Συγγραφέας του μήνα

Κατερίνα Ζαρόκωστα

Βιογραφικό

Η Κατερίνα Ζαρόκωστα γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1950.
Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Κοινωνική Ψυχολογία στην ECOLE PRATIQUE DE PARIS. Κατέχει επίσης το δίπλωμα του CAMBRIDGE PROFICIENCY.
Από το 1979 ως το 1993 συνεργάστηκε με την Κρατική Ραδιοφωνία, αρχικά με το Γ΄ Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, και στη συνέχεια με το Α΄ Πρόγραμμα, σε εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου. Συνεργάστηκε επίσης με την Κρατική Τηλεόραση (ΕΤ1), ως σεναριογράφος (ΚΟΧΛΙΑΣ, ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ, Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΜΕΡΑ), ως συντονίστρια συζήτησης σε εκπομπή με αντικείμενο προβλήματα εφήβων και ενηλίκων (ΜΙΚΡΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ) και ως σύμβουλος ενημερωτικής εκπομπής (ΥΜΕΙΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ).
Υπήρξε υπεύθυνη βιβλιοπαρουσίασης στο περιοδικό ELLE (1993 ? 2000).
Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ, ΝΕΑ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ? περιοδικό ΕΨΙΛΟΝ και με τα περιοδικά ΤΕΤΑΡΤΟ, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ, ΔΙΑΒΑΖΩ, Η ΛΕΞΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Εξακολουθεί να συνεργάζεται, με τα λογοτεχνικά περιοδικά ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ και ΔΕΚΑΤΑ. Υπήρξε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού ΡΕΥΜΑΤΑ. Διηγήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γερμανικά.
Δίδαξε Γαλλική γλώσσα στην ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΘΗΝΩΝ και Ελληνική γλώσσα και πολιτισμό σε Αμερικανούς φοιτητές στο ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.
Είναι μέλος της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ και της Επιτροπής για το νέο βραβείο μυθιστορήματος THE ATHENS PRIZE FOR LITERATURE του λογοτεχνικού περιοδικού ΔΕΚΑΤΑ.

Λογοτεχνικό Έργο

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΓΑΤΟΙ, νουβέλα για παιδιά. Κέδρος 1983, Καστανιώτης 1997,
4η έκδοση 2004.
Όπου οι γάτοι αποδεικνύονται ωριμότεροι απ΄ τους ανθρώπους, γίνονται φίλοι με τον χειρότερο εχθρό τους και συγχωρούν εκείνους που αγαπούν ακόμη και αν αυτοί τους έχουν πληγώσει.

ΤΟ ΛΕΚΑΝΤΩ, συλλογή διηγημάτων, Χατζηνικολή 1986.
Οκτώ διηγήματα που πραγματεύονται, το καθένα με τον τρόπο του, τη δύσκολη ερωτική ζωή της γυναίκας.

ΤΟΜΕΚ, νουβέλα, Νεφέλη 1992, Καστανιώτης 1998.
Μέσα από την γνωριμία του με την μαντάμ Σουζύ, ξακουστή μάντισσα από την Μικρά Ασία, καθώς και μέσα από τον έρωτα του με την Μάρθα, ο νεαρός Τόμεκ (χαϊδευτικό του Θωμά στα πολωνικά), γιος πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου, βρίσκει επιτέλους αυτό που ποθούσε: μια θέση στον κόσμο.

ΤΟ ΚΑΘΑΡΟ ΧΑΔΙ, νουβέλα, Καστανιώτης 1996, 3η έκδοση 1997.
Δεκαετία του ?50, καλοκαίρι, μυρωδιές από πεύκο και σκίνο. Η νεαρή ?ρτεμις είναι μοιρασμένη ανάμεσα στον έρωτα της για τον σαλπιγκτή του παρακείμενου στρατοπέδου και στην ερωτική φιλία που την συνδέει με τον πρώτο της εξάδελφο.

