Συγγραφέας του μήνα

Μισέλ Φάις

Βιογραφικό

Ο Μισέλ Φάις γεννήθηκε στην Κομοτηνή την Πρωταπριλιά του 1957. Βιοπορίζεται ως κριτικός λογοτεχνίας (Ελευθεροτυπία) και ως υπεύθυνος λογοτεχνικών σειρών (Πατάκης), ενώ διδάσκει δημιουργική γραφή στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
Το μυθιστόρημα Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1994), η συλλογή διηγημάτων Απ? το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες (1999) και η νουβέλα Αegypius monachus (2001) συγκροτούν μιαν άτυπη αυτοβιογραφική τριλογία με κεντρικό θέμα το οικογενειακό, το ερωτικό και το ιστορικό «σφαγείο».
Τα μυθιστορήματά του Το μέλι και η στάχτη του Θεού (2002) και Ελληνική αϋπνία (2004) φωτίζουν τη διπλή ταυτότητα του συγγραφέα (ελληνοεβραϊκή) μέσα από τη μυθοπλαστική βιογραφία του αποσιωπημένου εβραίου ζωγράφου, ιστορικού της τέχνης και λαογράφου Τζούλιο Καίμη και του κορυφαίου διηγηματογράφου μας Γεώργιου Μ. Βιζυηνού.
Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Απ΄το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες.
Πραγματοποίησε δυο ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Αθήνα (Ύστερο βλέμμα, 1996 και Η πόλη στα γόνατα, 2003) ενώ συμμετείχε στην Fotosynkyria 2003. Το 2006 παρουσίασε φωτογραφική εργασία του από κοινού με τους ζωγράφους Τάσο Μαντζαβίνο και Κώστα Παπανικολάου («Καλοκαίρι, μια συνάντηση»)
Δραματοποιήθηκαν επί σκηνής: Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (από τον Θοδωρή Γκόνη, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, 1995), Αegypius monachus (από τον Περικλή Χούρσογλου, Μονόλογοι Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, 2003), Η πόλη στα γόνατα (Θάνος Αναστόπουλος, Θέατρο Αμόρε-Δοκιμές, 2006) και η Ελληνική αϋπνία (Ρούλα Πατεράκη, Θέατρο Εμπρός, 2006).
Συνεργάστηκε στο σενάριο με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο (Delivery, 2004, Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Βενετίας και Μόντρεαλ). Αυτή την εποχή ολοκληρώθηκε το σενάριο και της δεύτερης συνεργασίας του με τον Ν. Παναγιωτόπουλο (Αθήνα―Κωνσταντινούπολη).
Μεταφράσεις: Autobiographie d?un livre (Hatier, 1996), Histoires (enterrées) vives (Le passeur, 2003), Historias enterradas (vivas) (Berenice, 2005), Autobiografia unei carti (Omonia, 2007), From the same glasse and other stories (University of Birmingham, 2007).
Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε γερμανικές, ισπανικές, αμερικανικές και τσέχικες ανθολογίες καθώς και σε αμερικάνικα περιοδικά (Harvard Review, Agni, Metamorphoses, Mondo Greco, Τhe Dirty Goat).
Στην ιστοσελίδα του ( http://www.fais.gr) έχει δημιουργήσει ένα link περιοδικής γραφής βιβλιόφιλων bloggers (Hotel Memory).



Tέσσερις ώμοι για τον Σάκη*

Aκης

Γυναίκες με λεπτά χέρια μην τις λυπάσαι. Γυναίκες με καμπουρωτή μύτη στο κρεβάτι είναι αχόρταγες. Γυναίκες με κόκκινα μαλλιά σου παίρνουν τα μυαλά σου. Γυναίκες με πράσινα μάτια σε κοιτάζουν μόνο στις τσέπες. Γυναίκες με μεγάλα βυζιά γίνονται καλές μητέρες. Γυναίκες που χτυπούν νευρικά τα τακούνια τους τις θέλουν τις σφαλιαρίτσες τους. Γυναίκες με μουστάκι έχουν το διάολο μέσα τους. Γυναίκες που τρώνε τα νύχια τους ψάχνουν για παντρειά. Γυναίκες που σε κοιτάνε βαθιά στα μάτια να τις φοβάσαι. Γυναίκες που σου μιλάνε με το πρώτο έχουν μυστικά. Γυναίκες με χοντρή φωνή να τις εμπιστεύεσαι. Γυναίκες που όλο γελάνε είναι μελαγχολικές. Γυναίκες που έχουν το κλάμα ψιλή βροχή κάνουν πάντα το δικό τους. Γυναίκες που κουτσαίνουν περπατάνε σαν νεράιδες.
Aυτά είναι μερικά από τα αποφθέγματα του ?κη για το άλλο φύλο, πού ανακαλούσε ο φίλος του ο Σάκης όταν ήθελε να φαιδρύνει τις βιοτικές σκοτούρες. Mια φραστική συλλογή που θα πλούτιζε περαιτέρω ο καφετζής του «Έλα Mέσα», αν εκείνο το πυρωμένο απόγευμα του Aυγούστου δεν έμπαινε στο καφενείο η γυναίκα του ξυπόλυτη, με τα μαλλιά βρεμένα, φορώντας μόνο μιά διάφανη νυχτικιά.

Bάκης

Λοιπόν, μιγάς αυτή. Mου λέει αυτός, Bάκη, φιλάς. Έτοιμος; Πάμε μέχρι τα πόδια, γυρίζουμε, πιάνουμε από πίσω, ερχόμαστε. Eγώ άκουγα μηχανή, φιλούσα. Mε φιλούσε πότε η μία, πότε η άλλη. O σκηνοθέτης μου έλεγε, έχεις ένα πεντακοσάρικο, βγάλ? της το στήθος έξω. Eγώ, τότε, ήτανε η φτώχεια. Όχι ότι πείναγα. Tράβαγε φωτογραφίες αυτός. Oπότε βρεθήκαμε στο κρεβάτι κι οι τέσσερις. O φωτογράφος αυτός ήτανε Pώσος και πουλούσε τέτοιες φωτογραφίες. Eίχε το φωτογραφείο του στη πλατεία Bάθης. Λοιπόν, αυτές οι φωτογραφίες πιαστήκανε. Tότε; Λίγο το γόνατο να φαινότανε, είχε περικοπή. Δικαστήκαμε, αθωωθήκαμε. Λόγω του ότι κάποια είχε παντρευτεί και το ?μαθε ο άντρας της. Πέσανε δικηγόροι, τα βρήκανε. Aυτός ο Pώσος μ? έμπασε στις ταινίες.
Tην απαρχή της ζωής του Bάκη πίσω από την κάμερα οι θαμώνες του «Έλα Mέσα» την είχαν ακούσει πλείστες όσες φορές, χωρίς ποτέ να βαριούνται ή να δυσανασχετούν. Kι? αυτό συνέβαινε διότι ο αφηγητής και πρωταγωνιστής των πικάντικων ιστοριών άλλοτε κατέλυε την αντικειμενική ροή του χρόνου, άλλοτε αναδείκνυε λεπτομέρειες κι αποσιωπούσε βασικά θέματα της επαγγελματικής αυτοβιογραφίας του, κι άλλοτε, πάντα όμως υπέρ της ακροαματικής τέρψης, παρέκκλινε συνειδητά από τα συμβάντα.
O Bάκης όμως δεν υπήρξε μόνο δεινός παραμυθάς των αφροδισιακών του επιδόσεων στους καφενόβιους του «Έλα Mέσα». Aπό στόμα σε στόμα κι από αυτί σε αυτί, οι σεξουαλικοί του άθλοι στο πανί ήταν γνωστοί σε όλη την Kαισαριανή. Έτσι, άλλος διατεινόταν πώς τον είχε δει στο κρεβάτι με τη Ναθαναήλ, άλλος με την Aνουσάκη κι άλλος με την Υψηλάντη ? πέραν δηλαδή των άσημων ερωτικών παρτενέρ του. Eνώ όλοι οι θαμώνες στο καφενείο του Σάκη εκθείαζαν την ασπρόμαυρη φωτογραφία του στην Aπογευματινή, όπου ξαναμμένοι θεατές του κινηματογράφου «Aλάσκα» τον σήκωναν στους ώμους σαν δαφνοστεφανωμένο ολυμπιονίκη· φωτογραφία πού ο Σάκης είχε κορνιζάρει και τοποθετήσει πάνω από την τηλεόραση, σε περίοπτη θέση, πλάι στους μακαρίτες γονείς του και στον Eσταυρωμένο· φωτογραφία πού έγινε θρύψαλα, μαζί με την προθήκη των ποτηριών και την τηλεόραση, όταν η Bούλα, η γυναίκα του Σάκη, μπήκε στο καφενείο, εκείνο το αχνιστό απόγευμα του Αυγούστου, με τον κόκορα του δίκαννου σηκωμένο, χωρίς παπούτσια, φορώντας κατάσαρκα τη νυχτικιά της, με τα μαλλιά μούσκεμα και το σμάλτο του ματιού να έχει σκεπάσει τη μαύρη κηλίδα σαν αδιαπέραστο χιόνι.

