Συγγραφέας του μήνα

Δημήτρης Μίγγας (Μάιος 2008)

Ο Δημήτρης Μίγγας γεννήθηκε το 1951 στη Μαραθούπολη του Νομού Μεσσηνίας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Για τη συλλογή των διηγημάτων «Των Κεκοιμημένων» τιμήθηκε το 2000 με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω.

Εργογραφία:
Το 1995 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή με τίτλο Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου στη Θεσσαλονίκη.
Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Των κεκοιμημένων από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.
Το Νοέμβρη του 2001 εκδόθηκε πάλι από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ το μυθιστόρημά του με τίτλο Σπάνια χιονίζει στα νησιά.
Το Νοέμβρη του 2003 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Της Σαλονίκης μοναχά.
Τον Οκτώβρη του 2005 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ το μυθιστόρημά του με τίτλο Στα ψέματα παίζαμε.
Το Νοέμβριο του 2007 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ το μυθιστόρημα Τηλέμαχου Οδύσσεια.
Το βιβλίο του Σπάνια χιονίζει στα νησιά, εκδόθηκε τoν Οκτώβριο του 2004 στα ιταλικά από τον εκδοτικό οίκο Grocetti Editore σε μετάφραση του Maurizio De Rosa με τίτλο Sulle izole non nevica mai.
Το μυθιστόρημα Στα ψέματα παίζαμε! κυκλοφόρησε το 2006 στα Σέρβικα από τις εκδόσεις Geopoetika σε μετάφραση Marika Bajic με τίτλο Samo smo se igrali.
Τον Αύγουστο του 2007 το ισπανικό INSTITUT DEL CINEMA CATALA, S.A. απέκτησε το δικαίωμα να το διασκευάσει σε σενάριο το μυθιστόρημα Στα ψέματα παίζαμε.
Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά και Κινέζικα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:
Τηλέμαχου Οδύσσεια. Κεφάλαια 1,2 και 3)


1.
Κάθε χωριό ή νησί έχει την εκκλησία, τον παπά και τον τρελό του. Ενδεχομένως να λείπει ο γιατρός ή ο δάσκαλος?συχνά και οι δυο? αλλά αυτοί αναπληρώνονται με χίλιους άλλους τρόπους. Παπάδες, εκκλησίες και σημαδεμένοι είναι όμως απαραίτητοι. Οι εκκλησιές κατά κανόνα χτίζονται με συνεισφορές των ομογενών, ιερείς χειροτονεί όσους επιθυμεί ο δεσπότης και τους λωλούς, όταν δεν είναι η σοδειά καλή, τους φτιάχνουνε οι γνωστικοί εκ των ενόντων. Δεν έχει σημασία το κουσούρι τους? αρκεί να δίνουν ευκαιρίες σε όλους τους υπόλοιπους να ασχολούνται με αυτούς και να ξεχνούν τα δικά τους σακατιλίκια. Είναι ο καθρέφτης που κοιτάζονται οι σωστοί και καμαρώνουν. Καμιά φορά όμως τους ζηλεύουν, γιατί οι κουζουλοί μπορούν να κάνουν και να λεν όσα οι άλλοι δεν τολμούν ακόμα και να σκεφτούν ? αυτό το τελευταίο όμως δεν το παραδέχεται ποτέ κανένας μυαλωμένος. Ο παλαβός του χωριού, εν τέλει, είναι εκείνος που μη έχοντας πλήρη συνείδηση και συναίσθηση των πραγμάτων και γράφοντας λόγω άγνοιας (ή έμφυτης σωφροσύνης) στα όποια υποδήματα διαθέτει τις κοινώς αποδεκτές συμβάσεις πράττει ό,τι του έρχεται στο νου αδιαφορώντας για τα σχόλια και την άποψη των υπολοίπων. Περνάει αλώβητος μέσα από τη ζωή φέρνοντας, σαν σίφουνας, τα πάνω κάτω κι αφήνει τους φρόνιμους να ξεμπερδέψουν το κουβάρι. Ο δείκτης ευφυΐας και η κουζουλάδα τους αλληλοσυμπληρώνονται αν και γρονθοκοπούνται, όμως κανείς δεν πρέπει να τα θεωρεί παγιωμένα και αμετάβλητα. τις μεγάλες πόλεις χάνονται μέσα στο πλήθος και διαφεύγουν της προσοχής όμοια τρομοκράτες - ενδεχομένως σε ορισμένους τόπους και συγκεκριμένες χρονικές στιγμές να αποτέλεσαν πλειοψηφία, οπότε απαλλάχτηκαν ομαδικά από το στίγμα. Στα μικρά, κλειστά όμως μέρη ?χωριά, νησιά στρατός ή φυλακές- αν έχεις το παραμικρό κουσούρι σπεύδουν να σε αποκάνουν οι εχέφρονες. Κάθε νησί έχει το ζαβό του. Σ? αυτή τη συμπαθή ομοταξία ανήκει κι ο αγαπημένος μου Τηλέμαχος Χαρίτος ή Τρωχάλιας.