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΑΚΙ ΟΥΡΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2000, 11η έκδοση 2004.
Η ιστορία μιας οικογένειας με φόντο τα ενενήντα τελευταία χρόνια του Ελληνισμού. 1908 ? 1988. Έρωτες κάτω απ΄ τον αστερισμό του πολέμου, οικογενειακά μυστικά, δυνατά πάθη. Ένα μυθιστόρημα για την απώλεια, τη μνήμη, την ελπίδα, αλλά και για τη δύναμη της αγάπης που υψώνεται πάνω από καταστροφές και πολέμους.

ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ, ιστορίες, Καστανιώτης 2004, 3η έκδοση 2004. Επτά ιστορίες μιλούν για την πολύπλοκη και πολύπαθη σχέση μητέρας και κόρης. Σχέση στοργής, εχθρότητας, οργής και συμφιλίωσης.

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ, διηγήματα, Νόστος 2004, ελληνογερμανική έκδοση. Τρία διηγήματα για το φως, το ελληνικό καλοκαίρι, τα δύσκολα νιάτα.

Μεταφράσεις

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ Η ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ, Χατζηνικολή 1980, 2η έκδοση 2000

Μπορίς Βιάν ΔΡΑΚΩΛΑΣ, ?γρα 1982


ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Το κουτάβι

Εκείνη την ημέρα πήραν το τρένο για πρώτη φορά. Συνήθως έπαιρναν το βαπόρι ? έτσι κι αλλιώς στον Πειραιά μένουν, «μα όχι στον συνοικισμό, στη Γρηγορίου του Ε΄», όπως σπεύδει να διευκρινίσει η μεγάλη, η Κάκια.
Στριμώχτηκαν ο ένας πλάι στον άλλον, κατά σειράν ηλικίας σχεδόν, σαν να επρόκειτο να βγάλουν οικογενειακή φωτογραφία. Η Αναστασία πρέπει να ήταν τότε γύρω στα σαράντα, όμορφη ακόμη, περήφανη, στητή. Μόνο οι κύκλοι γύρω απ΄ τα μάτια είχαν σκαφτεί ακόμη πιο βαθιά απ΄ ότι ήταν στο φυσικό τους. Από τότε που ήρθαν στην Ελλάδα την ταλαιπωρούν ανεξήγητες διάρροιες. Την ρίχνουν στο κρεβάτι για μέρες, στραγγισμένη από κάθε χυμό. Τα παιδιά βάφουν μαύρα φορέματα σε μεγάλα καζάνια και περιμένουν σιωπηλά γύρω απ΄ το κρεβάτι. Τις νύχτες οι σκιές του καντηλιού γράφουν παράξενα μυστικά στους τοίχους. Τότε η Αναστασία στέλνει τα παιδιά να κοιμηθούν και καθώς όλα ησυχάζουν, μένει πρόσωπο με πρόσωπο με το κακό. Είναι το μόνο που έχει τώρα πια, το μόνο που είναι απόλυτα δικό της. Δεν ξέρει γιατί κι ούτε τολμάει να το εκμυστηρευτεί σε κανένα, μα όλο και συχνότερα τελευταία της φαίνεται πως η αρρώστια είναι τώρα γι αυτήν στέγη και πατρίδα. Έτσι κλείνει τα μάτια εκείνες τις μοναχικές νύχτες η Αναστασία και παραδίνεται στο σωματικό της