Συγγραφέας του μήνα

Λένα Διβάνη (Δεκέμβριος 2007)

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Στο Βόλο γεννήθηκα, ανάμεσα σ΄ένα βουνό και μια θάλασσα, ούτε θαλασσινή, ούτε βουνήσια. Εκεί η οικογένειά μου. Εκεί πήγα σχολείο. Στην Αθήνα ήρθα δραπετεύοντας απ΄ την παιδική ηλικία για να επανεφεύρω με την ησυχία μου τον εαυτό μου, να του αγοράσω επιτέλους το νησί που δικαιούται και να μοιράσω βίζες με αντικειμενικώς υποκειμενικά κριτήρια ?εν ολίγοις είμαι περισσότερο Αθηναία απ΄ τον καθέναν.
Δεν έψαξα στη Χρυσή Ευκαιρία να βρω το βασίλειό μου. Μια ευκαιρία για να είναι πραγματικά χρυσή πρέπει μόνη της να σε κυνηγήσει όχι να σ΄ αφήνει να τρέχεις ξεθεωμένη πίσω της. Το βασίλειό μου με βρήκε μόνο του λοιπόν, ολομόναχο. Και ?εννοείται- το αναγνώρισα από την πρώτη στιγμή που το είδα. Ήμουν στην ουρά με τα πιστοποιητικά εγγραφής στη σχολή. Όλοι οι πρωτοετείς διαμαρτύρονταν για τη γραφειοκρατία, εγώ χαμογελούσα υπογράφοντας νοερά συμβόλαια ιδιοκτησίας. Είχα μόλις υιοθετήσει το γενέθλιο βασίλειο της ενήλικης ζωής μου!
Έτσι άρχισε μια ιστορία αγάπης που ακόμα είναι στο φόρτε της. Το βασίλειό μου, συνορεύει με τέσσερις πλατείες - Κολωνακίου, Συντάγματος, Ομονοίας και Εξαρχείων. Γιατί η αφεντιά μου τα ΄θέλει όλα: Και το χύμα του και το κυριλίκι του. Και την «επίσημη» κουλτούρα του και το φτύσιμό της. Και την πολιτική και τον χλευασμό της. Και κυρίως βροχή από μουσική, σινεμά, βιβλία και καφεΐνη. Η καρδιά του βασιλείου μου είναι η Σόλωνος, το δημαρχείο του η Νομική Σχολή. Ένα βασίλειο λαβράκι για το βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες αφού έχει συντριπτική πλειοψηφία πληθυσμού κάτω των 20, βασικό προϊόν διατροφής το σάντουιτς, κύριο εισαγωγικό προϊόν τον καφέ εσπρέσσο και κύριο εξαγωγικό ζωηρόφρονα δικηγοράκια, που διακτινίζονται από κει για όλες τις γωνιές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που πολύ θα εκτιμούσε το βιβλίο Γκίνες είναι ότι όλοι του οι κάτοικοι είναι περαστικοί. Εδώ δε ζουν μονιμάδες, νοικοκυραίοι ιδιοκτήτες, φαμίλιες με τα ζωντανά και τις πεθερές τους, εδώ γιορτάζουμε την πεμπτουσία του τράνζιτο. Οι φάτσες αλλάζουν κάθε τέσσερα χρόνια περίπου, οι βάρδιες διαδέχονται η μια την άλλη αενάως κι αυτό το μυρίζεις στον αέρα. Γι αυτό οι κάτοικοι βιάζονται να τα πουν όλα και να τα κάνουν όλα αμέσως. Τέσσερα χρόνια είναι αυτά, φεύγουν