Συγγραφέας του μήνα

Γεράσιμος Δενδρινός (Νοέμβριος 2007)

Ο Γεράσιμος Δενδρινός γεννήθηκε το 1955. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Ένα πακέτο ?ρωμα, Ρόπτρον 1992 (ανατύπωση και βελτιωμένη έκδοση Κέδρος 1995³), το μυθιστόρημα Χαιρετίσματα από το νότο, Οδυσσέας 1994³ (ανατύπωση και βελτιωμένη έκδοση Κέδρος 2003), στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας του Δημήτρη Μακρή Χαιρέτα μας τον πλάτανο, που διαγωνίστηκε το 2004 στο 54ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το ταξιδιωτικό κείμενο Ματίας ντελ Ρίος - Ημερολόγια, Οδυσσέας 1995 (ανατύπωση και βελτιωμένη έκδοση Κέδρος 2006), το μυθιστόρημα Απέραντες συνοικίες, Κέδρος 2001, τη νουβέλα ?λκης, Μεταίχμιο 2003 και το μυθιστόρημα Φραγή εισερχομένων κλήσεων, Μεταίχμιο 2006. Από το 2004 είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.


ΜΟΝΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΕΡΓΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΡΑΪΘΟΥ

Δεν έχω λύχνο ν? ανάψω
στάχτη να γράψω

Στον Γιώργο Ιωάννου

Τα μάτια μου πια δεν μπορούν ν? αντικρίσουν το φως Σου. Γεννήθηκα όταν το θέλημά Σου παρέπεσε σε ερημικό σπίτι: ηδονική πνοή κατέλαβε το φρόνημα της μητέρας μπροστά σε ένα πατέρα αδιάφορο. Δεκαπενταετής, χάραξα πάνω στον σκληρό κορμό του πεύκου της αυλής μας το σχήμα του πεπρωμένου μου. Μπαίνοντας όμως στην ανδρική ηλικία με κύκλωσαν οι απογοητεύσεις: χέρια που αποτραβήχτηκαν ξαφνικά, θαμπωμένα τζάμια από το κλάμα της βροχής, χείλη ψυχρά, μαρμαρωμένα, τρικυμισμένα συναισθήματα, απανωτά χτυπήματα στην κατάκλειστη θύρα της παραδοχής. Και τότε, μια δύναμη με έσπρωξε ν? αναζητήσω τη χάρη Σου στα βουνά.
Κλείστηκα σε μακρινό μοναστήρι, στη Λαύρα του Καλαμώνα, ην είδομεν ως εύδιον λιμένα μετά τας πολλάς εκείνας και παντοδαπάς τρικυμίας, για να μάθω να χαλιναγωγώ το σώμα, τη γλώσσα και το νου. Ο καιρός κύλησε σαν τον μανδύα που γλίστρησε από κυρτούς ώμους σε γυαλισμένο πάτωμα και έμεινε εκεί για πάντα, όπως ο αδιάφορος σε όλα τα βλέμματα τρίχινος σάκος, σμιλεμένος από βαθουλώματα σκιάς. Με αντάμειψε ποικιλότροπα αυτή η θητεία: Γνώρισα καλά τη δροσιά της αυγής, το ερωτικό αλύχτημα των ζώων όταν διαβαίνουν τα ρουμάνια, την υπερηφάνεια των βράχων που χαίνουν στις απότομες πλαγιές, τα άνθη που φυτρώνουν στην απέραντη ερημιά της πεδιάδας αψηφώντας τον κατακλυσμό του αέρα, τους ελιγμούς της πορείας του ρυακιού προτού χαθεί μέσα στο αδηφάγο ποτάμι. Όμως κάποιο βράδυ, που η ησυχία κυλούσε