σύμπτωμα, όπως το κουρασμένο χέρι γλιστράει με ανακούφιση στο γάντι που έχει πάρει το σχήμα του. Ύστερα, κάποια στιγμή, αντλώντας από μυστικές και αστείρευτες πηγές, συνέρχεται, σηκώνεται και δουλεύει σκληρά στο σπίτι μέχρι την επόμενη κρίση. Είναι κανένας χρόνος τώρα που οι γιατροί της σταμάτησαν την περίοδο με ακτίνες. Για να τη θεραπεύσουν, λέει. Εκείνη δεν μίλησε, όπως δεν μιλάει συνήθως. Τι να πει;
Αναστέναξε. Πλάι της ο γιος της ο Γρηγόρης την κρατάει απ΄ το χέρι. Ξέρει ότι η μάνα του φοβάται τις μετακινήσεις, ιδίως με το βαπόρι. Γι αυτό και σήμερα είπαν να πάρουν το τραίνο. Στο βαπόρι όμως είναι καλύτερα. Πληρώνεις μόνο σαράντα λεπτά το άτομο, χώρια που χαίρεσαι και τη διαδρομή. Κούλουρη, Ελευσίνα, Νέα Μυρίνα. Μέχρι εκεί πάει το βαπόρι. Μέχρι εκεί φτάνει και ο κόσμος του Γρηγόρη. Προς Ανατολάς όμως απλώνεται μακριά ο κόσμος, πολύ μακριά, μέχρι το ωραίο τους απαρταμέντο στην Κωνσταντινούπολη, το κουρείο του πατέρα με την ελληνική σημαία αναρτημένη στην πρόσοψη, το σχολείο, τους συμμαθητές του κι εκείνη τη γειτονοπούλα του, την Αλεξάνδρα που, ντυμένη με κολλαριστή στολή νοσοκόμας, τον περιέθαλπε όποτε «τραυματιζόταν» στον πετροπόλεμο με τα «Τουρκάκια».* Της ζητούσε να τον μεταφέρει στο ρουί*. Εκεί για πρώτη φορά τον άφησε ν΄ ακουμπήσει απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της. Ήταν το μυστικό τους. Κι αυτό το μυστικό τον κρατάει μακριά απ΄ όλα τα κορίτσια εδώ, στον νέο τόπο.
Στο χέρι αυτού του δωδεκάχρονου αγοριού γαντζώνεται τώρα η Αναστασία. Μόλις το τραίνο σφύριξε και ξεκίνησε, χλόμιασε, άρχισε να τρέμει. Μα καλύτερα αυτό, χίλιες φορές καλύτερα. Το βαπόρι δεν το αντέχει. Είναι πάνω απ΄ τις δυνάμεις της. Τόση θάλασσα. Τόσο νερό ανάμεσα σ΄ εκείνην και σ΄ ότι αγαπούσε. Τ΄ αδέλφια της σκόρπισαν ? αυτοί που επέζησαν δηλαδή. Ο μικρός στην Οδησσό, η αδελφή της παντρεμένη στη Βάρνα. Όσο για τον άντρα της? Είχε εγκατασταθεί μονίμως πλέον στη Νέα Μυρίνα. Μόνο στις σχολικές διακοπές τον έβλεπαν. Ήταν ευχαριστημένος εκεί και πολύ αγαπητός. Υιοθέτησε τη γη που τους είχε παραχωρήσει το μοναστήρι σαν να ήταν δική του, σαν να ήταν απ? τα μέρη τους. «Νέα Μυρίνα» ονόμασαν τα καινούριο χωριό εις ανάμνησιν του παλιού. Λες και χρειάζεσαι τα ονόματα για να θυμάσαι.
-Γιατί δεν έρχεστε να μείνετε μαζί μου; της έλεγε.
-Και σε τι σχολείο θα πάνε τα παιδιά, Αντώνη;
-Όταν θα φτιάξουμε σχολείο θα πάνε εκεί που θα πάνε κι όλα τ΄ άλλα.
