Συγγραφέας του μήνα

Χ.Α. Χω΅ενίδης

Γεννη΅ένος το 1966 στην Αθήνα, ο Χ.Α. Χω΅ενίδης έχει τελειώσει τη Νο΅ική Σχολή. Το 1993 εξέδωσε το Σοφό Παιδί και από τότε έγινε επαγγελ΅ατίας συγγραφέας. Ακολούθησαν άλλα τέσσερα ΅υθιστορή΅ατα και δεκάδες διηγή΅ατα, που ΅εταφράστηκαν στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ισπανικά, στα τσέχικα, στα λιθουανικά και στα πολωνικά. Μετέφρασε ένα θεατρικό έργο και έγραψε το σενάριο για ΅ία κινη΅ατογραφική ταινία και ΅ία τηλεοπτική σειρά. Ο Χ.Α. Χω΅ενίδης εργάζεται και ως ραδιοφωνικός παραγωγός, κατοικεί πάντα στην Κυψέλη και επι΅ένει να ελπίζει στο καλύτερο.
Η ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι: chomenidis@gmail.com


Απόσπασμα από το τελευταίο του μυθιστόρημα «Το σπίτι και το κελλί»

Κεφάλαιο 1.

I
«ΕYXAPIΣTΩ, δε θέλω καφέ. Το νερό μού αρκεί? Χρειάζομαι μόνο την προσοχή σας για κάποια ώρα. Θα είμαι όσο πιο σύντομος γίνεται. Αυτά που ήρθα να σας πω τα σκέφτομαι πολύ καιρό τώρα, τα έχω δουλέψει και ξαναδουλέψει μέσα στο κεφάλι μου, σε σημείο να τα έχω μάθει σχεδόν απέξω. Μη με διακόψετε μονάχα, σας παρακαλώ θερμά ? είμαι, καταλαβαίνετε, κάπως ταραγμένος, θα κινδύνευα ίσως να χάσω τον ειρμό μου? Ό,τι τυχόν διευκρινίσεις χρειάζεστε θα σας τις δώσω ευχαρίστως κατόπιν. Σας ενοχλεί μήπως το κάπνισμα;? Ευχαριστώ, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω τα πούρα κι ας ξέρω ότι βλάπτουν λιγότερο? Λοιπόν, να ξεκινήσω;»
«Παρακαλώ!» έκανε ο Δημήτρης Γκίκας, και μ? ένα ασυνήθιστα μεγάλο σπίρτο άναψε το δικό του πούρο, αφού το έκοψε στην άκρη μ? εκείνο το μεταλλικό εργαλείο που οι εξυπνάκηδες καπνιστές αποκαλούν διακορευτή. Είχε τοποθετήσει τον επισκέπτη του στην αριστερή από τις δύο δερμάτινες πολυθρόνες κι ο ίδιος καθόταν από αβροφροσύνη στη δεξιά, αφήνοντας κενή τη θέση πίσω από το γραφείο του προέδρου της «Οινοποιητικής Α.Ε.», το τιμόνι της οποίας κρατούσε τα τελευταία τρία χρόνια.
Ήταν πέντε το απόγευμα της εικοστής πρώτης Δεκεμβρίου ?της μικρότερης μέρας του χρόνου? και έξω είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Απ? το παράθυρο, πίσω από το κεφάλι του οικοδεσπότη του, ο Παναγιώτης Σαντορίνης μπορούσε να απολαύσει μια πανοραμική θέα του κάμπου των Μεσογείων. Ο χλωμός ήλιος φώτιζε χιλιάδες στρέμματα με αμπέλια, ενώ κάπου στο βάθος διακρινόταν το εργοτάξιο του καινούργιου αεροδρομίου. Ερχόμενος με το αυτοκίνητό του απ? την Αθήνα, ο Σαντορίνης είχε την ευκαιρία να θαυμάσει έναν ποικίλο οικοδομικό οργασμό: λεωφόροι χαράσσονταν, κτίρια από γυαλί και μέταλλο θεμελιώνονταν, μεγάλες ταμπέλες στην άκρη του δρόμου προανήγγελλαν κι ό,τι ακόμα δεν υπήρχε παρά μονάχα σε μακέτες και σε συμβόλαια. Το αγροτικό τοπίο των τελευταίων αιώνων υποχωρούσε ταχύτατα και η πρωτεύουσα επεκτεινόταν, ακολουθώντας ?υποτίθεται? για πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ένα σχέδιο.
«Θίγεται άραγε ο Γκίκας από τη σίγουρη μελλοντική απαλλοτρίωση των αμπελώνων του;» αναρωτήθηκε ο Σαντορίνης.
Κατέβασε μισή γουλιά νερό, κάρφωσε το βλέμμα σ? ένα σημείο της μοκέτας ανάμεσα στα παπούτσια του και ξεκίνησε. Στις πρώτες δυο τρεις φράσεις τραύλιζε ελαφρά. Μετά πήρε μπροστά για τα καλά, η φωνή του σταθεροποιήθηκε και δυνάμωσε.
«?Ήρθα να σας μιλήσω για το θείο μου τον Πάνο? Και? Και?
»?Και για την ?Εταιρεία? του?
»?Ο θείος Πάνος, κύριε Γκίκα, ο θείος Πάνος πρωτοεμφανίστηκε στο σπίτι μας τον Σεπτέμβριο του 1979, στο γεύμα που παραθέσαμε μετά την κηδεία της γιαγιάς Δεσποινούλας.
»Αμφιβάλλω αν πριν από εκείνη την ημέρα είχα ξανακούσει έστω και το όνομά του. Ένα παιδί έντεκα χρονών δεν ενδιαφέρεται, έτσι κι αλλιώς, να ρωτάει σχετικά με τους πρεσβύτερους απόντες συγγενείς του, πολύ περισσότερο που το σόι της μάνας μου ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι, όλο χηρείες και ζωντοχηρίες και κάθε λογής περιπέτειες, κιτρινισμένα γράμματα και φωτογραφίες ριγμένες φύρδην μίγδην στο υπόγειο, μέσα σε κουτιά παπουτσιών...
»Και οι γονείς μου ακόμα δυσκολεύτηκαν να τον αναγνωρίσουν όταν τον αντίκρισαν να μπαίνει στην εκκλησία του B΄ Νεκροταφείου. Υποκλίθηκε ελαφρά μπροστά στο φέρετρο και ύστερα ?ενώ ο παπάς είχε ήδη
ξεπροβάλει στην πύλη του ιερού και οι ψάλτες ξεκινούσαν τα ??μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων??? έλαβε θέση δίπλα στα υπόλοιπα ξαδέλφια. ?Ο Επαμεινώνδας είναι αυτός;? ψιθύρισε έκπληκτος ο μπαμπάς στη μαμά. ?Ναι?? έκανε εκείνη. ?Είδες πώς άσπρισε; Του πηγαίνει όμως?? ?Και από πού ξεφύτρωσε ξαφνικά;? Ένα άγριο βλέμμα του παπά επανέφερε τον πατέρα μου στην τάξη και στη σιωπή ? το γεγονός ότι η (προ)γιαγιά Δεσποινούλα είχε αποδημήσει υπερπλήρης ημερών, έχοντας προηγουμένως θάψει και τα έξι της παιδιά, μεταξύ των οποίων τον πατέρα του Επαμεινώνδα και τη μάνα της μάνας μου, δε μείωνε την επιβαλλόμενη κατάνυξη μπροστά στο μέγα του θανάτου μυστήριο.
»Ο ίδιος ο θείος Πάνος έσπευσε να εξηγηθεί ενώ απομακρύνονταν από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα: ?Στην εφημερίδα το διάβασα, σήμερα το πρωί. Έχω λίγες μέρες που επέστρεψα στην Ελλάδα. Θα σας τηλεφωνούσα φυσικά, έτσι κι αλλιώς?. ?Για διακοπές ήρθες;? ?Για μόνιμη εγκατάσταση! Μου πρόσφεραν μια θέση στο πανεπιστήμιο!?
»Ο πατέρας μου τον κοίταξε με μισό μάτι ? μια πενταετία μετά την πτώση της χούντας κι ακόμα δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι οι κομμουνιστές και οι παραφυάδες τους όχι μονάχα είχαν ξεφύγει οριστικά από την παρανομία μα καταλάμβαναν πλέον και θέσεις περίοπτες στον κρατικό μηχανισμό.
»?Βρε τον Πανούλη!? άνοιξε ?αντίθετα? την αγκαλιά της η μάνα μου. ?Πόσα χρόνια έχουμε να ιδωθούμε;? ?Από το 1967 δεν έχω ξαναπατήσει το πόδι μου στην πατρίδα?. ?Ε, καιρός ήταν πια! Σε ρούφηξαν τα Παρίσια! Παντρεύτηκες; Παιδάκια έχεις; Θα μας τα πεις όλα στο σπίτι! Έχω φτιάξει βραστό ψάρι, στη μνήμη της μακαρίτισσας. Θα γνωρίσεις επιτέλους και τους δυο λεβέντες μου! Έχεις αμάξι ή θα σε πάρουμε εμείς; Θυμάσαι τη διεύθυνση;? ?Φυσικά και τη θυμάμαι!? είπε ο θείος Πάνος και κατευθύνθηκε με γοργό βήμα προς το σπορ κόκκινο MG του, μπροστά στο οποίο το δικό μας αυτοκίνητο φάνταζε αξιοθρήνητα οικογενειακό. ?Μην κατεβάζεις τα μούτρα σου!? έκανε η μάνα στον πατέρα μου. ?Πρώτος μου ξάδελφος είναι ο Επαμεινώνδας! Μαζί μεγαλώσαμε!? ?Μέχρι τα δέκα, Τασία!? διευκρίνισε εκείνος, μόνο και μόνο για να έχει τον τελευταίο λόγο.
»Μέχρι τα έντεκα για την ακρίβεια. Το 1949, ο Ιάσων Σγουρδαίος, ο αγαπημένος γιος της γιαγιάς Δεσποινούλας, τυπογράφος στο επάγγελμα, κομμουνιστής από τα νιάτα του με φυλακές και εξορίες, αλλά και πλούσια αντιστασιακή δράση επί Kατοχής, γνωστός στις φτωχογειτονιές της Αθήνας ως καπετάν Αυτιάς, καταδικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο του Εμφυλίου επί εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε την επομένη τα χαράματα δίχως καν να του επιτραπεί να δει μια τελευταία φορά τους δικούς του. ?φησε πίσω του το μικρό Πάνο και τη Γαλλίδα γυναίκα του, τη Μιρέιγ, που την είχε γνωρίσει προπολεμικά ως γκουβερνάντα σε κάποιο αριστοκρατικό σπίτι του Κολωνακίου. Δεν ξέρω πόσο τους συμπαραστάθηκε η οικογένεια της μάνας μου. Το γεγονός είναι ότι έξι μήνες αργότερα η χήρα πήρε το ορφανό και πήγε στο Παρίσι, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω της.
»Ο Πάνος διατήρησε τη σχέση με τους συγγενείς του πατέρα του ? η γιαγιά, ιδιαίτερα, λάμβανε κάθε τόσο γράμματά του και καμάρωνε για τις προόδους του: ότι είχε τελειώσει με άριστα το λύκειο, ότι είχε μπει στο Πολυτεχνείο? Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, ο Πάνος επισκέφθηκε δύο (ή ίσως τρεις) φορές την Ελλάδα. Συνοδευόταν από διαφορετική κάθε φορά ?πάντα όμως ιδιαίτερα νόστιμη? κοπέλα και παρά τις παρακλήσεις της γιαγιάς Δεσποινούλας δεν κατέλυε στα Πατήσια αλλά σε κάποιο ξενοδοχείο στην Πλάκα, από εκείνα που, κατά τη γνώμη του πατέρα μου, προορίζονταν αποκλειστικά για ?αλητοτουρίστες?. Οι γονείς μου εκείνον τον καιρό σπανίως βρίσκονταν στην Αθήνα, ο μπαμπάς μου υπηρετούσε σε διάφορες μονάδες στη Μακεδονία και στη Θράκη, με το θείο Πάνο είχαν συναντηθεί στο γάμο μιας εξαδέλφης το 1964, ίσως και σε κανένα οικογενειακό τσιμπούσι? Λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα του 1967, ο μπαμπάς μου προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και μετατέθηκε στο Πεντάγωνο. Δεν περίμενε βέβαια συγχαρητήρια επιστολή από το θείο Πάνο, ούτε και σχολίασε ποτέ το γεγονός ότι επί δεκατρία συναπτά έτη δεν έδωσε εκείνος το παραμικρό σημείο ζωής.
