Συγγραφέας του μήνα

Μαρία Σκιαδαρέση (Ιούνιος 2008)

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1956 στο Nέο Φάληρο Aττικής, ένα προάστιο, τότε ακόμα, με ωραία δίπατα σπίτια και μεγάλους κήπους. Φαίνεται πως οι μνήμες από την παιδική της ηλικία την έσπρωξαν να γράψει το βιβλίο Καλημέρα-Καληνύχτα (Α΄εκδ. Δελφίνι, 1994), που όρισε την ενασχόλησή της με τη λογοτεχνία. Πρόκειται για μια ξενάγηση των παιδιών της όποιας σημερινής μεγαλούπολης στην καθημερινότητα των δικών της παιδικών χρόνων.
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ασχολήθηκε με την Προϊστορική Αρχαιολογία (Μινωικά), και εργάστηκε επί εικοσαετία στην αρχαιολογική ανασκαφή της Βασιλικής της Ιεράπετρας ως βοηθός του καθηγητή Αντώνη Ζώη.
Επίσης, μελέτησε Νεότερη Ελληνική Ιστορία, την οποία δίδαξε επί χρόνια σε Γαλλικό Λύκειο.
Την εποχή που δούλευε τη διδακτορική της διατριβή (πάνω σε θέμα της ιστορίας της Επτανήσου - Εκκλησιαστικό ζήτημα, 19ος αιώνας) ξεκίνησε να γράφει το μυθιστόρημα ?τροπος (εκδ. Πατάκη, 1996) η απρόσμενη επιτυχία του οποίου την έστρεψε οριστικά στη λογοτεχνία.
Από τότε, το μυθιστόρημα αυτό, εκτός της αρχικής επιτυχίας του ως best seller, εξακολουθεί να επανεκδίδεται ως σήμερα.
Από το 1993, που ασχολείται με τη λογοτεχνία, έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, βιβλία για παιδιά, ιστορικές μελέτες. Συνεργάζεται κατά καιρούς με περιοδικά και εφημερίδες.

Διδάσκει Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στους σπουδαστές της ανώτερης δραματικής σχολής ?Κεντρική Σκηνή?.

Παράλληλα, εξαιτίας του ενδιαφέροντός της για τα κινηματογραφικά δρώμενα στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας το συσχετισμό και την άμεση συνεργασία κινηματογράφου και λογοτεχνίας, έχει συμμετάσχει, στα πλαίσια κινηματογραφικών φεστιβάλ, σε διάφορες εκδηλώσεις, (παρουσίαση βιβλίων, δικών της και ομότεχνων, παρουσίαση διαγωνιζόμενων ταινιών, ανακοινώσεις σε ημερίδες με αντικείμενο τον κινηματογράφο) καθώς και ως μέλος κριτικής ή προκριματικής επιτροπής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού μήκους της Δράμας.

Έργα της

?TPOΠOΣ ή H ZΩH KAI O ΘANATOΣ THΣ BENETIAΣ ΔAΠONTE (Μυθιστόρημα, Πατάκης 1996, τελευταία επανέκδοση, 2006)
KAI NEKPOYΣ ANAΣTAINEI (Νουβέλα, Πατάκης 1997)
ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΥΣ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ (Βιβλίο σε κασέτα, φωνή Ακύλα Καραζήση, 1997)
PHΓAΣ BEΛEΣTINΛHΣ - Eργογραφία (Mελέτη, Mεταίχμιο 1998)
KITPINOΣ XPONOΣ (Nουβέλες, Πατάκης 1999)-(Kαταλανική μετάφραση, 2004, εκδ. Pagés, Bαρκελώνη)
ME TO ΦEΓΓAPI ΣTHN ΠΛATH (Μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2003)
OΠΩΣ OI AΠIΣTOI KI EMEIΣ (Διηγήματα, Καστανιώτης 2005)