2.

Ο Οδυσσέας Λαερτιάδης (πρόγονος μακρινός και κοντοχωριανός του Τηλέμαχου Χαρίτου) ξεκίνησε για την Τροία κυβερνώντας δώδεκα ολοκαίνουργες τριήρεις (έχοντας εγκαταλείψει στο νησί νέα γυναίκα και παιδί χαζό) και επέστρεψε ολομόναχος με σκάφος δανεικό. Εκ των υστέρων, βέβαια, διηγιόταν πως αρμένιζε δέκα χρόνους στις θάλασσες και καμάρωνε που πάλεψε με κύματα και στοιχειά αποφεύγοντας επιμελώς να αφαιρέσει από το σύνολο τα οχτώ χρόνια που ήταν σπιτωμένος απ? την Καλυψώ και τους μήνες που τον μάγεψε η Κίρκη ? χώρια τις νύχτες που έτρωγε, έπινε και παραμύθιαζε τους Φαίακες. Κι οι σύντροφοί του; Χάθηκαν από την αμυαλιά τους, είπε και εν μέρει είχε δίκιο. λα κρίθηκαν την πρώτη φορά που έδεσαν στην Ωγυγία ? πήγε δύο φορές στο νησί της Καλυψούς σε αντίθεση με τις πληροφορίες του Ομήρου. Καλό νησί, ποτιστικό και η Νύμφη τα ήθελε. Περνούσε όμορφα ο καιρός. Ξέσπασε ωστόσο στα πληρώματα αναταραχή ? έβαλε το χεράκι κι ο Ευρύλοχος. Καλά πίνεις, ξενοπηδάς και τρως, ισόθεε ?του είπε σε μια γενική συνέλευση του τσούρμου?, να δούμε όμως πώς θα τα βγάλεις πέρα, άμα με το καλό επιστρέψουμε και μάθει η Πηνελόπη και ο γιος σου τα καμώματά σου. Θα σε ξεπουπουλιάσουν οι μνηστήρες, φουκαρά μου, κι οι δικοί σου θα κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα αδιάφοροι, κατέληξε σιβυλλικά. Έπεσε τότε ο Οδυσσέας σε βαθιά περισυλλογή, είδε το πράγμα σφαιρικά, μελέτησε την κατάσταση και αποφάσισε: Σαλπάρουμε.
Είχε το σχέδιό του ο πολυμήχανος. Τους πήγε από τους Κύκλωπες ? καθάρισε έξι ο Πολύφημος. Έπειτα οι Λαιστρυγόνες τους καμάκωναν σαν ψάρια. Γκρεμοτσακίστηκαν απ? τα σκαλιά της Κίρκης όσοι δεν έμειναν γουρούνια. Τους πέρασε από τον Κάτω κόσμο, τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τάισε τους υπόλοιπους με τα μοσχάρια του Ήλιου κι έσκασαν. Τους ξεπάστρεψε όλους ο φιλέταιρος. Και μόνος πια, δίχως συντρόφους μαρτυριάρηδες, επέστρεψε στην Ωγυγία και στην αγκαλιά της Νύμφης λησμονώντας παιδί, νόστο και γυναίκα. Στα οχτώ χρόνια ωστόσο τον βαρέθηκε η θεά. Φώναξε τον Ερμή και τον πέταξαν στη θάλασσα.
Εννιά μερόνυχτα μετά τον ξέβρασε το κύμα τσίτσιδο στα βράχια της Σχερίας, όπου τον βρήκε η Ναυσικά και, παραδόξως, τον αγάπησε! Ωστόσο ο δόλιος είχε σχεδόν κλείσει τον κύκλο του ως στρατηλάτης πολιορκητής, άντρας, ταξιδευτής και εραστής. Δεν του απέμεινε τίποτα άλλο πια παρά να διηγείται την προηγούμενη ζωή του. Εκστασιάστηκε η βασιλοπούλα στην αρχή ?ποιος είναι τούτος ο λεβέντης ο πολυταξιδεμένος που έπεσε στον έρωτά μου, αναλογιζόταν? αλλά οι απόλογοι τραβούσαν σε μάκρος, εξ? ου και ονομάστηκαν από τους Αλεξανδρινούς μεγάλοι. Στο τέλος, βέβαια, η Ναυσικά, που όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο άλλα περίμενε απ? αυτόν, αγανάκτησε. Τον πότισε παλιό κρασί ένα βράδυ, του έριξε και στάχτη στο ποτήρι, ώσπου κοιμήθηκε. Έτσι λιώμα, πριν προλάβει να συνέλθει, τον έστειλε φορτωτική προτού καν ξημερώσει με παπόρι στο νησί και στη γυναίκα του. Για αυτό και, σύμφωνα με την ποιητική παράδοση, κοιμόταν ο πολυταξιδεμένος καθ? όλη τη διάρκεια της επιστροφής του στην Ιθάκη. (Παρεμπιπτόντως, σε κάθε κρίσιμη και καθοριστική στιγμή του βίου του κοιμόταν θυμήσου πότε έλυσαν οι σύντροφοί του το ασκί του Αιόλου και πώς έφαγαν τις αγελάδες του Απόλλωνα). Και επιπλέον, όταν τον ξεφόρτωσαν στον τόπο του, ξύπνησε και δεν ήξερε πού βρισκόταν, επειδή ακριβώς ήταν ακόμα θολωμένος από το πιοτό. Έτσι, επέστρεψε ο κοσμογυρισμένος με δανεικό πλεούμενο κερδίζοντας τ? ωραίο ταξίδι.