πάνω από τους κρεμαστούς κήπους των ανακτόρων, τις σκηνές των καραβανιών έξω από τα τείχη, και τα φώτα ήταν λιγοστά, η ψυχή μου πλημμύρισε από τη δόξα της πόλης, τόσο που οι μυρωμένες αναθυμιάσεις της κοσμικής ζωής εισέβαλλαν βίαια στο κελί μου. Τελευταία, όλο και πιο πολύ επιστρέφω στα παλιά μου ενύπνια. Με δίδασκες, θυμάμαι: «Βγες επιτέλους από το όνειρο, παραιτήσου, γιατί τότε μόνο θα σε καλύψει το άρωμα της καλοσύνης και της ταπείνωσης. ?φησε το φόβο για πάντα στα καντούνια της πόλης, στις πλάκες της αυλής του πατρικού σου σπιτιού, στο ρείθρο των πεζοδρομίων που τόσο δοκιμάζεται από το παιχνίδι των παιδιών, στο ατίθασο χορτάρι του αγρού και σίμωσε να σου δείξω τα μυστικά του αποχωρισμού, το νόημα του κλυδωνισμού της δυστυχίας, τις λεπτές κηλίδες των τύψεων, και πόσο δένουν τους φίλους οι μεταξύ τους αψιμαχίες». Μα εγώ, είχα πάντα την αίσθηση πως έφτυνα κάθε νύχτα τις μνήμες μου προς τον ουρανό, τους επικυρίαρχους εφιάλτες από την παλιά μου ζωή στην πρωτεύουσα και το σάλιο γυρνούσε κάθε τόσο και λέρωνε το πρόσωπό μου.
Ξέρω πως έχεις πολλούς βοηθήσει ώστε να διατηρούν μέσα τους ασίγαστο το ρεύμα το ?γιο, κάτι που σε ανύποπτες στιγμές νιώθω να με διαπερνά αλλά που θεωρούμαι ολότελα ανάξιός του. Η πολυετής δοκιμασία με έπεισε πως το έλεός Σου δεν περίσσευε για μένα. Για ένα είμαι πια σίγουρος: Από δική Σου μοναξιά πλησιάζεις τα δικά Σου πλάσματα, τους άστεγους στους δρόμους της Κυνοπόλεως, του Πηλούσιου, της Πέτρας, και όσους βρίσκουν τερπνό καταφύγιο μέσα στα σπήλαια Ηλία, Μωυσέως και Στεφάνου. Χάρη στην απέραντη πίκρα της ερήμου Τιχ και του έλους Μαλωχά, γεμάτου ζιζάνια που βίτσιζαν κάθε φορά τα πόδια μας ενώ τρέχαμε καταδιωκόμενοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, τον αόρατο εχθρό των πάντων, προς τις υπώρειες του όρους Γαριζίν, μπορώ και παίρνω κάθε πρωί μια φαρμακωμένη ανάσα στο πιο ανηφορικό καλντερίμι της επισκοπής.
Στον μητροπολιτικό θρόνο της Ραϊθού, εδώ, στα χείλη της Ερυθράς Θάλασσας, κατάφερα επιτέλους να συνδυάσω την κλήση με την υπακοή. Ο θρόνος μου είναι γερά καρφωμένος στη γη. Στην επικράτειά μου ανήκουν έντεκα επισκοπές. Οι φήμες λένε ότι διατηρώ ερμάρι με πολυτελή άμφια, πολλά είδη σταυρών και ράβδων, μίτρα με λίθους πολύτιμους, δώρα διάφορα αξίας πολλών μιλιαρισίων. Όμως ο διάκος Μάξιμος που με περιποιείται, συχνά με μισεί και με καταδιώκει με τα λόγια του. Βγαίνει στον εξώστη και καταμαρτυρά στους φιλάθλους τις ιδιοτροπίες του ιεράρχη του. Αυτός