Συγγραφέας του μήνα

Ελιάνα Χουρμουζιάδου (Απρίλιος 2008)

Ελιάνα Χουρμουζιάδου

Γεννήθηκα το 1965 στην Αθήνα, όπου μεγάλωσα, σπούδασα, ζω, και εργάζομαι. Ή, αν θέλετε, μεγάλωσα στην Κυψέλη, σπούδασα Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ζω με τον σύζυγο και τον γιο μου πάντα στην Κυψέλη, και εργάζομαι από το 1991 στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, ενώ πρωτύτερα, στο διάστημα 19841991, είχα εργαστεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Παρακάμπτοντας τα αναπόφευκτα εφηβικά γραπτά, θα έλεγα ότι άρχισα στα σοβαρά να γράφω το φθινόπωρο του 1985. Τότε έκανα δηλαδή αυτό που πάντα ήθελα να κάνω στη ζωή μου, αν και έκτοτε οι όροι του παιχνιδιού άλλαξαν πολλές φορές. Έχω γράψει τρία μυθιστορήματα, μία νουβέλα, ένα παραμύθι, και διηγήματα που δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες, λογοτεχνικά, ως επί το πλείστον, περιοδικά και εφημερίδες.
Ελάχιστες τυπικές συστάσεις για τα βιβλία μου. Στο πρωτόλειό μου, τη Γειτονιά των καλών κλεφτών (Κέδρος 1989), ήθελα να καταγράψω την ατμόσφαιρα ενός μέρους της αθηναϊκής νύχτας (και του ιδιότυπου περιθωρίου της) στη δεκαετία του 80. Ένα βιβλίο με έντονη μελαγχολία (δική μου), η οποία μόνο στην αισιόδοξη δεκαετία του 80 θα μπορούσε να εκδηλωθεί, και με αρκετή αφέλεια.
Η ιδιαιτέρα (Κέδρος 1998, βραβείο μυθιστορήματος περιοδικού «Διαβάζω»), ένα μυθιστόρημα για το δηλητήριο που είναι συχνά η οικογένεια. Επίσης ένα μυθιστόρημα για τη δεκαετία του 90, όταν η αισιοδοξία των προηγούμενων ετών μαράζωσε και έσβησε. Τότε φάνηκε ότι η ευμάρεια έφερνε μαζί της περισσότερη διαφθορά, η οποία, μαζί με τον κυνισμό, έγιναν εντελώς φυσιολογικά οι προϋποθέσεις όχι μόνο της κοινωνικής ανόδου αλλά και της απλής επιβίωσης.
Η νουβέλα Απώλεια Σοφίας (Μίνωας 2004) δεν είναι, όπως ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, ένα βιβλίο για μια γυναίκα που πάσχει από ψυχογενή ανορεξία ή έχει άλλα ψυχολογικά προβλήματα. Είναι μάλλον ένα βιβλίο για μια άλλη, φαινομενικά υγιή γυναίκα, αντιμέτωπη με την καθοδική πορεία της μοναδικής φίλης της. Κατά βάσιν ένα βιβλίο για την αυταπάτη της φιλίας.
Στη Δεύτερη γυναίκα (Κέδρος 2005) ξέφυγα προς το μέλλον, εντυπωσιασμένη από τα επιτεύγματα της γενετικής, αλλά και ελαφρώς αγανακτισμένη από τη διάχυτη λατρεία του παρελθόντος. Έτσι φαντάστηκα έναν κόσμο σε μεταβατικό στάδιο, όταν οι παλιοί συμβατικοί άνθρωποι φτιάχνουν το νέο βελτιωμένο είδος, και έννοιες όπως ο άνθρωπος ή η ανθρώπινη ζωή αποκτούν διαφορετικό νόημα.
Τέλος το παραμύθι Μια ιστορία από τα σύννεφα (Κέδρος 2003) βασίζεται σε μια ιδέα του συζύγου μου Wolfgang Schlyter: ότι οι άνθρωποι, όπως και τα σύννεφα στον ουρανό, ανήκουν όλοι στην ίδια οικογένεια.


Απόσπασμα από τη Δεύτερη γυναίκα (Κέδρος 2005).

