πως όλα του επιτρέπονται. Δε λογάριαζε κανέναν και το αποδείκνυε καθημερινά. Συχνά πυκνά τον άκουγες να κοκορεύεται λέγοντας πως οι επιδόσεις του στα αθλήματα θα του άνοιγαν όλες τις πόρτες. Θα είχε λεφτά με ουρά και αμάξια μεγάλα σαν σπίτια και γυναίκες τόσες που θα τις μοιραζόταν με τους φίλους του. Ένας φανφαρόνος και μισός, να τι ήταν ο Έντι Τσέιμπερς. Μια σαπουνόφουσκα. Μια μπουρμπουλήθρα. Αν τον τρυπούσες με μια βελόνα, θα εξαερωνόταν στο λεπτό.
«Μπάσταρδε», είχε φωνάξει ο Τζον Έλιοτ, ο μεγαλύτερος από όλους, ασυναγώνιστος στη χαζομάρα, αφού είχε χάσει τρεις τάξεις στη σειρά. Ήταν ο κολλητός του Έντι Τσέιμπερς, ο υποτακτικός του, το αναμφισβήτητο πρωτοπαλίκαρό του. Με αστείρευτης διάρκειας σατανική διάθεση σκάρωνε χοντροκομμένες φάρσες στους συμμαθητές του, τις οποίες απολάμβανε κακαρίζοντας πρόστυχα, χτυπώντας δυνατά παλαμάκια, λες και αποθέωνε τον εαυτό του.
Οι δύο μάγκες είχαν κατά καιρούς επιδείξει σκληρότητα ακατανόητη για παιδιά της ηλικίας τους. Θα τους είχαν αποβάλει από το σχολείο, το δίχως άλλο, αν οι πατεράδες τους δεν ήταν αναγνωρίσιμα πρόσωπα της πόλης, με ισχυρή επιρροή.
Όμως, δεν ήταν μονάχα αυτοί οι δύο. Πλάι τους βρίσκονταν κι άλλοι, πολλοί. Για όλους αυτούς το αγόρι δεν ήταν παρά ο παρείσακτος, το μίασμα, ο λεπρός. Εκείνος που τους την έσπαγε και αρνιόταν να παίξει μαζί τους κι όλο κλεινόταν στη βιβλιοθήκη για να μελετήσει. Το αγόρι βαριόταν να ακούει τη δασκάλα να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια μέχρι να τα αποστηθίσουν όλοι. Μάθαινε πολύ γρήγορα και ένιωθε πως οι άλλοι τον καθυστερούσαν. Προσπαθούσε να κάνει μια απλή κουβέντα μαζί τους κι αυτοί όχι μόνο δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε, αλλά γέλαγαν σαν ηλίθιοι. Τον κατηγορούσαν ότι ήταν υπερόπτης και είρωνας, ότι τους φερόταν υποτιμητικά και πολλές φορές άδικα υποτιμητικά, ότι δεν τους συμμεριζόταν και απέφευγε να μπαίνει στη θέση τους. Κι αυτό επειδή δε δίσταζε να χλευάζει τη μωρία, να σαρκάζει την άγνοια, να στρέφει τα νώτα στη μετριότητα. Σαν λύκος που κυνηγάει κουνέλια, σκεφτόταν το αγόρι, αδιαφορώντας για τις επικρίσεις. Ο λύκος δεν αισθάνεται κάτι όταν αρπάζει το κουνέλι. Είναι η τροφή του. Δε γίνεται ούτε καλός ούτε κακός τρώγοντάς το. Για όλους αυτούς το Βανκούβερ ήταν πάντα το Λίβερπουλ του Ειρηνικού, με την κλιμακωτή οροφή του Κάναντα Πλέις να θυμίζει πανιά ιστιοφόρου ? μια σαφής αναφορά στην εποχή που ο πλοίαρχος Βανκούβερ κατέπλευσε στα στενά της Γεωργίας, διώχνοντας τα μέλη της φυλής Μεσκουίμ και ανοίγοντας το δρόμο στα τσούρμα των υλοτόμων, των ναυτικών και των χρυσοχόων που κατέπλευσαν τα επόμενα χρόνια. Τα πανιά του Κάναντα Πλέις θύμιζαν στο αγόρι τσίρκο. Ένα βρομερό τσίρκο και τίποτα άλλο. Του θύμιζαν τα ξυρισμένα δάση των κωνοφόρων, τα σκοτωμένα ελάφια με την καφετί ουρά και την άσπρη βούλα στο μέτωπο, το μολυσμένο αέρα του λιμανιού που απλωνόταν κατά μήκος της ακτογραμμής. Του θύμιζαν τα βαπόρια που σάλπαραν φορτωμένα κάρβουνο, ποτάσα και θειάφι, με τη σειρήνα τους να αντηχεί στις κατάφυτες πλαγιές του κόλπου.