ήταν που με παρέσυρε να εμπιστευθώ και τους απεχθείς πολιτικούς. Νυχθημερόν με βασανίζουν οι θριαμβευτικές ιαχές του όχλου από τα στάδια όπου οι μονομάχοι παίζουν ζάρια τις ίδιες τους τις ψυχές. (Όλη η πόλη σέρνει απόψε προς τα εκεί τα ίχνη της γιατί το έπαθλο της λήξης του αγώνα είναι μία χρυσή κούπα). Κι όσο για τα λειτουργικά μου καθήκοντα, αυτά επιτελούνται κάτω από θόλο μεγάλο και βαρύ, όπου φωλιάζουν περιστέρια. Συγχώρεσέ με γι? αυτό που θα πω: Κανένα μέσα από το νωθρό εκκλησίασμα της Κυριακής δεν στοχεύει η αναζωογονητική αύρα Σου. Μήπως κατάντησα εγωπαθής στη θλίψη μου, Κύριε, ή μήπως αυτό είναι ο πικρός καρπός της γνώσης μιας στιγμιαίας απερισκεψίας, όπως το προχθεσινό όνειρο, που μαρμάρωσε έκτοτε στο νου μου και που σήμερα αναγνωρίζω πως βγαίνει αληθινό, εκείνη η φωνή που σηκώθηκε μέσα από παχιά αχλύ, ενώ στεκόμουν στο μεσαίο κλίτος ερειπωμένης βασιλικής: «Φίλε Σέργιε, αν τα μάτια σου δεν μπορούν ν? αντικρίσουν το φως της ημέρας, μην αποκαλείς τον κόσμο σκοτεινό. Ο πυρσός σου δεν προσθέτει τίποτε στη δόξα του ήλιου και η πρόθεσή σου να φωτίζεις το νου των άλλων είναι μάταια και περιττή».
Ουδέποτε απαλλάχθηκα από τις καθημερινές δοσοληψίες που έρχονταν να ενοχλήσουν το ναό της ηρεμίας μου. Τα πρωινά μου πάντα ξοδεύονται σε υπογραφές και εμπιστευτικά τηλεφωνήματα. Συνοδεία μου, οι απρόσωποι ιερείς, τα κενά δωμάτια και οι διπλές σκάλες, λεκιασμένες από κρασί που πίνουν οι φρουροί τις νύχτες. Αύριο, μετά τη Θεία Λειτουργία, θα παρευρεθώ στο γεύμα των φτωχών γερόντων του Ποσείδιου και της Φαράν: είναι αυτοί που μου χτυπάνε κάθε βράδυ τη θύρα της συνείδησης. Πάνω στο σώμα μου έχω χαράξει τα ονόματά τους που ψιθυρίζω στις αγρυπνίες, ακόμα κι εκείνα των δεκαεπτά αδελφών πατέρων μας από την πόλη Ένατον της Αλεξάνδρειας που μαρτύρησαν πρόσφατα σε όαση της ερήμου της Νιτρίας επειδή τόλμησαν να κηρύξουν το Λόγο του Θεού σε ληστές έχοντας την κούπα της ελεημοσύνης στα χέρια. Το απόγευμα, είμαι καλεσμένος σε απονομή επάθλου για την πιο επιφανή βίβλο που διακήρυξαν για φέτος οι δημοσιοσχεσίτες λογοτέχνες της Σιών, που μαζί με τους εφημεριδογράφους αποτελούν όλη εκείνη τη συντεχνία της διασποράς κακού γούστου. Η μέρα μου θα τελειώσει αργά το βράδυ με την καθιερωμένη προσευχή πριν από τον ύπνο, την ώρα που κοπάζουν έξω οι διαδόσεις. Κάποιες φορές, για να είμαι απερίσπαστος, εμπιστεύομαι κάθε αντιξοότητα της επισκοπής στον Ελισσαίο, στον υποταχτικό μου πρωτοσύγκελο. Όμως ένα είναι το δίδαγμα: κανείς απερίσπαστος από τα τεχνάσματα της πολιτείας δεν μπόρεσε ποτέ να γευτεί τα μυστήρια και τη δόξα Σου. Η κοσμική αταξία πάντα διαπερνά τις χαραμάδες του νου, όπως το φως του ηλίου τις κουρτίνες, και θεριεύει τη μνήμη τις νύχτες.