Έχω έρθει μόνη στην πισίνα του Πλωτού Εμπορικού Κέντρου, όπως ονομάζουν με θράσος αυτό το τερατώδες κατασκεύασμα μέσα στη θάλασσα. Ένα σύμπλεγμα από κτίρια, που αν τυχόν έχει κακοκαιρία λικνίζεται άχαρα πάνω στα κύματα, παρότι φυτεμένο πάνω σε ατσάλινες δοκούς και δεμένο με αλυσίδες από τον ρηχό βυθό. Εκτός από καταστήματα, στεγάζει κέντρα διασκεδάσεως, εστιατόρια, γυμναστήρια, ένα ξενοδοχείο, κι αυτή την πισίνα, μια τεχνητή λίμνη χιλίων διακοσίων τετραγωνικών μέτρων, με ακανόνιστο σχήμα, κάτω από έναν γυάλινο θερμαινόμενο θόλο. Το περιβάλλον μοιάζει με ό,τι φαντάζομαι ότι θα είναι μια μέρα οι αποικίες σε άλλους πλανήτες. Απόψε οι καταρράκτες της βροχής, καθώς κατεβαίνουν από ψηλά, αντικατοπτρίζονται πάνω στο πλακόστρωτο δάπεδο. Το νερό σε τυλίγει από παντού, επιδρώντας, όπως πολλοί επιμένουν, θεραπευτικά στον ψυχισμό ανθρώπων κουρασμένων από τις ατέλειωτες εργάσιμες ώρες, το επάγγελμά τους το ίδιο, τους περιορισμούς που τους επιβάλλει το εισόδημά τους, κι όλα τα άλλα προβλήματά τους. Θα προτιμούσα να βρίσκομαι στη θάλασσα τώρα, όμως εδώ κοντά είναι επικίνδυνα μολυσμένη, γεγονός που ευθύνεται για το συνωστισμό στις πισίνες.
Δοκιμάζω οτιδήποτε έχει να μου προσφέρει η παραλιακή ζώνη, αφού εκ των πραγμάτων είμαι περιορισμένη εδώ. Ο Κρίστο με αποθάρρυνε. Δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος να πάω, τίποτε άλλο να δω. Ζούμε σε αυτή την πόλη, αλλά στην πραγματικότητα ο ωφέλιμος χώρος για μας είναι μόνο κατά μήκος της παραλίας. Αν αποδράσουμε, το κάνουμε υπ? ευθύνη μας. Υπάρχουν και άλλες ασφαλείς περιοχές, αλλά γιατί να διανύσουμε τόση απόσταση, μόνο και μόνο προς χάριν του καινούριου; Δεν έχουμε χρόνο για τέτοια πειράματα, κατά τον Κρίστο. Συνάδελφοι στο νοσοκομείο μου λένε τα ίδια, αν και δεν περιγράφουν το παρόν με τόσο μελανά χρώματα. Για μένα πάντως, ακόμη και η παραλιακή ζώνη είναι άγνωστη χώρα και πρέπει να την εξερευνήσω. Δεν βιάζομαι καθόλου, το ωράριο του νοσοκομείου δεν μου αφήνει πολύ χρόνο, και τα περισσότερα βράδια ο Πέτρος απορροφά ό,τι απομένει. Συνήθως ένα πρωινό ή ένα απόγευμα τη βδομάδα το αφιερώνω στον εαυτό μου. Κομμωτήριο, γυμναστική, μια επίδειξη ρούχων, μια έκθεση έντυπων βιβλίων. Αυτά έχω κάνει για μένα, όλα κι όλα αφότου ήρθα εδώ. Τώρα δοκιμάζω για πρώτη φορά και την πισίνα.
Δεν νιώθω τίποτα. Ούτε ηρεμώ ούτε θεραπεύομαι από τις εντυπώσεις της μέρας στην Γκέιτγουεϊ, που εγώ, αντίθετα από πολλούς συναδέλφους, εξακολουθώ να τις προσέχω και να τις παίρνω στα σοβαρά. Το νερό είναι ζεστό, στην ατμόσφαιρα επικρατεί άπνοια και ίπταται, πάλι σαν αόρατο σμήνος εντόμων, το βουητό από τις φωνές των άλλων λουομένων, οι οποίες διαχέονται σε μια έκταση χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από το κυλικείο του προσωπικού στο νοσοκομείο. Είναι σαν να βρίσκομαι ακόμη εκεί. Για πολλοστή φορά στρέφω το κεφάλι μου σαν περισκόπιο, για να βεβαιωθώ ότι αυτό είναι όλο κι όλο ό,τι υπάρχει εδώ, και καθώς το κάνω αυτό, ξαναβλέπω μόλις πέντε μέτρα από μένα εκείνη τη γυναίκα που τεντώνεται πάνω στην ξαπλώστρα της. Από τη στιγμή που κάθισε εκεί όλο γυρίζει το πρόσωπό της προς τη μεριά μου και τα βλέμματά μας συναντιούνται. Την έχω ξαναδεί. Ένα απόγευμα, πριν