μέχρι να πεις κύμινο. Γι αυτό ανταλλάσσουν διευθύνσεις και τηλέφωνα κι όλο ραντεβού δίνουν και "να μη χαθούμε" λένε συνέχεια. Γιατί είναι γραφτό να χαθούνε, να μεταναστεύσουν σε άλλες πόλεις με κανονικά σπίτια, κανονικά ωράρια εργασίας και βασικό προϊόν διατροφής τον μουσακά. Γιατί όλοι θα φύγουν, έτσι πρέπει άλλωστε, ρωτείστε και τον Ηράκλειτο. Όλοι εκτός από τους βιβλιοπώλες, τους φωτοτυπάδες, τους τυροπιτάδες και τους καφετζήδες φυσικά.
Όλοι θα φύγουν εκτός από μένα, αποφάσισα. Πώς όμως; Είμαι η μαύρη τρύπα της μπίζνας, η ντροπή του καπιταλισμού, άρα ούτε φωτοτυπάδικο, ούτε τυροπιτάδικο θα μπορούσα να διευθύνω. Στα καφέ πάλι προτιμώ να το πίνω το τέλειο καπουτσίνο αντί να το φτιάχνω (δηλαδή και να τον φτιάχνω δεν με χαλάει αλλά μιλάμε για πριβέ υπηρεσίες τώρα?) Οπότε δεν υπήρχε άλλη λύση για να πάρω πράσινη κάρτα αορίστου χρόνου: από φοιτήτρια μεταμορφώθηκα σε καθηγήτρια!
Η διαδρομή μου έδωσε ένα ωραιότατο ταξίδι (Λονδίνο, Βοστώνη, Νέα Υόρκη, Γενεύη) αλλά είχε κι ένα έξτρα μπόνους. Δεν βρήκα μόνο μια δουλειά για την οποία με πλήρωναν ενώ θα την έκανα και δωρεάν- είναι και ότι ως καθηγήτρια (ιστορίας εξωτερικής πολιτικής) είχα πια φοιτητές. Αντί για δικόγραφα ή γραμμάτια εγώ έχω να κάνω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει με μάτια γεμάτα μέλλον και μυαλά γεμάτα ερωτηματικά ?αυτό που θα πρεπε να είναι ο άνθρωπος σε όλη του τη ζωή με λίγα λόγια.
Από τότε πολύ νερό έχει κυλήσει στ΄ αυλάκι. Έγραψα διάφορα βιβλία και άρθρα για θέματα που μου κινούσαν την περιέργεια (την αντίσταση, τις μειονότητες, τις σχέσεις με τους βαλκανικούς γείτονές μας)
Όταν ένιωσα να στέκομαι στα πόδια μου στα επαγγελματικά άφησα τον μυστικό μου κήπο να ανθίσει ανεξέλεγκτα πια. Βγήκα στα γράμματα. Έγινα συγγραφέας μόνο όταν σιγουρεύτηκα ότι δεν περίμενα από την τέχνη να με θρέψει (εκτός από την ψυχή μου που την έτρεφε από τότε που έμαθα την αλφαβήτα φυσικά!) Δημοσίευσα μια συλλογή διηγημάτων κι από τότε δεν σταμάτησα να γράφω με φρενήρεις ρυθμούς - Διηγήματα, μυθιστορήματα, άρθρα σε εφημερίδες, παραμύθια. Οι τρελές πιρουέτες της τύχης και η περιέργεια (το θανάσιμο αμάρτημά μου, το μεγαλύτερο προσόν μου) με οδήγησαν τελευταία και στο θέατρο. Έγραψα και βοήθησα στο ανέβασμα τριών θεατρικών έργων μέσα σε τρία χρόνια!
Με λίγα λόγια ξυπνάω κάθε μέρα χαμογελαστή και το ίδιο επιθυμώ και δι υμάς!