Tα βιβλία για παιδιά
KAΛHMEPA-KAΛHNYXTA (Δελφίνι 1994, Πατάκης 1999)
KΩNΣTANTINOΣ KANAPHΣ (?μμος 1997)
O ΘHΣAYPOΣ TOY AΣΠPOΓENH (Πατάκης 1997)
ΓIΛAN, H ΠPIΓKIΠIΣΣA TΩN ΦIΔIΩN (Φαντασία 2004)

Και, η σειρά ΠPOΣΩΠOΓPAΦIEΣ, που στοχεύει να γνωρίσει με τρόπο μυθιστορηματικό στους νέους, και όχι μόνο, πρόσωπα που συνέβαλαν στη δημιουργία και ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους.
Έχουν ήδη εκδοθεί και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΠATAKH:

TA ΧPONIA THΣ ΦΩTIAΣ (Μυθιστορηματική βιογραφία του Κωνσταντίνου Κανάρη)
ΛIΓO ΠPIN TO TEΛOΣ. (Μυθιστορηματική βιογραφία του Ρήγα Βελεστινλή)

Ετοιμάζεται η μυθιστορηματική βιογραφία του Αλέξανδρου Υψηλάντη.


Επιλογή από το έργο της


Στη σκιά του Αραράτ


Συχνά την ανακαλώ στη μνήμη μου και διαπιστώνω πως θυμάμαι το παραμικρό απ' αυτήν. Όλα της τα χαρακτηριστικά ένα ένα· ψηλή, ξερακιανή, αεικίνητη, δουλευταρού, πεισματάρα, δυναμική και αυταρχική. ?δικη καμιά φορά, ευσυγκίνητη συχνά εκεί που κανείς δεν το περίμενε, αλλά κι αδιάφορη, αναίσθητη σχεδόν, μπροστά στα πιο σοβαρά προβλήματα.
Πάνω απ' όλα όμως ήταν προσγειωμένη και ρεαλίστρια, ποτέ δεν γκρίνιαξε για τίποτα, δεν μέμφθηκε κανένα για επιλογές δικές της, δεν κλαύτηκε για μιαν αναποδιά. Υπολόγιζε τα πάντα και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Ήξερε να διαχειρίζεται τη ζωή της και, ενίοτε, τη ζωή των άλλων με τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Δεν έχασε ποτέ την ψυχραιμία ούτε το κουράγιο της μπροστά στην όποια δυσκολία. Έμεινε πάντα στητή κι αγέρωχη, ασυγκίνητη στις αδυναμίες των άλλων, μα έτοιμη να κατανοήσει κάθε πρόβλημα και να βρει τη λύση του. Είχε ψυχραιμία παροιμιώδη, δύναμη αρσενική και αντοχή μουλαριού. Aν ήταν κόρη Λονδρέζου αστού στο ξεκίνημα του εικοστού αιώνα, ίσως να είχε σπουδάσει ιατρική και να ήταν η πρώτη πρύτανης βρετανικού πανεπιστημίου, αν πάλι ήταν μέλος οικογένειας πολιτικής, μπορεί να είχε μείνει στην ιστορία με γράμματα πιο έντονα από την Ίντιρα Γκάντι. Γεννήθηκε όμως σ' ένα χωριό περίκλειστο, απομονωμένο, μακριά από τη θάλασσα που ποτέ της δεν αντίκρισε, και η μόνη αίγλη του βίου της ήταν πως έζησε στη σκιά του Aραράτ, της κορυφής του κόσμου.