»Στο σαλόνι γευμάτιζαν καμιά ντουζίνα συγγενείς. Εμάς τα παιδιά μάς είχαν στριμώξει στην κουζίνα ?γύρω από ένα τραπέζι από φορμάικα? και μας είχαν υποχρεώσει να γλείψουμε τα πιάτα μας με την ψαρόσουπα και το βραστό ροφό. Η θεία Ισμήνη φιλοτιμήθηκε να προτείνει να μας τηγανίσουν πατάτες, όμως η μαμά επέμενε ότι έπρεπε να μάθουμε να τρώμε τα πάντα και εν πάση περιπτώσει να τιμήσουμε, με αυτόν τον τρόπο έστω, τη μνήμη της γιαγιάς Δεσποινούλας. Ανέπνεα τη διάχυτη ψαρίλα, κοιτούσα το άχαρο μούσι του δεκατετράχρονου αδελφού μου που δεν το είχε αγγίξει ακόμα ξυράφι, τις χοντρές δίδυμες ξαδέλφες και τον καημένο το συνονόματό μου Παναγιώτη, το πεντάχρονο ξαδελφάκι μας που έπασχε από μογγολισμό, και μου ερχόταν αναγούλα. Η αίσθηση ότι δεν ανήκα σ? εκείνην την οικογένεια ?ότι είχα ξεφυτρώσει σαν γογγύλι μέσα σ? ένα χωράφι, από όπου μ? έκοψαν κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής και με μετέφεραν με το ζόρι στα Πατήσια? με διαπέρασε εντονότερη παρά ποτέ ως τότε.
»Στο μεταξύ, στο σαλόνι, ο θείος Πάνος διηγούνταν τις προόδους του. Αποφοιτώντας ?λέει? από τη σχολή πολιτικών μηχανικών, είχε πιάσει δουλειά σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία που έχτιζε κατοικίες και νοσοκομεία στο Κονγκό. Έζησε εκεί κάτω καμιά πενταετία, παντρεύτηκε μια νεαρή αρχιτεκτόνισσα κι απέκτησαν ένα κοριτσάκι. Παραμονές που θα μετακόμιζαν στο Κάιρο για να αναλάβει τη διεύθυνση του παραρτήματος Μέσης Ανατολής της εταιρείας, το αυτοκίνητο που οδηγούσε κάποιος μεθυσμένος παρέσυρε και σκότωσε τη γυναίκα και τη θυγατέρα του. Τα καθυστερημένα συλλυπητήρια των συγγενών μας αναμείχθηκαν με ρατσιστικά σχόλια. ?Δεν ήταν μαύρος, Γάλλος ήταν?? διευκρίνισε ο θείος Πάνος. ?Εργοδηγός από τη Μασσαλία??
»Μόνος και τσακισμένος ψυχικά, επέστρεψε ?λέει? στο Παρίσι και αποφάσισε να στραφεί στη διδασκαλία: έγινε λέκτορας στο Πολυτεχνείο, δημοσίευσε κάμποσα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ? δε ζούσε, επιβίωνε απλώς με αξιοπρέπεια και το ?χε πάρει απόφαση ότι έτσι θα κυλούσαν πια τα χρόνια του. Την Ελλάδα, για να?ναι ειλικρινής, την είχε βγάλει απ? το μυαλό του ? κυβερνούσαν άλλωστε ακόμα οι καραβανάδες, και τον ίδιο τον βάραινε το όνομα του πατέρα του. ?Η γιαγιά Δεσποινούλα, πάντως, δεν έπαψε να περιμένει γράμμα σου. Μ? αυτόν τον καημό πήγε!? τον κάρφωσε ο πατέρας μου, κι ο θείος Πάνος περιορίστηκε να σηκώσει απολογητικά τους ώμους σαν να ?λεγε ?συμβαίνουν αυτά??.
»Πριν από έξι μήνες βρέθηκε σε ένα επιστημονικό συνέδριο στο Βέλγιο και εκεί γνωρίστηκε με έναν Έλληνα συνάδελφό του. Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι τα πράγματα στην πατρίδα έχουν τελείως αλλάξει, πως δε χωρίζονται πλέον οι Έλληνες σε εθνικόφρονες και σε μιάσματα. Και για να του το αποδείξει, φρόντισε ?εν αγνοία του σχεδόν? να του εξασφαλίσει μια θέση διδάσκοντος-ερευνητή στο Εθνικό Μετσόβιο. ?Να ?μαι, λοιπόν, και πάλι ανάμεσά σας!? κατέληξε ο θείος Πάνος και χαμογέλασε για πρώτη φορά πλατιά. Ρούφηξε μια γουλιά από τον τούρκικο καφέ κι επαίνεσε τη μάνα μου που τον είχε τόσο πετύχει.
»Ο θείος Πάνος, κύριε Γκίκα, ανέκαθεν ήταν ο ωραίος της οικογένειας. Είχε κληρονομήσει το λεβέντικο παράστημα του Ιάσονα και τη γαλλική φινέτσα της Μιρέιγ. Φορούσε, εκείνη την πρώτη φορά που τον είδα, ένα λινό μπεζ κοστούμι και έμοιαζε μες στο μικροαστικό σαλόνι μας ?το βαρυφορτωμένο με σαχλά μπιμπελό, κακόγουστους πίνακες με θαλασσογραφίες, και με την τηλεόραση να δεσπόζει, καπελωμένη μ? ένα εργόχειρο ψιλοβελονιά της γιαγιάς Δεσποινούλας?, έμοιαζε, λέω, σαν τη μύγα μες στο γάλα.
»Παρ? όλα αυτά, δεν έδειχνε να βιάζεται καθόλου. Ο καφές τελείωσε και οι συγγενείς άρχισαν να αποχωρούν ο ένας μετά τον άλλον, αφήνοντας σ? εμάς τα συλλυπητήριά τους και στο θείο Πάνο τα τηλέφωνά τους ? ο ίδιος δεν είχε ακόμα μόνιμη κατοικία, άλλαζε κάθε δυο μέρες ξενοδοχείο, έψαχνε να βρει το βολικότερο. Έμεινε τελευταίος κι ανάβοντας με σκέρτσο ένα άφιλτρο Γκολουάζ μπήκε επιτέλους στο ψητό: ?Δεν είναι αλήθεια ότι είχαμε χαθεί με τη γιαγιά?? ξεκίνησε. ?Μ? έπαιρνε, πότε πότε, στο Παρίσι ?ώρες που εσείς λείπατε από το σπίτι? και μου έλεγε τα νέα σας. ?Μα γιατί τέτοια συνωμοτικότητα;? τη ρωτούσα και μου εξηγούσε ότι δεν ήθελε να εκθέσει εσένα, Θωμά, που υπηρετούσες στο Πεντάγωνο? Γριά γυναίκα ήταν, είχε περάσει και πολλά ? καταλαβαίνετε, υπερέβαλλε τους κινδύνους?? ?Και οι λογαριασμοί του ΟΤΕ πώς και δε φούσκωναν από τα υπεραστικά;? δυσπίστησε ο πατέρας μου. ?Τα χρέωνε σε μένα. Τελευταία φορά μιλήσαμε πριν από δυο βδομάδες σχεδόν, δεν της ανακοίνωσα όμως ότι θα επέστρεφα στην Ελλάδα, της το φυλούσα για έκπληξη. Λάθος μου! Αν της το είχα πει, μπορεί και να της έδινα ένα λόγο να κρατηθεί στη ζωή?? ?Σου είχε από παιδάκι αδυναμία, αυτό να λέγεται? παραδέχτηκε η μάνα μου. ?Μεγαλύτερη ίσως αδυναμία από ό,τι θα έπρεπε?? είπε ο θείος Πάνος, και με αινιγματικό μειδίαμα έβγαλε από την τσέπη του ένα φάκελο και μέσα από το φάκελο μια διπλωμένη στα τέσσερα και ελαφρώς κιτρινισμένη κόλλα χαρτί.
»?Τα βγάζεις τα ορνιθοσκαλίσματα της γιαγιάκας;? ρώτησε τη μάνα μου δίνοντάς της την. ?Εν Αθήναις, 3 Αυγούστου 1969?? ξεκίνησε εκείνη να συλλαβίζει. ?Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ. Εγώ, η Δέσποινα Σγουρδαίου το γένος Καλατζή, αφήνω σε όλους μου τους απογόνους την ευχή μου να ζήσουν μονοιασμένα και ευτυχισμένα και να κάνουν πάντα το καλό στους συνανθρώπους τους. Ειδικά όμως στον εγγονό μου τον Επαμεινώνδα, γιο του αδικοσκοτωμένου γιου μου Ιάσονα Σγουρδαίου, που ορφάνεψε κι από μικρό τον έφαγε η ξενιτιά, αφήνω επίσης και το σπίτι μου στα Πατήσια, στην οδό Πολυλά 214. Η εγγονή μου η Τασούλα ας πάρει όλα τα έπιπλα και τα κουζινικά. Στο κάτω κάτω, έχει καλοπαντρευτεί με αξιωματικό. Αυτά. Τα μυαλά μου τα έχω τετρακόσια και γράμματα γνωρίζω. Υπογραφή Δέσποινα Σγουρδαίου?. ?Την πήγα σε συμβολαιογράφο και μου είπε ότι είναι απολύτως ισχυρή? πληροφόρησε ο θείος Πάνος τους γονείς μου, οι οποίοι κόντευαν να πάθουν αποπληξία.
»Το σπίτι της οδού Πολυλά θεωρούνταν από όλους ως η προίκα της μαμάς μου κι αποτελούσε τη μοναδική μας ακίνητη περιουσία. Μπορεί η Τασούλα να μην υστερούσε ?τουναντίον μάλιστα!? σε νοστιμάδα και σε τσαχπινιά, σίγουρα όμως εκείνα τα εκατόν ογδόντα τετραγωνικά, κατανεμημένα σε δύο ορόφους κι ένα υπόγειο, τριγυρισμένα από μισό στρέμμα κήπο όπου έθαλλε μια συκιά και δέκα λεμονοπορτοκαλιές, εκείνο το αρχιτεκτονικά μάλλον αδιάφορο οίκημα ?παρόμοιο με χιλιάδες άλλα ?νεοκλασικά?, που αναδείχθηκαν μόνον αφότου η Αθήνα γέμισε προχειροφτιαγμένες πολυκατοικίες?, εκείνο, λέω, το επίτευγμα του προπάππου μου ?τρεις χιλιάδες λίρες Αγγλίας εν έτει 1932 στον εργολάβο οικοδομών (κανείς από τους απογόνους του δεν αξιώθηκε να επενδύσει τόσα λεφτά σε κάτι προορισμένο να διαρκέσει)? είχε βαρύνει στην κρίση του μπαμπά μου όταν αποφάσισε να αποκρούσει τη θυγατέρα ταξιάρχου που του προξένευαν και να κουκουλωθεί την ορφανή Τασούλα, της οποίας τα οικογενειακά πολιτικά φρονήματα δεν ήταν κι απολύτως άμεμπτα? Και τώρα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, εμφανιζόταν ξαφνικά ο κομμουνιστόσπορος και απειλούσε να μας ξεσπιτώσει! Σε μια περίοδο, μάλιστα, όπου οι προοπτικές του Θωμά μέσα στο στράτευμα κάθε άλλο παρά ρόδινες εμφανίζονταν, ενώ οι δυο γιοι του έμπαιναν στην ηλικία που οι οικονομικές τους απαιτήσεις θα αυξάνονταν κατακόρυφα, με τις σπουδές και τα γαμπρίσματα?
»?Γαμώ το ξεσταύρι μου!? βόγκηξε ο δυστυχής πατέρας μου και χτύπησε την παλάμη στο μέτωπο με τέτοια δύναμη, ώστε η βέρα άφησε σημάδι στο δέρμα.
»?Μην κάνεις έτσι, βρε ξάδελφε! Δε σκοπεύω να σας πετάξω στο δρόμο, προς Θεού!? είπε ο θείος Πάνος και χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. ?Εγώ πιστεύω ότι τα σπίτια ανήκουν σ? εκείνους που τα κατοικούν!? ?Σωστά, πού θα βρει άλλους νοικάρηδες που να μπορεί να τους στριμώξει έτσι!? σκέφτηκε ο μπαμπάς μου. ??κου να δεις, Πάνο?? απάντησε κοιτάζοντάς τον υπερήφανα, σαν Έλλην αξιωματικός ο οποίος έχει ύπουλα αιχμαλωτιστεί από τον εχθρό. ??Δεν ξέρω ποιες είναι οι οικονομικές σου προσδοκίες, πάντως εγώ μάλλον δε δύναμαι να σου τις καλύψω. Οι μισθοί στις ένοπλες δυνάμεις έχουνε μείνει σχεδόν στάσιμοι από το 1975. Οποιοδήποτε ενοίκιο ανώτερο των πέντε χιλιάδων δραχμών θα σήμαινε ότι στερώ την οικογένειά μου απ? το ψωμί της. Προτιμώ να τη στοιβάξω σε κάνα ισόγειο δυάρι. Δώσε μας μόνο λίγες εβδομάδες καιρό για να οργανώσουμε τη μετακόμιση?? ?Μα δε θα σας νοικιάσω εγώ το σπίτι! Εσείς θα μου νοικιάσετε, εικονικά, το υπόγειο. Το χρειάζομαι για να αποθηκεύσω κάποια πράγματα που έφε-
ρα από τη Γαλλία. Όλο το υπόλοιπο σας το αφήνω να το χαίρεστε. Ουαί κι αλίμονο αν παίρναμε, μεγάλοι άνθρωποι, τοις μετρητοίς τα καπρίτσια της Δεσποινούλας!?
