Συγγραφέας του μήνα

Κώστας Κατσουλάρης (Ιανουάριος 2008)

Γεννήθηκα στο νοσοκομείο της ?ρτας την 21η Απριλίου του 1968. Ήταν Κυριακή του Πάσχα, κι επειδή η Ανάσταση του Χριστού συνέπεσε με την πρώτη επέτειο της «ανάστασης του έθνους», οι γονείς μου ανταμείφθηκαν με ένα αρνί.
Μετά από αλλεπάλληλες μετακινήσεις ανά την Ελλάδα, στα εννιά μου χρόνια εγκατασταθήκαμε στου Ζωγράφου, όπου τελείωσα το λύκειο.
Τέσσερα χρόνια αργότερα αποφοίτησα από το Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και αμέσως μετά αφέθηκα στα χέρια της Αεροπορίας.
Δεκαεννιά μήνες μετά, ημέρα Πέμπτη, απολύθηκα? την Κυριακή πετούσα για τo Παρίσι: ήθελα να γίνω κινηματογραφιστής. Είδα δεκάδες ταινίες, σπούδασα ιστορία του κινηματογράφου, ανάλυση φιλμ και αφηγηματολογία στο τμήμα «Τέχνες και θεάματα» στο Paris III, άλλως Sorbonne Nouvelle, ωστόσο δεν δοκίμασα ποτέ να πάρω θέση πίσω από την κάμερα.
Το 1997 κυκλοφόρησε το πρώτο μου πεζογράφημα, η νουβέλα Ιστορίες από τον αφρό, κι έναν χρόνο αργότερα το πρώτο μου μυθιστόρημα Το σύνδρομο της μαργαρίτας. Την άνοιξη του 2001 βγήκε το τρίτο μου βιβλίο, Ο παραθεριστής, ενώ την άνοιξη του 2005 Ο αντίπαλος. Φθινόπωρο του 2007 κυκλοφόρησε το τελευταίο μου βιβλίο Μικρός δακτύλιος.
Έχω συνεργαστεί στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων, ενώ τη σεζόν 2004-2005 ανέβηκε στο Θέατρο Σημείο το έργο μου Όταν ο λύκος είναι εδώ , το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.
Για πολλά χρόνια συνεργαζόμουν σταθερά με το κυριακάτικο Βήμα στην κριτική-παρουσίαση βιβλίων. ?ρθρα ή κριτικές μου εμφανίζονται τακτικά στο Διαβάζω, και λιγότερο τακτικά σε άλλες περιοδικές εκδόσεις λόγου και τέχνης.
Μεταφράζω από τα γαλλικά, κυρίως πεζογραφία, κι έχω κατά καιρούς εμψυχώσει σεμινάρια Λογοτεχνικής Μετάφρασης, Κριτικής ή Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΕΜΕΛ, στο ΕΚΕΒΙ, κ.ά.
Σήμερα εργάζομαι στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ως υπεύθυνος του ενθέτου για το βιβλίο και τις ιδέες «1455».


Ίσως η ζωή μάς καλεί να την αποκωδικοποιήσουμε σαν ένα κρυπτογράφημα

Andre Breton, Nadja


34

ΤΩΡΑ κινείσαι σαν σκιά, γλιστράς στους δρόμους της πόλης, αφήνεσαι στη ροή του πλήθους, στην ένταση της κυκλοφορίας. Περνάς ώρες ατελείωτες στα πολυκαταστήματα, στις κυλιόμενες σκάλες, στα σημεία όπου ο κόσμος συνωστίζεται, γυρεύει διέξοδο. Σ' αρέσει να παρακολουθείς τα ξαναμμένα πρόσωπα, καθώς ποζάρουν δίπλα σε υπερφωτισμένα ράφια, γυρεύοντας το προϊόν που θα δώσει νόημα στη μέρα τους. Οι περισσότεροι μοιάζουν ανέτοιμοι να αφήσουν έγκαιρα το χώρο, διστάζουν, κι ενώ η πιστωτική τους κάρτα δεν αφήνει πια πολλά περιθώρια για όνειρα, εκείνοι προσπαθούν να γαντζωθούν από κάποια εξωπραγματική υπερπροσφορά - λίγο ακόμη, λίγο ακόμη και θα φύγω...

Υπάρχουν ωστόσο και μερικοί που μοιάζουν να τους παρέσυρε εκεί κάτι πάνω από τη θέλησή τους, η γυναίκα τους, το παιδί τους ή κάποια ανυπόμονη πεθερά, και δυσφορούν, πάσχουν, ασφυκτιούν μέσα σ' αυτό τον οργασμό φωταψίας και χρωμάτων. Στα σφιγμένα πρόσωπά τους διακρίνεις το άγχος, ακόμη και το φόβο, θέλουν να το βάλουν στα πόδια, να ανοίξει η γη να τους καταπιεί, μόνο που η γη βρίσκεται τώρα οκτώ ορόφους κάτω από τα πόδια τους, οπότε συνήθως βρίσκουν διέξοδο προς τα πάνω, στη σελφ σέρβις καφετέρια, στην παρηγοριά του ανοιχτού ορίζοντα και του δημόσιου W . C .

Καμιά φορά παρακολουθείς κάποιον, για έναν δύο ορόφους, όχι παραπάνω· μελετάς τις κινήσεις του, ακολουθείς το βλέμμα του καθώς σκαλώνει ανάμεσα στις βιτρίνες και τα ράφια, τα χέρια που μπαινοβγαίνουν νευρικά στο παντελόνι ή στο μπουφάν, που ψάχνουν το πορτοφόλι· αισθάνεσαι ότι ίσως έχεις να κάνεις με κάποια αδελφή ψυχή, το ίδιο μόνη και απομονωμένη μ' εσένα, έναν ακόμη λαθρεπιβάτη αυτής της πόλης που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, καθηλωμένη στο σήμερα.