Μόλις όμως τον αντίκρισε ο Πηνελόπη, κουρελή και γέρο, έκανε πως δεν τον γνωρίζει άλλωστε είχε τόσους μνηστήρες στην αναμονή, όμορφους και λεφτάδες, να διαλέξει όποιον λαχταρούσε η ψυχούλα της. Κι ο γιος του ο Τηλέμαχος (καλό παιδί, μα αγαθό) περίμενε ο ταλαίπωρος να αντικρίσει έναν πολεμιστή ατρόμητο, γενναίο και πολύξερο ? τέτοια είχε διδαχτεί ο δόλιος στο σχολειό του. Μόλις ξεπέρασε το πρώτο σοκ πείστηκε και αυτός πως δεν εμπίπτει στις προδιαγραφές του ένας απόστρατος για υποψήφιος πατέρας. Κατόπιν τούτου, με τη σύμφωνη γνώμη και προτροπή της μάνας του, έλυσε τα σκυλιά και τη φρουρά και τον ξαναπέταξαν στη θάλασσα. ?μα χαλάσεις τη ζωή σου σ? έναν τόπο, δε σου φτάνει ο κόσμος όλος.

3.

Ανήμερα της Αγια-Φανερωμένης (μεγάλη η Χάρη της), αρχές Ιούνη ο ήλιος έκαιγε. Κόσμος πολύς μέσα, έξω και γύρω από το μοναστήρι: δευτεροκλασάτοι υφυπουργοί, νομάρχης, δήμαρχοι, ξενομερίτες κι όλο το νησί σχεδόν. Απ? τα μεγάφωνα ακουγόντουσαν οι φωνές των δεσποτάδων και του ψάλτη το παράπονο.
Οι μουσικοί της Φιλαρμονικής τεμπέλιαζαν κάτω από τη σκιά των πεύκων αγκαλιά με τα όργανά τους περιμένοντας να βγει η θαυματουργή εικόνα για τη λιτανεία και να παιανίσουν οδηγώντας την πομπή. ?λλοι γλάρωναν ζαβλακωμένοι, κάποιοι έπαιζαν ζάρια, μερικοί κουτσομπόλευαν τους πολύχρωμους προσκυνητάδες και χαλβάδιαζαν με τα κορίτσια.
Ο Οδυσσέας Χαρίτος, νεαρός μα ταλαντούχος μουσικός, ακουμπισμένος πάνω στην γκρανκάσα του μασουλούσε στραγάλια, που συνεχώς έβγαζε απ? τις καργαρισμένες τσέπες του παντελονιού του. Τον χτυπούσε ο ήλιος στο κεφάλι και τα μάτια βάραιναν έσκυψε και ξεβίδωσε το μεταλλικό στεφάνι που έσφιγγε τη μια μεμβράνη πάνω στο σκελετό της κάσας κι έπειτα ?όπως το είχε συνήθειο για να μη λερώνει τη στολή? μπήκε μέσα στο κούφιο τύμπανο, διπλώθηκε σαν το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του και έκλεισε τα μάτια, οι ψαλμουδιές και τα πουλιά τον νανούριζαν γλυκά κι αποκοιμήθηκε.
Είπαν πως κάποιος τράβηξε την πέτρα, που τοποθετούσε πάντα ο Οδυσσέας, δίκην φρένου, για να στερεώνει το μεγάλο στρόγγυλο όργανο? οι συνήθεις ύποπτοι ισχυρίστηκαν πως έβλεπε άσχημο όνειρο και κουνιόταν. Έτσι ή αλλιώς το αποτέλεσμα ίδιο. Τσούλησε η κάσα στον κατήφορο. Στην αρχή κυλούσε αργά πάνω στη δημοσιά, μα ύστερα από λίγα μέτρα, στην πρώτη στροφή, ξέφυγε από το δρόμο κι άρχισε να κατρακυλάει με ταχύτητα στην πλαγιά του λόφου, όπου είναι χτισμένη η μονή. Χτυπούσε πάνω στα πουρνάρια κι υψωνόταν γράφοντας στον αέρα ημικύκλια αυξομειούμενης ακτίνας, ξανάπεφτε αλλά στεκόταν όρθια συνεχίζοντας την τρελή πορεία προς τη θάλασσα ? γερό όργανο. Ο Οδυσσέας σφηνωμένος έσφιγγε μάτια, δόντια και περίμενε? άκουγε τα φάλτσα γκαπ και γκουπ, τρανταζόταν το κορμί του κι ένιωθε σε κάθε γύρισμα ν? αδειάζουν το στομάχι και οι τσέπες του απ? τα στραγάλια. Οι συνάδελφοί του από ψηλά με δυσκολία προσπαθούσαν να κρατήσουν τα γέλια, τους συγκρατούσε η τρομάρα και η αγωνία για την κατάληξη εκείνης της χαμηλής και ηχηρής πτήσης. Τελικά η κάσα προσγειώθηκε στην αμμουδιά του Αϊ-Γιάννη και έγειρε στο πλάι καπακώνοντάς τον.