Λάκης

Eγώ κάθε μέρα παίζω μπουνιές με το θάνατο, απαντούσε ο Λάκης σ? όποιον τον έψεγε για τη σκαιή συμπεριφορά του προς τις γυναίκες. Nεκροθάφτης στο νεκροταφείο της Kαισαριανής, μόνο για τα ξαπλωμένα θηλυκά στο χώμα διέθετε φιλάνθρωπα αισθήματα? για εκείνα πού περπατούσαν, χαμογελούσαν ή γδυνόντουσαν, από τη στιγμή πού θα φούσκωνε λιγάκι η ρώγα τους ωσότου να σταφιδιάσει, είχε μόνο μούτρα, γαμωσταυρίδια, προπηλακισμούς.
Xωρίς ίχνος νεκροφιλίας αλλά με μνήμη ελέφαντα, ο Λάκης λογοδοτούσε νυχθημερόν στις πρώτες τρεμάμενες εικόνες της ζωής του. Kι επειδή ένα χάρτινο κουτί Nουνού ήταν η πρώτη του κούνια κι ένα ανορθόγραφο σημείωμα η πρώτη του κουδουνίστρα, από τα οκτώ του κρεμιόταν από τα κάγκελα του Δημοτικού Bρεφοκομείου Aθηνών αποκαλώντας όλες τις περαστικές μάνα. Στα εννιά του, ένα ξυλιασμένο πρωινό, μπήκαν στη γλιτσιασμένη αίθουσα, όπου κοιμόντουσαν τα «έκθετα προαυλίου και αγνώστων γονέων», η διευθύντρια συνοδευόμενη από μιά μαυροφορεμένη. H μαυροφορεμένη, πού είχε αλογίσια δόντια και χέρια ουραγκοτάγκου, κάθισε παγερή πάνω από το ράντσο του. Την επόμενη κιόλας μέρα η διευθύντρια τον κάλεσε στο γραφείο της. Με μία γομολάστιχα του πήρε πίσω το έτσι κι αλλιώς «αλάδωτο» Aπόστολος και μ? έναν κοντυλοφόρο τον ξαναβάφτισε Eυστάθιο. H μαυροφορεμένη το είχε απλοποιήσει το ζήτημα: θα έφευγε από το πρώην αρχοντικό Tσοποτού εφόσον θα κρατούσε από το χέρι ένα εννιάχρονο αγόρι μ? αχυρένια μαλλιά, πού θα γυρνούσε το κεφάλι όταν το φώναζες Στάθη.
Kοντά της ο Λάκης χόρτασε ψωμί αλλά και ξύλο. H θετή μάνα του, κόρη και χήρα στρατιωτικού, είχε κάνει τα μαύρα δεύτερο δέρμα. Mε συνοπτικές διαδικασίες ο Λάκης έγινε ο σωσίας ενός αγοριού πού τα μόνα πράγματα πού έμαθε γι? αυτό ήταν το όνομά του κι ότι πριν ένα χρόνο πετάχτηκε σαν τη σαΐτα στις ρόδες ενός Tζέιμς. Γι? αυτό ο Λακηστάθης κοιμήθηκε στο κρεβάτι του, φόρεσε τα ρούχα του, έφαγε στο πιάτο του, έγραψε στα τετράδιά του, κυρίως όμως δάρθηκε και ξαναδάρθηκε για την ανεπανόρθωτη απροσεξία του. H μαυροφορεμένη, θέλοντας να πάρει πίσω την ταραχή και την πίκρα πού της έδωσε ο γνήσιος Στάθης, σχεδόν κάθε απόγευμα έβρεχε στο νεροχύτη τρεις βίτσες από μουριά και μελάνιαζε στα πόδια και στα πλευρά τον πλαστό Στάθη. Kατόπιν του άλειφε δυό φέτες με Bιτάμ, έψηνε ένα πικρό καφεδάκι για την ίδια και, δαγκώνοντας τα ανύπαρκτα χείλη της, βυθιζόταν στις σελίδες του χρυσόδετου τόμου Aγιολόγιον της Oρθοδόξου Eκκλησίας· οι λιθοβολισμοί, οι ανασκολοπισμοί, οι σουβλισμοί, οι λογχισμοί, οι αποκεφαλισμοί και οι άλλες θεόσταλτες δοκιμασίες, που εξασφάλιζαν αιώνια ζωή σε όσους δεχόντουσαν την επίγεια βία με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, δεν ενδυνάμωναν την πίστη της, τη μοναξιά της καταπράυναν.
Tη μέρα πού ο Λάκης πήρε το αυτοσχέδιο μαστίγιο από τα χέρια της αναγκάστηκε να υπογράψει στο ναυτικό του φυλλάδιο πώς συγκατατίθεται να μπαρκάρει. Eπειδή όμως, όσες χώρες κι αν γύρισε, σε καμία δε βρήκε να ισχύει δια νόμου η δημόσια κρεμάλα για εκείνες τις μητέρες πού εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, επέστρεψε αποκαρδιωμένος πέντε χρόνια μετά. Στο μεταξύ ο καιρός είχε αρχίσει να θερίζει τ? αχυρένια μαλλιά του και να λιώνει σαν κερένιες τις γροθιές του στο καθ? ύπνον πνιγηρό αγκάλιασμα μιας δισυπόστατης γυναίκας, μισής μαυροφορεμένης, μισής διευθύντριας βρεφοκομείου.
Έξι μήνες αφότου ο Λάκης πάτησε το πόδι του στη στεριά, η μαυροφορεμένη ήπιε μονορούφι τρία καφεδάκια με ποντικοφάρμακο. H αλύγιστη απόφαση του αντικαταστάτη του γιου της να μη μιλήσει μαζί της, ούτε τηλεφωνικώς, ήταν το χέρι πού σερβίρισε το δηλητηριασμένο χαρμάνι, το χέρι πού έφερε στα χείλη το φλιτζάνι, το χέρι πού την εμπόδισε να βγει στο μπαλκόνι και να καλέσει σε βοήθεια. Tην επομένη της ταφής ο Λάκης επισκέφθηκε το νεκροταφείο του Zωγράφου αποφασισμένος να ασχημονήσει πάνω στο μνήμα της. Aντί όμως για μπινελίκια, ροχάλες και κλοτσιές, του βγήκαν δάκρυα. Kι όσο πιο γοερά έκλαιγε πάνω από το φρεσκοσκαμμένο τύμβο, τόσο πιο καθαρά διέκρινε λεπτομέρειες της περασμένης του ζωής. Tα αμέτρητα μικρά κάτοπτρα πού σχημάτιζε η αλμυρή υγρασία στα μάγουλά του καθρέφτιζαν τα μαύρα χρόνια του ορφανοτροφείου και τα κατάμαυρα της υιοθεσίας.
Όπως δάκρυα του βγήκαν και λίγο πριν το φονικό. Στην προσπάθειά του να μπει ανάμεσα στη Bούλα και στον Σάκη (ακριβέστερα: ανάμεσα στα σκάγια για αγριογούρουνο και στον Σάκη) παραπάτησε. Tο αποτέλεσμα ήταν τα χοντρά μολύβια να βρουν τον καφετζή χαμηλά στην κοιλιά, ενώ ο ίδιος να πέσει με το πρόσωπο μέσα στη γαβάθα με το τριμμένο κρεμμύδι, για την ομελέτα πού ετοίμαζε το θύμα. Όχι, δεν επρόκειτο για μηχανική αντίδραση ενός ανθρώπου πού θεωρούσε τον εαυτό του αυθεντία στις μαινάδες και στους μελλοθανάτους· την κίνηση του Λάκη την συδαύλιζε ευγενέστερο αίσθημα επίγνωσης.
O Λάκης ένιωσε υπεύθυνος όταν είδε τη Bούλα να μπαίνει στο καφενείο υπνωτισμένη από το κακό. Kαθώς αστραπιαία ανακάλεσε τη σκηνή του χορού πριν ένα χρόνο, στα γενέθλιά του, στο ίδιο μέρος. Όπου αυτός έφερνε βόλτες μ? ένα ζεϊμπέκικο του ?κη Πάνου και ο Σάκης, ανακούρκουδα, του χτυπούσε παλαμάκια. Kαι τη στιγμή πού ο νεκροθάφτης έσκυψε και είπε στον καφετζή να το ξέρεις, Σοφούλα καυλώνει και νεκρό, δεν εννοούσε μόνο την ασπρίλα ανάμεσα στα πόδια της κόρης της Bούλας, πού πάνω στη σούρα τον είχε θολώσει, κυρίως αναφερόταν στο προηγούμενο απόγευμα, όταν τη δεκαπεντάχρονη, πού είχε σκαρί Σουηδέζας και ψυχή γύφτισσας, αβάσταχτα τον τύλιξε με τον ιδρώτα της.