e-mail: divani@otenet.gr



ΔΙΗΓΗΜΑ


ΣΤΑΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Επαγγελματικός προσανατολισμός

_____________________________________________________Στο Μ.


Ηταν μία απ? αυτές τις μέρες. Που ανοίγει τα μάτια του και το δωμάτιο του μοιαζει αλλουνού. Και τα ρούχα του από άλλο αγορασμένα. Κι όμως σηκώνεται. Και κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ρίχνει νερο στα μούτρα του, τρωει δημητριακά με γάλα στο γαλάζιο μπολ, πετάει όπως όπως τα πράματά του σ το σακκίδιο, βάζει το χακί μπουφάν, λεει «γεια, τα λέμε» στη μάνα του. Αυτή κάτι λέει καθώς τον συνοδεύει μέχρι την εξώπορτα. Να αρχίσει φροντιστήριο, του λέει. ?Ολοι έχουν αρχίσει φροντιστήριο. Όλοι έχουν αποφασίσει τι θα κάνουν στη ζωή τους εκτός απ? αυτόν. Ψέματα λέει. Σιγά να μην έχουν αποφασίσει. Ότι να ?ναι λένε. Για να τους αφήσουν ήσυχους.
Ξεκινάει, εφτά και δέκα ακριβώς όπως κάθε μέρα για το σχολείο. Τα μάτια του εξακολουθούν να παίζουν το παιγνίδι τους. Δεν βλέπουν την πόρτα, το βρώμικο πεζοδρόμιο , τις λακκούβες του δρόμου. Κοιτάζουν πάλι μεσα- του συμβαίνει αυτό μερικές μέρες, το ?χει συνηθίσει, δεν τον τρομάζει πια. Κάτι προσπαθούν να δουν τα μάτια του κι αυτό όλο κρύβεται. Βγαίνει από την οδό Πιπίνου, περνάει απέναντι, μπαίνει στο σταθμό του μετρό?σταθμός Λαρίσης- χτυπάει το εισιτήριο στο μηχάνημα, ακουει τον χαρακτηριστικό ήχο.
Και τότε ξαφνικά τη βλέπει. Είναι δίπλα του, προσπαθεί να βάλει ένα τσαλακωμένο εισιτήριο στη σχισμή του μηχανήματος και μονολογεί. «Ελα ρε γαμώτο, μπες ρε γαμώτο!». Την κοιτάει αποσβολωμένος. Είναι σίγουρος πως την ξέρει. Είναι σίγουρος πως δεν την ξέρει. Είναι ο μόνος που ξέρει πως αυτά τα δύο μπορεί να είναι ταυτοχρόνως αλήθεια. Εχει πλάκα έτσι που μιλάει στο εισιτηριο. Δεν του μιλάει απλώς, το παρακαλάει. Φοράει κασκόλ καρό, πορτοκαλί με κόκκινο. Δεν έχει και τόσο κρύο, αλλά αυτή είναι τυλιγμένη σα μωρό στο κασκόλ της. Είναι είκοσι? Εικοσιδύο? Κρατάει τρία βιβλία κι ένα μπλοκ στο δεξί χέρι. Φοράει κατακόκκινα γάντια. Υπέροχα, χνουδωτά γάντια. Ξαφνικά ο χώρος γεμίζει με το κασκόλ της και τα κόκκινα γάντια. Και τα τρία της βιβλία- τι διαολο είναι αυτά τα βιβλία? Γέρνει το κεφάλι να διαβάσει τις ράχες. Εκείνη τα κρατάει σφιχτά όμως, σα να τα κρύβει. Τότε τον βλέπει. Τον πιάνει να κοιτάζει τα βιβλία της. Χαμογελάει. Κρατάει το ακυρωμένο εισιτήριο θριαμβευτικά στο δεξί χέρι. Και με το άλλο ξαφνικά αποφασίζει να του του κάνει ένα δώρο. Το απλώνει προς το μέρος του, τον αφήνει να διαβάσει τα εξώφυλλα. Δημόσιο διεθνές δίκαιο, έλεγε το ένα. Δηλαδή? Τι παίζει στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Αμερική? Στο άλλο μόνο ένα όνομα πρόλαβε. Βάλτερ Μπενγιαμιν. Βάλτερ Μπενγιαμιν? Ποιος διάολος είναι αυτός? Ποιοι είναι όλοι αυτοί πάνω στα βιβλία που ποτέ δεν αγόρασε, που ποτέ δεν άνοιξε? Και γιατί έφαγαν τα νιάτα τους σε μια καρέκλα να τα γράφουν αντί να είναι έξω και να ζουν? Τι ηλίθιοι που πρέπει να είναι? Ή τι ηλίθιος που είναι αυτός? Για πρώτη φορά στη ζωή του το σκέφτηκε ανάποδα. Τώρα που αυτό το όνομα τον χώριζε από κείνη.