Απόλυτη σιωπή, μήτε πουλιά ούτε και τα τζιτζίκια δεν ακούγονταν μονάχα του δεσπότη τα δοξαστικά ?που τίποτα δεν είχε καταλάβει ακόμα? ανέβαιναν από την εκκλησία. Φάνηκε ύστερα από λίγο κάτι να σαλεύει κράτησαν όλοι την ανάσα κι είδαν τον Οδυσσέα να ξεπροβάλλει, όπως το κλωσσόπουλο απ? τ? αυγό, μέσα από το καταξεσχισμένο πετσί και να πατάει στην άμμο. Έκανε ένα δυο αβέβαια κι ασταθή βήματα και κωλοκάθισε. Από ψηλά οι υπόλοιποι ξέσπασαν ανακουφισμένοι σε χαχανητά, ζητωκραυγές και ουρλιαχτά. Ανασήκωσε εκείνος το κεφάλι? όλα γύριζαν ακόμα. Κοίταξε σαστισμένος το συγκεντρωμένο πλήθος κι έπειτα το στραπατσαρισμένο όργανο, φάνηκε προς στιγμήν να απορεί, αλλά το πονηρό μυαλό του δούλευε και μηχανευόταν τρόπους να ανατρέψει την εις βάρος του κατάσταση. Δεν του ταίριαζε ο ρόλος του ταλαίπωρου και φοβισμένου γι? αυτό. Σηκώθηκε, ύψωσε τα χέρια, όμοια υποψήφιος σε μπαλκόνι, και χαιρετούσε τα συγκεντρωμένα πλήθη. Χαλασμός. Μαζεύτηκε κόσμος πολύς, σχεδόν άδειασε το προαύλιο του μοναστηριού. Θαύμαζαν όλοι το κουράγιο και την ψυχραιμία του, ωστόσο εκείνου έτρεμαν τα πόδια ακόμα.
Χόρτασε δόξα και μπούχτισε από τις επευφημίες ο Οδυσσέας κάποτε κουράστηκε. Κατέβασε κι έβαλε τα χέρια στις στέπες, όμως διαπίστωσε πως τα στραγάλια του έλειπαν και τότε ?ο αθεόφοβος? διέβλεψε ότι μπορούσε να εμπλουτίσει με ένα ακόμα επεισόδιο την παράστασή του. Κι άρχισε να σκαρφαλώνει από τη θάλασσα προς το μοναστήρι ακολουθώντας την αντίθετη ακριβώς διαδρομή, ψάχνοντας κάτω από πουρνάρια, ασφοδέλους κι ασπαρτιές για να ?βρει τα στραγάλια του, λες κι απ? την πτώση εκείνη είχε διακυβευτεί μονάχα η απώλεια τους. Κάθε φορά που τύχαινε ν? ανακαλύψει κάποιον από τους ξηρούς καρπούς, τον σήκωνε ψηλά εισπράττοντας τα ζήτω και τα μπράβο του φιλοθεάμονος κοινού. Στην κορυφογραμμή και στις πλαγιές του λόφου συνωστίζονταν πια οι πιστοί για ν? απολαύσουν το θέαμα. Ο δεσπότης είχε απομείνει μοναχός σχεδόν στην εκκλησία, μόνο οι παπάδες κι οι πολιτικοί δεν τόλμησαν να φύγουν, κάποιοι όμως από τους ψαλτάδες, που κρατούσαν το ίσο, την κοπάνησαν.
Δεν είχε και καμιά σοδειά καλή ο Οδυσσέας σαν ανέβηκε, μα ήταν ευχαριστημένος. Κατάφερε όμως (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του φυσικά) να εισπράξει ακόμα μια φορά το θαυμασμό συμπατριωτών και συναδέλφων εκμεταλλευόμενος μια άτυχη και παρ? ολίγο μοιραία πτώση. Ωστόσο από τη Φιλαρμονική τον έδιωξαν ? πήρε στο λαιμό του και τον δόλιο το μαέστρο? απαίτηση του Μητροπολίτη. Επειδή βεβήλωσαν διακωμωδούντες την Ιεράν Πανήγυριν.
