Συγγραφέας του μήνα

Μαρία Μήτσορα

Η Μαρία Μήτσορα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μια εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων.
Έχει ταξιδέψει από τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή, από το Πεκίνο μέχρι τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά.
Έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων ?ννα, να ένα άλλο (α΄ έκδοση από τις εκδόσεις ?κμων, 1978? β΄ έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, 2007) και τα μυθιστορήματα Σκόρπια δύναμη (εκδ. Οδυσσέας, 1997), Ο Ήλιος δύω (εκδ. Οδυσσέας, 1997), Περίληψη του κόσμου (εκδ. Κέδρος, 1999) και Καλός καιρός/μετακίνηση (Εκδόσεις Πατάκη, 2005).
Διηγήματα και ταξιδιωτικά κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.

Εργογραφία:

? ?ννα, να ένα άλλο (?κμων, 1978)
? Ο ήλιος δύω (εκδ. Οδυσσέας, 1997)
? Σκόρπια δύναμη (εκδ. Οδυσσέας, 1997)
? Η περίληψη του κόσμου (Κέδρος, 1999)
? Θρυμματισμένος πλανήτης (συλλογικό έργο ? Μίνωας, 2004)
? Καλός καιρός / μετακίνηση (Εκδ. Πατάκη, 2005)
? ?ννα, να ένα άλλο (Εκδ. Πατάκη, 2007)
? Με λένε Λέξη (Εκδ. Πατάκη, 2008)