-Κι ως τότε, Αντώνη;
Σ΄ αυτήν την ερώτηση ο άντρας της δεν απαντούσε.
-Κι όταν θα μεγαλώσουν Αντώνη, συνέχιζε η Αναστασία, ποιόν θα πάρουν;
-Ψαράδες και κόρες ψαράδων, όπως όλα τ΄ άλλα.
Τι να κάνει η Αναστασία; Έσφιξε τα δόντια και οχυρώθηκε σ΄ εκείνη την καμαρούλα στη Γρηγορίου του Ε΄, εκείνη που στην αρχή, όταν πρωτοήρθαν από «εκεί», τους φαινόταν η κόλαση η ίδια. Μάζεψε γύρω τα παιδιά της και δεν ήξερες ποιος προστάτευε ποιόν. Πάντως υπήρχε άντρας μες΄ στο σπίτι. Το αγόρι. Ο γιος της. Δεν γινόταν αλλιώς. Ο Αντώνης είχε εκλεγεί πρόεδρος του νέου χωριού και ήδη έφταναν στ΄ αυτιά τους ψίθυροι περί «του κυρίου προέδρου και της χήρας Ζαφειρώς». Η Αναστασία ήξερε πως αυτή έμελλε να είναι η πρώτη από μια σειρά κατακτήσεων που «ο κύριος πρόεδρος» θα είχε με την ίδια ευκολία, την ίδια γενναιοδωρία και ελαφρότητα με την οποία δήλωνε ότι τα παιδιά τους μπορούσαν να πάρουν ψαράδες.
-Ακόμα και το καζάντιμπι; τον ρωτούσε η Αναστασία.
Ούτε σ΄ αυτό απαντούσε ο άντρας της.
«Καζάντιμπι»* έλεγε το τελευταίο τους κοριτσάκι, την Μαριάνθη. Είχε έρθει τόσο αργά, ξαφνικά, δέκα ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη τους κόρη. «Το σκέφτηκε πολύ για να΄ ρθει να μας βρει, είναι το τυχερό μας», έλεγε ο Αντώνης στους πελάτες του κουρείου καθώς ανέβαζε το παιδί πάνω στο τραπέζι. Κι εκείνο χόρευε και τραγουδούσε χτυπώντας τα χεράκια του. Αυτά τα χεράκια που έριχνε ύστερα γύρω απ΄ το λαιμό του. Ακουμπούσε το μάγουλο της στο δικό του και κοίταζε τον κόσμο από ψηλά.
Αυτά σκεφτόταν ο Αντώνης στη Νέα Μυρίνα, καθώς περίμενε την οικογένεια του στο σταθμό, αυτά σκεφτόταν και το μικρό, η Μαριάνθη, που δεν ήξερε ακόμα ότι σκέφτεται, αυτά κι η Αναστασία καθώς το τραίνο εγκατέλειπε τα Λιόσια και ξανοιγόταν στην ερημιά των ελαιώνων.
Ήταν καλό ζευγάρι στην Πόλη ο Αντώνης κι εκείνη. Όταν ήρθε εδώ άλλαξε. Όταν ήρθαν εδώ όλα άλλαξαν. Δεν αντέχει άλλες αλλαγές η Αναστασία. Ούτε άλλες μετακινήσεις. Το τραίνο βέβαια, καλύτερα από το βαπόρι. Δεν ρίχνει αυτό το υγρό σεντόνι πάνω σε τόπους, συνήθειες και ανθρώπους. Αφήνει πίσω του γη στέρεη που σε κρατάει. Μπορείς να βαδίσεις πάνω της και μέτρο το μέτρο, βήμα το βήμα αν χρειαστεί, να γυρίσεις πίσω, εκεί? Όχι, το τραίνο δεν σε ξεριζώνει. Το νερό είναι σάβανο. Το νερό είναι μαχαίρι. Ο θάνατος είναι, με κάλπικο πρόσωπο.