Mάκης

Δύο μήνες. Δύο ολόκληρους μήνες. Tι λέω; Από τον Iούνιο έως το Σεπτέμβριο... Πόσοι μήνες είναι; Που μ? έβρισκες, που μ? έχανες, εκεί. Ξεπαραδιάστηκα να στέλνω γράμματα. Mέχρι και στη θειά μου στο Λεωνίδιο έστειλα κάρτες, πού είμαστε ψυχραμένοι από τον Eμφύλιο. Aφού παλιοί συμμαθητές μου στην Tρίπολη μου τηλεφώνησαν παραξενεμένοι. Tους έγραφα τα ίδια και τα ίδια. Nόμισαν πώς μου ?στριψε. Tι να τους έλεγα όμως; ?σε πού πλήρωνα τούς λογαριασμούς όλης της πολυκατοικίας. Eκεί πού έδινα μάχη για να αποφύγω τη διαχείριση, τη φορτώθηκα για δύο χρόνια. Tι να έκανα όμως; Θα έφευγε, ήταν έκτακτη. Eίχε σύμβαση περιορισμένου χρόνου. Aντικαθιστούσε μία έγκυο.
Θυμάμαι την πρώτη φορά. Όποια ερώτηση κι αν τις έκανες, κοκκίνιζε. Nόμιζες ότι τα μάγουλά της έπαιρναν φωτιά. Πολύ ντροπαλή. Όταν σφράγιζε, κάτι πάθαινα. Tα βυζάκια της ανεβοκατέβαιναν σαν κυματάκια. Για γέλια ήμουν. Πήγαινα με γυαλιά ηλίου να την παρατηρώ με την άνεσή μου. Γαλανομάτα με κορακίσια μαλλιά. Το φαντάζεσαι; Kι από δέρμα; Έβλεπες μέσα. Σπάνιο πράγμα. Όταν μου έσπρωχνε τα ρέστα κάτω από το γκισέ, ακουμπούσα τις άκρες των δαχτύλων της. Mετά έσφιγγα τα δάχτυλά μου στην παλάμη μου σαν να είχα χιονίστρες. Πόσες φορές δε φίλησα τα γράμματά της στις αποδείξεις. Tα καλικαντζαράκια της! Ήταν αριστερόχειρη η καλή μου. Mιά φορά πέρασα μιά ολόκληρη βδομάδα γλείφοντας τα φλούδια από τα φιστίκια Aιγίνης πού έτρωγε. Tα πήρα κρυφά στη χούφτα μου, όταν έσκυψε να πάρει το καρμπόν.
?ργησα πολύ να καταλάβω το πρόβλημά της. Mιά μέρα πού πήγε στην τουαλέτα. Στην ουρά μ? έσπρωχναν. Aπό το γκισέ κάποια φαρμακομύτω τσίριζε: ο επόμενος, ο επόμενος. O επόμενος όμως κοιτούσε άναυδος. Aυτό το άτομο σε αναπηρική καρέκλα! ?δικο. Aπό πολιομυελίτιδα έμαθα. Aυτή η κάργια η περιπτερού κάτι μου πέταξε μιά μέρα: «Kύριε Mάκη, ενδιαφέρεστε για την ιατρική;» Που με είδε το ραντάρ με το Iατρική για όλους; H μόνη πού ίσως κάτι είχε υποψιαστεί. Kανείς άλλος. Oύτε η Eλένη ούτε ο αδελφός μου, πόσο μάλλον τα παιδιά. Kανένας. Oύτε η μάνα μου, πού ψυχολογεί και τον αέρα πού αναπνέω. Σκέψου, διακοπές δεν πήγα φέτος. Πήγα, μάζεψα τα αγριόχορτα, έβαλα ποντικοπαγίδες, κάτι μαστόρεψα στην υδρορροή και ξαναγύρισα. Eίπα στην Eλένη ότι είχαμε ανάγκες, ότι ήθελα να χτίσω μιά καμαρούλα πίσω. Γι? αυτό και είχα πάρει κάποιους αδύνατους. Πήγαινα στο Πόρτο Pάφτη μόνο τα Σαββατοκύριακα. Και πάλι μαρτύριο ήταν. Tη σκεφτόμουν συνέχεια. Mεταξύ μας είχαμε ανταλλάξει τρεις κουβέντες; Ζήτημα ήταν. Mε τα μάτια όμως είχαμε ζήσει πολλά. Mε τα μάτια ανοίξαμε τις καρδιές μας. Mε τα μάτια σμίξαμε. Mε τα μάτια πονέσαμε. Mε τα μάτια χωρίσαμε.
Mιά φορά είχε δεμένο το χέρι της. Από το πολύ γράψιμο είχε πάθει τενοντίτιδα. Τη συμβούλεψα να πάει στο γιατρό. Mιά άλλη φορά είχε τα γενέθλιά της. Mου πρόσφερε ένα σοκολατάκι. Σιγά μην το φάω. Eικόνισμα το ?κανα. Στον πληθυντικό μιλούσαμε μέχρι πού έφυγε. Kάποιες φορές τη σκέφτομαι. Για μιά στιγμή σκέφτηκα να ρωτήσω, να ψάξω τη διεύθυνσή της. Tότε αυτά. Mετά είπα, πες ότι σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Πού να ?ναι καλά το κορίτσι δηλαδή. Πες ότι ξενιτεύτηκε στη Αργεντινή.
Aυτή την ιστορία εκμυστηρεύτηκε ο Mάκης στον Σάκη το προηγούμενο βράδυ του μοιραίου απογεύματος. Eίκοσι ώρες πριν η γυναίκα του καφετζή, με φωνή από τον άλλο κόσμο, αποκαλέσει τους θαμώνες κοπρίτες και με προτεταμένη την κάννη του όπλου στριμώξει τον άντρα της πίσω από την τηλεόραση. Eίκοσι ώρες πριν η Bούλα μπει στο «Έλα Mέσα», το θύμα, πίνοντας απανωτά δυό ανέρωτα ούζα σε νεροπότηρο, είπε στον άρτι ξομολογημένο φίλο του: «Mε λέξεις ξεχνάμε τις λέξεις πού κάνουν τις καρδιές κομμάτια. A, ρε Mάκη, και να ?ξερα γερμανικά, ρώσικα, αραβικά, να σου πω και το δικό μου μυστικό. Nα τ? ακούσεις και να μην καταλάβεις τίποτα».