»Έτσι και συνέβη. Ο θείος Πάνος όχι μονάχα έσκισε τη διαθήκη, αλλά βοήθησε και στη σύνταξη μιας άλλης, πλαστής ?μιμούμενος με εξαιρετική δεξιοτεχνία το γραφικό χαρακτήρα της γιαγιάς?, ούτως ώστε να αποκλειστούν όλα τα υπόλοιπα ξαδέλφια και να καταστεί η Τασία μοναδική κληρονόμος της Πολυλά 214.
»Εμείς, φυσικά, τα παιδιά δεν είχαμε ιδέα. Όταν, μετά από χρόνια, πληροφορήθηκα τι είχε συμβεί, δεν μπήκα καν στον κόπο να ρωτήσω τη μαμά μου αν τυχόν αμφιταλαντεύτηκαν καθόλου ώσπου να ποδοπατήσουν τις αρχές τους και να συμπράξουν σε μια τέτοια απάτη. Μπορούσα να φανταστώ τη σκηνή με λεπτομέρειες ? τον πατέρα μου να γίνεται στην αρχή έξαλλος και σταδιακά να μαλακώνει και να πείθεται από εκείνη να κάνει τα στραβά μάτια. Εμπρός στην ανάγκη, και το αυστηρότερο ήθος συνήθως λουφάζει.
»Την ημέρα που δημοσιεύτηκε η πλαστή διαθήκη, ο Επαμεινώνδας και η Τασία υπέγραψαν ανάμεσά τους συμφωνητικό, με το οποίο ο δεύτερος μίσθωνε από την πρώτη το υπόγειο του σπιτιού της για μία ολόκληρη πενηνταετία έναντι συμβολικού τιμήματος που φυσικά δεν πληρώθηκε ποτέ.
»Ο θείος Πάνος μάς παρακάλεσε να το εκκενώσουμε τελείως πριν του το παραδώσουμε. Ξοδέψαμε μια Κυριακή κουβαλώντας κάθε λογής παλιατσαρίες ? ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, ξεκούρδιστα γραμμόφωνα, έως και δυο βαρέλια με κρασί που ?πάλιωνε? ο πατέρας μου και είχε από καιρό ξιδιάσει. Μετά επέδραμε η μάνα μου
μ? ένα φακιόλι στο κεφάλι, φορτωμένη σφουγγαρίστρες και απορρυπαντικά. Το να εξολοθρεύει τη βρομιά όπου την έβρισκε αποτελούσε έναν από τους ελάχιστους τρόπους εκτόνωσής της. Ο πατέρας μου και ο αδελφός μου αράξανε στον καναπέ και σφίγγοντας ένα κασκόλ με το δικέφαλο παρακολούθησαν με κομμένη την ανάσα ένα ακόμα ματς της ΑΕΚ. Εγώ ?πεισματικά αδιάφορος για το ποδόσφαιρο? φυλλομετρούσα το ίδιο πολυδιαβασμένο μίκυ μάους, έπαιζα με τη γάτα, έχασκα αγναντεύοντας το φθινοπωρινό ουρανό ή χτύπαγα διστακτικά τα πλήκτρα του πιάνου της γιαγιάς Δεσποινούλας ? κάθε τόσο νόμιζα ότι είχα πιάσει κάποια μελωδία, κάθε τόσο την έχανα. Η παιδική μου ηλικία?
»Μήπως φλυαρώ υπερβολικά ? μήπως σας έχω κουράσει;» αναρωτήθηκε ο Παναγιώτης Σαντορίνης βγαίνοντας ξαφνικά από την αναπόλησή του.
«Παρακαλώ, συνεχίστε!» είπε ο Δημήτρης Γκίκας. «Μπορεί να μην έχω ιδέα πού θέλετε να καταλήξετε, μα απολαμβάνω ό,τι ακούω. Διηγείστε εξαιρετικά!»
«Σίγουρα;»
«Σίγουρα!»
«Καλά λοιπόν? Πού είχαμε μείνει;? Α, ναι! Την επομένη το πρωί εμφανίστηκε ο θείος Πάνος μέσα στο κόκκινο MG, ακολουθούμενος από ένα ημιφορτηγό. Τα πράγματά του ήταν κλεισμένα σε καμιά δεκαριά μεγάλα ξύλινα κιβώτια, ο μεταφορέας τα ακούμπησε με προσοχή στο πάτωμα κι ο θείος τα σκέπασε με δυο σεντόνια. Ο δεύτερος συνοδός του αποδείχθηκε κλειδαράς, τοποθέτησε στην πόρτα του υπογείου κλειδαριά ασφαλείας, ο Πάνος απέφυγε να δώσει στην Τασία αντικλείδι, εκείνη όμως τον εφοδίασε με το κλειδί της αυλόπορτας. Χαιρετήθηκαν πιο εγκάρδια από ποτέ, ?να μας έρθεις καμιά μέρα για φαγητό!?, ?φυσικά, ξαδελφούλα!?, για τους επόμενους ωστόσο έξι μήνες δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής.
»Θα ?ταν Μεγάλη Τρίτη ή Μεγάλη Τετάρτη του 1980, όταν βγήκα αγουροξυπνημένος στον κήπο και τον βρήκα να χαζεύει μιαν αράχνη που έπλεκε με εντυπωσιακή, είναι αλήθεια, ταχύτητα τον ιστό της στην είσοδο της κουφάλας μιας από τις νεραντζιές. ?Βρε βρε τον Παναγιώτη!? ενθουσιάστηκε και χάιδεψε το αναμαλλιασμένο από τον ύπνο κεφάλι μου. ?Με θυμάσαι εμένα; Είμαι ο θείος σου ο Επαμεινώνδας!? ?Ναι?? συγκατένευσα ντροπαλά. ?Πόσω χρονών είσαι τώρα;? ?Σ? ένα μήνα γίνομαι δώδεκα?? ?Τι τάξη πας δηλαδή;? ?Έκτη δημοτικού?? ?Σ? αρέσει το σχολείο;? Οι ερωτήσεις του ?αν και καταιγιστικές? δεν είχαν ύφος ανάκρισης, ήθελε να με προσεγγίσει ?το ένιωθα?, μα με έναν τρόπο εντελώς ασυνήθιστο σε μένα, ο οποίος είχα διδαχθεί να απευθύνομαι σε όλους ανεξαιρέτως τους μεγάλους στον πληθυντικό. ?Κόψε, σε παρακαλώ, τον πληθυντικό? Ποιο μάθημα αγαπάς περισσότερο;? ?Τη γεωγραφία και την ιστορία?. ?Που σημαίνει ότι σ? αρέσουν τα ταξίδια στον τόπο και στο χρόνο! Εμείς οι δύο έχουμε πολλά να πούμε συνεπώς! Κόλλα το! Οι δικοί σου είναι επάνω;?
»Το πρώτο εκείνο γεύμα με το θείο Πάνο κύλησε σχεδόν μέχρι το τέλος μέσα στην αμηχανία. Η μάνα μου ήθελε να εκδηλώσει την αγάπη της, μα ο πατέρας μου τη φρέναρε διαρκώς με το παγερό του ύφος. Το φέρσιμο του Πάνου τον έκανε να αισθάνεται επιφανειακά ίσως ευγνώμων, μα κατά βάθος σίγουρα προσβεβλημένος. Μπορεί και να ?χε μετανιώσει που δε μας πήγε από την Πολυλά 214 στο δυάρι το οποίο άντεχε η τσέπη του ? εκεί θα την περνούσαμε ο ένας πάνω στον άλλον, με το κεφάλι όμως ψηλά.
»?Με το κεφάλι ψηλά?. Σ? αυτήν τη φράση, κύριε Γκίκα, συνοψιζόταν η στάση ζωής του πατέρα μου, και ό,τι κι αν θα μπορούσε κάποιος να του καταμαρτυρήσει ?πως ήτανε στρατόκαυλος, στενόμυαλος, μονότονος?, θα όφειλε να παραδεχτεί ότι, αν μη τι άλλο, εννοούσε όσα έλεγε και πλήρωνε το κόστος των βασικών επιλογών του.
»Όταν, την 21η Απριλίου 1967, οι ένοπλες δυνάμεις κατέλαβαν την εξουσία, ο πατέρας μου δεν πανηγύρισε επειδή ανήκε πλέον στην άρχουσα κάστα, αλλά γιατί θα κυριαρχούσε επιτέλους απ? άκρου εις άκρον της Ελλάδας το τρίπτυχο πιστεύω του: Ησυχία, Τάξη και Ασφάλεια. Κυρίως τάξη.
»Στα Γρεβενά, όπου τον βρήκε το πραξικόπημα επικεφαλής ενός συντάγματος πυροβολικού, έμεινε περιβόητος, αφού αποπειράθηκε να μεταμορφώσει όλη την πόλη σε στρατόπεδο. Περιπολίες φαντάρων χτένιζαν μέρα νύχτα δρόμους και πλατείες κι εφάρμοζαν το πνεύμα της ?Επαναστάσεως? όπως το αντιλαμβανόταν ο διοικητής τους: βοηθούσαν τις γριές στα ψώνια τους, ήλεγχαν αγορανομικά τα καταστήματα, έκαναν αυστηρές συστάσεις στις μη ευπρεπώς ενδεδυμένες δεσποινίδες. Ο πληθυσμός είχε μπαφιάσει. Με τη φόρα που είχαν πάρει τα στρατά, θα άρχιζαν ?όπου να ?ναι? να μπουκάρουν και στα σπίτια και να ελέγχουν άμα τρώνε οι Γρεβενιώτες δυο φορές την εβδομάδα όσπρια, υποτασσόμενοι στους κανόνες της σύγχρονης διαιτολογίας.
»Με τον ερχομό του φθινοπώρου, ο πατέρας μου πήρε ευμενή μετάθεση για την Αθήνα και η δυτική Μακεδονία ανέπνευσε. Ένας από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος ήταν κοντοχωριανός του και τον είχε διαλέξει για υπασπιστή του. Δεν είχε αντιληφθεί ωστόσο το αδέκαστον του χαρακτήρος του Θωμά. Από τις πρώτες εβδομάδες στο Πεντάγωνο, ο πατέρας μου ήρθε σε επαφή με την έπαρση και τη λαιμαργία που χαρακτηρίζει κάθε εξουσία ?ιδίως όταν είναι καινούργια? και έφριξε. ?Γι? αυτό κινήθηκε λοιπόν ο στρατός;? έπρηζε τα συκώτια της μαμάς μου. ?Για να αντικατασταθούν οι φαύλοι πολιτικάντηδες από εξίσου φαύλους αξιωματικούς, που νοιάζονται μόνο να κοκορεύονται, να διασπαθίζουν το δημόσιο χρήμα και να αποκτούν επαύλεις στο συνοικισμό Παπάγου; Πού είναι η εξυγίανσις την οποίαν υποσχεθήκαμε στους Έλληνες;?
»Σοκαρισμένος άρχισε να βομβαρδίζει τον προστάτη του με πολυσέλιδες αναφορές, στις οποίες στηλίτευε τη διαφθορά όπου την έβρισκε. Και μολονότι εκείνος κάθε άλλο παρά για την εντιμότητά του διακρινόταν (είχε,
ίσα ίσα, από τους πρώτους χώσει τη μουσούδα και τις χούφτες του στο μέλι), καλοδεχόταν και με το παραπάνω τις πληροφορίες που του παρείχε ο πατέρας μου. ?Μα γιατί δεν καλούμε τον εισαγγελέα, να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία όσο είναι καιρός;? απορούσε ο Θωμάς. ?Ξέρω εγώ, ξέρω πότε θα φτάσει η ώρα. Μάζευε εσύ στοιχεία και μη σε μέλει!?
»Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, κύριε Γκίκα, ο πατέρας μου λειτούργησε επί μία τριετία ως ο χαφιές του Πενταγώνου, αρνούμενος να αντιληφθεί πως δεν υπηρετούσε τα ιδεώδη του μα τη φιλοδοξία του αφεντικού του να τους κρατάει όλους στο χέρι. Η ιστορία στράβωσε όταν ο στρατηγός κατάλαβε πως ο αφελής Θωμάς, με τη φόρα που είχε πάρει, σύντομα θα έφτανε και στα δικά του άπλυτα. Για να τον προφυλάξει απ? την απογοήτευση που θα δοκίμαζε, τον απήλλαξε από τα καθήκοντα του υπασπιστή του και τον τοποθέτησε διοικητή σ? ένα στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στα σύνορα της Αττικής. Εκεί τον βρήκε η πτώση της χούντας και από εκεί τον πήρε η δημοκρατία και τον έστειλε σε θέση ακόμα υποδεέστερη ? διευθυντή ενός πολυκαταστήματος στο Βοτανικό απ? το οποίο ψώνιζαν σε ειδικές τιμές οι αξιωματικοί.
»?Γιατί δε με αποστρατεύουν να τελειώνουμε;? αναρωτιόταν κάθε τόσο με παράπονο. ?Πού ακούστηκε κοτζάμ ταξίαρχος να παριστάνει τον εμποροϋπάλληλο;? Η σύνταξη ωστόσο θα ισοδυναμούσε με το εβδομήντα μόλις τοις εκατό του μισθού του. Έτσι ο πατέρας μου, που είχε τρία στόματα να θρέψει, όχι μονάχα δεν τα βρόνταγε ?όπως απειλούσε? μα προσευχόταν, αντίθετα, να τον ξεχάσουν και στην επόμενη και στη μεθεπόμενη κρίση κι ας έπρεπε κάθε μέρα να πουλάει κιλότες στις γυναίκες των συναδέλφων του. Εκείνος, που είχε μπει με τόσα όνειρα στη Σχολή Ευελπίδων, έμοιαζε στα σαράντα πέντε του με ξεπουπουλιασμένο γύπα, που στον εαυτό του δεν έχει τίποτα άλλο να ευχηθεί εκτός από ?καλά στερνά?.
»Ο θείος Πάνος ήταν προφανώς ενήμερος σχετικά με την κάτω βόλτα του εξ αγχιστείας εξαδέλφου του κι επάνω της πάτησε για να τον προσεγγίσει. ?Δε βαριέσαι, Θωμά? του πέταξε ξαφνικά, ενώ η μάνα μου μας σερβίριζε σπιτικό χαλβά. ?Εσύ τουλάχιστον είσαι σύμφωνος με τη συνείδησή σου! Ακροδεξιός μεν αλλά ιδεολόγος!? ?Εθνικόφρων!? τον διόρθωσε ο πατέρας μου. ?Όπως θες πες το. Όχι σαν κάτι ανθρωπάκια ?κάτι ?όπου φυσάει ο άνεμος?? που επί χούντας παρίσταναν τους χουντικούς, ύστερα περνιόντουσαν για αντιστασιακοί και οσονούπω θα μας βγούνε και σοσιαλιστές! Εσένα ο λόγος σου συμβόλαιο απαράβατο. Αντρίκιο. ?ντε λοιπόν, στην υγειά σου!? σήκωσε το ποτήρι με τη ρετσίνα.
»Έχει περάσει ένα τέταρτο του αιώνα κι όμως θυμάμαι σαν και τώρα την εναλλαγή των εκφράσεων στο πρόσωπο του μπαμπά μου, ξεκινώντας από την οργή ??πώς είναι δυνατόν ένας κομμουνιστόσπορος να με πιάνει στο στόμα του;!?? και καταλήγοντας μέσα σε δευτερόλεπτα στη χαρούμενη έκπληξη, που επιτέλους κάποιος τον παραδεχόταν και του το ?λεγε ανοιχτά, ενώ επί τόσα χρόνια ακόμα και οι στενότεροί του συγγενείς απέφευγαν να βάζουν το δάχτυλο στην πληγή.
»?Έτσι ακριβώς είναι, Επαμεινώνδα μου. Υπάρχουν μερικοί, ελάχιστοι, που δε λυγίζουνε ποτέ τη μέση! Και ο δικός σου ο γέρος τέτοιος ήταν? έσπευσε να ανταποδώσει το κοπλιμέντο. ?Δεν τον πρόφτασα βέβαια, αλλά έχω ακούσει πολλά. Ο Ιάσων ο Σγουρδαίος. Πίστεψε σε μια κοσμοθεωρία ?σωστή ή λάθος δεν έχει σημασία? και το πήγε μέχρι τέρμα. Ούτε δήλωση μετανοίας υπέγραψε ούτε δραπέτευσε στις χώρες του παραπετάσματος. Έμεινε εδώ κι αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς καν να δεχτεί, λένε, να του σφαλίσουν με μαντίλι τα μάτια! Αυτό σημαίνει ήρωας! Ν? αγιάσουνε τα κοκαλάκια του!? κατέληξε και τσούγκρισε το ποτήρι του θείου Πάνου.
»Παρακολουθούσα τον πάγο μεταξύ των δύο αντρών να λιώνει τόσο γρήγορα όσο κατέβαινε η στάθμη της νταμιτζάνας, έβλεπα τον πατέρα μου για πρώτη φορά να χαλαρώνει τελείως, ν? αποβάλλει το δυσκοίλιο ύφος του, να διηγείται ιστορίες ?μέχρι και ανέκδοτα?, ώσπου στο τέλος μέθυσε για τα καλά και άρχισε να τραγουδάει εμβατήρια, ενώ παράλληλα κοιτούσε τη μαμά με λάγνο ύφος και προσπαθούσε να τη χουφτώσει. Τότε ο θείος Πάνος αποχώρησε διακριτικά και η μαμά μάς έστειλε να παίξουμε στον κήπο. Εγώ υπάκουσα, ο Σταμάτης προφασίστηκε ότι είχε να μελετήσει και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Η ιδέα ότι οι μεν γονείς μου έβγαζαν τα μάτια τους, ο δε αδελφός μου ήταν ικανός να λαθροκοιτάει ?ή να λαθρακούει έστω? και να παίζει το πουλί του με σόκαρε. Κι ας είχα αρχίσει ήδη να κάνω πολύ πιο πρόστυχες σκέψεις?
»Από εκείνη τη μέρα και για τα επόμενα δύο χρόνια, ο θείος Πάνος έγινε όχι απλώς καλοδεχούμενος αλλά και περιζήτητος στο σπίτι μας. Ο ίδιος ο μπαμπάς μου, ο οποίος σπάνια σήκωνε το τηλέφωνο, τον έπαιρνε και τον καλούσε σχεδόν κάθε Κυριακή, κι εκείνος ανταποκρινόταν αρκετές φορές κι εμφανιζόταν κουβαλώντας πάντοτε κάποιο γαλλικό κρασί ή μία τούρτα από ?αριστοκρατικό?, όπως τόνιζε η μάνα μου, ζαχαροπλαστείο.
»Ήταν από τους τύπους που γεμίζουν το χώρο κι ανεβάζουν στο άψε σβήσε και το πιο πεσμένο κέφι. Μη φανταστείτε κανένα φαφλατά, κανέναν επιδειξία πνεύματος ή ανδραγαθημάτων. Μιλούσε, ίσα ίσα, ελάχιστα για τον εαυτό του, η φυσική του όμως γοητεία ξεχείλιζε κι ο τρόπος που είχε να σε παρακολουθεί προσηλωμένος ό,τι ασήμαντο κι αν έλεγες σε κέρδιζε άνευ όρων. Ύστερα από τις επισκέψεις του Επαμεινώνδα, ο πατέρας μου ένιωθε πιο σπουδαίος, η μάνα μου πιο όμορφη, εγώ λιγότερο χαμένος στο διάστημα. Μονάχα ο αδελφός μου ?το ντουβάρι!? δεν είχε πέσει θύμα της γοητείας του?
»Αν καταφέρνω να αναπλάθω με εντυπωσιακές λεπτομέρειες την παιδική μου ηλικία, τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου καλύπτονται από μιαν αχλύ που άλλοτε πυκνώνει κι άλλοτε αραιώνει, μα, όσο κι αν πιέσω τον εαυτό μου, δε γίνεται να διαλυθεί. Τα γεγονότα που ανακαλώ με απόλυτη διαύγεια είναι μετρημένα στα δάχτυλα. Τελειώνοντας το δημοτικό άλλαξα σχολείο ? με γράψανε στο Έκτο Γυμνάσιο-Λύκειο, που βρίσκεται στους πρόποδες των Τουρκοβουνίων κι είναι ακόμα και σήμερα διαβόητο για τη σκληρότητα όχι τόσο των καθηγητών προς τους μαθητές αλλά των μαθητών απέναντι σε ό,τι έχει την ατυχία να βρεθεί μπροστά τους. Το ξέρετε το Έκτο;»
«Κάτι έχω ακούσει?» έκανε ο Γκίκας αβέβαια.
«?μα το είχατε επισκεφθεί, δε θα το ξεχνούσατε ποτέ! Και σε φωτογραφία να το δεις, ο νους σου πηγαίνει στο αναμορφωτήριο ή έστω στον προθάλαμό του: ένα τεράστιο τσιμεντένιο κτίριο το οποίο συνορεύει με το αμαξοστάσιο των τρόλεϊ, με το εγκαταλειμμένο νταμάρι της ?νω Κυψέλης και με μια λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας, λεωφόρο-καρμανιόλα όπως επιμένουν να τη χαρακτηρίζουν οι δημοσιογράφοι ύστερα από κάθε θανατηφόρο τροχαίο, επιδεικνύοντας με έναν ακόμη τρόπο την έλλειψη φαντασίας τους.
»Τις νύχτες, το Έκτο γινόταν καταφύγιο για κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι δύο επιστάτες έπιαναν δουλειά αξημέρωτα, για να συλλέξουν τυχόν άδειες σύριγγες και γεμάτα προφυλακτικά και για να σβήσουν όσα συνθήματα είχαν λερώσει τους τοίχους. Στις οχτώ, οι σχεδόν χίλιοι μαθητές συγκεντρώνονταν στο προαύλιο και έλεγαν την προσευχή υπό το θολό βλέμμα ενός γηραλέου διευθυντή που έπασχε από προχωρημένο καταρράκτη κι έπειτα έμπαιναν σε κάτι πανάθλιες τάξεις με ξεχαρβαλωμένα θρανία, μουχλιασμένους τοίχους, ταβάνια που έσταζαν. Οι καθηγητές, όσο φιλότιμοι κι αν ήταν όταν πρωτοδιορίζονταν στο Έκτο, περιόριζαν σύντομα τις φιλοδοξίες τους στο να επιβάλλουν μια στοιχειώδη πειθαρχία. Όποιος ονειρευόταν να μάθει γράμματα, ας πήγαινε στο φροντιστήριο ή ας τους πλήρωνε για να του κάνουν ιδιαίτερα. Υπό αυτές τις συνθήκες, αποτελεί θαύμα που οι συμμαθητές μου δεν έγιναν μεγαλώνοντας του σκοινιού και του παλουκιού, αλλά κατήντησαν ?στη μεγάλη τους πλειονότητα? ευυπόληπτοι μικροαστοί σαν τους γονείς τους, πρόθυμοι να εγκληματήσουν μονάχα ως μέλη κάποιας ανώνυμης μάζας ή με την κάλυψη του νόμου...
»Ως πιτσιρίκια πάντως, ήτανε χωρισμένοι σε συμμορίες που αλληλοσπαράσσονταν: οι χούλιγκαν, οι ροκάδες, οι πανκ? Μαλλιά μέχρι τους ώμους και μαλλιά-λοφία, πέτσινα βραχιόλια με καρφιά, και δαχτυλίδια με νεκροκεφαλές, αρβύλες φτιαγμένες για να κλοτσάνε κι ας είχαν αγοραστεί με το χαρτζιλίκι της μαμάς. Ακόμα κι οι κοπέλες στο Έκτο είχανε κάτι το πολύ απειλητικό. Έβαφαν τα μάτια τους με μαύρο κάρβουνο και οι μεγαλύτερες μεταχειρίζονταν εκφράσεις όπως ?έφαγα χτες το βράδυ έναν πούτσο!?, οι οποίες σου έδιναν την αίσθηση ότι, αν τυχόν ξεκούμπωνες το παντελόνι σου, θα σου τον άρπαζαν με τα δόντια, θα σου τον μασούσαν και τελικά θα σου τον έφτυναν για να ασχοληθούν με τον επόμενο?
»Τι δουλειά είχε ένα ευαίσθητο παιδάκι σαν κι εμένα σ? ένα τέτοιο σχολείο; Εγώ αποστήθιζα ποιήματα του Ρεμπώ και του Καβάφη από μία κιτρινισμένη Διεθνή Ποιητική Ανθολογία που είχα ξετρυπώσει και διόλου απίθανο να ανήκε στον Ιάσονα Σγουρδαίο. Είχα σπάσει τον κουμπαρά μου για να ξεκινήσω τα μαθήματα στο ωδείο, που στη συνέχεια μου χρηματοδοτούσε η μάνα μου κρυφά σχεδόν απ? τον πατέρα μου, ο οποίος θα προτιμούσε να αγοράσω εισιτήριο διαρκείας για τα παιχνίδια της ΑΕΚ. Ονειρευόμουν να γίνω καλλιτέχνης, δίχως να έχω ακόμα αποφασίσει σε ποια Μούσα ακριβώς θα αφοσιωνόμουν. Επόμενο ήταν οι συμμαθητές μου να μου φαίνονται πιθηκάνθρωποι.