Δεν είχε κρατήσει τη γνώμην του για τον εαυτό του. Την είχε πει ξεκάθαρα, μπροστά σε όλη την τάξη. Οι δύο νταήδες στράφηκαν εναντίον του, ενώ η υπόλοιπη τάξη παρακολουθούσε χαυνωμένη, βυθισμένη σε κακόβουλη αδιαφορία. Η δασκάλα πήρε το μέρος τους, αν και το αγόρι περίμενε την υποστήριξή της. Ήταν κοντή, στρουμπουλή και μαυριδερή σαν φρυγανισμένο τηγανόψωμο. Μια σγουρή τούφα έπεφτε άτακτα στο μέτωπό της, λες και την είχαν στρίψει επίμονα με το δάχτυλο. Το βλέμμα της τη χαρακτήριζε. Ήταν ένα «ψιθυριστό» βλέμμα. Σε κοίταζε και ένιωθες να σου μιλάει σιγανά στο αυτί, λες και η όραση συγχεόταν με την ακοή παράγοντας μια σειρά από μυστηριώδεις φράσεις που έψαχναν τον κατάλληλο αποδέκτη. Η σχέση τους ήταν από κάθε πλευρά ισότιμη: ήταν η αγαπημένη του δασκάλα - ήταν ο αγαπημένος της μαθητής. Με μια διαφορά. Η δασκάλα είχε έρθει στην πόλη πριν από μια τριετία και από τότε είχε βαλθεί να αποδείξει στους πάντες ότι άξιζε τη θέση που της είχαν εμπιστευθεί.
«Δεν κάνει να μιλάς έτσι. Πρέπει να δείχνεις σεβασμό στην πόλη που σε φιλοξενεί», τον είχε μαλώσει, ίσως γιατί δεν εκθείαζε κι εκείνος την τραχιά ομορφιά της Βρετανικής Κολομβίας.
Το «ψιθυριστό» βλέμμα είχε χαθεί από τα μάτια της.
Με την επίσημη εξουσία στο πλευρό του, ο Τζον Έλιοτ είχε αποθρασυνθεί. Σηκώθηκε πάνω και του πέταξε με μανία το στυλό που μασούλαγε. Αν βάσταγε οτιδήποτε άλλο στα χέρια του (μαχαίρι, στιλέτο ή τσεκούρι), δε θα δίσταζε να του το πετάξει. «Τράβα από δω. Δίνε του», γκάριξε.
«Δεν πάω πουθενά», είπε το αγόρι τρίζοντας τα δόντια.