Έριξε μια ματιά γύρω της. Το βαγόνι δεν ήταν καλά γεμάτο. Πρώτες μέρες που έκλεισαν τα σχολεία, δεν είχαν προλάβει οι άνθρωποι να ετοιμαστούν για την εξοχή. Εκείνοι είχαν άλλο λόγο να βιάζονται. Μόνο στις σχολικές διακοπές έβλεπαν πια τα παιδιά τον πατέρα τους. Αλλά? Θεέ μου, άρχισαν κιόλας οι ζέστες! Μυρίζει τόσο άσχημα σ΄ αυτό το βαγόνι! Τρεις φορές την εβδομάδα μόνο ανοίγουν οι δημοτικές βρύσες στον Πειραιά. Όποια οικογένεια έχει πολλά χέρια, παίρνει και πολλούς ντενεκέδες. Εκείνοι έχουν μόνο την Κάκια. Τη μεγάλη της. Τη σοβαρή της. Η ίδια είναι όλη ώρα άρρωστη και το αγόρι δεν μπορεί να κάνει βέβαια γυναικείες δουλειές!
Έριξε μια ματιά στην πρώτη της κόρη. Η Κάκια διάβαζε. Κι όσο περισσότερο διάβαζε, τόσο λιγότερο μιλούσε.
Ήταν δεκατριών χρονών όταν έφυγαν απ΄ την Πόλη. Είχε ήδη τη δική της μικρή ζωή, τα πρώτα λούσα, τα μυστικά με τις φιλενάδες. Τα μυρωδάτα λουτρά στο ωραίο τους απαρταμέντο. Είχε πάθος με την καθαριότητα η Κάκια από μικρή. Κι ήταν από μικρή σοβαρή, σκεπτική, λιγομίλητη. Σαν να ήξερε ότι τίποτα, ακόμα και το πιο απλό, δεν δίνεται χάρισμα.
Τα θυμάται όλα η Κάκια. Χρώματα, ήχοι, μυρωδιές υφαίνουν τον ιστό της νοσταλγίας που τυλίγει την καδιά της, το χαμόγελο της («όταν χαμογελάς, το χαμόγελο σταματάει στα χείλια, δεν φτάνει ως τα μάτια σου», της είπε μια συμμαθήτρια ? ντόπια! τι ανάγκη έχει!): το ευγενικό κουδούνισμα των μαχαιροπήρουνων στα καλά ρεστωράν της Πόλης, τα μεγάλα λόγια των Ελλήνων που γέμιζαν το κουρείο του πατέρα, τη μυρωδιά της κολόνιας, τη νουγκατίνα από το «Le Bon» που έτρεχε να πάρει το τουρκάκι μόλις την έβλεπε να έρχεται, τα ζάρια από το τάβλι που έπαιζε ο Αντώνης με τον ιδιοκτήτη του γειτονικού «υποδηματοποιείου» σ΄ ένα τραπεζάκι που έστηναν στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στις δύο πόρτες, για να΄ χει το νου του ο καθένας στον τούρκο υπάλληλο, αν εξυπηρετεί καλά την πελατεία? Και το ανθρώπινο μελίσσι, το διαρκές σούρτα φέρτα εκεί στην αγορά, πάρε αυτό, δώς΄το στον άλλο και πες του να σου δώσει εκείνο κι αν κάνεις γρήγορα δε θα σ΄ αφήσω παραπονεμένο, πράγματα που άλλαζαν χέρια, χέρια που άλλαζαν λεφτά ? «με το αλισφερίσι όλο και κάτι κολλάει στο χέρι σου», έλεγε ο Αντώνης. Τα θυμάται όλα η λιγομίλητη κοπέλα. Θυμάται και επιστρέφει. Και πού να σταθούν τα μάτια σ΄ αυτό τον άχαρο καινούριο τόπο; Ενώ στα βιβλία - α ναι, στα βιβλία ο κόσμος παραμένει τακτικός, ανέγγιχτος, αιώνιος.
