Συγγραφέας του μήνα

Αρης Mαραγκόπουλος

O ?ρης Mαραγκόπουλος (γεν. Αθήνα, 1948) τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και δοκιμιακού λόγου, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά). Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στoν Tύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά. Χρημάτισε επί δύο θητείες Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι ιδρυτικό στέλεχος των εκδόσεων «Τόπος» όπου και διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.

Mερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία

Στον χώρο της μυθοπλασίας:

Oι Ωραίες Hμέρες του Bενιαμίν Σανιδόπουλου (μυθιστορία, εκδ. Kέδρος 1998).
Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία (μυθιστορία, εκδ. Κέδρος 2002).
H μανία με την ?νοιξη (εκδ. Ελλ. Γράμματα 2006, Τόπος 2009).
Τα Δεδομένα της Ζωής μας (επιστολική νουβέλα, εκδ. Ελλ. Γράμματα 2002).
Γλυκειά Επιστροφή, (ομόκεντρα διηγήματα, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2003).

Στον χώρο του λογοτεχνικού δοκιμίου:

Ulysses, Oδηγός Ανάγνωσης (μια χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, εκδ. Κέδρος 2001, επανέκδοση: εκδ. Τόπος 2009).
Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες (δοκίμιο για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2005).

Στον χώρο της εικόνας:

Pωσία, 100 Xρόνια (φωτογραφικό λεύκωμα, εκδ. Pιζάρειο Ίδρυμα / Ίδρυμα Σταύρου Nιάρχου, 2002).
Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου, Η άλλη Ελλάδα 1950-65 (εκδ. Τόπος 2007).

Τελευταίο του βιβλίο:

Η νουβέλα True Love (εκδ. Τόπος 2008).

Βιβλία και κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα σερβικά (το μυθιστόρημα Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία), τουρκικά (Η μανία με την ?νοιξη), αγγλικά (η νουβέλα Νοσταλγικό κλωνάρι), γαλλικά.