Κοιτάς τις διαφημίσεις. Τις διαφημίσεις που καλύπτουν σχεδόν κάθε χιλιοστό ελεύθερου χώρου στο πολυκατάστημα, που κρέμονται πάνω από τα ίδια τα προϊόντα όπως οι μεταλλικές ταυτότητες στο λαιμό των φαντάρων, αληθινός στρατός της σωτηρίας. Κοιτάς τα αισθησιακά σώματα των γυναικών και των αντρών, που κι αυτά με τη σειρά τους σε κοιτούν με νόημα· σώματα όλο και πιο γυμνά, όλο και πιο προκλητικά, σύμβολα μιας νέας λατρείας που υπόσχεται τα πάντα αρκεί να τα θέλεις όλα τώρα. Προτάσεις ζωής: προτάσεις για το χειμώνα, την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Προτάσεις για να βγεις, να κάτσεις σπίτι, να ξεκουραστείς. Προτάσεις για να το βάλεις στα πόδια το Σαββατοκύριακο. Εικόνες ευτυχίας, εικονολατρία, αφηγήσεις· ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, χαμόγελα. Πολλά χαμόγελα. Αλλά και βλέμματα πονηρά, προκλητικά. Προσκλήσεις σε απολαύσεις που δεν γίνονται λέξεις? όλοι με όλους, όλοι για όλα, όλα για το τίποτε. Τα πάντα επιτρέπονται, σχεδόν επιβάλλονται. Αέρας ευημερίας, ελευθερία και θάνατος, σε μια αφίσα που δεσπόζει στο κέντρο του ορόφου με τα αντρικά εικονίζεται ένα αυτοκινητικό δυστύχημα· ο δρόμος είναι σπαρμένος πτώματα, τα πτώματα φορούν τη μάρκα ρούχων που διαφημίζεται.

Στους γύρω δρόμους, στα κιόσκια, στα περίπτερα, δεν υπάρχουν μυστικά. Τα υπονοούμενα έχουν γίνει προ πολλού νοούμενα. The real thing. Οι μάσκες πέφτουν, τα ρούχα πέφτουν, οι ψωλές σηκώνονται. Τα βυζιά φουσκώνουν, οι ρόγες σκληραίνουν, τα μουνιά ανοίγουν και σας υποδέχονται. Οι κωλοτρυπίδες διαστέλλονται και συστέλλονται, τα σκατά στριμώχνονται στο βάθος, στο βάθος κήπος και τόνοι από διεγερτικά. Γάμησέ με, ξέσκισέ με, πάτησέ με, κάνε με κομμάτια. Οι γέροι κουνούν το κεφάλι, οι νέες και οι νέοι τον κώλο τους, που κι αυτός λέει περίπου τα ίδια πράγματα, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, οι τιμές πέφτουν, η αγορά ισορροπεί κάπου ανάμεσα στο μη και στο δεν , οι σωματέμποροι τρίβουν τα χέρια τους και τα αχαμνά τους.

Σαν πέφτει το σκοτάδι, μπαίνεις στο 209, παίρνεις το δρόμο προς κάποια Έξοδο, προς τις μεγάλες αρτηρίες. Από τον καινούργιο περιφερειακό, η πόλη απλώνεται στα πόδια σου· τεράστια ποτάμια λάβας κυλούν και συναντιούνται στους υπερμεγέθεις ανισόπεδους κόμβους. Οδηγείς αργά, δεξιά, με το βλέμμα σου να πλανιέται στην ηλεκτρισμένη κοιλάδα, στο βάθος αχνοφαίνονται σαν μακρινά φαντάσματα τα δεξαμενόπλοια. Σταματάς στη βοηθητική λωρίδα, ανάβεις τα αλάρμ. Βάζεις το χρονόμετρο στο ρολόι σου να τρέχει, και περιμένεις. Καπνίζεις ένα τσιγάρο ακούγοντας τα αυτοκίνητα που περνούν ουρλιάζοντας στ' αριστερά σου. ?λλοτε σε 9, άλλοτε σε 12, μα ποτέ σε περισσότερα από 14 λεπτά, καταφτάνει το ειδικό όχημα οδικής βοήθειας των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων. Οι υπάλληλοι φορούν φωσφορίζουσες στολές· είναι συνήθως νέοι και χαμογελαστοί, στα περισσότερα πληρώματα υπάρχει πια και γυναίκα. Παρκάρουν το γερανό λίγα μέτρα πίσω από το 209, σε πλησιάζουν με βήμα σταθερό. Βάζεις μπροστά και φεύγεις σπινάροντας: από τον καθρέφτη σου παρακολουθείς τις αντιδράσεις τους, καταγράφεις τις εκφράσεις θυμού κι απογοήτευσης στα πρόσωπά τους.

Λίγο έξω από το διεθνές αεροδρόμιο επιβραδύνεις και πάλι, διστάζεις. Στη θέα των αεροπλάνων που ανεβοκατεβαίνουν στον ορίζοντα, ένα γλυκό συναίσθημα προσμονής κατακλύζει την καρδιά σου. Καμιά φορά, αυτές τις στιγμές, για λίγο μόνο, σου περνά η σκέψη να εγκαταλείψεις την προσπάθεια, να αφεθείς στη ροή, να παραδοθείς. Σε ποιον, σε τι, για ποιο λόγο, αυτές τις στιγμές, για λίγο μόνο, παύει να έχει σημασία. Θες να επιστρέψεις στην πατρίδα ξανά, στη φυλή των ανθρώπων.

(συνεχίζεται...)



Λίστα όλων των Συγγραφέων