»Κανονικά δε θα καταδεχόμουν ούτε να τους φτύσω. Το ένστικτο όμως της επιβίωσης επέτασσε να κρύψω όλη μου την περιφρόνηση και να πασχίσω να αφομοιωθώ. Μάταιος κόπος. Τζάμπα παρίστανα τον πρώτο καιρό στο Έκτο ότι ενδιαφέρομαι για την εξέλιξη του πρωταθλήματος και πως τα βράδια κολλάω το αυτί μου στο τρανζίστορ κι ακούω με φανατισμό το πρόγραμμα του ?Γιαπωνέζου?, ενός ραδιοπειρατή που έπαιζε αποκλειστικά βαρύ μέταλλο και συνήθιζε να ρεύεται ανάμεσα στα τραγούδια. Πώς να κρυφτείς απ? τα παιδιά; Μέσα σε ελάχιστες βδομάδες, οι συμμαθητές μου με είχαν πάρει χαμπάρι και σύντομα όλο το γυμνάσιο βοούσε ότι ο αδελφός του Σταμάτη Σαντορίνη είναι φλώρος.
»?Φλώρο?, ?φλούφλη? και ?βούτυρο? με αποκαλούσαν κατά τα επόμενα χρόνια, άλλοτε κοροϊδευτικά ή και απειλητικά κι άλλοτε με εντελώς ουδέτερο ύφος, σαν να τους διέφευγε απλώς το πραγματικό μου όνομα. Και δεν μπορώ σήμερα να μη σκεφτώ, αδειάζοντας το ξέχειλο σταχτοδοχείο και τρίβοντας τα δάχτυλά μου με λεμόνι για να σβήσω τις κιτρινίλες της νικοτίνης, ότι θα αρκούσε να ?χα καπνίσει στα δεκατρία μου εκείνο το τσιγάρο που μου ?βαζαν με τη βία στα χείλη (εγώ στριμωγμένος ανάμεσα σε δυο νιπτήρες στην τουαλέτα του σχολείου και πεντέξι σπυριάρικα πρόσωπα να μορφάζουν γύρω μου απειλητικά), θα αρκούσε να ?χα τότε ρουφήξει μια τζούρα καπνό για να τινάξω από πάνω μου κάθε ρετσινιά και να τους πείσω ότι είμαι μάγκας όπως εκείνοι?
»Δε θέλω να διεκτραγωδήσω τα χρόνια μου στο Έκτο ή ?προς Θεού!? να παρουσιάσω τους συμμαθητές μου σαν υπεύθυνους για την κατοπινή μου εξέλιξη. Στο κάτω κάτω, κανείς ποτέ εκεί μέσα δε μου πέταξε κατάμουτρα τη λέξη που έτρεμα, το χαρακτηρισμό που
θα ?ταν ικανός να με κάνει κομμάτια. Κι άμα στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς δήλωνα υστερικά σχεδόν στους γονείς μου ότι δε σκόπευα να ξαναπατήσω το πόδι μου στην κόλαση, μάλλον για εφηβικό καπρίτσιο επρόκειτο παρά για εκδήλωση ειλικρινούς απελπισίας. Ούτε για μοναξιά καν θα μπορούσα να παραπονεθώ, εφόσον είχα τις παρέες μου: κάτι σπασίκλες σαν εμένα ?οι οποίοι υπέφεραν κι από πολύ χειρότερη καζούρα, καθότι ήταν χοντροί και άσχημοι?, κάτι μελαγχολικές κοπελίτσες με γυαλιά και σιδεράκια, που αργά ή γρήγορα άρχιζαν να μου ρίχνουν ερωτευμένα βλέμματα, καθώς και κάποια μεγαλύτερα παιδιά από το ωδείο, που θαύμαζαν κυρίως την πρόοδό μου στο πιάνο, εντυπωσιακή ομολογουμένως για τα μέτρα ενός συνοικιακού μουσικοδιδασκαλείου.
»Το γεγονός ότι εγώ δεν είχα κατά βάθος στην παραμικρή υπόληψη ούτε όσους με κορόιδευαν, αλλά ούτε και όσους επεδίωκαν τη συντροφιά μου με φανερώνει ως φορέα μιας αρκετά δυσεξήγητης (αν λάβει κανείς υπόψιν την κοινωνική προέλευση και την ανατροφή μου) έπαρσης, μιας έπαρσης ικανής να με σπρώξει προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, ανάλογα με την πυξίδα που θα αποφάσιζα να εμπιστευτώ.
»Την εποχή που ήμουν στο γυμνάσιο, οι επισκέψεις του θείου Πάνου είχαν πάρα πολύ αραιώσει. Ζήτημα αν τον βλέπαμε δυο τρεις φορές το χρόνο. Είχε ?λέει? αναλάβει την εκπόνηση μιας μελέτης σχετικά με την αξιοποίηση των ήπιων μορφών ενέργειας στην ελληνική ύπαιθρο, χρηματοδοτούμενης από την ΕΟΚ, και συνεπώς πηγαινοερχόταν μεταξύ Βρυξελλών και νησιών του Αιγαίου, τα οποία σκόπευε να γεμίσει με ανεμόμυλους και ηλιακούς συσσωρευτές. Στα σύντομα περάσματά του από την Αθήνα, προτιμούσε, για κάποιον ακαθόριστο λόγο, να σκάει μύτη απροειδοποίητα από τη δουλειά του μπαμπά και να τον παρασέρνει σε καμιά ταβέρνα του Βοτανικού παρά να έρχεται στα Πατήσια. ?Κρασίλα βρομάς!? επέπληττε η Τασία τον Θωμά, όποτε εκείνος επέστρεφε με τσαλακωμένη στολή και κοκκινισμένα μάτια. ?Πάλι τα έτσουζες με τον κύριο καθηγητή;? Διέκρινα την κακοκρυμμένη ζήλια της, μα δεν μπορούσα να καταλήξω στο εάν υποψιαζόταν ότι ο πατέρας χρησιμοποιούσε τον Επαμεινώνδα ως άλλοθι για εξωσυζυγικές ατασθαλίες ή εάν απλώς της έλειπε ο γοητευτικός της εξάδελφος.
»Καθώς τη θυμάμαι να αναλώνεται στο νοικοκυριό κι ύστερα να κοιτάει αφηρημένα τηλεόραση ή να κουτσομπολεύει, μάλλον άκεφα, με τις μετρημένες φιλενάδες της, νιώθω τεράστια αναδρομική συμπάθεια για εκείνη την ωραία ξανθιά και την παρομοιάζω με χαρταετό ο οποίος δεν ευδόκησε να πετάξει όχι επειδή του έλειπε η κατάλληλη ουρά ή τα ζύγια αλλά γιατί ?απλούστατα? ποτέ δε φύσηξε λίγος αέρας. Τέλος πάντων?
»Η επανεμφάνιση του θείου Πάνου στην οδό Πολυλά συνέβη υπό συνθήκες επιεικώς παράδοξες.
»Ήταν χειμώνας του 1983 ?Φεβρουάριος ή Μάρτιος? και η Ελλάδα επλήττετο από ένα κύμα κακοκαιρίας που παρόμοιό του εγώ δεν είχα δει στα δεκαπέντε χρόνια μου. Τις πρώτες δύο μέρες είχε πολύ χάζι, χοντρές νιφάδες να χορεύουν στο κέντρο της πόλης, τα σχολεία να κλείνουν κι εμείς να αμολιόμαστε και να παίζουμε χιονοπόλεμο ? οι πιο αφηνιασμένοι μαθητές του Έκτου δεν παρέλειψαν βέβαια να χώσουν ξυραφάκια μέσα στις μπάλες που έπλαθαν. Την τρίτη μέρα τα πράγματα αγρίεψαν στα αλήθεια: η θερμοκρασία ανέβηκε λίγους βαθμούς, με αποτέλεσμα το χιόνι να λιώσει και ?βοηθούσης της βροχής που έπεφτε με το τουλούμι? να μετατρέψει τους δρόμους σε ποτάμια και τις αυλές σε λίμνες. Κοιτάζαμε από το παράθυρο τις λεμονιές μας να κολυμπάνε, ήδη μισοσάπιες, και ο πατέρας μου έβριζε που πήγαιναν χαμένοι οι κηπουρικοί του κόποι. Κατά το σούρουπο ωστόσο αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τον κίνδυνο που απειλούσε την οικογένεια και την περιουσία του: Το νερό άρχισε να εισβάλλει από το χολ και την κουζίνα, αδιαφορώντας προκλητικά για τα πετσετένια αναχώματα που είχε τοποθετήσει η μαμά στις πόρτες. Οι ρόδες του αυτοκινήτου μας επίσης ?που το παρκάραμε πάντα μπροστά στο σπίτι? έμοιαζαν μισοθαμμένες στη λάσπη που κατέβαζε ο χείμαρρος της Πολυλά. Αν η ορμή του δυνάμωνε κι άλλο, διόλου απίθανο να το παρέσερνε κι εκείνο, κι ύστερα άντε να το βρεις? Σε έξαλλη κατάσταση, ο Θωμάς έριξε πάνω του μια στρατιωτική νιτσεράδα και βγήκε να αναμετρηθεί με τα στοιχεία της φύσης. Επέστρεψε προτού να πεις κύμινο, μουσκεμένος και πανικόβλητος. ?Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει!? μας ανήγγειλε. ?Αμέσως να πάρουμε το 199!?
»Έχω πολλές φορές συλλογιστεί, κύριε Γκίκα, τι θα συνέβαινε έτσι και ο αριθμός της πυροσβεστικής δε βούιζε ακατάπαυστα επί μισή και πλέον ώρα. Θα είχαμε άραγε γλιτώσει από το αίμα μιας εικοσαετίας ή μήπως θα ?χε όλο χυθεί μεμιάς απ? τις δικές μας φλέβες;
»Ακούσαμε ένα παρατεταμένο κουδούνισμα. Ο πατέρας μου έσπευσε να ανοίξει, ελπίζοντας πιθανόν στην εμφάνιση κάποιου από μηχανής θεού. Στο κατώφλι της εξώπορτας αντικρίσαμε το θείο Πάνο. Δεν έδειχνε καθόλου ταραγμένος και επιπλέον έμοιαζε τελείως στεγνός! ?Γεια σας, ξαδελφάκια!? αναφώνησε χαμογελώντας πλατιά. ?Συγγνώμη που σας επισκέπτομαι με άδεια χέρια!? ?Πώς τα κατάφερες να φτάσεις μες στο χαλασμό;? ?Σιγά το πράγμα! Δεν ήρθα απ? έξω ? από το υπόγειο ανέβηκα, δυο βήματα. Φόρεσα τις γαλότσες μου, άνοιξα την ομπρέλα μου και να ?μαι!? ?Στο υπόγειο βρισκόσουν; Μα το υπόγειο έχει πλημμυρίσει!? ?Υπερβολές? Έχει απλώς λίγη παραπάνω υγρασία? Είμαι από προχθές κλεισμένος κάτω απ? τα πόδια σας και γράφω μία ανακοίνωση για ένα επιστημονικό συνέδριο. Χαμπάρι δε με πήρατε ? είδατε τι ψόφιος κοριός γίνομαι όταν δουλεύω; Φαντάστηκα τώρα ότι μπορεί να έχετε τρομάξει με την μπόρα κι είπα να ?ρθω να σας καθησυχάσω. Όλα υπό έλεγχον!? ?Τι λες, χριστιανέ μου;? έγινε έξαλλος ο πατέρας μου. ?Τα νερά έχουν φτάσει μέχρι το κεφαλόσκαλο ? τα είδα με τα μάτια μου! ?μα βραχεί κάνα καλώδιο και γίνει βραχυκύκλωμα, θα πιάσουμε φωτιά!? ?Λες, ε;? Για να το λες εσύ, κάτι θα ξέρεις? Τώρα λοιπόν τι κάνουμε;? Δεν ξέρω αν ήμουν ο μόνος που διέκρινα στον τόνο του μιαν υφέρπουσα ειρωνεία. ?Τώρα καλούμε την πυροσβεστική, να φέρει αντλίες να τα ρουφήξει! Αλλά είναι τόσο μπουρδέλο το κράτος, που δεν μπορούμε να βγάλουμε γραμμή?.