Εκείνη ξαναγκάλιασε σφιχτά τα βιβλία, γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς την πλατφόρμα. Εκείνος τρόμαξε. Από μια κλωστή κρέμονται όλα, σκέφτηκε. Αφαιρείσαι μια στιγμή και πάει. Ετρεξε. Ο κόσμος συνωστιζόταν με την ήπια τρέλα που κυκλοφορούσε κάθε μέρα γύρω του. Απέξω κανονικός μα απομέσα αρματωμένος μαχαίρια έτοιμα να σκίσουν τις τσέπες των κοστουμιών και να βγουν. Με το τσακ. Με την πρώτη ευκαιρία. Τα ένιωθε αυτός τα μαχαίρια τους κι ας ήταν καλοκρυμμένα. Γι αυτό και απέφευγε να στριμώχνεται μαζί τους. Είδε το πορτοκολακκόκινο κασκόλ της να αναβοσβύνει πέντε κεφάλια πιο πέρα. Μέσα στη γκρίζα θαλασσα των χειμωνιάτικων ρούχων να αναβοσβύνει σα φάρος. Ανάσανε. Δεν έπρεπε να τη χάσει. Δεν άντεχε να τη χάσει. Ηξερε πως μια στη τόσο ανοίγουν οι πύλες της μέρας. Τώρα άνοιξαν, τώρα έπρεπε να μπει. Σ? ένα κλάσμα του δεφτερολέπτου θα ήταν αργά. Δρασκέλισε τα πέντε σώματα που τον χώριζαν απ? αυτή κι έμεινε να την ακολουθεί από πίσω, αόρατος μα ενωμένος μαζί της. Κατεβήκανε μαζι τη σκαλα ?ωραία που μυρίζαν τα μαλλιά της- και μπήκαν στην πλατφόρμα τη στιγμή που το τελευταίο βαγόνι άνοιγε τις πόρτες του. Μπήκε μετα απ? αυτήν, ένα δεφτερόλεπτο μετά. Κρύφτηκε πίσω από τον χοντρό δεξιά. Ειχε την άνεση να παίζει τώρα. Τώρα που δεν μπορούσε να του ξεφύγει. Την είδε να σκανάρει το χώρο- τι χρώμα είχαν τα μάτια της? Καστανό? Πράσινο? Γκρι? Την είδε να εντοπίζει μια άδεια θέση δεξιά και να βουτάει με μια πιρουέτα στο κενό. Κάθησε. Ωραία. Μπορούσε να την παρατηρεί με την άνεσή του όσο ήθελε. Βγηκε σαν σαλιγκάρι απ? την κρυψώνα του. Τέντωσε το λαιμό του. Το κορίτσι διάβαζε. Είχε ανοίξει το βιβλίο που έγραφε Δημόσιο διεθνές δίκαιο και διάβαζε. Είχε τσακίσει τη δεξιά σελίδα. Εβαλε το χέρι της στο μπουφάν, έβγαλε ένα μπλε στυλό κι άρχισε να σημειώνει κάτι στο περιθώριο. Κουνιόταν το βαγόνι και το χέρι της έτρεμε. Με το γάντι έγραφε. Με το κόκκινο γάντι. Ξαφνικά του φάνηκε τόσο τελεια αυτή η εικόνα ?ένα κορίτσι με πορτοκαλοκοκκινο κασκολ και γάντια να σημειώνει στην άκρια του βιβλίου της και να τρίβει κάθε τόσο το μάγουλο της. Αν είχε φωτογραφική μηχανή μαζι του θα την τραβούσε να τη θυμάται για πάντα αυτή τη στιγμή όπου όλα τα κομματάκια της ζωης του ήταν στη θέση τους. Όταν το τρενο έφτασε στο σταθμό του ?Ομόνοια- δεν κατέβηκε γιατί απλούστατα δεν το είδε. Κοιτούσε εκείνη. Αλλά και να το βλεπε δεν πρόκειται να κατέβαινε. Θα πήγαινε όπου πήγαινε εκείνη. Δεν είχε σκοπό ούτε να της μιλήσει, ούτε τίποτα. Περίμενε μόνο να γίνει αυτό που ήταν σίγουρος πως θα γινόταν.
Τότε την είδε να σηκώνεται. Εκλεισε βιαστικά το βιβλίο, έβαλε το στυλό στην τσέπη και πήδηξε τον διπλανό της για να βγει. Ετρεξε από πίσω της. Δεν υπήρχε φόβος να τον δει, βιαζόταν, δεν ήθελε να κλειστεί μέσα. Πανεπιστήμιο, διάβασε στον τοίχο. Ποτέ δεν είχε κατεβεί σ? αυτή τη στάση. Δεν έτυχε. Αρα πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Εκεί πήγαινε. Στη Νομική. Θα είχε μάθημα φαίνεται. Δημόσιο διεθνές δίκαιο. Ανέβηκαν μαζί, η μία μπρος, ο άλλος πίσω, τις ηλεκτρικές σκάλες. Το κασκόλ φώτισε τη συννεφιασμένη μέρα στον πεζόδρομο της Κοραή. Το κορίτσι κατευθύνθηκε στο πέτρινο παγκάκι δίπλα απ? το περίπτερο, κάθησε, άνοιξε το σακίδιο, έβγαλε τσιγάρο και το άναψε χωρις να βγαλει τα γάντια της. Αυτός κρύφτηκε στις εφημερίδες του περίπτερου, έκανε πως χαζευε τους τίτλους.
Τότε τον είδε να έρχεται κατευθείαν πάνω της- ψηλός, μελαχροινός με μαύρο μπλουζάκι και ipod στ? αυτιά. Έτρεξε και τον αγκάλιασε. «Τι ώρα έχεις μάθημα?» Τον ρώτησε ενώ τρυπωνε το χέρι της κάτω απ? το γκρι πουλόβερ του. «Τώρα μωρό μου, πάμε». Φύγανε κρεμασμένοι ο ένας απ? τον άλλο σαν να μην πρόκειται να περάσουν τα χρόνια. Σαν να πρόκειται να κατοικούν για πάντα σ΄αυτό το πρωϊνό του Γενάρη.
Τότε χτύπησε το κίνητό του. ?νοιξε το σακκίδιο. Ο Φάνης ήταν. «Ελα ρε μαλάκα, τι έγινε?» Είπε. «Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Αρχίζω φροντιστήριο μαλάκα. Για Νομική θα πάω τελικά.»



Λίστα όλων των Συγγραφέων