Προαίσθημα ΙΙΙ
Τα κοράκια και ο κρεμασμένος


ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ του καλοκαιριού, ένα αό¬ρατο χέρι μάς είχε σπρώξει στη μικρή αυλή με τις γλάστρες, του βασιλικού, της λουίζας και της μαντζουράνας, στο εκκλησάκι της Κοίμησης. Κι αποκοιμηθήκαμε, έναν αναπάντεχο ύπνο, πάνω σ? ένα λεπτό στρώμα από αρώματα. «Νόμιζα ότι είχα πεθάνει» ψιθύρισα όταν ξυπνήσαμε. «Πάντα σου λείπει κάτι, ένα ακόμα άρωμα, ή απλά ένα ασβεστωμένο σκαλοπάτι, ίσως η σωστή διάταξη με αρχή, μέση και τέλος, για να κατανοήσεις τον κόσμο, χωρίς να νιώθεις παντού τον θάνατο, μέχρι και μέσα σ? έναν τόσο γλυκό ύπνο» μου είπε ο Φίφης με τα λαμπερά μάτια, και ήταν γάτος και άνθρωπος, κάτω από τα μουστάκια του που χαμογελούσαν.
Εκεί που τελειώνει το όνειρο και αρχίζει η Ξύπνια Ζωή, εκεί συνεχίζεται η ιστορία που είχε αρχίσει στην παραλία του Αγίου Πέτρου, με το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού. Πολλές ιστορίες που έχω γράψει αρχίζουν στο σημείο αυτό, στο πέρασμα από τον ύπνο πίσω στον χρόνο μας και στον χώρο μας, όπου έχει ήδη συντελεστεί μία δραστική αλλαγή ? ίσως για μια στιγμή να την μαντεύουμε και μετά για ώρα πολλή την αγνοούμε. Γι? αυτό πάμε πίσω, πάμε πάλι στην αρχή μιας δύσης του ήλιου, που πήρε αιώνες γλυκών αναστεναγμών για να ολοκληρωθεί.
Καθόμαστε στην έρημη παραλία, κοιτάζοντας στο βάθος τον ήλιο να βουτάει ανάμεσα στα δύο αχνά βουνά. Αφήναμε την άμμο να γλιστράει ανάμεσα από τα δάχτυλά μας. Τα κάναμε χωνί για να νιώθουμε να περνάει η ζέστη του, κλεισμένη μέσα στους κόκκους της άμμου, που κάποτε ήσαν συμπαγή κομμάτια βράχων. Έτσι, αισθανόμαστε με την αφή κάτι από την αιωνιότητα. Στον βαθυκόκκινο ουρανό, τον ήλιο, τώρα κα¬τακόκκινο, τον ρουφούσε μία κόχη ανάμεσα σε δύο μαβιά βουνά. Το παρελθόν του βρισκόταν στην παραλία και το μέλλον μακριά απέναντι, όπου σε μια στιγμή θα χανόταν, για να ανατείλει αλλού ξανά. Τον χάσαμε, με την ψυχή στο στόμα. Κι ας μην χανόταν ποτέ! Ούτε η στιγμή, ούτε η ζωή μας. Ας ήταν αιώνια αυτή η τρομερή θλίψη και χαρά.
Ένα σμήνος κοράκια, που τα λένε και ψυχές των πεθαμένων, φτερούγιζε από ώρα πάνω από το κεφάλι μας. Δεν τους δίναμε σημασία, νομίζοντας ότι αποχαιρετούσαν κι αυτά τον ήλιο, μέσα σ? ένα γλέντι από τρελά φτερουγίσματα. Μόλις ο κόκκινος δίσκος εξαφανίστηκε, τα κοράκια άρχισαν να αιωρούνται χαμηλά. Με την άκρη του ματιού πρόφτασα να διακρίνω, στην σχεδόν ακίνητη πτήση τους, το σχήμα μιας θηλιάς. Δεν το πρόφερα όμως, σχεδόν το έσβησα, καθώς περπατούσαμε με γυμνά πόδια, διασχίζοντας τη μεγάλη παραλία, για να φτάσουμε στα πεύκα και στο αυτοκίνητο.
Μετά διασχίσαμε ολόκληρο το νησί σε πλάτος και χωρίς να πούμε λέξη σταματήσαμε μπροστά στο εκκλησάκι της Κοίμησης. Ίσως για να παρηγορηθούμε, που τ? αναμμένα καντήλια και τα κεριά είναι πιο κοντινά από τ? αστέρια. Περισσότερο ένα αόρατο χέρι μάς έσπρωξε στην ασβεστωμένη αυλή, όπου τα αρωματικά φυτά στις γλάστρες είχαν μέγεθος μικρών παιδιών. Μία γλύκα μάς νίκησε εύκολα και αποκοιμηθήκαμε, πά¬νω σ? ένα αόρατο στρώμα από αρώματα.
Όταν ανοίξαμε πάλι τα μάτια μας, το καινούργιο φεγγάρι το είχε τυλίξει μια νέφωση που μας παραξένεψε, γιατί στον ύπνο μας είχαν λάμψει χίλια καντήλια, με χίλια χρώματα, πώς τα ξεχάσαμε τα ονόματα; Σηκωθήκαμε παραπατώντας, λες από μεθύσι, και ίσως να μοιραστήκαμε τη σκέψη ότι ίσα ίσα προφτάσαμε να διαβάσουμε την ευχή που μας έγνεφε το αεράκι, «Να καίει γλυκά η φλόγα της Επιθυμίας». «Νομίζω πως λιποθύμησα» ψιθύρισα. Και μία άσπρη γάτα, που κρυβόταν ανάμεσα στις γλάστρες, άρχισε να δίνει χαρούμενα σάλτα και να λύνει τα μάγια? Ούτε ξέρω πώς βγήκαμε από εκείνο το μικροσκοπικό προαύλιο, που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Είχε όμως μια θαλασσιά καγκελόπορτα, μ? έναν ασημένιο σταυρό σε κάθε φύλλο? Μπήκαμε πάλι στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε στη γειτονιά του Σλήνα, στο καλοκαιρινό μας σπίτι.