Στα δεκαπέντε της, άνοιξη, καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της και κοπανούσε στο γουδάκι σπόρια για ένα γιατρικό. Η μάνα της ήταν η μαμή και γιάτρισσα όλων των χωριών της περιφέρειας, είχε δουλειές πολλές, έπρεπε να ετοιμάσει φάρμακα, να δει ασθενείς, να φτιάξει αλοιφές για τις πληγές, νάρθηκες για τα σπασίματα, καταπότια για σοβαρά κρυολογήματα. Δεν τα προλάβαινε όλα μοναχή της. Είχε την κόρη βοηθό που, βοηθώντας την, μάθαινε την τέχνη· στα δεκαπέντε της γνώριζε πια τα πρεπούμενα βότανα για κάθε αρρώστια, έβραζε σωστά τα σιρόπια και τα αφεψήματα, ξεχώριζε τα δηλητήρια από τα φάρμακα και μπορούσε να διακρίνει μ' ένα ψηλάφισμα τη ρωγμή από το κάταγμα.
Έφιππος πέρασε ο άντρας και σαν την είδε, με κίνηση απότομη, κάρφωσε το άλογο στο χώμα, κάρφωσε και το μαύρο βλέμμα του, βαθύ και σκοτεινό όπως πηγάδι, πάνω στο μελαψό της πρόσωπο, που είχε ανάψει από τη βιάση να τελειώσει τη δουλειά της πριν το σούρουπο. Μικρές στάλες ιδρώτα στόλιζαν το πλατύ της μέτωπο και τα μαλλιά γύρω απ' αυτό σγουρά κι ατίθασα σαν στρουφιστές κλωστίτσες ράφτρας ακατάστατης.
Δεν ήταν τόσο αυστηρά τα ήθη στα χωριά, σπάνια φορούσαν το γιασμάκι, ο κόπος στα χωράφια δε σηκώνει τέτοιες ψευτοσεμνότητες· ένα μαντήλι μοναχά έκρυβε όσο και πρόβαλλε τη δροσιά του μάγουλου, τη φλόγα του ματιού, την προσμονή στο βλέμμα. Την κοίταξε επί ένα ολόκληρο λεπτό, όμορφος σαν εφές, σαν άγιος χριστιανός, σαν παλαιός πολεμιστής της στέπας. Στο χρώμα του ώριμου σταριού το πρόσωπό του, μαλλιά σαν το φτερό του κόρακα, σπίθιζαν έτσι όπως τα χάιδευε ο νυσταγμένος ήλιος του απογεύματος. Μάτια μαχαίρια. Δεν τόλμησε να της μιλήσει, μόνο τα βλέμματα συναπαντήθηκαν κι έμοιαζαν αμοιβαία υπόσχεση.
Προσπέρασε και χάθηκε - αργότερα έμαθε ποιό ήταν το χωριό του, μισή μέρα με τ' άλογο από το δικό της. Εμπόριο έκανε, ο πατέρας του είχε το πιο μεγάλο μαγαζί στον τόπο τους, πουλούσε από αξίνες για το σκάψιμο της γης ως τρόφιμα κάθε λογής, σαπούνι, υφάσματα κι ό,τι άλλο χρειαζούμενο στο σπίτι. Τότε δεν ήξερε ποιός ήτανε και τι, μονάχα η μορφή του τη συνάρπασε, το ελαφρύ χαμόγελο, η κοψιά του, οι ώμοι του οι γεροδεμένοι κι αυτά τα δεκαπέντε χρόνια της, επιρρεπή στα όνειρα.
Ήξερε πως θα ξαναπεράσει στην επιστροφή του, κάποια μέρα θα άκουγε το άλογο να χλιμιντρίζει απ' την αντίθετη μεριά κι αυτή έπρεπε να είναι πάλι έξω, για να τη δει και να τον δει, μην φύγει και δεν ξαναειδωθούν ποτέ! Έμενε στο κατώφλι πάνω από το γουδί και κοπανούσε ασταμάτητα, μα ψύχρα, μα καλός καιρός, έξω αυτή, κι όταν δεν είχε τί άλλο να ρίξει στο γουδί, έπιανε να πλέξει κάλτσες. Tα αδέρφια της την πείραζαν ή τη ρωτούσαν φορτικά:
-Tί θέλεις οληώρα έξω;
-Δε βλέπετε; Πλέκω τσουράπια. Tί θα φοράτε το χειμώνα;
Η μάνα από μέσα, τσιμουδιά. Ένιωθε την αγωνία της θυγατέρας μα σώπαινε· δεν ήθελε να δώσει αφορμές στους γιους.
Ήταν πρωί όταν ξαναπέρασε. Έφτασε αθόρυβα και βλέποντάς τον ξαφνικά μπροστά της είπε πως σκίστηκε το στήθος της στα δυο. Γύρισε απότομα και μπήκε μέσα, να κρυφτεί από την απειλή του έρωτα. Ξεκαβαλίκεψε αυτός κι έτσι απερίσκεπτα ήρθε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα της αυλής. Ταράχτηκε η μάνα, έστειλε να φωνάξουν τους δυο γιους κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Δε θέλησε αυτός να φέρει το κορίτσι σε θέση δύσκολη, ανέβηκε στο άλογο κι εξαφανίστηκε. Tα αδέρφια, μπαίνοντας στο σπίτι, ρώτησαν τί συμβαίνει, βρήκε μια δικαιολογία η μάνα, σταμάτησε η κουβέντα εκεί.
Πέρασαν μέρες και βδομάδες, κάπου δυο μήνες σύνολο κι αυτή κοιμόταν και ξυπνούσε με την εικόνα του καβαλάρη στο μυαλό. Στα βάθη της ψυχής της δεν πίστευε πως θα τον ξαναδεί, έλπιζε όμως, όπως ελπίζει η αγάπη πάντα.
Tη μέρα που ήρθε ο θείος του μαζί με το μικρό του αδερφό να φέρουνε τα προξενιά, αφού κέρασε γλυκό μαζί με δροσερό νερό απ' την πηγή, κάθισε αμίλητη πάνω στο χαμηλό γιούκο και περίμενε με αγωνία την απάντηση. Τρεις μέρες πριν είχε φτάσει η ειδοποίηση "θέλουμε να μας δεχτείτε σπίτι σας να κουβεντιάσουμε κάτι που θα δώσει μεγάλη χαρά" ορίζοντας τη μέρα. Κατάλαβε, όπως και η μάνα. Σηκώθηκαν αχάραγα· να καθαρίσουν, να γυαλίσουν τα μπακίρια, να φτιάξουν μπακλαβά με μπόλικο σιρόπι.
-Θα είναι καλά κοντά μας η κοπέλα, ο ανιψιός μου είναι νοικοκύρης, έχει το πιο μεγάλο μαγαζί μες στο χωριό, κι αν βρίσκετε πως είναι μακριά μπορείτε να έρχεστε συχνά, πάντα θα είστε ευπρόσδεκτοι.
?κουγαν σαστισμένοι εκείνοι, όλα γίνονταν γρήγορα γι' αυτούς, δεν καταλάβαιναν τα πώς και τα γιατί. Όσο το σκέφτονταν το πράγμα τόσο αρνιόντουσαν να στερηθούν έτσι απότομα τη μόνη αδερφή. Υπήρχε κι ένα παλληκάρι στο χωριό, τίποτα μιλημένο μα δικός τους, τους φόβιζε ο άλλος, πολύ μακριά το σπίτι του. Δεν έστερξαν. Η μάνα άφωνη, όπως αρμόζει, αν και της είχε αρέσει ο ξένος, περίμενε από τα αρσενικά της την απόφαση.
-Είναι μικρή ακόμα, είπαν ψυχρά για να κοπεί η κουβέντα.
Θείος κι αδερφός δεν ξαναμίλησαν. Ρίξανε μια κλεφτή ματιά σ' αυτήν πριν σηκωθούν να φύγουν· τα μάτια χαμηλά, μέτραγε τα ψιλά αχυράκια τα ζυμωμένα με το χώμα του πατώματος, όμως τα κόκκινά της μάγουλα ομολογούσαν τη φουρτούνα της ψυχής της. Έφυγαν οι προξενητάδες κι εκείνη ήθελε να πεθάνει απ' τον καημό.