»Ο θείος Πάνος με κοίταξε με συμπάθεια καθώς επέλεγα ?αγγαρεμένος από την αγία οικογένεια? για εκατοστή ίσως φορά τα τρία ψηφία. Ένα, εννέα, εννέα? ένα, εννέα, εννέα? ?Να δοκιμάσω κι εγώ, που είμαι γουρλής;? Παραμέρισα ευχαρίστως, για να του παραχωρήσω τη θέση μου μπροστά στο τραπεζάκι όπου ήταν ακουμπισμένο το τηλέφωνο. ?Μεγάλωσες, έριξες μπόι, Παναγιώτη! Κοτζάμ άντρας έγινες!? μου είπε προτού πιάσει με το αριστερό χέρι το ακουστικό.
»Παρακολουθώ το δεξί χέρι του θείου Πάνου, εκείνο με το χρυσό δαχτυλίδι, να κατευθύνεται προς το καντράν του παλιού κοκάλινου τηλεφώνου, μα ξαφνικά να αλλάζει πορεία, να το γραπώνει ολόκληρο από κάτω, να το σηκώνει στο ύψος του προσώπου του, να το κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο ?όπως κοιτάμε ένα κοτόπουλο πριν του στρίψουμε το λαρύγγι? και ύστερα να το βροντάει στο μωσαϊκό του χολ. Να το βροντάει με τέτοια δύναμη, που το τηλέφωνο να γίνεται δέκα κομμάτια, το άγκιστρο να σπάει, το καντράν να στραβώνει και η επικοινωνία μας με τον έξω κόσμο να κόβεται για όσο τουλάχιστον διαρκεί η νύχτα και η καταιγίδα. Τον βλέπω στη συνέχεια να στρέφεται προς τους γονείς μου (οι οποίοι δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβη, αφού ο θείος Πάνος μισοκρυβόταν πίσω από το νεοαποκτηθέν μπόι μου) και να φοράει ένα απολογητικό ύφος ζημιάρικου παιδιού: ?Πω πω, χίλια συγγνώμη, μου έπεσε από τα χέρια! Ατζαμής γεννήθηκα, ατζαμής θα πεθάνω ? δεν έχει γιατρειά! Και τώρα; Πώς θα ειδοποιήσουμε τώρα την πυροσβεστική;??.
»Ο πατέρας μου κοντεύει να εκραγεί, θέλει να πιάσει στα χαστούκια το μαλάκα τον εξάδελφο, όμως εκείνος δείχνει ειλικρινή συντριβή ? αρπάζει την ομπρέλα του και σπεύδει με τα πόδια να φέρει βοήθεια. Μια αστραπή φωτίζει τη νεανική φιγούρα του, που απομακρύνεται, τρέχοντας σχεδόν, μες στα λασπόνερα της Πολυλά. Η βροχή φαίνεται επιτέλους να κοπάζει.
»Ούτε η πυροσβεστική ούτε καμία άλλη κρατική υπηρεσία διείσδυσε τελικά στα άδυτα του υπογείου μας. Ο θείος Πάνος επέστρεψε κοντά στα χαράματα οδηγώντας ένα ημιφορτηγό, το ίδιο προφανώς που είχε χρησιμοποιήσει προ τριετίας για να κουβαλήσει τα ?πράγματά του από το Παρίσι?. Οι δύο ?μάστορες?, όπως τους αποκαλούσε, φόρτωσαν τα κιβώτια στην καρότσα του κι έπειτα ασχολήθηκαν με υποδειγματική επιμέλεια με την επανόρθωση των ζημιών. Μέσα σε μια βδομάδα το υπόγειο είχε βαφτεί και όλο το σπίτι μας είχε επενδυθεί με ένα ειδικό μονωτικό υλικό που θα άντεχε και στη σφοδρότερη θεομηνία. Η επιχείρηση ?όπως πρώτα και καλύτερα από πρώτα? ολοκληρώθηκε όταν ο θείος Πάνος έβγαλε από μια σακούλα γαλλικού πολυκαταστήματος και μας παρέδωσε μια συσκευή τελευταίας τεχνολογίας που όμοιά της δεν υπήρχε ακόμα στην Ελλάδα, ένα ασύρματο τηλέφωνο με ενσωματωμένο στη βάση του τηλεφωνητή.
»?Ένα μισθό τουλάχιστον θα κοστίζει!? σχολίασε εντυπωσιασμένη η Τασία. ?Στο εξωτερικό όλα πουλιούνται στη μισή τιμή!? της επισήμανε ο Θωμάς, που εξακολουθούσε κατά βάθος να αντιλαμβάνεται κάθε χουβαρντοσύνη του εξαδέλφου σαν πλήγμα στο γόητρό του.
»Κατά την εβδομάδα των επισκευών, οικοδομήθηκε η προσωπική μου σχέση με το θείο Πάνο. Ένα απόγευμα παράτησε τους μάστορες και ήρθε να με ακούσει από κοντά να παίζω πιάνο, κι όταν ο αδελφός μου στο διπλανό δωμάτιο έβαλε στη διαπασών την τηλεόραση ?επρόκειτο για ένα καψόνι που πολύ τον διασκέδαζε?, ο θείος πήγε και ?σε ήρεμο αλλά υποδόρια απειλητικό τόνο? τον διέταξε να τη χαμηλώσει. ?Έχεις ταλέντο, το ξέρεις;? μου ανακοίνωσε όταν ολοκλήρωσα, μάλλον άγαρμπα, ένα δύσκολο βαλς του Σοπέν.
»Οι έπαινοι που είχα μέχρι τότε εισπράξει αφορούσαν τη φιλοπονία, άντε και την επιδεξιότητά μου στα δάχτυλα. Κανείς απ? τους καθηγητές μου στο ωδείο της γειτονιάς δε διέθετε αρκετή ψυχική γενναιοδωρία ώστε να παραδεχθεί ότι ήμουν προικισμένος με το φυσικό χάρισμα, το οποίο ο ίδιος δε θα αποκτούσε όσες ζωές κι αν ξόδευε μελετώντας.
»?Έχεις ταλέντο!? επανέλαβε σαν για να το εμπεδώσει. ?Θα το κληρονόμησες απ? τη γιαγιά Δεσποινούλα. Στα νιάτα της ?θα σου το έχει πει η Τασία? η Δεσποινούλα ήταν αγαπημένη μαθήτρια του Μανώλη Καλομοίρη, είχε δώσει μάλιστα και κάποια ρεσιτάλ στον ?Παρνασσό? χειροκροτούσης της καλής κοινωνίας ? μετά ξεπέσαμε ως οικογένεια? Νόμιζα ότι δε μας είχε μείνει παρά το σαρακοφαγωμένο πιάνο ? τώρα μόλις διαπιστώνω ότι στα κύτταρά μας διατηρήθηκε και το ταλέντο!? Δεν είχα ιδέα για τα περασμένα μεγαλεία, η μάνα μου μονάχα για τις περασμένες συμφορές συνήθιζε να μας μιλάει, για να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ?και μη χειρότερα?. ?Θες να σε πάω να σε ακούσει ο Ρ.;?
»Ο Ρ.; Και το όνομά του ακόμα μου προξενούσε ρίγος! Ο Ρ. δεν ήταν απλώς κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, αλλά και ένα από τα ελάχιστα εν ζωή ιερά τέρατα, διευθυντής περιοδικού, ραδιοφωνικού σταθμού, πειραματικής ορχήστρας, ο αρχάγγελος της νεοελληνικής ευαισθησίας, ο εκφραστής του καλού και του ωραίου σε μία χώρα που είχε ολοκληρωτικά σχεδόν παραδοθεί στους νεόπλουτους και στο χυδαίο γούστο τους...»
«Ξέρω πολύ καλά ποιος ήταν ο Ρ. ? δεν έπεσα χθες από τον ?ρη!» έκανε ο Δημήτρης Γκίκας ελαφρώς εκνευρισμένος.
«Ναι, φυσικά και ξέρετε, προς Θεού... Εγώ λοιπόν θυσίαζα επί βδομάδες το κολατσιό μου στο σχολείο για να εξοικονομώ χρήματα και να αγοράζω κανένα δίσκο του... Τον έπαιζα στο πικάπ μέχρι να λιώσει και έκανα κάποιες δειλές προσπάθειες να βγάλω τα τραγούδια του στο πιάνο. Αρκεί φυσικά να έλειπε απ? το σπίτι ο πατέρας μου, ο οποίος έβρισκε τις μελωδίες του γλυκερές ? ?γύρνα το σε κάτι πιο λεβέντικο ή σκάσε!? μου γκάριζε με στόμα μπουκωμένο με τηγανητές πατάτες, κι ενώ εγώ λαχταρούσα να του σπάσω το κεφάλι, υποτασσόμουν, έκλεινα το πιάνο και κλειδωνόμουνα στην κάμαρή μου?
»?Γνωρίζεις τον Ρ. προσωπικά;? ρώτησα το θείο Πάνο και η φωνή μου έσπασε σε ένα εφηβικό κοκοράκι. ?Παλιά, στο Παρίσι, ανήκαμε στην ίδια συντροφιά. Συχνάζαμε σε κάτι μπιλιαρδάδικα και σε κάτι αραβικά εστιατόρια. Ο Ρ. είχε έρθει να μαθητεύσει δίπλα σε ένα μεγάλο Πολωνό μαέστρο ? πίστευε ακόμα ότι το πεπρωμένο του ήταν η κλασική μουσική, δεν τον είχε κερδίσει το τραγούδι? Ήταν ένα συνεσταλμένο, παχουλό παιδί, που δεν κατάφερε ποτέ να μάθει καλά γαλλικά?? ?φησε μια νοσταλγική παύση αρκετών δευτερολέπτων. ??Ούτε να οδηγεί αυτοκίνητο έμαθε ? εγώ τον πήγα με τη σακαράκα μου στη Μασσαλία, για να παρακολουθήσει τον Ναμπούκο του Βέρντι, σε μια παράσταση που είχε πολυδιαφημιστεί, αλλά τελικά αποδείχθηκε αφόρητα φιγουρατζίδικη?? ?Τώρα κάνετε παρέα;? τον ρώτησα. ?Όχι συχνά είναι η αλήθεια. Οι δρόμοι μας έχουν χωρίσει? Μια όμως και έχω έναν τόσο ταλαντούχο ανιψιό, ευκαιρία να τον ξαναδώ. Διάλεξε κανένα δύσκολο κομμάτι και πάμε να εντυπωσιάσουμε το χοντρο-Ρ.!?
»Για τον επόμενο μήνα έλιωσα πάνω απ? τα πλήκτρα, μελετώντας νυχθημερόν μία από τις Μουσικές Στιγμές του Σούμπερτ. Ζούσα για τη συνάντηση με τον Ρ. Τον φανταζόμουν να μας υποδέχεται σ? ένα μεγάλο σαλόνι, που απ? τα παράθυρά του θα έβλεπες φάτσα κάρτα τον Παρθενώνα, τριγυρισμένος από βιβλία, δίσκους και έργα τέχνης. Θα φορούσε μια βυσσινιά ρόμπα, θα προσάρμοζε τα τσιγάρα του σε μια κεχριμπαρένια πίπα (όπως εμφανιζόταν στην πιο γνωστή φωτογραφία του) και θα ?χε ένα μικρό, χαριτωμένο τικ ? ίσως να δάγκωνε κάπου κάπου τα χείλη του. Θα φλυαρούσαν για κάνα μισάωρο με το θείο μου ? εγώ θα ?χα τα μάτια κατεβασμένα από ντροπή και θα παρατηρούσα τα σχέδια στο περσικό χαλί, πάνω στο οποίο θα χουζούρευε ένας τετράπαχος λευκός γάτος. Ξαφνικά ο Ρ. θα θυμόταν την παρουσία μου και το σκοπό της επισκέψεώς μας και ευγενικά θα μου έδειχνε το πιάνο με την ουρά. ?Κάθεσαι άνετα στο σκαμπό, Παναγιώτη;? θα με ρωτούσε ενώ εγώ θα τοποθετούσα στο αναλόγιο την παρτιτούρα μου...
»Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, αρχές Απριλίου του 1983, ο θείος Πάνος με παρέλαβε από τα Πατήσια και με οδήγησε στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Σε όλη τη διαδρομή τα δάχτυλα των ποδιών μου σπαρταρούσαν μέσα στα παπούτσια ? όσο ζυγώναμε, τόσο έχανα το χρώμα μου ? ευχήθηκα στο τέλος να τρακάρουμε, για να γλιτώσω από την αδυσώπητη κρίση του Ρ. Παρκάραμε μπροστά σε μια παλιά πολυκατοικία που όλη της η πρόσοψη καλυπτόταν από έναν πελώριο κισσό. Ο θείος Πάνος κοίταξε το ρολόι του, ?στην ώρα μας είμαστε!? είπε και χτύπησε ένα κουδούνι που δεν είχε γραμμένο όνομα. Καμία απάντηση. Σε δύο τρία λεπτά ξαναχτύπησε. Και πάλι τίποτα. ?Περίεργο?? έκανε απολύτως ατάραχος. ?Είχαμε ραντεβού στις εξίμισι ακριβώς? Τι να του έτυχε;? Ελπίζω όχι κάτι σοβαρό? Δε βαριέσαι, ανιψιέ! Πάμε να σε κεράσω ένα ποτό!?