Νιώθει το στομάχι της να ανακατεύεται. Όχι. Δεν πρέπει να αφεθεί κι εκείνη. Φτάνει η μάνα. Στρέφει το βλέμμα έξω απ΄ το παράθυρο. Αρχή καλοκαιριού κι όμως η μέρα έχει τη λαμπρότητα που μόνο στις καλοσύνες του χειμώνα μπορείς να συναντήσεις. Μα ο τόπος είναι άγριος, αφιλόξενος. Δεν είναι ν΄ απορείς που δίνει καταφύγιο στους ληστές. Εδώ ακόμη έχει κάμποσες ελιές. Μα από την Ελευσίνα ως τα Μέγαρα βουνά και πάλι βουνά, κοντά στη θάλασσα τα πεύκα και τα σκίνα είναι τόσο πυκνά που τα κάρα με δυσκολία μπορούν να περάσουν. Μόνο οι πρόσφυγες που είχαν μαζευτεί κοντά στο Πέραμα, αντίκρυ απ΄ το μοναστήρι, είχαν αρχίσει να ξεχερσώνουν και να χτίζουν. Πήραν ψαρόβαρκες, φύτεψαν αμπέλια και προσπαθούσαν να φτιάξουν τον κόσμο όπως τον ήξεραν. Α ναι, θα τα κατάφερναν! Έχει ακούσει τόσες ιστορίες η Κάκια για ξεριζωμούς και ξαναριζώματα.
Καθώς πλησίαζαν την Ελευσίνα φάνηκε η θάλασσα. Το πεντακάθαρο, διάφανο φως έφερνε τα πράγματα τόσο κοντά. Νόμιζες πως το νερό είναι προέκταση του εαυτού σου. Κι έλεγες, τέτοιο φως υπήρχε όταν πλάστηκε ο κόσμος. Η Κάκια κλείνει ηδονικά τα μάτια. Να έπαιρνε λίγη απ΄ αυτή τη χάρη! Νιώθει πως η τύχη είναι μονάδα απόλυτη. ?λλους αγαπάει με πάθος κι άλλους με το ίδιο πάθος τους εχθρεύεται. Έτσι πιστεύουν εκεί που έχει μεγαλώσει. Όμως έχει φοιτήσει και στο Ζάππειο Γυμνάσιο, με δασκάλους θρεμμένους από τον Όμηρο και τον Θουκυδίδη. Ξέρει λοιπόν επίσης πως ό,τι περιμένεις συναντάς. Κι όταν σου τύχουν απανωτές συμφορές, σαν να συνηθίζει η ψυχή και πάλι συμφορές περιμένει. Τι να σου κάνει τότε η τύχη; Όμως?Αυτό το φως? Αυτή η ομορφιά? Σαν να της χαμογελά η μοίρα μες΄ απ΄ τα ξανθά παιχνίδια του νερού. Σαν να της κλείνει κάποιος το μάτι. Να τολμήσει λοιπόν να ελπίσει; Στο κάτω κάτω δεν είναι παρά δεκαεπτά χρονών. Νιώθει τόση δύναμη, τόση ορμή μέσα της. Αρπάζει τη μικρή Μαριάνθη, τη σφίγγει πάνω της. Όχι, αυτή δεν θα υποφέρει. Ήταν μόλις τεσσάρων χρονών όταν άφησαν τα σπίτια τους. Μπορεί ν΄ αρχίσει απ΄ την αρχή. Καθαρά, αποφασιστικά κι ωραία όπως τώρα που ξεγλιστράει από την αγκαλιά της. Δεν χάνει ευκαιρία? στον περίπατο, στη γειτονιά, στο σχολείο, εδώ στο τραίνο? Έχει τον τρόπο της. Ρίχνει τα χεράκια της γύρω απ΄ το λαιμό των σοβαρών κυρίων με το σκληρό κολάρο και το καπέλο (θαρρείς και τους διαλέγει το ευλογημένο!), τους κοιτάζει άφοβα στα μάτια και τραγουδάει μ΄ αυτή τη φωνή όπου τα χίλια κουδουνάκια της ηλικίας της ηχούν:

«Είμαι Ελληνίς εγώ πασά
κι Ελληνοπούλας μάτια
εύκολα δε θαμπώνουνε
με τούρκικα παλάτια?»

?λλο δεν χρειάζεται. Την κλείνουν στην αγκαλιά τους και τη δείχνουν με καμάρι σε συγγενείς και φίλους, ακόμα και σε αγνώστους με τους οποίους αποκτούν, μέσω του παιδιού, μια γρήγορη και ανώδυνη οικειότητα. Κι η Μαριάνθη κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά? Μερικές φορές φέρνει την οικογένεια της σε δύσκολη θέση. Η Κάκια της έχει κάνει επανειλημμένως παρατήρηση κι η Αναστασία χρειάστηκε κάποτε να την χτυπήσει. Μάλιστα οι δυο αδελφές είχαν μείνει κατάπληκτες με το πόσο βίαια και απροσδόκητα ξεπήδησε η οργή από την ήρεμη, αδύναμη συνήθως μάνα τους.
Λες όλα αυτά να είχαν σχέση με τον;? Όχι! Αυτόν δεν θέλει ούτε στο νου της να τον βάζει. Δεν πρέπει να τον βάζει στο νου της γιατί τότε θα πρέπει να πάψει να θυμάται το γενναιόδωρο γέλιο και το καμάρι στη φωνή όταν πρόσταζε το τουρκάκι του κουρείου να τσακιστεί να φέρει νουγκατίνες από το «Le Bon » για να φιλέψει την κόρη του, τη μεγάλη, την πρώτη. «Αυτός» τους εγκατέλειψε σε ξένο τόπο. Ξεχνάει να τους στείλει χρήματα κι η μάνα αναγκάζεται να καταφεύγει σ΄ ένα σωρό τεχνάσματα τα καλοκαίρια, στο καινούριο χωριό, για να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι, τον χειμώνα στην πόλη. Όχι, «αυτόν» δεν τον βάζει ούτε στο νου, ούτε στην καρδιά της. Μα γιατί αυτή η καρδιά χτυπάει τόσο γρήγορα καθώς πλησιάζουν την Ελευσίνα;
Τελευταίος σταθμός πριν από το χωριό. Ο Γρηγόρης κατέβηκε να γεμίσει το παγούρι με φρέσκο νερό. Η Αναστασία δεν αισθάνεται πάλι καλά.
Το αγόρι καθυστέρησε. Κι όταν φάνηκε ήταν αλλαγμένο. Το πρόσωπο του, συνήθως σκυθρωπό, πεισμωμένο, είναι τώρα γελαστό, παιχνιδιάρικο. Κρατάει στο ένα χέρι το παγούρι και στο άλλο κάτι που δεν ξεχωρίζει καλά από μακριά. Τι είναι αυτό; Ένα κουτάβι! Ένα σκυλάκι κάτασπρο με μαύρα αυτιά και φοβισμένα μάτια?
-Πού το βρήκες; ρωτάει η Αναστασία το γιο της.
-Αυτό με βρήκε! Εκεί που περίμενα για νερό. Ήρθε στα πόδια μου και δεν έφευγε. Μαμά?
Την κοιτάζει ικετευτικά. (Με όλους μπορεί να είναι νευρικός ο Γρηγόρης, αλλά με την Αναστασία γουργουρίζει σαν περιστέρι).
-Πώς ξέρουμε ότι δεν έχει αρρώστιες; λέει αχνά η Αναστασία, έτσι για να πει κάτι.
Ούτε εκείνη μπορεί να αντισταθεί στις επιθυμίες του αγοριού. Τα κορίτσια το καταλαβαίνουν και αντιδρούν. Ιδίως το μικρό. Κι η Αναστασία το συναισθάνεται. Όμως, είναι στιγμές που το φορτίο τής πέφτει πολύ βαρύ. Είναι στιγμές που την πνίγουν σκέψεις κακές. Και το αγόρι, όσο να? ναι, είναι άντρας? Μπορείς να στηριχτείς πάνω του.
Απλώνει το χέρι η Αναστασία, αγγίζει το κουτάβι. Το ζωάκι, δύσπιστο ακόμη, μαζεύεται. Της φαίνεται πολύ αστείο να την φοβάται κάποιος, εκείνη. Το παίρνει στην αγκαλιά της και καθώς το νιώθει να αναδεύεται τόσο τρυφερό, τόσο ανυπεράσπιστο μες΄ τα χέρια της, χωρίς να το καταλάβει, αρχίζει να κλαίει. Χαϊδεύει το κουτάβι ενώ ήρεμα σιωπηλά δάκρυα τρέχουν χωρίς κόπο, χωρίς πόνο σχεδόν, πάνω σ΄ αυτό το πρόσωπο που δεν έχει πια τι να την κάνει την ομορφιά του. Η μικρή γέρνει στα γόνατα της.
-Κλαις, μαμά;