Εδώ και καιρό έχω παραιτηθεί και από το καταφύγιο των δακρύων, από το ανακουφιστικό αναφιλητό. Αν καμιά φορά με συνεπαίρνουν οι λυγμοί είναι από νοσταλγία. Τελικά, το παρελθόν δεν ξεπερνιέται. Τα ίδια τα αποτελέσματα των πράξεών μου με παρακαλούν να μην υποκύψω: η εικόνα του χωριού μου Λάτρος το σούρουπο, το ανατριχιαστικό μπάνιο σε απόμερη παραλία της Θάλασσας της Γαλιλαίας, το απέραντο βύθισμα σε αγαπημένο βλέμμα, όπου όντως το της πλάνης επλεόνασε σκότος, ο γύρος του θανάτου με μηχανή στην άκρη του χειμάρρου Κοδάρ, ο καλοκαιρινός κινηματογράφος με τον κισσό ολόγυρα στη μάντρα σαν φολιδωτός δράκοντας, οι σκιές των ερωτευμένων που αλλάζοντας στάση πάνω στην άμμο σχημάτιζαν πρόσκαιρα σχέδια, σαν καταρράχτες πέφτουν επάνω μου και με συντρίβουν. (Σκάβω συχνά ανάμεσα στα πυκνά χόρτα του εγκαταλειμμένου κήπου μου για να βρω ρίζες λησμονιάς. Κι όμως˙ στις άκρες αυτού του αγωγού που βλέπω κάθε πρωί από το παράθυρό μου και που χορτάριασε πια και τρέχει, δίπλα στις ράγες του κόσμου φυτρώνουν γιασεμιά). Συγχρόνως, κίνδυνοι πολλοί πλησιάζουν το κτήριο: πλήθος αδίστακτου λαού, με φωνές συνταρακτικές στέκονται από κάτω και αυτοσχεδιάζουν με μανία: είναι η βουή του Κόσμου, Κύριε! Αυτή, την οποία τόσο απωθήσαμε, τώρα μας καταδιώκει. Ζητεί, θαρρείς, πίστη και ανταπόκριση για κάτι απροσδιόριστο. Είναι το αδυσώπητο κάλεσμα από την αντρειωμένη όχθη των ενστίκτων, ο νυχτερινός φρουρός της προσμονής. Και όσο για μένα, νιώθω μέλος χορού πλανεμένων μέσα στα στενά όρια της δικής τους υποταγής, που επιζητούν κάθε τόσο παραδοχή από λασπόνερα.
Νιώθω εγκλωβισμένος λοιπόν σ? αυτόν τον προορισμό, σαν το τριμμένο ρούχο της ψυχής που πιάστηκε από μοιραία απόφαση. Στο κελί του χρόνου αναμένω την απαλλαγή. Όλες οι προϋποθέσεις ευημερίας, το φεγγοβόλημα της απάτης που θαμπώνει το βλέμμα, πάλλει ασταμάτητα από τη μεριά των κοσμικών. Μέσα στην καθημερινότητα του μεγάρου μου αγωνιώ για την αποτίναξη. Ο πρίγκιπας που δεν υπήρξα ποτέ, αναδύεται συχνά συντετριμμένος μέσα από την οδύνη. Τιμημένε, γιατί δεν βάζεις ένα τέλος σ? αυτήν την αφροσύνη των μαϊμούδων;

(Απόσπασμα από εκτενές αφήγημα)

1. Γρηγορίου Παλαμά, Επιστολή εξ Ασίας.
2. Μιχαήλ Χωνιάτη, Εισβατήριος.









Λίστα όλων των Συγγραφέων