Να σε φυλάει η Χάρη της από γυναίκα χαμηλοβλεπούσα κι άνθρωπο πονηρό, έλεγε και ξανάλεγε στα καφενεία αναστενάζοντας ο μαέστρος. Αντίνοος Γιαννουλάτος. Αριστούχος σπουδαστής, κάποτε, του Εθνικού Ωδείου με λαμπρές προοπτικές τα ?φτιαξε με τη γυναίκα ενός καθηγητή του και τον έδιωξαν και ξεκοκάλισε δέκα στρέμματα ελιές κι ένα διώροφο του πατέρα του για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Βιέννη επέστρεψε ύστερα από χρόνια με ένα δίπλωμα δυσανάγνωστο, σε γοτθική γραφή, και παντρεμένος με μια σεμνότυφη και κοκαλιάρα Αυστριακιά, που αργότερα όμως τον παράτησε για τα γλυκά μάτια κάποιου νταλικέρη και του έμεινε μονάχα το πτυχίο. Στα σαράντα το εξαργύρωσε και ανέλαβε τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής Εταιρείας, ώσπου βρέθηκε στο δρόμο του ο Οδυσσέας και τον πρόκοψε. Από γυναίκα ξωμερίτισσα και άνθρωπο πανούργο, μουρμούριζε όταν κανένας δεν τον άκουγε. Αλλά δεν τα είχε δει ακόμα όλα.
Ζήτησε από τον Επίσκοπο συχώρεση, έπεσε στα γόνατα και τον παρακαλούσε. Τι έφταιγε στο κάτω κάτω αυτός, απολογιόταν, για τις παλάβρες ενός κατεργάρη; Ο παπάς τον είχε στην αναμονή έξι μήνες, έλειωσε δυο παντελόνια στα στασίδια της μητρόπολης, ώσπου στο τέλος τού έδωσε άφεση αμαρτιών και τον επαναπροσέλαβαν.
Ύστερα από κάμποσες βδομάδες το επεισόδιο ξεχάστηκε. Στην αρχή ακούστηκαν στις ταβέρνες, τα κουρεία και τα καφενεία διάφορες, εμπλουτισμένες με επιπλέον φιοριτούρες, εκδοχές του περιστατικού, μα σύντομα επισκιάστηκε από τα νεώτερα καμώματα άλλων σκανταλιάρηδων (είχε πολλούς τέτοιους το νησί) και την καινούργια εσοδεία των κουτσομπολιών. Μπαρκάρισε τον άλλο χρόνο ο Οδυσσέας σε γκαζάδικο και δεν ξαναφάνηκε από τότε. Πέρασε ο καιρός.
Ο μαέστρος όμως δεν έβαλε μυαλό. Μπήκε στο στόμα του λύκου από μοναχός. Παρηγορούσε πού και πού τη στρουμπουλούλα ζωντοχήρα του Οδυσσέα, που εντωμεταξύ είχε κηρυχτεί απ? όλους αγνοούμενος. Έμπαινε κρυφά στο σπίτι, έδινε στον κανακάρη της χαρτζιλίκι για να πάρει παγωτό, ζαχαρωτά κι απέ να πάει σινεμά και ξενοπήδαγε ? είχε προλάβει, βλέπεις, προτού φύγει ο Χαρίτος να σπείρει ένα γιο.
Περνούσαν τα χρόνια ήσυχα. Τίποτα δεν κουνιόταν μήτε άλλαζε στο νησί, μονάχα κάποιοι γέροι πέθαιναν και οι μικροί μεγάλωναν μαζί τους και ο μονάκριβος του Οδυσσέα. Μεγάλωνε.
Τον έδιωξαν απ? το δημοτικό σχολείο γιατί ενοχλούσε τα υπόλοιπα παιδάκια έτσι άγαρμπα που ροχάλιζε. Είχε μείνει τέσσερις χρονιές στην πρώτη τάξη κι άλλες τόσες στη δευτέρα ? λίγο ακόμα και θα τον προλάβαιναν τα νέα μέτρα που επιτάσσουν άνευ όρων προαγωγή μπουνταλάδων, σκερβελέδων και μπουζουκοκέφαλων, μα εκείνος στάθηκε τυχερός έφυγε νωρίς. Έχασε βέβαια τους γλυκούς ύπνους στο ηλιόλουστο, μεσημβρινό θρανίο, τα σχολικά όνειρα και το νανούρισμα της δασκάλας, ωστόσο ξαναβρήκε τη χαμένη αξιοπρέπειά του? καταπιάστηκε με πράγματα εξ ίσου σημαντικά με τα γράμματα, με τη διαφορά όμως πως αυτά τα κάτεχε: δόλωνε και νετάριζε τα παραγάδια του θειου του, μπάλωνε δίχτυα κι έκανε απ? τ? ανοιχτά μπανιστήρι με το κιάλι τις τουρίστριες που δροσίζονταν μισόγυμνες στην παραλία της Αγια-Θαλασσινής. Δεν ξαναπέρασε από το δρόμο του σχολείου.