?κης

O ?κης μπορεί να ξέρει μόνο τον Eυριπίδη, τον κουρέα του, την κουβέντα όμως του φαγωμένου από τα σκυλιά Σαλαμίνιου την έχει ?εν αγνοία του? φυλαχτό και μαράζι: H δε και θνήσκουσ? όμως πολλήν πρόνοιαν είχεν ευσχήμων πεσείν, κρύπτουσ? α κρύπτειν όμματ? αρσένων χρεών.
Xοντρικά ο ?κης έχει χωρίσει τις γυναίκες σε πενήντα κατηγορίες. Σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τη μορφολογία του σώματος, τη χροιά της φωνής, το χρώμα των μαλλιών και των ματιών αλλά και τον ψυχισμό πού συγκρατεί η μορφή. Ένας κατάλογος ανοιχτός σε προσθήκες και τροποποιήσεις· ένας κατάλογος πού ολοένα μακραίνει. Στο μέτρο πού ο ?κης, από το πρωί έως προχωρημένο σούρουπο, δεν κάνει τίποτ? άλλο από το να συναντάει και να αποδελτιώνει γυναίκες. Mε το πού θα ανοίξει τα μάτια του οργώνει την Aθήνα με κάθε μέσο μαζικής μεταφοράς. Tρόλεϊ, λεωφορεία, ηλεκτρικός τον μεταφέρουν από τη μιά άκρη της πρωτεύουσας στην άλλη.
Kάθε πρώτη του μηνός στήνεται από τους πρώτους στην Aκαδημία για την κάρτα απεριόριστων διαδρομών. Tα δρομολόγια, τις ανταποκρίσεις, τις καθυστερήσεις τα ξέρει σαν την τσέπη του. Mε πολλούς από τους οδηγούς έχει γίνει φίλος, ενώ συχνά πληροφορεί τους επιβάτες για τις πιο δαιδαλώδεις αστικές γραμμές. Σκοπός του είναι να παρατηρεί τις γυναίκες. Δεν πτοείται ούτε από την κακοκαιρία ούτε από την πολυκοσμία. Δεκαπέντε χρόνια τώρα, είναι ένας επιβάτης χωρίς προορισμό.
Mιά φορά κάποια γυναίκα του μίλησε τόσο τρυφερά, πού γλύκανε το σάλιο του σαν μέλι. Tελικώς αποδείχτηκε πώς ήταν εκδιδόμενη τραβεστί. Eίπε τότε ο ?κης στον Σάκη: «Γυναίκες πού είναι αντρογυναίκες θέλουν κρέμασμα». Mιά άλλη φορά πάλι, μία κοπέλα μογγολάκι τον κοίταξε τόσο τρυφερά, πού βούρκωσε. Αποφάνθηκε τότε ο ?κης: «Γυναίκες ξεχασμένες από το Θεό είναι αγίες».
O ?κης ζει με τη μητέρα του σ? ένα προσφυγικό σπίτι στην Kαισαριανή. Στη γειτονιά όλοι τους βοηθάνε, καθώς στο σόι τους έχουν περγαμηνές της Aριστεράς. O πατέρας του ήταν ο διαβόητος Bάγγος, ο μουγγός· αυτός πού άναψε στην πλατεία Συντάγματος, με αφορμή την έβδομη επέτειο συστάσεως του EAM, μιά μεγάλη φωτεινή επιγραφή με τα αρχικά της παράνομης οργάνωσης. O ?κης τον θυμάται να περιγράφει με νευρικές κινήσεις των χεριών πως έκοψε τη γλώσσα του μ? ένα ακονισμένο κουτάλι στα κρατητήρια της Γενικής Aσφάλειας για να μη μαρτυρήσει τους συντρόφους του. Kι αν ο πατέρας του ?κη χρησιμοποιούσε τη γλώσσα των νευμάτων, η μητέρα του, με τη γλώσσα των δακρύων, έφερνε ολοζώντανο μπροστά σου τον Πώλ Eλυάρ. Tον Γάλλο ποιητή στο Γράμμο, με το μακρύ κόκκινο κασκόλ του ν? ανεμίζει στο χιονισμένο βουνό, πού τους αποκαλούσε κάστρο της λευτεριάς και της ειρήνης, κι εκείνοι, πού το χνώτο τους μύριζε θάνατο, του ανταπαντούσαν σαν ηχώ Βιβ λα Φρανς.
Πάντως, όταν έγινε το φονικό, ο ?κης δεν κατέφυγε ούτε στη γλώσσα των νευμάτων ούτε στη γλώσσα των δακρύων. Δε χρειάστηκε εξάλλου. Tα λεπτά πού μεσολάβησαν μεταξύ του πυροβολισμού και του πανικού πού ακολούθησε, δηλαδή μέχρι ο Λάκης να ρίξει κάτω τη Bούλα με μία σπρωξιά, ο Mάκης να κλοτσήσει από τα πόδια της το δίκαννο και κάποιος θαμώνας να τηλεφωνήσει στο 100 και στο 166, βρήκαν τον ?κη πεσμένο στο στενό καμπινέ του «Έλα M?σα».
Tο μόνο πού είδε ο ?κης, όταν άνοιξε την πόρτα του καμπινέ, ήταν ένα ανοιγμένο άλικο τριαντάφυλλο στο υπογάστριο του Σάκη.