Ματαιότητα ΙΙΙ

Στο παχύ σκότος του σηκού καταφέρνει και δουλεύει ο ασκητικός μοναχός. Ελάχιστο φως μπαίνει από τα αψιδωτά ανοίγματα. Όμως, καταμπογιατισμένος και κατάκοπος όπως είναι πάνω στη σκαλωσιά του, περίκλειστος μες στον άγνωστο κόσμο ανάμεσα γης κι ουρανού που δουλεύει η ψυχή του ?ακολουθώντας με προσήλωση τ? αχνάρια του σχεδίου πάνω στην καμπουριασμένη καμάρα του τόξου (σαν να ακολουθεί τα ίχνη που άφησε το πορφυρό και, κάπου κάπου, μαυρισμένο αίμα του Αγίου Σεβαστιανού)? φαντάζει πανώριος ?γγελος Κυρίου.
Ύστερα από νηστεία δουλεύει, είναι προσηλωμένος στον ιερό Σκοπό, αλλά το νεανικό του χέρι δεν τρέμει, είναι γερό σαν ρομφαία, γερό σαν όργανο που αναβλύζει σπέρμα και ζωή, όργανο του εικοσάχρονου Φλωρεντίνου έφηβου που ζώστηκε το κάμποτο μανδύα και το σκοινί-ζωνάρι, όργανο που στυλώνει το μάτι του στον ουρανό και λέει, Θεέ, τέντωσε όσο θες τη χορδή μου κι ας σπάσω εκατό κομμάτια, εσύ μ? εφτιαξες, Θε, εσύ με χαλάς, κι ανοίγεται εμπρός του πρώτα το πανώριο Kείμενο που τον ανασκολόπισε από μικρόν ? τον βίασε άραγε το Kείμενο ή τον μάγεψε, ποτέ δεν θα μάθουμε (γιατί το να ξέρεις απέξω κι ανακατωτά τα Ιερά Kείμενα στα είκοσί σου χρόνια είναι σαν να έφαγες κιόλας τη ζωή όχι με το κουτάλι αλλά σαν καθάρσιο απ? τον λαιμό· κι όποιος μικρός έφαγε ζωή με το κουτάλι σε ρείθρα και στενορύμια ξέρει τον πόνο του πρωκτού και την άλμη του κρυφού δάκρυου κι είναι ο κόσμος όλος μες στο ψέμα και την επιτηδειότητα των φελλών φτιαγμένος) κι ο εικοσάρης μοναχός που νηστεύει κι οραματίζεται τον άλλο κόσμο τον Καλό Κ? Αγαθό μες από το Kείμενο είναι δίκιο κι εύλογο να αναρωτηθούμε: ανασκολοπίστηκε ή απλώς μαγεύτηκε, αφού οι επιτήδειοι, το ψέμα κι η σαπίλα πάντα ανέβαιναν στον αφρό, πάντα, είτε στον ναό του Tίμιου Σταυρού στη Φλωρεντία δουλεύεις είτε στο παρεκκλήσι της όποιας νήσου, πάντα η ανθρωπότη πηγαίνει μπροστά μαζί με τα σκύβαλα ? κι ας ομνύουν όλοι πως σκοτώνονται για τις αξίες και τα λοιπά. H ομορφιά της ανθρωπότη ίσως τελικά να είναι αυτό το μίγμα από σκύβαλα, σκατά κι αγνές προθέσεις εραστών του φυσικού φωτός.
Δουλεύει μες στη νηστεία ο τίμιος μάστορας που ξέρει τα Kείμενα απέξω κι ανακατωτά, κι αναθυμάται τις ωραίες ημέρες της μικρής του νεότητας: το τρελαμένο αρνάκι που το σφάζουν μες στις παπαρούνες του αγρού, ενώ το μάτι του τον κοίταζε απεγνωσμένα για βοήθεια, την πρώτη φορά που αντίκρισε το γαλάζιο της θάλασσας κι έβγαλε ένα βογκητό καθώς ο αρμυρός αέρας τού πλημμύριζε τα σωθικά, το τεράστιο βυζί της οικονόμας που έθρεφε τον κόσμο, το τεράστιο όργανο του πατέρα καθώς το τίναζε στον κήπο πίσω από τον αχυρώνα, τη μικρή Φιλομένα με τα μαργιόλικα μάτια, την εικόνα του Iησού που τον θάμπωσε την άλλη μέρα του Πάσχα, τότε που πρωτοείχε ανεβάσει κρασί απ? το κελάρι και γλυκάθηκε κι ήπιε ξανά και ξανά ?και να που ιστορείται τώρα από το χέρι του ο Δείπνος ο Mυστικός και μονάχα ψωμί και κρασί κόκκινο βάζει στο τραπέζι, κι είναι τούτα τα λίγα τόσο γεωμετρικά πλασμένα, τόσο αρκετά, αφού απ? αυτά τα αρχέτυπα πλάστηκε όλη η ζωή, και πεινά μα δεν το νιώθει επειδή πάνω στη σκαλωσιά της Σάντα Mαρία Mατζόρε το χέρι του είναι ρομφαία και καυλός, είναι του Θεού του που πιστεύει το χέρι, έχει κάτι να ζήσει εδώ και του φτάνει, δεν θα πάει με τους επιτήδειους, δεν θα το πουλήσει αυτό που φτιάχνει χάρισμα στη χάρη Του, θα το χαρίσει? και χιλιάδες σαν αυτόν δουλεύουν το ίδιο για να ανέβουν τελικά μερικοί επιτήδειοι φελλοί στην επιφάνεια, αυτοί που ανέκαθεν τρώνε και πίνουν με το παπαδαριό και τους άρχοντες... Θε μου, Θε μου, αναφωνεί με δέος ο μικρός Mάρκο μπροστά στον ιστορημένο του Xριστό, Θε μου, Θε μου, ευχαριστώ (που μου έδωσες κατιτί να ζω, θέλει να πει μα δεν), και κάνει τον σταυρό του κρυφά, μην τον δει κανένας παπάς από κάτω και τον ματιάξει, μακάριος εγώ που σε πιστεύω και αναγαλλιάζω (δίχως καλά καλά να ξέρω το γιατί, θέλει να προσθέσει, μα πάλι δεν το ομολογεί) και το σώμα του τρέμει από την Πίστη, τρέμει που κατάφερε μόνος αυτός μες στην άγρια ύπαιθρο της Kαμπανίας να ιδεί μια τόση δα δροσοσταλίδα από το Νόημα της ζωής (αν και δεν το ομολογεί) και τα μάτια του λιγώνονται μες στο μπλε και την ώχρα που τόσο κόπιασε για να ετοιμάσει κατά τον τρόπο των παλαιών και ο καυλός του ανέρχεται εις τους ουρανούς ως το στιβαρό του χέρι, ως ρομφαία, και κατρακυλάει τότε ως μαγεμένος τη σκαλωσιά και βγαίνει από την εκκλησιά τρέχοντας με πρωραίο τον ανερχόμενο καυλό και πηδάει μες στα ψηλά πράσινα στάχυα και πέφτει ανάσκελα και βροντοφωνάζει στον απέραντο ουρανό με σπαραγμό ψυχής τε και σώματος οδυνηρό μα και δίκαιο: Eγώ, ο Tζιοβάνι Mάρκο του Εουσέμπιο και τα λοιπά και τα λοιπά, ναι, θέλω, θέλω, θέλω, και χύνει πάνω στο χώμα ως άλλος Aυνάν, πλην ευτυχής, τον σπόρο του, ανήμπορος να πράξει διαφορετικά εμπρός στο θεϊκό μεγαλείο, το μπλε του κοβάλτιου, την ώχρα, κι εκείνο τον Iησού με το σφιγμένο, το σαλιωμένο και ματωμένο στόμα, που μόλις κατάφερε και τον τέλεψε (ναι, τον τέλεψε, δεν τον τέλειωσε) κάτω από το καμπουριασμένο τόξο του σκοτεινού σηκού.
Xιλιάδες ιστόρησαν και ιστορούν τις εκκλησιές στον κόσμο όλο, χιλιάδες Φρα και Mάρκο και Αλέξιοι, αλλά μονάχα οι επιτήδειοι φελλοί μαθεύτηκαν. Oι άλλοι άφησαν μονάχα μια πνιχτή κραυγή μες στον αγέρα (θέλω, θέλω, θέλω) κι όποιος αφήσει τέτοια κραυγή, έστω και μια φορά στη ζωή του, δεν ξέρω αν είναι άγιος ή ονειροπαρμένος, πάντως φελλός αποκλείεται να είναι, και δίκαια γεύτηκε ψωμί και φίλησε γυναίκα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του ?ρη Μαραγκόπουλου:
True Love (Eκδόσεις Τόπος 2008)


(Σεπτέμβριος 2008)


Λίστα όλων των Συγγραφέων