Ο Τηλέμαχος Χαρίτος, Μάχος επί το συντομότερο, περισσότερο όμως γνωστός στο νησί ως Τρωχάλιας από το τρωγάλι, δηλαδή στραγάλι αφράτο, με τροπή σε χι του γάμα ?πάθη συμφώνων και γονέων αμαρτίες? ορφανός ουσιαστικά από πατέρα, μοναχογιός της μάνας του και χαϊδεμένος από καμιά δεκαριά, μεσόκοπους και χηρευάμενους, επίδοξους γαμπρούς, αλλά προπάντων από τον κυρ-μαέστρο, που μπαινόβγαινε συχνά πυκνά στο σπίτι τους οικειοποιούμενος γυναίκα ξένη και παιδί χαζό. Κακόμοιρε μαέστρο.
Τα πρώτα χρόνια έδιναν κι έπαιρναν τα κουτσομπολιά αμφισβητώντας την πατρότητα και, όσο το παιδί μεγάλωνε και δεν έφερνε διόλου του Οδυσσέα, έψαχναν δια της εις άτοπον απαγωγής τον πατέρα, μα άκρη δεν εύρισκαν. Μεγάλωναν όλα τα παιδιά του νησιού, από κοντά και ο Τηλέμαχος. Ψήλωναν τα παλικαράκια της Χώρας ?κι οι πρώτοι κι στερνοί συμμαθητές του?, δυσκολευόταν να τους ακολουθήσει ο Μάχος, μα δεν το ?βαζε καημό. Ομόρφαιναν κάποια γειτονόπουλα, όμως στο σπίτι του Τηλέμαχου δεν είχαν καθρέφτες και στον κουρέα έκλεινε τα μάτια για να μην μπουν μέσα οι τρίχες που έπεφταν απ? το κεφάλι του.
Κεφάλι. Σα μεγάλη νεροκολοκύθα, πλατιά και στρόγγυλη στην κορυφή κι όσο κατέβαινε προς το σαγόνι φύραινε - όλοι απορούσαν πώς σ? ένα καύκαλο μεγάλο και τρανό δε βρέθηκε ούτε γωνίτσα να απαγκιάσει τόσο δα τσερβέλο? αφτιά σαν Καθαροδευτεριάτικες λαγάνες, δεν τόλμησε ποτέ να πάει κόντρα στον καιρό? μύτη γαμψή, ανάγλυφη εξωτερικά και από μέσα τριχωτή, το πάνω αχείλι ατροφικό, φαινόντουσαν τα ούλα και η τεράστια μασέλα που, σαν έκλεινε το στόμα, σκέπαζε το κάτω χείλος. Όμως είχε καλή ψυχή. Όλους τους ανεχόταν κι όλα μπορούσε να τα υπομείνει, μονάχα για τη μάνα του μην άκουγε κακιά κουβέντα ή ότι δε θα ξαναγύριζε ο πατέρας του.
Δεν είχε απαιτήσεις από τη ζωή, ούτε παράπονα απ? τους ανθρώπους, ωστόσο ένας καημός τον βασάνιζε: που δεν τον δέχονταν στη Φιλαρμονική, επειδή δεν είχε μάθει γράμματα και δεν μπορούσε -λέει- να διαβάσει απ? τις παρτιτούρες μουσική. Καθόταν, σαν είχαν πρόβα, στην εξώπορτα και άκουγε. Στεκόταν απόμερα στις παρελάσεις και στις συναυλίες, τους κοιτούσε και μαράζωνε. Είδε συνομήλικούς του να προβιβάζονται στην μπάντα απ? την μπαντίνα, άλλους, πολύ μικρότερους, να ξεπετάγονται και να μεγαλώνουν βγαίνοντας απ? τις εσωτερικές γραμμές στις άκριες της παράταξης κι αυτός εκεί σε μια γωνιά, στο πεζοδρόμιο, ολομόναχος. Περνούσαν από μπροστά του παιανίζοντας κι ύστερα χάνονταν ?αγόρια και κορίτσια? στα στενά και τα καντούνια της πλατείας ή μέσα στις καφετέριες, μαζί με όλες τις στιγμές μιας ζωής που εκείνος δεν μπορούσε να χαρεί. Καμιά από τις αδικίες που του είχαν φορτωθεί στον κόσμο τούτο: ορφάνια, φτώχια, ασχήμια ?τουλάχιστον από αυτές που ήταν σε θέση να αντιληφθεί? δεν τον απασχολούσε, ο εξοβελισμός του όμως από τη Φιλαρμονική τον πλήγωνε βαθιά.