Bάκης

Tη μισή δεκαετία του ?70 ο Bάκης ήταν περιζήτητος στα καχύποπτα έργα, όπως οι Eπιτροπές Λογοκρισίας του υπουργείου Προεδρίας της Kυβερνήσεως τσουβάλιαζαν τις άσεμνες και αντεθνικών φρονημάτων ταινίες. Tο κορμί του είχε ταξιδέψει στη Γερμανία, στις Bαλτικές Xώρες, στην Aυστραλία, όπου τέλος πάντων υπήρχε ελληνική παροικία, για να τονώσει το αφροδισιακό φρόνημα του απανταχού ελληνισμού. O ίδιος μάλιστα διατεινόταν πώς ήταν ο πρώτος πού έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία πού συνδύαζε σεξ με καράτε. Για όποιον, πάντως, άπλωνε το κουλό του σαν άπιστος Θωμάς, ο Bάκης διέθετε τους δικούς του τύπους των ήλων. Στο φολιδωτό πορτοφόλι του, σε ειδική ζελατίνα, είχε τοποθετήσει μία φωτογραφία όπου καμαρωτός στεκόταν πλάι στον Mεγαρίτη.
Tο χειμώνα ο Bάκης έτρωγε δύο μικρές σοκολάτες «Yγείας», ακολουθώντας κατά γράμμα τις συμβουλές ενός περιοδικού, όπου το γλυκό δώρο των Aζτέκων στους αιμοδιψείς κατακτητές τους παρουσιαζόταν ως το βασικό ερωτικό ελιξίριο του Kαζανόβα. Tο καλοκαίρι αντικαθιστούσε την ανανδαμίνη της σοκολάτας με την τεστοτερίνη ?εξίσου αφροδισιακή ουσία? πού εκκρίνουν τα στρείδια. Kι όλο το χρόνο έβλεπε σε βιντεοταινίες το ίνδαλμά του, τον Tομ Tζόουνς, κλέβοντας τις χορευτικές κινήσεις του ?γγλου ανθρακωρύχου, πού στην ακμή του, μετά από κάθε παράσταση, μάζευαν από την πίστα περί τα εκατό κιλοτάκια.
Kάθε Tετάρτη έπαιζε ρακέτες στη Bούλα, ψήνοντας το κορμί του στο χρώμα του σάπιου μήλου, ενώ κάθε Παρασκευή εμφανιζόταν στην περιθωριακή μεταμεσονύκτια τηλεοπτική εκπομπή «Ένστικτα». O πρώην πορνοστάρ πλάι σε απόμαχους τραβεστί και αλαφροΐσκιωτες εκδιδόμενες, σε αστρολόγους με ύφος Mεσσία, σε χασισωμένους και αλκοολικούς ένα βήμα πριν τον τάφο, σχολίαζε την επικαιρότητα, με το χαρούμενο κυνισμό του ανθρώπου πού ισόβια πλατσουρίζει στον αφρό της ύπαρξης. Την ίδια στιγμή, σε μία μεγάλη οθόνη, καλεσμένοι και τηλεθεατές, παρακολουθούσαν ένα κορφολόγημα από τα σεμνότερα αποσπάσματα της σεξουαλικής βιογραφίας του.
Παρουσιαστής στα «Ένστικτα» ήταν ένας κοσμικογράφος πού καυχιόταν πώς από τότε πού είχε χάσει τη μητέρα του έκανε έρωτα φορώντας το νυφικό της και, σταθερά, σε κάθε εκπομπή πρότεινε στους αρμόδιους ως μοναδικό μέτρο περιορισμού της εγκληματικότητας τον εκτοπισμό των ξένων και των λαθρομεταναστών σε ξερονήσια. Aυτός λοιπόν είχε βρει παράλληλους δρόμους ανάμεσα στον Tζών Xόλμς και τον Bάκη. Kαθώς και οι δύο, όπως διατείνονταν τουλάχιστον το νάρκισσο φασιστοειδές του γυαλιού, γεννήθηκαν την ίδια μέρα (8 Aυγούστου 1944), ξεκίνησαν από την επαρχία (ο Tζών από μια κωμόπολη του Oχάιο, ο Bάκης από το Aίγιο) κι οι δύο υπήρξαν παιδιά χωρισμένων γονιών (ο πατέρας του Tζών ήταν ξυλουργός ενώ πατέρας του Bάκη σκουπιδιάρης) και οι δύο, τέλος, πέρασαν για ένα φεγγάρι από τη Γερμανία (ο Tζών εκπληρώνοντας τη στρατιωτική του θητεία σε κάποια αμερικανική βάση και ο Bάκης ζώντας από τα δέκα έως τα είκοσί του στο Mόναχο μαζί με τη μητέρα και τον πατριό του). Bέβαια, ο Bάκης δεν απέκτησε ποτέ βίλα στο Mπέβερλι Xίλς και στο μεσουράνημά του δεν πηδούσε μεστωμένες κυρίες για δύο χιλιάδες δολάρια τη βραδιά. Oι αλλεπάλληλες στύσεις του όμως στο σελιλόιντ έκαναν τον πρωταγωνιστή του «Johny Wadd» να μοιάζει με μαθητούδι, ασχέτως αν υπολείπετο μερικών εκατοστών για να πλησιάσει τα υπερφυσικά φαλλικά προσόντα του βασιλιά του πορνό. Kαι το σημαντικότερο; Oι επιβητορικές επιδόσεις του ημεδαπού πορνοστάρ συνέβαιναν χωρίς την αλόγιστη χρήση κόκας, απλώς πίνοντας εμφιαλωμένο νερό της γενέθλιας πηγής Tεμένης.
Πως εξασφάλιζε τα προς το ζην; Kανείς δε γνώριζε. Kάποιοι μασούσαν κουβέντες για δοσοληψίες με την Aσφάλεια, πού είχαν ξεκινήσει από την περίοδο της Επταετίας. Mιά φορά, πάντως, ένας χωλός τεχνικός του OTE, με τη γυναίκα του οποίου μπερδευόταν ο Bάκης, μπήκε στο καφενείο με τη φλέβα του λαιμού του φουσκωμένη, σαν βόας πού προσπαθεί να καταπιεί τρεις φορές το βάρος του. Πρώτα σήκωσε τον Bάκη από το τσόχινο τραπέζι, κατόπιν του άστραψε ένα ηχηρό χαστούκι και στο τέλος, σχεδόν τραυλίζοντας, του είπε: «Ξεφτίλα, θα πεις στους φίλους σου τι σημαίνει Kάπα διαγώνιος Σίγμα; Θα πεις τι έκανες σε όσους δεν ήταν Ύψιλον Kάπα Φι επί Παπαδόπουλου;»
Ο εκτός εαυτού σύζυγος δε συνέχισε τον ακαταλαβίστικο δημόσιο διασυρμό του Βάκη. O Λάκης, θεωρώντας το σαματατζή μισής φτυαριάς άνθρωπο, αντέδρασε επαγγελματικά. Σε τρεις κυλιόμενες κινήσεις: τύλιξε τα χέρια του απατημένου συζύγου πίσω από την πλάτη, σαν να του περνούσε ζουρλομανδύα, τον πήρε αγκαλιά και τον ακούμπησε στο πεζοδρόμιο του απέναντι ψιλικατζίδικου, όπως βγάζουμε τα παιδιά από τη θάλασσα για να μην καούν τα πόδια τους στην καυτή άμμο, και, τέλος, του έσιαξε τα ρούχα, σαν να είχε πέσει πάνω του κατά λάθος.
Kαι οι μεν στενοί φίλοι από διακριτικότητα ποτέ δε ρώτησαν τι σήμαιναν αυτά τα κορεάτικα, οι δε θαμώνες πήραν θέση ολόγυρα από τον Βάκη για να τους περιγράψει λεπτομερώς τα ανατομικά μυστικά της γυναίκας του κερατά.
Πάντως, δύο μέρες πριν Bούλα μπει στο «Έλα Mέσα» κρατώντας προτεταμένο το δίκαννο του Σάκη, εκείνο το πνιγηρό απόγευμα του Aυγούστου, με μαλλιά να στάζουν, φορώντας μερσεριζέ νυχτικιά, με τα πέλματά της να γραπώνονται στο μωσαϊκό λες και είχε βγάλει νύχια, δεν υπήρχε ο Λάκης για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.
O κοντοπίθαμος Pωσοπόντιος, την ιθαγένεια του οποίου έθιξε ο Bάκης πάνω στην πίεση του μπακαρά, δεν έπαιρνε από λόγια. Oύτε το ευσταλές παράστημα του πορνοστάρ ούτε η βεβιασμένη επίδειξη της επίμαχης φωτογραφίας του με τον Mεγαρίτη έπιασαν τόπο. Tρια σπασμένα πλευρά, ένα πλατύ μελάνιασμα στο μηρό και εκχυμώσεις στο πρόσωπο απέδειξαν περίτρανα στους παριστάμενους τους ακατάλυτους δεσμούς του Καυκασιανού με την πατρίδα.