Ένας από τους λόγους που τον μισούσαν τόσο ήταν πως όλο και περισσότεροι Ασιάτες (πρωτίστως από το Χονγκ Κονγκ) κατέκλυζαν με ανατολίτικες επιγραφές το κέντρο της πόλης, επενδύοντας σε ακίνητα που αγόραζαν από τους αγγλοσάξονες ιδιοκτήτες. Φυσικά, δεν είχε σημασία ότι το αγόρι ήταν δεύτερης γενιάς σινοκαναδός, ότι θεωρούσε τον εαυτό του βορειαμερικανό, ότι μίλαγε έτσι για το Βανκούβερ όχι επειδή το αντιπαθούσε αλλά επειδή το αγάπαγε με μια δύναμη που σχεδόν τον πονούσε. Δεν είχαν σημασία όλα αυτά. Για τους ντόπιους ήταν ο μπανάνα, απέξω κίτρινος κι από μέσα λευκός, ενώ για τους Κινέζους ήταν ο κανούκ, ο βάρβαρος που πήρε ξενόφερτο όνομα και αποκόπηκε από τις ρίζες του. Ένας ακόμα λόγος που τον μισούσαν ήταν ότι αρίστευε σε όλα τα μαθήματα, με μια άνεση που προξενούσε φθόνο. Ιδιαίτερα στα μαθηματικά εξέπληττε τους πάντες. Ο ίδιος έβρισκε υπερβολικές τις αντιδράσεις των δασκάλων του όταν έλυνε με ευκολία τις περίπλοκες ασκήσεις, για τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να επιβραδύνει τη ροή της σκέψης και απλώς να αφήσει τη διαισθητική λογική να περιπλανηθεί. Αντίθετα, χρειαζόταν διπλάσια ενέργεια για να ερμηνεύει τις πολύχρωμες, σχεδόν παράλογες εικόνες που ξεπήδαγαν από τα βάθη του. Εικόνες με συμβολικό περιεχόμενο, που χονδροειδώς ονόμαζε μυθολογικές, για να μην παραδεχτεί ότι δεν τις καταλάβαινε. Αναπόφευκτα, το ενδιαφέρον του στράφηκε για ένα διάστημα στη μυθολογία. «Οι Πλειάδες στον ουρανό πήραν το όνομά τους από τις Ατλαντίδες, τις επτά θυγατέρες του ?τλαντα. Έσμιξαν με θεούς και ήρωες κι έγιναν οι μητέρες του ανθρώπινου γένους». Τον συνάρπαζαν οι μύθοι, κι ας τον απομάκρυναν από τους ανθρώπους γύρω του.
Δεν τον μισούσαν για ό,τι ήταν αλλά για ό,τι μπορούσε να γίνει. Και τον ακολούθησαν δίχως να τους αντιληφθεί. Ένα βροχερό χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Ο ουρανός είχε καθαρίσει σε ένα σημείο στα νότια, χαμηλά, αποκαλύπτοντας ένα θαλασσωπό άνοιγμα που καλύφθηκε αμέσως από μια χούφτα φαιοκόκκινα σύννεφα, λες κι ένας στρατιώτης κούμπωσε βιαστικά τη στολή του. Το αγόρι είχε βγει από τη βιβλιοθήκη του σχολείου, εκεί που κλεινόταν με τις ώρες για να καταναλώσει όποιο βιβλίο έβρισκε στα ράφια. Μόλις είχε ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου «Ο αόρατος άνθρωπος» του Χ.Τζ. Γουέλς και ένιωθε ότι είχε αποκτήσει την ικανότητα να ξεγλιστράει απαρατήρητος από τους ανθρώπους και να τους παρακολουθεί στις πιο ιδιωτικές στιγμές τους. Έμπαινε στα σπίτια και τους έβλεπε να τρώνε αμέριμνοι, να συζητάνε, να καβγαδίζουν, να κοιμούνται. Έβλεπε μέσα από τους τοίχους και άκουγε από μεγάλη απόσταση. Όποτε ήθελε, με το πάτημα ενός κουμπιού, μπορούσε να αποκτήσει ξανά τη σάρκινη υπόστασή του. Η σκέψη και μόνο στις υποτιθέμενες ικανότητές του τον ξετρέλαινε. Περπάταγε χοροπηδώντας, κοιτώντας το δρόμο που χώνευε τη λάσπη, ανόθευτη λάσπη, νερό και χώμα σε σωστές δόσεις. Στο κεφάλι του γίνονταν πολλές μικρές και μεγάλες εκρήξεις. Περπάταγε και σκεφτόταν και μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Το χώμα υποχωρούσε μαλακά στο βάδισμά του, κάνοντας τις σόλες των παπουτσιών του να χώνονται ανεπαίσθητα στο έδαφος.
«Ει, τι κάνει ο φιλαράκος μας;» άκουσε πίσω του τη στριγκή φωνή του Τζον Έλιοτ.