Πρώτα έμαθε πως ο πατέρας του ήταν μουσικός καλός, ότι έπαιζε γκρανκάσα και από τότε ?παιδάκι ακόμα? άρχισε μες στη ζαβάδα του να ψάχνει, ο καψερός, για να τον βρει ανάμεσα στους ομοτέχνους του. Έπειτα κάποιος (μπορεί κι η μάνα του στα παραμύθια της για να τον κοιμίσει) του είπε ότι ο κύρης του ήταν όμορφος ?ο πανδαμάτωρ χρόνος επουλώνει κάποιες από τις παλιές πληγές. Κατέβαινε, λέει, στον κεντρικό δρόμο η μπάντα κι αυτός, ψηλός, ξεχώριζε απ? τους άλλους μουσικούς και τον κοίταζαν όλα τα κορίτσια. Δε συγκίνησαν τον Τηλέμαχο, τουλάχιστον στην αρχή, όλα τούτα όσο έπρεπε, ωστόσο έξαφνα, γύρω στα δεκαπέντε του, έγινε στενός κορσές του μαέστρου και του πρόεδρου της Εταιρείας να τον πάρουν κι αυτόν στη Φιλαρμονική. Του είπαν: Θα δούμε για να τον ξεφορτωθούν σίγουροι πως θα το ξεχάσει, όμως αυτός επέμενε κι έτσι, εκ των υστέρων και για να τον ξαποστείλουν, ανακάλυψαν πως έπρεπε να τελειώσει πρώτα το σχολείο για να μπορεί ?ισχυρίστηκαν? να διαβάζει τις νότες.
Έπεσε σε κατάθλιψη ο Μάχος (να μάθει γράμματα ήταν πιο δύσκολο κι από το να γλυκάνουν απ? το κάτουρο των μπρανέλων τα νερά του καναλιού), αλλά δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειες. Αργότερα βέβαια λύθηκε το μυστήριο εκείνης της επιμονής. Είχε ακούσει από ένα γέρο πως η μουσική εξευγενίζει τους ανθρώπους, δεν κατάλαβε και ρώτησε σαν τι παθαίνουν, ομορφαίνουνε, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, απάντησε εκείνος κλώθοντας τα λόγια του. Τι ήταν να το ξεστομίσει ο χριστιανός. Έδεσε κόμπο κάθε λέξη ο Μάχος και από τότε, όπου βρισκόταν και στεκόταν, μόνο γι? αυτό μιλούσε. Και φυσικά, τα πειραχτήρια καιροφυλακτούσαν. Κάποιοι καλοθελητάδες φρόντιζαν, δήθεν αδιάφορα κι ενώ ήταν σίγουροι πως ο Τηλέμαχος τους άκουγε, ν? ανοίγουν συζητήσεις για τα θαύματα που γίνονταν στη Φιλαρμονική: κοντοί ψηλώνουν και γίνονται ντερέκια, κακομούτσουνοι και σημαδεμένοι ομορφαίνουν κι όλες οι κοπελιές τους θέλουν. Το αργό μυαλό του άρχισε να κουνιέται και να παίρνει δρόμους ανεξερεύνητους ως τότε, αλλά πάντα σκοτεινούς κι απρόσιτους για τους κοινούς θνητούς. Με τούτα κι άλλα εξηγούσε του πατέρα του την ομορφάδα και δικαιολογούσε την κακομουτσουνιά και την κακομοιριά του. Η Φιλαρμονική στα μάτια του έπαιρνε διαστάσεις κολυμβήθρας του Σιλωάμ, ικανής να θεραπεύει πάσαν νόσον και μαλακίαν κι ας μην είχε ποτέ του ακουστά τι σόι μπανιέρα ήταν αυτή και ποιοι κολύμπαγαν. Μέχρι και τον πατέρα του περίμενε να βρει μόλις φορούσε τη στολή! Και το χειρότερο; Δεν το ?κρυβε από κανέναν.
Έγινε η σκιά όλων των μουσικών και ο φανατικότερος ακροατής κάθε καλλιτεχνικής εκδήλωσης. Και επί πλέον: Έπλενε το αυτοκίνητο του πρόεδρου κι έβγαζε βόλτα τη σκυλίτσα της προεδρίνας, έκανε τα θελήματα του μαέστρου, που υπέφερε από την καρδιά του και δεν έπρεπε να κουράζεται, κουβαλούσε στις πλατείες τα αναλόγια και τις παρτιτούρες, σκούπιζε και σφουγγάριζε τα γραφεία και τις αίθουσες της Φιλαρμονικής και ήταν ευχαριστημένος αν καμιά φορά τον άφηναν να πιάνει ή ?οποία ευδαιμονία ? όταν τον αγγάρευαν να γυαλίζει κάποιο όργανο, ώσπου.