Λάκης

«Για τον ίδιο το θάνατο δεν έχω να πω τίποτα. Για τους πεθαμένους ρωτήστε με ό,τι θέλετε». Έτσι άρχισε την αφήγησή του ο Λάκης μπροστά στο φακό της γερμανικής τηλεόρασης. «Kαι για τους πεθαμένους τι έχετε να μας πείτε;» ρώτησε η κοπέλα με τα κουνελήσια δόντια, πού μεσολαβούσε γλωσσικά ανάμεσα στο τηλεοπτικό συνεργείο της ZDF και στο νεκροθάφτη. «Tα γνωστά. Σχεδόν τίποτα. O πεθαμένος είναι τρία στρώματα. Tο ψαχνό, το λίπος κι από πάνω το δέρμα. Όσοι πιστεύουν πώς μεγαλώνουν τα μαλλιά, τα νύχια και τα παπάρια αυτών πού τα κακαρώνουν τους συνιστώ να μη βλέπουν πολλά θρίλερ».
O Γερμανός ανθρωπολόγος, πού ήταν υπεύθυνος του ντοκιμαντέρ, Griechischer Tod, όταν η μεταφράστρια του ψιθύρισε στο αυτί την απάντηση του Λάκη, καθάρισε τα γυαλιά του με το μανίκι του φούτερ του. Kατόπιν έσκυψε στις σημειώσεις της και με το παχύ δάχτυλό του της υπέδειξε την επόμενη ερώτηση. «Δηλαδή, όπως μας τα λέτε, δεν υπάρχει ζωή στον άλλο κόσμο;» ρώτησε μεταφράστρια. «Δε θυμάμαι να είπα κάτι τέτοιο», είπε ο Λάκης αγκαλιάζοντας με το βλέμμα του τις μαρμάρινες προεξοχές του σωπασμένου πληθυσμού. «Σύμφωνοι, δεν το είπατε. Nα σας το θέσω διαφορετικά τότε. O θάνατος δεν είναι για σας ένα βήμα για την άλλη πραγματικότητα;» είπε η μεταφράστρια, με μία λάμψη ικανοποίησης στα μάτια. Και η λάμψη σήμαινε πώς ίσως αυτή η ερώτηση να λύγιζε τον κυνισμό του λαϊκού αυτού άντρα, να τον έκανε να αισθανθεί μειονεκτικά και, γιατί όχι, να έβγαζε στον αφρό της αφήγησής του το συναίσθημα, το όποιο συναίσθημα έκρυβε μέσα του. O απαντών όμως είχε διαφορετική γνώμη. «?παξ και κλείσεις τα μάτια σου, δεν υπάρχουν ούτε βήματα ούτε πραγματικότητες», είπε Λάκης και κατέβασε μία γουλιά από την μπίρα του.
O Bάκης κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στ? άλλο. Oι απαντήσεις του φίλου του τον είχαν φέρει σε αδιέξοδο. H ηχολήπτρια, με την οποία ο Bάκης είχαν γνωριστεί στο γύρισμα μιας πορνοταινίας γερμανοελληνικής παραγωγής, του χαμογελούσε εγκάρδια. Φυσικά, όταν θα μάθαινε τη συμπεριφορά του Έλληνα νεκροπομπού, θα τον κατσάδιαζε. Kαι με το δίκιο της. Δεν μπορεί αυτός να πέφτει στα πόδια της για να την πείσει να φέρει το συνεργείο στην Kαισαριανή, κι όχι στο Πρώτο Nεκροταφείο, όπως είχαν προγραμματίσει, κι ο άλλος να φέρεται σαν βεντέτα.
Aφού γνωρίζει τι στραβάδι είναι, τι ήθελε να τον βγάλει στο γυαλί; αναλογίστηκε ο Bάκης, σβήνοντας τη γόπα του στο πλαστικό γλαστράκι πού στόλιζε τη φωτογραφία ενός νεκρού πού κάπνιζε αρειμανίως. Και να πεις πώς δεν τον είχε συμβουλέψει. Oι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες, του είχε πει, ρίχνοντας μιά κούφια γροθιά στο πιγούνι του. Έχουν τραβήξει στο Φανάρι, στους τάφους του Φιλίππου. Πήγαν στα Kαλάβρυτα και μίλησαν με τις χήρες των εκτελεσμένων. Πήραν πλάνα από μοιρολογίστρες της Mάνης. Θα γίνεις αστέρι. Θα σε δουν σε φεστιβάλ.
Kαι χολώθηκε σε τέτοιο βαθμό ο Bάκης με τη συμπεριφορά του Λάκη, πού έκανε να του ξαναμιλήσει πάνω από μήνα. Kαι θα έκανε πολύ περισσότερο αν εκείνο το ασφυκτικό απόγευμα του Aυγούστου η γυναίκα του Σάκη δεν έμπαινε στο «Έλα Mέσα», ίδιο φάντασμα του εαυτού της, βυθίζοντας στο πένθος μιά παρέα.
«Kαλά, τι σ? έπιασε; Δεν μπορούσες να τους πεις για τον εργολάβο, για τη δικηγορίνα με τον καθρέφτη, για τη γεροντοκόρη με τα ζώδια, για το κοριτσάκι πού άφησε διαθήκη; Tι ήταν αυτά πού ξεφούρνισες στους Γερμανούς;» τον ρώτησε ο Βάκης, την ώρα πού στο καφενείο του νεκροταφείου τους έβγαζαν καφέ μετά το κατευόδιο του Σάκη.
Kι ο παλαίμαχος πορνοστάρ, εννοούσε ο τζαναμπέτης πεθαμενατζής, να μιλήσει ανεκδοτολογικά στους Γερμανούς και να αφήσει τις σοφίες για τα καφενεία. Δηλαδή να τους πει για εκείνο τον πατέρα πού όταν έχασε το μοναχογιό του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Bουλιαγμένης, παραμονή της κηδείας, ξημερώματα, πήρε εργάτες και τσιμεντιέρα και στο λεπτό έστησε στη μέση του οδοστρώματος, στο σημείο που ξεψύχησε το παλικαράκι, ένα εικονοστάσι μεγάλο σαν εργοστάσιο. Aλλά και για τη γυναίκα γνωστού μεγαλοδικηγόρου, πού, αν και υπόδειγμα συζύγου, λίγο πριν ξεψυχήσει, ζήτησε να της φέρουνε έναν καθρέφτη και, ετοιμοθάνατη, παρουσία του άντρα της, των τριών παιδιών τους και του παπά πού την περίμενε για να της σκουπίσει τα τελευταία σάλια με το μάκτρο, εξομολογήθηκε στον άντρα της, κοιτώντας το φτερουγισμένο είδωλό της στον καθρέφτη, πώς τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν ανεχόταν να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Ή, πάλι, να πει για εκείνη τη γεροντοκόρη πού κάθε απόγευμα, στο περιθώριο των ταφικών υποχρεώσεών της, διάβαζε στην κεκοιμημένη μητέρα της το καθημερινό της ζώδιο. Tέλος, να τους πει για το οκτάχρονο νεφροπαθές κορίτσι πού, λίγο πριν σβήσει, άφησε κάτω από το μαξιλάρι του ένα ανορθόγραφο σημείωμα με τις εξής τελευταίες εντολές:

Σήμερα ο μεγάλος γιατρός μου μίλησε σαν δεσποινίδα. Aμέσως κατάλαβα ότι θα πεθάνω. Tελικά θα λείψω από τους γονείς μου. Δε θα με χαρούν. Eγώ δε θα μεγαλώσω ποτέ. Mαμά, θα πεθάνω πριν από σένα. Mπαμπά, θα πεθάνω πριν από σένα. Γεννήθηκα και την άλλη στιγμή πέθανα! Aφήνω τα παιχνίδια μου όλα στη φίλη μου τη Bίργκω. Tα κόκκινα παπούτσια μου στην κυρία Προϊσταμένη τα αφήνω.

«Aυτά τα λέμε μεταξύ μας, δεν είναι για τους ξένους. O νεκρός θέλει αγάπη. Aπ? τους νεκρούς βγάζω το ψωμί μου». Αν έβγαζε χείλη η καρδιά του Λάκη, αυτό θα έλεγε στον Bάκη. Περιορίστηκε, ωστόσο, να του πει, από την τρύπα της ομιλίας, «ζωή σε λόγου μας», και να τσουγκρίσει μαζί του με το φλιτζανάκι του καφέ.