γνωρίσω τον Πέτρο, τη βρήκα να στέκεται έξω από την πόρτα του και να χτυπά το κουδούνι. Ανταλλάξαμε βλέμματα καθώς ξεκλείδωνα. Καθαρό πρόσωπο με κανονικές αναλογίες, μάτια που λάμπουν στον τεχνητό φωτισμό σαν παγωμένες λίμνες, χαρακτηριστικά που πληρούν σχεδόν τις προϋποθέσεις της ομορφιάς. Αλλά ένας οποιοσδήποτε βιοειδικός θα έλεγε ότι η αρμονία του προσώπου δεν σημαίνει τίποτα, αφού υπήρχε πριν η πλαστική χειρουργική γίνει προσιτή και της μόδας, πριν καν ανατείλει η βιογενετική. Τέτοια πρόσωπα θα μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν όμορφα με τα κριτήρια του περασμένου αιώνα, μόνο που τότε υπήρχε και η ασχήμια, κι αυτή έδινε στην ομορφιά ένα σχετικό νόημα. Η καταπολέμηση της εξωτερικής ασχήμιας δεν είναι κακή ιδέα, αν σκεφτούμε πόσο ταλαιπωρήθηκαν οι πρόγονοί μας που δεν διέθεταν τέτοια δυνατότητα. Αλλά αυτή η πρόοδος έχει κάνει ορισμένους ανθρώπους να φαίνονται άσχημοι χωρίς να είναι.
Η άγνωστη γυναίκα είναι ξαπλωμένη με τα χέρια στο στήθος και με παρακολουθεί, ενώ ένα χαμόγελο πλανιέται στο πρόσωπό της. Μου κάνει ένα νεύμα σαν να με χαιρετά αλλά δεν της το ανταποδίδω. Ίσως ξέρει ποια είμαι. Ίσως γνωρίζεται καλά με τον Πέτρο κι εκείνος της έχει μιλήσει για μένα. Σφάλμα του να μη με ενημερώσει. Εξεγείρομαι ολόκληρη μπροστά σε αυτή την πιθανότητα, αλλά αναχαιτίζω το θυμό. Υποθέτω ότι η γυναίκα που με κοιτά είναι γιατρός, συνάδελφός του από το νοσοκομείο, ή νοσοκόμα, αλλά δεν την έχω δει ποτέ στην Γκέιτγουεϊ. Μπορεί επίσης να είναι μια ερωμένη, αυτή που διαδέχτηκε τη Μιχαέλα ίσως. Θέλω να αποφύγω το βλέμμα της κι έτσι ανοίγω το παλμ τοπ, για να ρίξω μια ματιά στις τελευταίες ειδήσεις. Η αίσθηση ότι με παρακολουθεί μένει κολλημένη πάνω μου σαν αεροστεγές περιτύλιγμα. Αν θέλει να με προκαλέσει ώστε να της μιλήσω πρώτη, χάνει την ώρα της. Μετά τις ειδήσεις κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι στη σκοτεινή θάλασσα της μουσικής που έρχεται από τα ακουστικά μου. Είμαι πλήρως απομονωμένη,. Αλλά ύστερα από λίγο νιώθω το άγγιγμα στο μπράτσο μου. Είναι ελαφρύ και ανυπόφορα κρύο. Η παγωνιά φτάνει μέχρι τη σπονδυλική μου στήλη. Ανοίγω τα μάτια και τη βλέπω δίπλα μου, να εκπέμπει αυτή την αίσθηση του σχεδόν πολικού ψύχους. Στέκεται στητή, σαν να προσπαθεί έτσι να προσθέσει μερικά εκατοστά στο ύψος της. Είναι πιο κοντή από εμένα. Το βλέμμα της, αποφασιστικό και ανυπόμονο όπως την προηγούμενη φορά, με αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο. Δεν χαμογελά πια. Βγάζω τα ακουστικά από τα αυτιά μου.
«Δεν γνωριζόμαστε», της λέω κάπως απότομα.
«Μάγια Μπασέσκου.» Κάνει μια παύση, για να το αφομοιώσω. «Ξέρεις ποια είμαι, έτσι;»
«Ασφαλώς. Η προϊσταμένη. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»
«Εσύ; Όχι. Εγώ μπορώ να σε βοηθήσω. Έπρεπε να είχαμε γνωριστεί από καιρό, Ναταλία. Ευτυχώς κάποιος συνάδελφός σου από το νοσοκομείο με ειδοποίησε ότι είσαι εδώ. Μην κοιτάς γύρω, δεν θα τον δεις μέσα σε τόσο κόσμο. Μπορεί να έχει φύγει κιόλας. Επιτρέπεται να καθίσω μαζί σου;»
Κουνάω το κεφάλι μου. «Ασφαλώς. Γιατί νομίζεις ότι χρειάζομαι βοήθεια;»
«Επειδή πάντα στη συνείδηση της δεύτερης γυναίκας, η πρώτη επιβιώνει ως αντίζηλος.»


Λίστα όλων των Συγγραφέων