»Ακόμα και σήμερα δεν έχω εντελώς ξεκαθαρίσει εάν ο θείος Πάνος με κορόιδευε από την αρχή ή εάν διατηρούσε όντως κάποτε κάποια γνωριμία με τον Ρ. την οποία είχε υπερεκτιμήσει, κι αφού μου κοκορεύτηκε, συνέχισε ?κατά τον προσφιλή του τρόπο? το παιχνίδι μέχρι το μη παρέκει κι ας μην υπήρχε η παραμικρή ελπίδα να μας δεχτεί στο σπίτι του ο μεγάλος δημιουργός. Έτσι κι αλλιώς ?θα σκεφτόταν? το γεγονός ότι είχα μάθει να παίζω τις Μουσικές Στιγμές του Σούμπερτ αποτελούσε παράπλευρη όχι απώλεια αλλά ωφέλεια.
»Το πιο παράξενο όμως είναι ότι η δικιά μου απογοήτευση δε διήρκεσε πάνω από μισή ώρα. ?Έχεις ταλέντο, μικρέ, δε χρειάζεσαι κανέναν Ρ. για να σ? το βεβαιώσει! Προχώρα ακάθεκτος!? είπε ο θείος και το θέμα αυτομάτως έληξε. Μας πλησίασε ένας ηλικιωμένος σερβιτόρος με παπιγιόν, ο θείος παρήγγειλε για τον εαυτό του ένα διπλό σπέσιαλ ουίσκι και για μένα ?δίχως να με ρωτήσει? ένα μονό με μπόλικο πάγο.
»Το Κολωνάκι απέχει απ? τα Πατήσια καμιά δεκαριά χιλιόμετρα κι ωστόσο εγώ ζήτημα να είχα πατήσει εκεί το πόδι μου περισσότερες από πέντε φορές. Στη συνείδησή μου είχε καταγραφεί σαν η συνοικία όχι των πλουσίων αλλά των ιατρών. Κι εμείς ?όπως και μύριες όσες άλλες μικροαστικές οικογένειες? θα το επισκεφτόμασταν όχι για να ψωνίσουμε από τις ακριβές μπουτίκ, ούτε βεβαίως για να δειπνήσουμε σε κανένα σικ εστιατόριο, αλλά αυστηρά και μόνο για να εμπιστευτούμε την υγεία μας σε κάποιο μεγαλοσχήμονα δόκτορα, που η μαρμάρινη επένδυση στην είσοδο της πολυκατοικίας του του προσέθετε σε επιστημονικό κύρος. Ύστερα ?κι εφόσον η διάγνωση ήταν καλή? πιθανόν να καθόμαστε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο για να φάμε μια πάστα στα γρήγορα, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.
»Ο θείος Πάνος, αντιθέτως, διέθετε όλη την άνεση του θαμώνα. Παραγγέλνοντας το δεύτερο ουίσκι, ζήτησε από το σερβιτόρο να μας φτιάξει μια ποικιλία περιποιημένη ??ξέρεις εσύ τα γούστα μου!?? και ύστερα από λίγο εμφανίστηκε ένα μεγάλο πιάτο, ξέχειλο από αλλαντικά και τυριά ? ?δοκίμασε προσούτο Πάρμας, άλειψε στο ψωμί σου λίγο καμαμπέρ!? με παρότρυνε, και το ύφος του δεν είχε τίποτα το αντιπαθητικά επιδεικτικό, έμοιαζε μάλλον σαν να έθετε υπό την κρίσιν μου τις γευστικές του επιλογές.
»?Για πού το έβαλες, Βασιλάκη;? φώναξε σ? ένα μουσάτο κοιλαρά που διέσχιζε την πλατεία, και σχεδόν με το ζόρι τον κάθισε στο τραπέζι μας. ?Από εδώ ο Βασίλης Τερζάκης? μας σύστησε ?επιφανής ζωγράφος, από εδώ ο Παναγιώτης Σαντορίνης, σπουδαίο ταλέντο στο πιάνο, σε λίγα χρόνια θα πουλάς, φουκαρά μου, έναν πίνακα για να τον ακούσεις να παίζει!?. Όσο περνούσε η ώρα, ο κύκλος μας διευρυνόταν. Προστέθηκε ένα ζεύγος μεσόκοπων χίπηδων, ένας γκαλερίστας με βυσσινί κοστούμι και τριαντάφυλλο στο πέτο και κάνα δυο τρεις άλλοι τύποι αρκετά πιο συμβατικοί στην εμφάνιση. Πίνανε σαν νεροφίδες, κάπνιζαν σαν αράπηδες και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων, ξεσπώντας κάθε τόσο σε τρανταχτά γέλια. Εγώ είχα τεντώσει τα αυτιά μου ? όμως, από τα όσα διαμείβονταν, με δυσκολία καταλάβαινα τα μισά. Ο λόγος τους ?θέλω να πω? ήταν ελλειπτικός, γεμάτος με υπονοούμενα και συνθηματικά αστεία. ?σε που πέταγαν κάθε τόσο φράσεις στη γαλλική αργκό. Οι περισσότεροι συνομήλικοί μου στη θέση μου μάλλον θα σκυλοβαριόντουσαν. Εγώ, αντίθετα, είχα καταληφθεί από μια πρωτόγνωρη έξαψη, λαχταρούσα να σπάσω τους κώδικες για να ενταχθώ ισότιμα σ? εκείνη την παρέα των μποέμηδων, που ήξεραν να απολαμβάνουν τη ζωή τους και ήταν προφανώς απαλλαγμένοι απ? τις ανόητες προκαταλήψεις του δικού μου περιβάλλοντος.
»Είχε για τα καλά νυχτώσει, όταν εμφανίστηκε μια ψηλή γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε. Είχε κατάμαυρα μαλλιά ?πιασμένα σε αλογοουρά με μια χρυσή πόρπη? κι έμοιαζε κάπως με Ινδή πριγκίπισσα. Φίλησε το θείο Πάνο στο στόμα και κάθισε δίπλα του. ?Αυτή είναι η γκόμενά του!? σκέφτηκα. Το όνομα Μπουμπού δεν της ταίριαζε καθόλου. Μιλούσε ελάχιστα ? φαινότανε αφηρημένη και κάπως σκυθρωπή. Όταν πήγε στην τουαλέτα, πήρε μαζί και τη χάντρινη τσάντα της. ?Θα ?χει περίοδο? συνεπέρανα ?και θα πονάει??.
»Το διαλύσαμε μετά τα μεσάνυχτα. ?Πέρασες καλά;? με ρώτησε ο θείος αφήνοντάς με στην οδό Πολυλά. Τραύ-λισα ευχαριστίες. ?Ωραία λοιπόν, θα το επαναλάβουμε σύντομα!?
»Για την επόμενη τριετία, οι έξοδοι με το θείο Πάνο αποτελούσαν για μένα ακτίνες φωτός σε μία καθημερινότητα που καταντούσε ολοένα και πιο μίζερη.
»Ο Θωμάς αποστρατεύτηκε, κι ενώ διάφοροι δήθεν φίλοι τού είχαν τάξει πως θα του έβρισκαν κάποια δουλειά ?έστω κι ειδικευμένου εργάτη?, κατήντησε να σαπίζει ανάμεσα στο καφενείο και στο σπίτι, αρκούμενος στην τσουρούτικη σύνταξη του στρατού. Η Τασία έπαθε καρκίνο στο μαστό, η εγχείριση πρόλαβε την εξάπλωση της αρρώστιας, μα το κομμένο στήθος της έγινε μια επιπλέον πηγή μελαγχολίας που απεικονίστηκε με τη μορφή βαθιάς ρυτίδας ανάμεσα στα φρύδια, τα οποία ?από την εποχή της νοσηλείας της? σταμάτησε να βγάζει. Ο αδελφός μου τέλος, αφού απέτυχε παταγωδώς να μπει στο πανεπιστήμιο, γράφτηκε σε μια σχολή ηλεκτρολόγων, κι εκείνη όμως ουσιαστικά την παράτησε μετά το δεύτερο εξάμηνο. Δεν ήταν καν χαμένο κορμί, ήταν ένα νωθρό υποκείμενο που έξυνε τα αρχίδια του νυχθημερόν, αραχτός στην πλατεία, με φραπεδιά στο ένα χέρι κι αθλητική εφημερίδα στο άλλο. Όλη του η ενεργητικότητα διοχετευόταν στα ματς της ΑΕΚ, είχε αναδειχθεί σε έναν από τους ηγέτες των χούλιγκαν, τον καμαρώναμε συχνά να ασχημονεί μπροστά στις κάμερες επιδιώκοντας μια θλιβερή διασημότητα. Αυτή η κατάσταση προφανώς προξενούσε και στο θείο Πάνο θλίψη, γι? αυτό και φτάνοντας έξω από την Πολυλά 214 προτιμούσε να κορνάρει κι εγώ να κατεβαίνω τρέχοντας και να χώνομαι στο θηριώδες Βόλβο που είχε αντικαταστήσει το MG κουρσάκι του.
»Σε σινεμά, σε θέατρα, σε συναυλίες και σε εικαστικές εκθέσεις, και σε τι δε με πήγε! Στο πλευρό του πέρασα για πρώτη φορά την πύλη του Ηρωδείου αλλά και των ρεμπετάδικων, που εκείνο τον καιρό κυριαρχούσαν στην αθηναϊκή διασκέδαση. Αποτελούσαμε συνήθως μέρος μιας ευρύτερης παρέας που ανανεωνόταν διαρκώς με καινούργιες φάτσες. Κατά τη γνώμη μου, ο θείος Πάνος δέσποζε, αν μη τι άλλο, λόγω της επιβλητικής του εμφάνισης. Σε κάποια πιο αντικειμενικά μάτια πιθανόν να φάνταζε αρκετά υποτονικός κι απόμακρος. Δεν παθιαζόταν όπως οι υπόλοιποι στις συζητήσεις, δεν ερχόταν στο κέφι στα γλέντια ? τα παρακολουθούσε όλα με ένα αχνό χαμόγελο κι αντάλλασσε τρυφερά βλέμματα με την Μπουμπού, που ωστόσο σηκωνόταν καμιά φορά στα μαγαζιά και χόρευε ένα εξαιρετικά αργό κι αισθησιακό τσιφτετέλι.
»Υπήρχε κάτι ύποπτο σε όλα τα παραπάνω; Έμπαζε από κάπου η σχέση μας, την οποία και οι γονείς μου επιδοκίμαζαν ασμένως, σκεφτόμενοι προφανώς ότι ο Επαμεινώνδας, με το εύρος των γνωριμιών του, θα βοηθούσε σε λίγα χρόνια το φτωχό ανιψάκι να βρει το δρόμο του; Μένοντας, κύριε Γκίκα, αυστηρά στα γεγονότα, αποφεύγοντας τα εύκολα εκ των υστέρων συμπεράσματα, ένα μονάχα περιστατικό θα μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε ικανό να μας κινήσει υποψίες.
»Βρισκόμασταν πια στην καρδιά του καλοκαιριού του 1985, όταν πήγαμε μια παράξενη βόλτα. Αφήσαμε μια νύχτα το Βόλβο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, έξω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, και βαδίζαμε επί μία ώρα τουλάχιστον, κάνοντας ξανά και ξανά το γύρο των ίδιων τριών τετραγώνων. Ο θείος Πάνος οδηγούσε το βήμα μας ? άλλοτε επιτάχυνε κι άλλοτε επιβράδυνε, ή σταματούσε και χάζευε τις εισόδους κάποιων πολυκατοικιών. Συνέκρινε την αθηναϊκή με την παρισινή αρχιτεκτονική, μου περιέγραφε τις συνήθειες των αποδημητικών πουλιών, νοσταλγούσε τον πρώτο του έρωτα, ένα κοριτσάκι στο δημοτικό? ?μα τα θέματά του πλέον εξαντλήθηκαν, άρχισε τις ερωτήσεις προς εμένα. Τον ενημέρωσα για τις προόδους μου στα μαθήματα και στο πιάνο, για τη σφοδρή σύγκρουση με τον πατέρα μου ?εκείνος φιλοδοξούσε να μπω στη Σχολή Ευελπίδων ή έστω στη Στρατιωτική Ιατρική, ενώ εγώ ήμουν αποφασισμένος να αφοσιωθώ στη μουσική, ακόμα και αν αναγκαζόμουν να φύγω απ? το σπίτι και να πω το ψωμί ψωμάκι?, ?καλά αυτό θα το κουβεντιάσουμε όλοι μαζί και θα βρούμε τη λύση? μου υποσχέθηκε ο θείος Πάνος ?μίλα μου τώρα για τα πιο προσωπικά σου: έχεις κανένα φλερτ;?.