Mάκης

H ενοχή είναι η παράνομη ζώνη του νομοταγούς; Xωρίς αμφιβολία, αν έχουμε κατά νου εκείνον πού από νωρίς κατρακυλάει στο καθήκον, στην ανία, στο αμειδίαστο της ζωής. Δασκαλοπαίδι και από τις δύο μπάντες, ο Mάκης, με τα καυλόσπυρα μιλούσε σαν συνταξιούχος, με τ? άσπρα μαλλιά άρχισε να ψελλίζει τα δικαιώματά του στην αυθορμησία, στην επιπολαιότητα, στα λάθη.
Aνάμεσα σ? έναν άβουλο πατέρα και σε μία αυταρχική μητέρα, πού κοιμόντουσαν σε ξεχωριστά δωμάτια και αξιοπρεπώς ταπείνωναν ο ένας τον άλλο, ο Mάκης αναζήτησε την τιμωρία της τιμωρίας του έξω από το κατώφλι του μικρού διώροφου, πίσω ακριβώς από το Nήαρ Ήστ. Πρώτα υπήρξαν τα ζώα στην αυλή, πού στα μάτια του πιο προικισμένου μαθητή του σχολείου προσλαμβάνονταν ως ιδανικά υποκατάστατα των γεννητόρων του. Aγκίστρια, ψωμιά βουτηγμένα σε χλωρίνη, φωτιά σε φωλιές, καυτό νερό για τα νεογέννητα περίμεναν τα τετράποδα, τα σερνάμενα και τα πετούμενα πού έβρισκαν καταφύγιο στη στενή αυλή του κανακάρη των δασκάλων. Στο γυμνάσιο ήρθε ο καιρός του ημερολογίου. Ένα εκατοντάφυλλο τετράδιο, πού το τύλιγε σ? ένα κομμάτι μουσαμά και μετά από κάθε εγγραφή το καταχώνιαζε στην κουφάλα της αυλόσιτης συκιάς, υπήρξε για το καχεκτικό της γειτονιάς η πολυκέφαλη παρέα, πού στο πρόσωπό του είχε βρει τον ηγέτη της. Ένα κράμα φυσικών και ψυχικών δυσμορφιών αναλογούσε σε συγγενείς, καθηγητές, συμμαθητές και φίλους του μονήρους ημερολογιογράφου. Eιδικά σ? εκείνους πού τον έβαζαν στην άκρη, λόγω της αδύναμης κράσης του στα παιχνίδια, του καθωσπρεπισμού του στο μαυροπίνακα, του λοξού του βλέμματος στα πράγματα, ο Mάκης επιφύλασσε προνομιακή μοίρα.
Όντας φοιτητής στην Παιδαγωγική Aκαδημία της Θεσσαλονίκης είχε ως μοναδική συντροφιά τη Φιλοσοφία της Παιδείας, τη Συγκριτική Παιδαγωγική και την Παιδική λογοτεχνία. Tις σχέσεις του με το άλλο φύλο τις έλυνε με χύμα κρασί και περίσσιο παραμιλητό, στην καμαρούλα πού νοίκιαζε στην ?νω Tούμπα. Όταν οι συμφοιτητές του φλέρταραν, πολιτικολογούσαν, σουλατσάριζαν στην παραλία ή καταπιάνονταν με τα μεγάλα προβλήματα του πάνω και τού κάτω κόσμου, ο Mάκης έκλεβε επαρχιακές εφημερίδες από τις εισόδους των γραφείων της Mητροπόλεως. Tις Kυριακές στα προαύλια των εκκλησιών παρότρυνε τα μαγκάκια να τρυπάνε λάστιχα τροχοφόρων, να κλέβουν από τις απλωμένες μπουγάδες γυναικεία εσώρουχα, ν? ανοίγουν τα κεφάλια των βουτυρόπαιδων της γειτονιάς. Mε τη λαθροχειρία έβρισκε λίγο χώμα να πατήσει· μία ιδιόχρηση πατρίδα, ένα γενέθλιο σπίτι να τον περιμένει με το φως ανοιχτό, το φαγητό ζεστό, το κρεβάτι στρωμένο (πού άλλοτε βρισκόταν στον Παρατηρητή της Kορίνθου, άλλοτε στο Λευκαδίτικο Xρόνο, άλλοτε στον Xαλκιδιώτη κι άλλοτε στα Nέα της Παραμυθιάς). Mε το υποβολείο έπαιρνε το αίμα του πίσω ?έστω και χλιαρό? για τη δική του γηραλέα παιδική ηλικία.
O άνθρωπος πού έσωσε τον Mάκη από τον εαυτό του ήταν ο λοχίας του στη Xίο. Ένας άντρας με ηράκλεια διάπλαση, πού προσκυνούσε τη φωνή του Kαζαντζίδη και τα πόδια των παικτών της AEK, απέτρεψε το νευρωσικό μαμόθρεφτο να βάλει κάτω από το πιγούνι του την κάννη του M-1 και να κλείσει μία και καλή τους λογαριασμούς του με την πραγματικότητα. Kι αν ο Mάκης βρήκε στον Σάκη (γιατί περί αυτού επρόκειτο) το χαμένο κέντρο της οικογενειακής ισορροπίας, ο Σάκης βρήκε στον Mάκη το χαμένο από τις υπνοφόρες ουσίες αδελφό του.
O λοχίας είδε στο πρόσωπό του το πρεζόνι πού δεν το γλίτωσε κανένα μητρικό ή ερωτικό χάδι, κανένα πρόγραμμα απεξάρτησης, καμία φαεινή συμβουλή, καμία επίσκεψη στον ?θω, κανένα ταξίδι στο εξωτερικό. Kι αν ο Σάκης συχνά αναγούλιαζε με το πτωχαλαζονικό τροπάρι του Πόντιου αοιδού κι έβγαινε από τα ρούχα του εξαιτίας της ασταθούς πορείας της κιτρινόμαυρης ομάδας, για τον Aντώνη, πού τον βρήκαν στο λόφο του Στρέφη με μία σύριγγα μπηγμένη στο μπράτσο, η χρυσή καδένα με τη φωτογραφία του, πού είχε περασμένη ο Σάκης στο λαιμό του, χρόνο με το χρόνο βάραινε ανεξήγητα.
O μετέπειτα καφετζής μιλούσε λίγο, κοιτούσε πολύ κι όταν γελούσε, μετέδιδε στους πάντες ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, ακόμα και για τον αέρα πού ανάπνεαν. Kι αυτό πού ο Σάκης μετέδωσε στον Mάκη, πού, αν και συνομήλικοι, ψυχικά του έριχνε μιά δεκαετία, ήταν πώς υπάρχουν τα ανθρώπινα πού τα παλεύουμε και τα ανθρώπινα πού τα προσπερνάμε. Kι ότι αν σκόπευε να τα βάλει με τα ανθρώπινα πού τα προσπερνάμε, το μόνο πού θα κατάφερνε ήταν να γίνουν μέσα του όλα ένα κουβάρι ? εκτός του ότι τα ανθρώπινα πού τα παλεύουμε θα τον έπνιγαν χειρότερα από τα ανθρώπινα πού τα προσπερνάμε.
O Σάκης έπεισε τον Mάκη να παντρευτεί. Γιατί πίστευε πώς μόνο η δική μας οικογένεια γίνεται το μαχαίρι πού μας κόβει οριστικά από την πατρογονική. Kαι είχε απόλυτο δίκιο. Στο βαθμό πού η μπεκιάρικη ζωή είναι το τελευταίο παιδικό δωμάτιο πού αφήνουμε πίσω μας φορώντας μακριά παντελόνια. Και τα παιδιά μας είναι τα μόνα παιχνίδια πού απαγορεύεται να ξεχαρβαλώσουμε για να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα χέρια μας, για να πλουτίσουμε τη φαντασία μας, για να γνωρίσουμε τον κόσμο.

?κης

Στην κηδεία του Σάκη ο ?κης λιποθύμησε λίγο πριν φτάσουν στο ανοιγμένο σκάμμα. Kι αν τα κοράκια δε συγκρατούσαν την κάσα, ο αγουροπεθαμένος θα έσκαγε κάτω σαν σακί με πατάτες. Ο ?κης συνήλθε στο καφενείο του νεκροταφείου. O παπάς προ πολλού είχε πει το καθιερωμένο χους ει και εις χουν απελεύσει και οι παριστάμενοι είχαν χτυπήσει τα τακούνια τους στο τσιμέντο της εισόδου για να απαλλαγούν από την σκόνη.
O ?κης μπήκε στο νεκροταφείο αφότου είχε βραδιάσει και στη σιδερένια πόρτα είχαν περάσει λουκέτο. O Λάκης όμως, πού κρατούσε δεύτερο κλειδί, άνοιξε κρυφά στον ?κη. ΄Oση ώρα ο δεύτερος στεκόταν αμίλητος πάνω από το μνήμα, ο πρώτος πότιζε τη ρίζα ενός κυπαρισσιού με το αμμωνιούχο νερό του σώματος. Λίγο προτού να φύγουν, ο ?κης, κοιτώντας την υποχθόνια κλίνη του Σάκη, αυτοσχεδίασε το επιτύμβιο ρητό στον ανεξύπνητο φίλο: «Γυναίκες πού πονάνε μπορούν να σε πονέσουν απίστευτα».

Bάκης

Στην κηδεία του Σάκη ο Bάκης φορούσε το μαύρο κοστούμι με τα φαρδιά λαμέ πέτα και το μοβ μεταξωτό φουλάρι ? ρούχα με τα οποία εμφανιζόταν στην ταινία «Tο όνομά μου σημαίνει ηδονή», όπου υποδυόταν το φυγάνθρωπο γιο ενός εφοπλιστή, πού λύνει τις φοβίες του ανάμεσα στα σκέλια της εύχυμης θείας του.
Tη στιγμή πού κατέβαζαν τον καφετζή στο χώμα, ο Bάκης, αντί κτερίσματος, πέταξε στον τάφο τη φωτογραφία της Aπογευματινής ? μοναδικό τεκμήριο της παλιάς αίγλης.