(Μ΄ εκείνη την οδυνηρή απορία των παιδιών όταν διαπιστώνουν την αδυναμία των μεγάλων).
-Μάνα, τι έχεις; Δεν είσαι καλά; Θέλεις λίγο απ΄ το νεράκι που έφερα, θέλεις κάτι άλλο;
Η Κάκια δεν μίλησε. ?γγιξε μόνο απαλά τον ώμο της μάνας της. Ύστερα, το χέρι της μεγάλης αδελφής που δεν τους έχει συνηθίσει σε εύκολα χάδια, κουρνιάζει μες΄ την παλάμη της Αναστασίας, πάνω στο τρυφερό, ζεστό τρίχωμα του ζώου.
-Μαμά, γιατί κλαίει η Κάκια μας;
Η Αναστασία επιστρατεύει τα κουράγια της. Δεν έχει περιθώρια για τόση αδυναμία. Δεν έχει δικαίωμα. Αρκεί η αρρώστια, αυτή η μικρή, κρυφή της πολυτέλεια. Αφήνει απαλά το κουτάβι στην αγκαλιά της μικρής, σκουπίζει τα μάτια, χαμογελάει:
-Πώς θα το βγάλουμε;
-Τζακ, πετάγεται ο Σωτήρης.
-Τραίνο, σπεύδει την ίδια στιγμή η Μαριάνθη.
-Το τραίνο, ανόητη, δεν είναι ζωντανό, λέει η Γρηγόρης και της δίνει μια σπρωξιά.
-Είναι, επιμένει εκείνη, είναι! Τραγουδάει, προχωράει και μας πάει στο μπαμπά.
Έτσι, μια έκπληξη περίμενε τον Αντώνη Σερέφογλου εκείνη την ημέρα του 1925, στο νεόδμητο σιδηροδρομικό σταθμό της Νέας Μυρίνας. Η Κάκια του λέει καλημέρα, ο Γρηγόρης του χαμογελάει κι η Αναστασία έχει την παλιά λάμψη στο βλέμμα, εκείνη που τον έκανε κάποτε να ξεχάσει σπουδές, ν΄ αψηφήσει οικογένεια και να συνδέσει την τύχη του μαζί της, μ΄ όλο που ήταν πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερη του. Κρατάει στα χέρια της ένα κουτάβι και τον κοιτάζει με ύφος δεκαεξάχρονης που μόλις έκανε μια σκανταλιά.
-Κοίτα! Τα παιδιά μάζεψαν ένα κουτάβι. Τι λες;
Ο Αντώνης πήγε πράγματι κάτι να πει. Μα έχουν τόση προσδοκία εκείνα τα τέσσερα ζευγάρια μάτια? Έπειτα είναι τόση η χαρά του που τους βλέπει μονιασμένους. Μια φούχτα ανθρώπους κάτω από το καινούριο σιδερένιο στέγαστρο. Όμως το χαμόγελο τους σημαίνει γι αυτόν δικαίωση, ευτυχία. Στο κάτω κάτω το μόνο που ζήτησε είναι να ζήσουν ήσυχα και με ελαφριά καρδιά. Για ένα σκύλο θα πικράνουν τις μέρες τους! Χαμογέλασε λοιπόν και ρώτησε μόνο:
-Είναι τουλάχιστον αγόρι να μην έχουμε? απογόνους;
-Ναι, είπε με βεβαιότητα το μικρό, η Μαριάνθη.
-Δεν ξέρουμε, δίστασε ο Γρηγόρης και την αγριοκοίταξε.
-Και τότε πώς θα το βαφτίσουμε; ρώτησε γελώντας ο κύριος πρόεδρος.
«Είναι τόσο όμορφος όταν γελά», σκέφτεται η Αναστασία και για πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό, δεν την πόνεσε αυτή η σκέψη. -Δε θα το πιστέψεις. Η μικρή το βάφτισε κιόλας.
-Και πώς το λες; ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος του παιδιού ο ψηλός, αρχοντικός Αντώνης Σερέφογλου;
-Το λέω Αντώνη, δηλώνει το καζάντιμπι και χαμογελώντας θριαμβευτικά γλιστράει το χεράκι της στο χέρι του αιρετού προέδρου της Νέας Μυρίνας, που νιώθει ξαφνικά τον κόσμο του να γίνεται κομμάτια.

*«Τουρκάκια»: όπως τα παιδιά έπαιζαν εδώ «κλέφτες κι αστυνόμους», στη Μικρά Ασία έπαιζαν «Έλληνες και Τούρκους».
*Ρουί: σκεπαστός διάδρομος ανάμεσα σε δυο γειτονικά σπίτια.
*Καζάντιμπι: Το φαγητό που κολλάει στον πάτο του καζανιού και είναι, για τους μερακλήδες, το πιο νόστιμο.


(Από τη συλλογή διηγημάτων «Μητέρα και κόρη»)

(Οκτώβριος 2007)


Λίστα όλων των Συγγραφέων