Είχε νυχτώσει για τα καλά, όταν τον είδαμε να στέκει στο αραιό φως του χωματόδρομου. Μας έκανε ένα νεύμα και σταματήσαμε για να τον πάρουμε. Γέρος και καμπούρης, το βήμα του βαρύ κι όμως ζωηρό, παρ? όλα τα χρόνια που κουβαλούσε και τον τραβούσαν πίσω στη γη. Ήταν ογδόντα επτά χρονών, το πρώτο που μας είπε, και μετά ότι τη διαδρομή την κάνει σχεδόν όλες τις μέρες του χρόνου, με τα πόδια. Δυο ώρες κάτω, τρεις ώρες επάνω. Γύρισα να κοιτάξω το πρόσωπό του. Είχε το χρώμα της καμένης γης. Τα χαρακτηριστικά σχεδόν δεν διακρίνονταν μέσα από το χοντρό πλέγμα των ρυτίδων. «Διαβάσατε για το γιο μου; Στην εφημερίδα;» ρώτησε. «Όχι, τι έγινε; Σε ποιαν εφημερίδα;» «Το γράψανε όλες οι εφημερίδες, ο γιος μου κρεμάστηκε των Φώτων, γιατί έπιασε τη γυναίκα του σε μια αποθήκη, με τον καλύτερό του φίλο». Η θερμοκρασία μέσα στο αυτοκίνητο έπεσε τουλάχιστον 30 βαθμούς. Φαντάστηκα αμέσως το γιο του, χωρίς να λέει λέξη, χωρίς κραυγή, ούτε αναστεναγμό, παράπονο ή βλαστήμια, να παίρνει το σχοινί και να κρεμιέται. Κάτι άλλο συνέχιζε να λέει, «τρία παιδιά και τώρα η πουτάνα ξενοδουλεύει, καθαρίζει ενοικιαζόμενα. Ο γιος μου δούλευε στην ΔΕΗ, ανενόχλητο παλικάρι. Δεν είπε κουβέντα, μόν? πήρε το σχοινί». Έβλεπα την τελευταία εικόνα που αντίκριζαν τα μάτια του κρεμασμένου... Ούτε γη ούτε ουρανό δεν είδε, ούτε το σχοινί, μόνο το ?νιωσε γύρω από το λαιμό του? Μέχρι να τιναχτεί το σώμα του στον αέρα, μόνο τη γυναίκα του κάτω στα χώματα της αποθήκης έβλεπε, κι ανάμεσα στα πόδια της, από κει που βγήκανε τα παιδιά τους, να μπαίνει το φίδι, ο φίλος του. Αρχαία η εικόνα που πήρε μαζί του τόσο βιαστικά και αποφασιστικά. Θα την έβλεπαν κι όλοι οι άλλοι, κι όσο ζούσανε θα θυμόντουσαν, θα δείχνανε. Να! Η γυναίκα του κρεμασμένου. Να! Τα παιδιά του κρεμασμένου...
Η νύχτα είχε γίνει πηχτή, με αραιές φωτεινές τρύπες, ευτυχώς πληθαίνανε, σαν κοσμήματα λάμπανε τα φώτα της Χώρας, που κρεμόταν από τον μεγάλο βράχο. Από την πίσω μεριά του ίδιου βράχου, μακρινή και κοντινή, η παραλία με τον χαμένο θησαυρό, του ωραιότερου ηλιοβασιλέματος του καλοκαιριού. Παρ? όλο που πάνω από τα μαγεμένα κεφάλια μας τα κοράκια κουρελιάζανε τη σκιά ενός κρεμασμένου, κι όταν πάψανε ξαφνικά να πετάνε αναστατωμένα, είχαν σχεδόν ακινητοποιηθεί, σ? εκείνο το σχήμα ?κι ας μην το πρόφερα? της μαύρης θηλιάς, μιας αυτοσχέδιας κρεμάλας.
Αν επιμένουμε να υπάρχει επίλογος, είναι γιατί κάτι μέσα μας αρνείται το τέλος. Είναι η ανθρώπινη απληστία μας, η βάση της ζωής μας, να επιθυμούμε πάντα κι άλλο.
Φτάσαμε στο σπίτι, με την τσάντα με τα μπανιερά και την εικόνα του γέρου, που σκυφτός, τριπίθαμος, απομακρυνόταν, αφού μας ζήτησε να τον αφήσουμε κάτω από έναν άλλο στύλο της ΔΕΗ, στη στροφή της ασφάλτου για τη Χώρα. Επιμένοντας ότι το σπίτι του είναι (αόρατο) κάπου εκεί.
Στην απέναντι αυλή βρίσκεται μαζεμένη η οικογένεια του κυρίου Οδυσσέα και της κυρίας Ασημίνας. Εκείνος πολύ αδύνατος, πεταλωτής αλόγων, γεωργός, μεταφορέας. Εκείνη πολύ χοντρή, πρασινομάτα, γριά τσαχπίνα. Η κόρη τους χοντρή, αμίλητη, παντρεμένη με υδραυλικό. Κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια, που τρώνε ξινοτύρι με τηγανίτες. «Πότε θα ?ρθετε για κανένα κρασάκι;» ρωτάει κάθε φορά που μας βλέπει ο κύριος Οδυσσέας. «Θα ?ρθουμε, θα ?ρθουμε, αλλά δεν ξέρετε τι πάθαμε γυρίζοντας από το μπάνιο!» «Τι πάθατε πάλι;» ξεκαρδίζεται προκαταβολικά εκείνη. «Πήραμε έναν γέρο, που είναι, λέει, μακρινός συγγενής σας, και μας είπε ότι ο γιος του κρεμάστηκε των Φώτων, γιατί έπιασε τη γυναίκα του?». Πριν τελειώσω τη φράση, ξεκαρδίζονται όλοι στα γέλια. «Δεν είναι αλήθεια;» «Αλήθεια είναι». Συνεχίζουν να γελάνε. «Αλλά εσείς να προσέχετε ποιον βάζετε στο αυτοκίνητο, πιτσουνάκια μου, γιατί θα ?χετε κακά ξεμπερδέματα καμιά μέρα». «Τι εννοείτε; Δηλαδή τι; Αυτός ο γέρος;» «Όχι, όχι, αλλά σήμερα έχει χαλάσει ο κόσμος». Τους κοιτάζω να γελάνε κι αναρωτιέμαι, στα μάτια τους, που νόμιζα ότι είναι κόκκινα από το κρασί, μήπως διακρίνω μία παγωμένη γυαλάδα;

(Αύγουστος 2008)


Λίστα όλων των Συγγραφέων