Στράφηκε και τους είδε να έρχονται καβάλα στα ποδήλατα, σαν ναυάγια από διαφορετικά σημεία του πλοίου που ξεβράζονται στην ίδια ακτή. Είχαν φέρει μαζί τους ένα μυώδη έφηβο ονόματι Νταγκ, ένα τύπο που ελάχιστα διέφερε από το γορίλα στην εξελικτική αλυσίδα. Τα μπράτσα του ήταν παραφουσκωμένα, όπως κι ο λαιμός του που θύμιζε βόδι. Παρά το κρύο, φορούσε ένα μελιτζανί αμάνικο φανελάκι που έδειχνε παντελώς ανήμπορο να συγκρατήσει τόση ποσότητα γυμνασμένης σάρκας.
«Διαβάζει, τι άλλο; Διαβάζει και μορφώνεται», χαχάνισε πλάι του ο Έντι Τσέιμπερς. «Δεν ξέρει να κάνει και τίποτ? άλλο».
«Καιρός είναι να του μάθουμε κι εμείς κάνα ωραίο κόλπο», είπε με νόημα ο Τζον Έλιοτ.
«Μπα, άσε. Αυτός νομίζει πως τα ξέρει όλα».
«Ε, τότε να μας μάθει αυτός κανένα», πρόσθεσε μνησίκακα ο Τζον Έλιοτ.
Γεγονός ήταν πως το αγόρι τους ακολούθησε όταν του είπαν να έρθει μαζί τους. Το έκανε γιατί το Βανκούβερ ήταν μια ήσυχη πόλη, δίχως ακρότητες, ασφαλής σαν αγκαλιά και ακύμαντη σαν λίμνη. Δεν ήξερε, δεν υποψιαζόταν τι είδους θηριωδία κρυβόταν πίσω από την επιφανειακή αθωότητα, πίσω από τα καλαμπούρια και τους λεονταρισμούς μιας παρέας ανηλίκων. Τους ακολούθησε γιατί ο Έντι Τσέιμπερς χτύπησε το αδύνατό του σημείο, την έμφυτη περιέργειά του, όταν του πέταξε δήθεν αδιάφορα. «Πάμε στο κτήμα του πατέρα μου. Αν θες, μπορείς να ?ρθεις μαζί μας. Φαντάζομαι ότι θα ?θελες να μάθεις τι κρύβεται κει πέρα».
«Τι κρύβεται;» ρώτησε με αφοπλιστική αφέλεια.
«Έλα μαζί μας και θα δεις».
Το κτήμα ήταν μια αγροικία γεμάτη βαρέλια με νερό και πλαστικούς κουβάδες για να μεταφέρουν το νερό στις ταΐστρες. Ο επιστάτης είχε φύγει αφήνοντας τα ζώα μαντρωμένα πίσω από μεγάλες συρταρωτές πόρτες. Τα πρόβατα βέλαζαν και τα γουρούνια στρίγκλιζαν όλη την ώρα. Τον έσπρωξαν μες στη γούρνα, έχοντας περασμένη γύρω από το λαιμό του μια θηλιά. Τον έσυραν στη λάσπη, τον έδειραν ανελέητα, τον βεβήλωσαν, τον ποδοπάτησαν και, τέλος, τον παράτησαν αιμόφυρτο, μισοπεθαμένο, με το αριστερό του χέρι να κρέμεται σπασμένο σε πολλά σημεία, σαν τη χαλασμένη κούκλα ενός μαριονετοπαίχτη. Προσπάθησε φυσικά να αντισταθεί, αλλά ήταν μάταιο. Ήταν περισσότεροι από κείνον, δυνατότεροι και αδίστακτοι. Πεινασμένοι για ζεστή ανθρώπινη ψίχα. Διψασμένοι για αίμα. Αποφασισμένοι να του κάνουν όσο κακό μπορούσαν.
«Να που έμαθες τελικά τι κρυβόταν εδώ. Ο τάφος σου», κραύγασε κάποια στιγμή ο Έντι Τσέιμπερς.
«Η περιέργεια έφαγε τη γάτα», στρίγκλισε παρανοϊκά ο Τζον Έλιοτ.
Γελούσαν.