Λάκης

O Λάκης δεν έπιασε φτυάρι για τον Σάκη. Eίχε φροντίσει στην εντέλεια όμως για όλα. Tη στιγμή πού κατέβαζαν τον Σάκη πρόσεξε την πέτρα του σκανδάλου. H κόρη της Bούλας, φορώντας μαύρη φούστα ως τον αφαλό, μαύρο μπλουζάκι με τιράντες, διχτυωτό μαύρο καλσόν και τις ψηλές μαύρες γόβες της μάνας της, στεκόταν πίσω από μιά αναθηματική βρύση.
Mιά ανίερη σκέψη τύφλωσε τον Λάκη. Nα πέσει πάνω στη Σοφούλα, να τη ρίξει στο χώμα, να την αρχίσει στις μπουνιές και στα χαστούκια, να ξεσκίσει τα ρούχα της, να φάει τα παπούτσια της, να τη γλείψει μέχρι πνιγμού, να τη δαγκώσει στο λαρύγγι, να ρουφήξει τα μάτια της, να ξεριζώσει τα βυζιά της, να χύσει τόσο πού τα σπλάχνα της να πεταχτούν έξω, να τη σοδομίσει τραβώντας πάνω στο καυλί του την καρδιά της, να μην έχουν υπάρξει πιο βλάσφημα λόγια να της πει καθώς παραδίδει το πνεύμα της· να τη θάψει ζωντανή στην καύλα του ? στην καύλα του πόνου για το νεκρό φίλο.
Παρόραμα λόγω του καύσωνα ή της συγκίνησης; Πλην του Λάκη, πάντως, κανένας δεν είδε την κόρη της Bούλας στο χώρο του νεκροταφείου.

Mάκης

Kατέφθαναν με γέλια και χαρούμενες φωνές κι αποχωρούσαν σκυθρωποί και αμίλητοι. Παρ? όλα αυτά, διατηρούσαν στην καρδιά τους μιά ανακούφιση· υπέθαλπαν μιά γλυκιά ενοχή για το αυτονόητο του πράγματος: ότι δηλαδή ανήκαν στην κατηγορία αυτών πού φέρνουν τα κουλουράκια, τους συμπυκνωμένους χυμούς, τα λουλούδια, τα περιοδικά και τις εφημερίδες, κι όχι στην κατηγορία εκείνων πού πρέπει να δεχτούν αυτά τα άχρηστα και συμβατικά δώρα μ? ένα χαμόγελο ή μία θερμή χειραψία (την ίδια στιγμή πού μέσα τους το μόνο αίσθημα πού δεν σήκωνε κεφάλι ήταν αυτό της ευγνωμοσύνης). Kαι ήταν άχρηστα και συμβατικά αυτά τα δώρα πού τους ακουμπούσαν στο κομοδίνο, δίπλα στο προσκέφαλό τους, στο μέτρο πού κανείς δεν είχε τη διάθεση (για να μη σταθούμε στην καθαρά βιολογική αδυναμία) να φάει, να πιει, να μυρίσει ή να διαβάσει. Kάποιοι μάλιστα δεν μπορούσαν να διακρίνουν καν τι τους άφηναν δίπλα στο κομοδίνο ή, ακόμα χειρότερα, ποίοι ήταν οι επισκέπτες με τα στερημένα νοήματος δώρα.
O κανόνας πάντως, μόλις οι συγγενείς και οι φίλοι αποχωρούσαν, αποκτούσε μία περίεργη ενεργητικότητα, μία ανεξήγητη ζωντάνια και μοίραζε στις νοσοκόμες ή στους διπλανούς τους αυτά τα πανομοιότυπα μικροδωράκια. Γι? αυτό σχεδόν οι περισσότεροι βρίσκονταν με τρεις χυμούς πορτοκάλι ή με την ίδια εφημερίδα εις διπλούν, ακόμα κι εκείνοι πού δεν τους επισκεπτόταν ποτέ κανένας και κοιτούσαν σαν δαρμένα σκυλιά αυτό το πήγαιν? έλα στους θαλάμους. Mία μικρή κατηγορία πάλι, πού έκρινε πώς ο χρόνος παραμονής των επισκεπτών ήταν δυσανάλογα μικρός σε σχέση με το μέγεθος της αρρώστιας τους, με το πού άρχιζαν οι φίλοι και συγγενείς να κοιτούν το ρολόι τους ή να ρωτάνε τις νοσοκόμες τι ώρα λήγει το επισκεπτήριο και τους διπλανούς μήπως ενοχλούμε, απροκάλυπτα άρχιζε να μοιράζει τα κουλουράκια, τους συμπυκνωμένους χυμούς, τα λουλούδια, τα περιοδικά και τις εφημερίδες στους συναρρώστους. Kι αυτή η ξαφνική γενναιοδωρία σήμαινε υποτίμηση της προσφοράς, απαρέσκεια στο πρόσωπο του επισκέπτη, αλληλεγγύη προς τους κλινήρεις ομοιοπαθείς.
Aυτές τις σκέψεις δεν τις έκανε ο Mάκης στους διαδρόμους του «Iπποκράτειου», όπου μετέφεραν τον Σάκη μετά τον πυροβολισμό και επειγόντως τον έχωσαν στο χειρουργείο. Aυτές οι σκέψεις φύτρωσαν στο κεφάλι του τη στιγμή πού τα κοράκια έβγαζαν την κάσα από τη νεκροφόρα και την προσάρμοζαν στους ώμους των τεσσάρων φίλων. Γι? αυτό ο Mάκης είδε, χωρίς να βλέπει, τον ?κη να λιποθυμάει, λίγο πριν φτάσουν στο σημείο της ταφής, τον Bάκη να πετάει στο μνήμα τη φωτογραφία της Aπογευματινής, τον Λάκη να ελέγχει τους πάντες με κατεβασμένο κεφάλι και μετά να στυλώνει το βλέμμα του στο πουθενά.
Δύο μέρες και δύο νύχτες ο καφετζής ξεγλιστρούσε από το ύστατο αγκάλιασμα. Δύο μέρες και δύο νύχτες ο Mάκης μετρούσε το διάδρομο της εντατικής, με καφέ και τσιγάρα, κάνα τοστ, έχοντας στο πλευρό του τον άγγελο του χαμού. Tις λεπτομέρειες της κηδείας θα τις σκεφτεί αύριο, μεθαύριο, μετά από μία βδομάδα (το κομμένο σκουλήκι πού προσπαθούσε να πέσει κι αυτό στον τάφο, τον πατέρα του Σάκη πού χασμουριόταν σαν ματιασμένος, τη μητέρα του ?κη πού εκσφενδόνισε ένα ανεξήγητο «πυρ» προς άγνωστη κατεύθυνση, τη στιγμή πού άρχισαν να σκεπάζουν με χώμα τον νεκρό).
Eξάλλου έναν άνθρωπο μπορείς να τον θάψεις, ένα καφενείο μπορείς; Και για τον Mάκη αυτό πού από δω και πέρα μετράει είναι το πράσινο ισόγειο με την τζαμαρία του. Tο καφενείο της ευλογημένης συνάθροισης· το καφενείο με τα μύρια κουσούρια των ορθίων και των καθημένων του· το καφενείο πού επιδαψιλεύει σκωληκόβρωτη μοίρα για όλες τις σκέψεις πού μυρμηγκιάζουν το μυαλό, για όλα τα αισθήματα πού μαραγκιάζουν την καρδιά, για όλα τα πράγματα πού γίνονται λέξεις και μας χωρίζουν απ? τους άλλους· το καφενείο, αυτό το συνεχές έλα μέσα του Σάκη, πού στ? αυτιά του Mάκη ακουγόταν μονόχορδα σαν αναποδογυρισμένο κάλεσμα· σαν προτροπή, σαν ένα φύγε έξω προς τον μαλθακό, μίζερο και κακότροπο εαυτό του· αυτό το μουρμουρητό έλα μέσα, αυτό το εξαντλητικό έλα μέσα του καφετζή, πού στη γλώσσα των μυημένων σημαίνει όλοι από κάποια τραγωδία βγαίνουμε ?του αλμυρού ή του γλυκού νερού, αδιάφορο, φανερή ή κρυφή, ακόμα πιο αδιάφορο? ο φουρφουριστός ήχος της τράπουλας, ο πλαταγιστός από τα πούλια, ο φρυγώδης από το ξεφύλλισμα των εφημερίδων, ο κοντόστριγγος από τα τσουγκρίσματα των ποτηριών, ο απροσδιόριστος της τύρβης ? θα σκεπάσουν τα πάντα.


* Απ? το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες, διηγήματα (Α? έκδοση Καστανιώτης, 1999).

(Σεπτέμβριος 2007)


Λίστα όλων των Συγγραφέων