ΜΑΡΙΑ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ

Απόσπασμα από το διήγημα ?Στη σκιά του Αραράτ?
από τη συλλογή διηγημάτων ?Όπως οι άπιστοι κι εμείς? 2005
Καστανιώτης


Ξένη

Για τους καινούργιους τα στέκια είναι δύσκολα. Προσπάθησαν πολύ, ο αδερφός της δηλαδή, αυτός πάντα καθάριζε, σαν πιο μεγάλος· μάλωσε, βρίστηκε, δάρθηκε, κατάφερε στο τέλος να οικονομήσει πέντε ώρες τη μέρα στο φανάρι -τρεις το πρωί, δυο το απόγεμα- καθάρισμα τζαμιών και χαρτομάντιλα, εναλλάξ. Τους φρόντιζε ένας Γιώργος, άλλο δεν ήξεραν γι' αυτόν, τους κάλυπτε, τους τσόνταρε όταν δεν έβγαζαν ούτε το φαΐ της μέρας, τους έδινε κανένα ρούχο, βολευόντουσαν. Αντάλλαγμα, να μη δουλεύουν γι' άλλον, όρος απαράβατος. Τη γλώσσα την έμαθαν λειψή, όσο να λένε δυο κουβέντες, τα βράδια κοιμόντουσαν με άλλους τρεις σε μια κρύα κάμαρα παλιού ξενοδοχείου. Κολλημένη αυτή στον αδερφό της, τόσο που τον θύμωνε "πήγαινε λίγο παρακάτω" της φώναζε με την περίεργη φωνή του, πότε χοντρή, πότε ψιλή, περπάταγε τα δώδεκα. Και που ζούσε η μάνα τους, αυτόν εμπιστευόταν πιο πολύ, τον ένιωθε πιο σίγουρο.
Εκείνο το αυτοκίνητο που πέρναγε συχνά, κόκκινο της κόλασης βαμμένο, την τρόμαζε κι ας έσκαγε χαμόγελα ο οδηγός χαϊδεύοντάς της το κεφάλι. Κάτι έλεγε στον αδερφό της, εκείνος ταραζόταν, ξεροκατάπινε κι έμενε αμίλητος για ώρες. Σιγά σιγά όμως συνήθισε, άρχισε μάλιστα ν' αναρωτιέται "πώς και δέ φάνηκε" όταν αργούσε να περάσει.
Τη μέρα που ο αδερφός της μπήκε στο κόκκινο αυτοκίνητο, κάθισε σ? ένα σκαλοπάτι απέναντι και τον περίμενε να έρθει ώς το βράδυ. Tη νύχτα δεν κούνησε από κει, την άλλη πάλι τίποτα, μέρες πολλές περάσαν, δε φάνηκε κι ούτε θα φανεί, το ξέρει, γιατί ο αέρας που φυσάει είναι πιο κρύος, ο φόβος που την τρώει μεγαλύτερος κι αυτή πιο ξένη από πριν και πιο μονάχη.

MAPIA ΣKIAΔAPEΣH

Από τη συλλογή διηγημάτων ?Όπως οι άπιστοι κι εμείς? Καστανιώτης


ΓIΛAN
H πριγκίπισσα των φιδιών

Mια ιδέα παρμένη από το μύθο
της θρυλικής βασίλισσας των φιδιών Σαχμαράν
που τόσα παιδιά της Aνατολής νανούρισε,
Περσία, Tουρκία κι άλλες χώρες,
χειμώνα μπροστά στην φωτιά,
καλοκαίρι στα κατώφλια των σπιτιών,
δίπλα σε παππούδες
που ήξεραν να κλείνουν το νόημα της ζωής
μέσα σ' ένα παραμύθι.


MEPOΣ 1ο

Όταν η γνωριμία μιας πριγκίπισσας μ' ενα βοσκό και ο έρωτας ενός πρίγκιπα γι? αυτήν αναστατώνουν την καθημερινότητα στις γαλήνιες χώρες του Tζεννέτ.