Τη μεγαλύτερη όμως ζημιά τού την έκανε ο τρίτος της παρέας, ο γορίλας που δεν έλεγε τίποτα. Αυτός του έσπασε το χέρι μουγκρίζοντας σαν κτήνος. Αυτός του έκανε τα χειρότερα βασανιστήρια, πάντα με το ίδιο ζαβό χαμόγελο στα χείλη. Ήταν τότε που το αγόρι παρακαλούσε να έχει τις ικανότητες του αόρατου ανθρώπου. Τη μια στιγμή να βρισκόταν εκεί, κάτω από τις παλάμες του τέρατος, και την άλλη να εξαφανιζόταν, αφήνοντάς το να χτυπάει το κενό. Με τη σκέψη αυτή πρόσφερε στον εαυτό του μια στιγμιαία ανακούφιση, πριν ο πόνος επανέλθει δριμύτερος. Υπέμεινε το μαρτύριό του αγόγγυστα, δίχως να αφήσει ένα στεναγμό, μια κραυγή, μη θέλοντας να δώσει στους βασανιστές του πρόσθετη ικανοποίηση. Τα κατάφερε και δεν έκανε ούτε ένα μορφασμό, μέχρι το σημείο που κατέρρευσε και άρχισε να ουρλιάζει ικετεύοντάς τους να τον ελευθερώσουν. Ένιωσε τότε διπλά ταπεινωμένος.
Τώρα που εκείνοι είχαν φύγει, αφήνοντάς τον σακατεμένο στη γούρνα, οι φωνές τους ηχούσαν ακόμα στα αυτιά του. Νόμιζαν πως είχε πεθάνει. Είχαν κάτσει έξω από τη γούρνα και τίναζαν τη λάσπη από τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Ετοιμάζονταν να επιστρέψουν σπίτι τους, σαν καλά παιδιά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Φώναζαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο. Έλεγαν και αστεία, ιδιαίτερα ο Τζον Έλιοτ. «Η Σίλα πάει σήμερα και λέει στη δασκάλα. ?Κυρία, τα δόντια τι τα κάνουν;? ?Ορίστε;? ρωτάει εκείνη. ?Όταν φιλιούνται δύο άνθρωποι, τα δόντια τι τα κάνουν;? ξαναρωτάει η Σίλα. ?Τίποτα δεν τα κάνουν?, απαντάει η δασκάλα. ?Δεν τα παίρνουν να τα πάνε βόλτα ούτε και τα βάζουν στο κομοδίνο να τα κοιτάνε. Τ? αφήνουν εκεί που είναι και κάνουν τη δουλειά τους?. ?Δηλαδή;? επιμένει η Σίλα. ?Ε, να, χρησιμοποιούν ό,τι άλλο υπάρχει στο στόμα τους?».
Ο Έντι Τσέιμπερς ξέσπασε σε βροντερά χάχανα. «Έτσι είπε; Ό,τι άλλο υπάρχει στο στόμα τους;»
«Ναι, μα το Θεό».
«Μήπως ζήτησε η Σίλα να της κάνει επίδειξη;»
Νέα χάχανα.
«Το φαντάζεσαι;»
Γελούσαν κάμποση ώρα. Μετά ησύχασαν.
Από μια τρυπούλα ανέπνεε, από μια ρωγμή στο έδαφος, από μια πληγή που δεν έλεγε να κλείσει. Η τρυπούλα επέτρεπε στον αέρα να περνάει μέσα από το βόρβορο και να φτάνει στα πνευμόνια του. Μια στάλα ζωής.
«Με τον ?μπανάνα? τι θα γίνει; Εκεί θα τον αφήσουμε;» ρώτησε ο Τζον Έλιοτ και έδειξε το ακίνητο σώμα του αγοριού, που είχε γίνει ένα με τη λάσπη.
«Δεν έχουμε καιρό. Έχουμε αργήσει. Θα μας ψάχνουν οι δικοί μας», είπε αγχωμένος ο Έντι Τσέιμπερς.
«Ναι, αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε κει αμανάτι», ξανάπε ο Τζον Έλιοτ, που είχε βάλει κάτι κακό με το νου του και γύρευε τρόπους να το πραγματοποιήσει.
«Θα δούμε αύριο τι θα τον κάνουμε», αποκρίθηκε κοφτά ο Έντι Τσέιμπερς και άρχισε να ξεμακραίνει.
Δεν υπήρχε γι? αυτούς. Τον είχαν θάψει και έψαχναν να βρουν τρόπους για να απαλλαγούν από το πτώμα του.