Σε μια κηδεία, που είχαν έλλειψη από μουσικούς, κάποιος σκέφτηκε να βγάλουν και τον Τηλέμαχο βαστοργανά ? του έδωσαν, δηλαδή, να κρατάει ένα κόρνο για να φαίνονται πολλοί. Του φόρεσαν σακάκι που έφτανε ως τα γόνατα όμοια παλτό, το δικό του παντελόνι επειδή δεν του έκανε κανένα άλλο, το πλατύτερο καπέλο (μα, κι αυτό, στεκόταν στην κορφή του κεφαλιού), όμως λησμόνησαν(;) να του αλλάξουν τα παπούτσια κι έμεινε με τα ξώνυχα και ξώφτερνα πέδιλά του. Ωστόσο αυτός καμάρωνε κρατούσε αγκαλιά το κόρνο, όπως τον είχαν δασκαλέψει. Μούδιασαν τα χέρια του, μα έκανε υπομονή. Οι άλλοι κατέβαζαν τα όργανα, κάθε που τέλειωνε η marcia funebre, αυτός εκεί, απτόητος. Ενδεχομένως να ήταν η πιο λαμπρή ημέρα της ζωής του ?ίσως μαζί με εκείνη που τον έδιωξαν απ? το σχολειό? αλλά δε σκότιζε ο Μάχος το κεφάλι του με σκέψεις, άσκοπους συλλογισμούς και παρόμοιες συγκρίσεις. Απολάμβανε τους καρπούς συστηματικών προσπαθειών και κόπων τόσων χρόνων, δίχως σε τούτο να τον εμποδίζει η αγκύλωση των χεριών, η μύξα που έτρεχε απ? τη μύτη και τα χαλίκια που είχαν τρυπώσει στα παπούτσια του.
Έκτοτε δεν ξεκολλούσε απ? τα γραφεία της Φιλαρμονικής. Πρώτος στις πρόβες, από κοντά στις παρελάσεις και στις συναυλίες. Με υπομονή γαϊδουρινή και επιμονή ανεξάντλητη περίμενε τη δεύτερη ευκαιρία. Όταν χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα, όπου και αν βρισκόταν, έτρεχε μήπως και χρειαστούν πάλι τις υπηρεσίες του. Τι ήταν για εκείνους να τον ξαναπάρουν; Κανένας όμως δεν το σκέφτηκε κι ο Μάχος δε μιλούσε ακολουθούσε, όπως το σκυλί. Έλπιζε πάντα στον επόμενο θάνατο.
Εντωμεταξύ αναβαθμιζόταν ο ρόλος του στο μικρόκοσμο της μπάντας και συνάμα ανέβαινε το κύρος του. Καθόταν στις πρόβες όρθιος πίσω από το μαέστρο και, μόλις τέλειωνε το κομμάτι που προβάριζαν, ξαμολιόταν και μάζευε όλες τις παρτιτούρες τις τακτοποιούσε έπειτα προσεκτικά στο κατάλληλο ράφι της βιβλιοθήκης. Και το ασύλληπτο για τον κοινό ανθρώπινο νου. Παράγγελνε ο μαέστρος φερ? ειπείν: Nabuco, εισαγωγή αμολιόταν ο Μάχος, εύρισκε και μοίραζε σωστά τις πάρτες στα αντίστοιχα όργανα: πρώτο, δεύτερο, τρίτο τρομπόνι, κλαρινέτα, τούμπα. Θαύμα μέγα και μυστήριο που δε λύθηκε ποτέ. Τι σημάδια είχε βάλει ο σερσέμης και δε λάθευε ήταν απορίας άξιον. Και τι δε σκαρφίστηκαν κάποιοι για να τον μπερδέψουν εκείνος βράχος. Φώναζαν στα φλάουτα ότι τους έδωσε την παρτιτούρα από τις τρομπέτες πλησίαζε αργά, κοίταζε το εξώφυλλο, ύστερα αμίλητος άνοιγε την πρώτη σελίδα ?τι έβλεπε, τι μετρούσε; τάχα μύριζε;? ωστόσο με ύφος προφέσορα και δίχως να καταδεχτεί να απαντήσει, απομακρυνόταν.
Μα καμιά φορά, οι κανάγιες, του πέταγαν στο πάτωμα στραγάλια. Και ο καψερός υπέκυπτε γκρεμίζοντας μέσα σε μια στιγμή όλα όσα ως τότε είχε χτίσει, έσκυβε και τα μάζευε ένα ένα υπακούοντας σε δυνάμεις ανεξέλεγκτες και πατρογονικές επιταγές. Κάποιος, κάποτε, είχε αυτή τη φαεινή ιδέα για να αποδείξει ?τάχα? ότι ήταν γνήσιος γιος του Οδυσσέα, κάτι ας πούμε παραπλήσιο με το τεστ πατρότητας και ?ω! του θαύματος? δικαιώθηκε. Μαθεύτηκε το γεγονός αστραπιαία σ? όλο το νησί και έκτοτε με κάθε ευκαιρία, μικροί μεγάλοι, έριχναν ?σε ανάμνηση της πτώσης και της θριαμβευτικής ανόδου του πατέρα του? μπροστά στα πόδια του Τηλέμαχου τους στρογγυλούς καρπούς. Τους κυνηγούσε αυτός πιστός στις οικογενειακές παραδόσεις και καταβολές. Στη Φιλαρμονική, ωστόσο, διατηρούσε χάρις στη φιλοτιμία του και την προσήλωσή στο ?όποιο? καθήκον ένα κάποιο κύρος, αλλά με κάτι τέτοιες μεταπτώσεις κόντευε να τους τρελάνει όλους. Όμως δεν είχε έρθει για το Μάχο ακόμα η μεγάλη μέρα.



Λίστα όλων των Συγγραφέων