Ούτε μια φορά, ούτε έναν καιρό. Έτσι ξεκινούν τα παραμύθια κι αυτό δεν είναι παραμύθι μα ιστορία πέρα για πέρα αληθινή. Δεν ξέρουμε αν γράφτηκε ποτέ, σ? εμάς έφτασε από στόματα παππούδων σε αυτιά εγγονών. Γιατί, κι αν ακόμα γράφτηκε κάποτε, αυτό το "κάποτε" ήταν τόσο παλιά, που μπορεί τα γραφτά να χάθηκαν στη διάρκεια του ατέλειωτου ταξιδιού της γης μέσα στο χρόνο.
Ήταν τότε που κάποια από τα πλάσματα του κόσμου δεν είχαν μονάχα μια μορφή μα άλλαζαν κατά τις περιστάσεις όψη, σχήμα και μέγεθος. O ήλιος έλαμπε φωτεινός σ? όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και το Μαύρο βουνό δεν είχε πάρει ακόμα το όνομά του. Κι ήταν ένας τόπος, εύφορος σαν καλοποτισμένος κήπος, όμορφος σαν ανθισμένο λουλούδι και τόσο μεγάλος που απλωνόταν πέρα από κεί που έφτανε το μάτι. Τον τόπο αυτόν τον έλεγαν Tζεννέτ.
Εκεί, ένα πρωί, έτσι ξαφνικά, όπως συνηθίζουν να ξεκινούν αυτά τα πράγματα, το βασίλειο των φιδιών κήρυξε τον πόλεμο στο βασίλειο των λύκων. Αιτία, η απαγωγή της πριγκίπισσας Γιλάν, κόρης της ξακουστής και γενναίας Σαχμαράν, βασίλισσας των φιδιών, από τον Kουρτ, διάδοχο του θρόνου των λύκων.
Tον καιρό εκείνο το Tζεννέτ χωριζόταν σε τρία βασίλεια· το βασίλειο των ανθρώπων, το πιο μεγάλο και πιο δυνατό απ' όλα, που είχε στην εξουσία του τις πεδιάδες, τις λίμνες και τα ποτάμια, το βασίλειο των λύκων που κυριαρχούσε στα βουνά και το βασίλειο των φιδιών που εξουσίαζε ό,τι βρισκόταν κάτω από τη γη. Tα τρία βασίλεια ζούσαν αρμονικά, ποτέ δεν έκαναν πόλεμο μεταξύ τους και πάντα συμμαχούσαν για να πολεμήσουν έναν εχθρό από άλλους τόπους.
Καμιά φορά όμως συμβαίνουν και πράματα που φέρνουν τον κόσμο ανάποδα, αλλάζουν συνήθειες και κάνουν τους φίλους εχθρούς. Kι η απαγωγή της Γιλάν από τον Kουρτ έφερε, έστω και για λίγες ώρες, τον κόσμο ανάποδα στο Tζεννέτ. Eκείνος ήταν μεγαλόσωμος, δυνατός, γενναίος και πεισματάρης. Αυτή ήταν, λυγερή, έξυπνη και θαρραλέα. Έμοιαζε πολύ στη μάνα της, τη θρυλική για τη σοφία της βασίλισσα Σαχμαράν, μα ήταν ακόμα μικρή για να έχει γίνει σοφή όσο εκείνη.
H βασίλισσα Σαχμαράν, πριν από πολλά χρόνια, πριγκίπισσα ακόμα της χώρας των φιδιών, χώρας μικρής όσο μια μεγάλη σπηλιά, μα με στρατό γενναίο όσο η πριγκίπισσά του, είχε βοηθήσει τον Kράλ, τον πρώτο βασιλιά της χώρας των ανθρώπων, που τότε εξουσίαζε ακόμα όλο το Tζεννέτ, να κατανικήσει τους εχθρούς του και να κυριαρχήσει στις απέραντες πεδιάδες του τόπου. Έτσι, με το σπαθί της κέρδισε ολόκληρο το βασίλειο κάτω από τη γη, αφού ο Kράλ με διαταγή του της το χάρισε για τη συμμαχία της στον πόλεμο και την πολύτιμη βοήθειά της.


ΜΑΡΙΑ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ


Απόσπασμα από το νεανικό μυθιστόρημα
?Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών? Φαντασία



Λίστα όλων των Συγγραφέων