Έφυγαν. Η ώρα πέρασε. Η νύχτα έπιασε να βαθαίνει, όταν κάτι μέσα στο βούρκο μετακινήθηκε. Το θηρίο ξύπνησε. ?φησε ένα βρυχηθμό και προσπάθησε να σηκωθεί, τινάζοντας από πάνω του τις λάσπες. Το πλάσμα αυτό ελάχιστη σχέση είχε με το αγόρι που είχε μπει πριν από λίγες ώρες στο κτήμα. Ελάχιστα στοιχεία του αρχικού όντος είχαν διατηρηθεί. Τα υπόλοιπα είχαν βυθιστεί στη λάσπη, την ίδια ανόθευτη λάσπη που χώνευε ο δρόμος, νερό και χώμα σε σωστές δόσεις.
Τόση ώρα το αγόρι είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Για την ακρίβεια, νόμιζε πως ο χρόνος είχε τρελαθεί. Νόμιζε πως το σώμα του ήταν γεμάτο πλανήτες και αστέρια. Μπροστά του ανοίγονταν άπειρες διαστάσεις, τόσες που τον σάστιζαν και του προξενούσαν πανικό. Το κορμί του είχε αποκτήσει ένα απροσδιόριστα φωτεινό σχήμα που τον βοηθούσε να κάνει πολύπλοκους ελιγμούς.
Έπαιξε για λίγο το παιχνίδι της κλίμακας: από το άτομο στο σύμπαν και ξανά πίσω, ώσπου παγιδεύτηκε στον ιστό μιας αράχνης. Χάθηκε σε μια πόλη με πολυδαίδαλα σοκάκια, στα οποία κυκλοφορούσαν άνθρωποι που τον χαιρετούσαν σαν να τον ήξεραν χρόνια. Στάθηκε στη μέση μιας αλέας. Οι στολισμένοι ναοί και οι μεγαλοπρεπείς κήποι ήταν άδειοι, αφού η γιορτή είχε τελειώσει και οι καλεσμένοι είχαν φύγει. Αμέσως μετά βάλθηκε να ανηφορίζει έναν καρόδρομο. Το κοκκινόχωμα έμπαινε στα μάτια του και τον τύφλωνε. Γύρω του αλυχτούσαν σκυλιά, έτοιμα να του επιτεθούν.
Το μόνο που τον επανέφερε κατά διαστήματα στην πραγματικότητα ήταν ο πόνος στο σακατεμένο του χέρι. Και τότε ούρλιαζε.
Διαυγές φως.
Μπλε φως.
Λευκό φως.
Ανέβαινε σκάλες. Ατελείωτες σκάλες. Σκάλες που οδηγούσαν στον ουρανό, στα αστέρια. Σκάλες, με ατελείωτα σκαλοπάτια η καθεμία. Μέχρι που έφτασε στην κορυφή. Στο σημείο αυτό είδε τη νύχτα να περιβάλει την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν υπήρχε πουθενά φως, η παραμικρή χαραμάδα, η πιο αμυδρή ελπίδα. Μόνο σκοτάδι. Φώναξε στη νύχτα και η νύχτα αντιγύρισε την κραυγή του ? μια κραυγή γεμάτη θυμό και απόγνωση.
Πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις να ξαναγυρίσει στο φως, στο μοναδικό φως που ήξερε, αυτό της ζωής. Πάλεψε, ώσπου τα κατάφερε. Με ένα ζωώδες μουγκρητό, βουτηγμένο στο αίμα και τις ακαθαρσίες, το πλάσμα στάθηκε στα πόδια του. Είχε σηκωθεί αέρας, φερμένος από τον κόλπο. Ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα της γης, σαν να ήταν καθρέφτης της. Πάνω και κάτω μαύρο. Το πλάσμα πήγε να κάνει ένα βήμα και γλίστρησε, βουτώντας πάλι μες στις βρωμιές. Στηρίχτηκε στο δεξί του χέρι (το άλλο δεν το ένιωθε καθόλου) και σηκώθηκε ξανά, προσπαθώντας να τραβηχτεί έξω από το βούρκο.

(Ιούλιος 2007)


Λίστα όλων των Συγγραφέων