»Η αναπνοή μου επιταχύνθηκε. Αμφιταλαντευόμουν μεταξύ του να καλυφθώ, όπως συνήθως, πίσω από ψέματα και αοριστολογίες και του να ομολογήσω το μεγάλο μου μυστικό. Στην πραγματικότητα, το πήρα απόφαση σχεδόν ακαριαία. Από το θείο Πάνο δεν είχε νόημα να κρύβομαι, ήταν ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο θα μπορούσα να μοιραστώ το φορτίο που κουβαλούσα απ? όταν σχεδόν θυμόμουν τον εαυτό μου, εκείνος που θα με καταλάβαινε, θα με αθώωνε, θα με κατηύθυνε?
»Έπαιξα νευρικά με τα κλειδιά μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου, ψάχνοντας πώς να ξεκινήσω. Ξεροκατάπια. Ο θείος Πάνος με κοίταζε υπομονετικά, με το γνωστό γλυκό του χαμόγελο. Το σκοτάδι με παραπλανούσε. Ο θείος Πάνος δεν κοίταζε εμένα ? κοίταζε πίσω μου και πάνω μου, τα φώτα στο διαμέρισμα του Β.
»Ώσπου να βρω τις κατάλληλες λέξεις, τα φώτα έσβησαν, η εξώπορτα του διαμερίσματος κλειδώθηκε, το ασανσέρ κατέβηκε στο ισόγειο. Ένα μαύρο αυτοκίνητο έβαλε εμπρός τη μηχανή του. Ο σοφέρ βγήκε και άνοιξε την αριστερή πίσω πόρτα, η γυναικεία σιλουέτα προηγήθηκε, ο φαλακρός μουστακαλής ακολούθησε. Ο θείος Πάνος έριξε ένα βλέμμα στο ρολόι του. ?Πω πω, κοντεύει τρεις! Στις πέντε έχω να παραλάβω την Μπουμπού απ? το αεροδρόμιο! ?ντε να σε πάω σπίτι σου και μου τα λες καθ? οδόν!?
»Δεν έβγαλα φυσικά κουβέντα σε όλη τη διαδρομή ? η ευγενική αδιαφορία του με είχε κακιώσει.
»Ως τον Σεπτέμβριο όμως, που επανεμφανίστηκε στη ζωή μου, τον είχα συγχωρέσει. Ήρθε στο σπίτι μας στα Πατήσια, ψημένος απ? τον ήλιο των Κυκλάδων, αυτόκλητος συμφιλιωτής μου με τον πατέρα μου.
»?Μην το πιέζεις τόσο, βρε Θωμά, το παιδί να γίνει αξιωματικός!? είπε χωρίς καν να ερωτηθεί. ??μα δεν το αντέχει, αργά ή γρήγορα θα τα βροντήξει! Εξάλλου έχει ταλέντο, σου το υπογράφω εγώ!?
»?Και τι δηλαδή; Θα καταντήσει ένας λιμοκοντόρος που θα παίζει πιάνο; Κι αν πέσει καμιά ώρα το καπάκι του πιάνου και του σπάσει τα δάχτυλα, πώς θα βιοπορίζεται; Θα του μείνει ?θα μου πεις? το φράκο και μπορεί να τον προσλάβουνε πιγκουίνο στις δεξιώσεις??
»Τώρα γελάω με τα επιχειρήματα του φουκαρά του μπαμπά, τότε όμως μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι.
»?Ας βρούμε μια μέση λύση? πρότεινε ο θείος Πάνος. ?Αν πετύχαινε σε κάποιο πανεπιστήμιο, θα είχες αντίρρηση να συνεχίσει τα μαθήματα στο ωδείο;?
»Πήγε ο Θωμάς να τα στυλώσει, έξυνα κι εγώ τα νύχια μου για έναν ακόμα τρικούβερτο καβγά, μα η επιμονή του Επαμεινώνδα και της Τασίας έφερε τελικά αποτέλεσμα: σφίγγοντας τα δόντια, σφίξαμε τα χέρια πατέρας και γιος και συμβιβαστήκαμε. Από την επομένη έπεσα με τα μούτρα στα αρχαία και στα λατινικά. Τον Σεπτέμβριο του 1986 μπήκα στη Νομική Σχολή. Σε πολύ καλή, μάλιστα, σειρά.
»Η ατμόσφαιρα στα αμφιθέατρα της οδού Σόλωνος και στις γύρω καφετέριες ευνοούσε κάθε μορφής αναζήτηση και κάθε είδους φλερτ. Απέκρουσα σθεναρά το καμάκι που έκαναν οι κομματικές νεολαίες στους πρωτοετείς φοιτητές και εκδήλωσα τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες εγγραφόμενος στη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Εκεί γνώρισα τον Μανόλη.
»Η θεωρία ότι τα αντίθετα έλκονται κατερρίφθη περίτρανα με τα δικά μου βήματα προς την ερωτική ενηλικίωση. Ο Μανόλης μού έμοιαζε ακόμα και στην εμφάνιση ? ήταν εξίσου ξανθός, λεπτός και μύωψ. Και εξίσου άπειρος. Πιάσαμε την ψιλή κουβέντα μόλις συστηθήκαμε, και για ένα διάστημα αρκετών μηνών κάναμε καθημερινή παρέα σαν κολλητοί απλώς φίλοι, μην τολμώντας να παραδεχτούμε εκείνο που γινόταν φανερό μάλλον αμέσως σε όποιον μας έβλεπε μαζί. Φθάναμε κάπου κάπου στο χείλος του γκρεμού, όμως την ύστατη στιγμή πάντα ο ένας απ? τους δυο δείλιαζε. Καλά καλά δεν είχαμε καν αγγιχτεί.
»Τα Χριστούγεννα, ο Μανόλης πήγε στην πατρίδα του, τη Σύρο. Επέστρεψε πιο περπατημένος ή τουλάχιστον πιο αποφασισμένος. Μου έδωσε ραντεβού στην αίθουσα Σαριπόλων, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου της Νομικής, στις εννιάμισι το πρωί της ενάτης Ιανουαρίου 1987, για να μου δείξει τάχα κάτι ?παράξενες? φωτογραφίες που είχε βρει στο συρτάρι της αδελφής του. ?Τι φωτογραφίες;? τον ρώτησα. ?Θα σου πεταχτούν τα μάτια έξω, πάω και στοίχημα! Δεν πρέπει όμως να υπάρχει άλλος κόσμος γύρω, γιατί κινδυνεύουμε να μας συλλάβουν για προσβολή της δημοσίας αιδούς! Στη Σαριπόλων ?το τσέκαρα? μέχρι τη μία το μεσημέρι τις Δευτέρες δεν πατάει ψυχή?.
»Ήμουν ακριβής στην ώρα μου ? ο Μανόλης ωστόσο είχε προηγηθεί. Καθόταν σε ένα μεσαίο έδρανο και κάπνιζε νευρικά. Από το πρώτο βλέμμα που μου έριξε μόλις πέρασα το κατώφλι του αμφιθεάτρου, κατάλαβα τι θα συνέβαινε.
»?Καλώς τον!? μου είπε με ένα αδιόρατο τρέμουλο στη φωνή. ?Κλείσε την πόρτα πίσω σου??
»Με το που τον πλησίασα, με ακούμπησε στον ώμο και ύστερα τα δάχτυλά του ανέβηκαν στο λαιμό μου και με χάιδεψαν στο σημείο που φύτρωναν τα γένια μου. Μου κόπηκαν τα πόδια ? νόμιζα ότι θα κατέρρεα ? ο Μανόλης με έσφιξε επάνω του σαν για να με στηρίξει και με φίλησε στο στόμα. Με φίλησε και τον φίλησα, φιλιόμασταν κι εγώ δεν ξέρω επί πόσην ώρα, το στόμα μου είχε μουδιάσει, ένιωθα τον Μανόλη να κολλάει το σώμα του στο δικό μου λες κι ήθελε να φωλιάσει κάτω από το δέρμα μου, ώσπου χαλάρωσε το αγκάλιασμά του και γλίστρησε αργά στα γόνατα. Φορούσα ένα φαρδύ πουλόβερ, ο Μανόλης το σήκωσε και άρχισε να μου ξεκουμπώνει τη ζώνη. ?Τι πάει να κάνει; Τι θα κάνει;? αναρωτιόμουν σάμπως να μην ήξερα. Κοίταξα το κοντοκουρεμένο του κρανίο και ύστερα σφάλισα τα μάτια για να αντιλαμβάνομαι πλέον τον κόσμο μόνο μέσα από το άγγιγμά του. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα τα ξανάνοιξα έντρομος.
»Ένας ξερός εκκωφαντικός κρότος, σαν να ?χε πέσει μια τετράφυλλη ντουλάπα, κι ύστερα ο αντίλαλός του να φτάνει στ? αυτιά μας από κάθε γωνιά της αίθουσας. Ο Μανόλης τινάχτηκε όρθιος κι εγώ ?στη φούρια μου να κουμπωθώ? έσπασα το νύχι μου. ?Κάποιος είναι εδώ μέσα!? μου ψιθύρισε υστερικά. ?Λες να μας είδε;?
»Οι πόρτες της Σαριπόλων παρέμεναν κλειστές. Έκανα μια στροφή γύρω από τον εαυτό μου για να ελέγξω το χώρο, και το βλέμμα μου στάθηκε σε μια κίτρινη κουρτίνα που θρόιζε στα ορεινά. Επάνω κι απ? τα τελευταία έδρανα υπήρχαν κάτι μεγάλα παράθυρα, από όπου έμπαινε το φως του ήλιου στο αμφιθέατρο, καθώς και κάνα περιστέρι πότε πότε, ζαλισμένο από το καυσαέριο. Η κουρτίνα παραμέρισε κι αντικρίσαμε έναν άντρα με φόρμα εργάτη να κλείνει και να ασφαλίζει το παραθυρόφυλλο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα τουφέκι. Το αποσυναρμολόγησε με σβελτάδα ταχυδακτυλουργού και τοποθέτησε τα τρία ή τέσσερα κομμάτια του μέσα σε ένα κομψό βαλιτσάκι. Δίχως να βιάζεται καθόλου, άρχισε να κατεβαίνει από το μεσαίο διάδρομο. Σωστά είχε στοιχηματίσει ο Μανόλης: μου πεταχτήκανε τα μάτια έξω μόλις αντίκρισα κάτω από το κασκέτο το πρόσωπο του θείου Πάνου.
»?Γεια σας αγόρια!? μας έκανε, με κοροϊδευτικά αδελφίστικη φωνή, περνώντας από δίπλα μας. Δυο τρία βήματα πιο κάτω συνειδητοποίησε ποιος ήμουν. Σταμάτησε, γύρισε το κεφάλι και με παρατήρησε με το συγκαταβατικό ύφος ενός ιατροδικαστή συνηθισμένου να αντιμετωπίζει το ανεπανόρθωτο. ?Συγγνώμη που σας χάλασα το τρυφερό τετ-α-τετ, μα δυστυχώς δε λειτούργησε, όπως θα καταλάβατε, ο σιγαστήρας. Συνεχίστε ελεύθερα!? Επιτάχυνε, βγήκε από τη Σαριπόλων κι έκλεισε πίσω του απαλά την πόρτα.
»Μας πήρε πάνω από ένα τέταρτο για να συνέλθουμε. Όταν κατεβήκαμε στο δρόμο, η αστυνομία είχε αποκλείσει τη Σόλωνος και την Ακαδημίας, ενώ ένα ελικόπτερο πετούσε ήδη σε χαμηλό ύψος. Ένα σωρό κόσμος παρά ταύτα είχε ξεχυθεί από τα μαγαζιά και τα γραφεία και είχε κυκλώσει το σημείο της δολοφονίας. ?Πάμε να φύγουμε!? είπα στον Μανόλη και τον τράβηξα από το χέρι.
»Τρέξαμε, σκοντάφτοντας πάνω σε ανθρώπους, αναγκάζοντας αυτοκίνητα να φρενάρουν για να μη μας πατήσουν, τρέξαμε μέχρι που μας κόπηκε η ανάσα. Λαχανιασμένος, κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμασταν στην πλατεία Κάννιγος και εγώ διήνυα τα πρώτα λεπτά της καινούργιας μου ζωής. Με θαυμαστή διαύγεια αντιλαμβανόμουν την τρομαχτική εξέλιξη: Μέχρι τότε, το φορτίο που σήκωνα ήταν η ομοφυλοφιλία μου. Από τότε και στο εξής, θα ήταν η σχέση μου με την ?Εταιρεία? του θείου Πάνου!?»
Αφού ξεστόμισε τις τελευταίες δύο φράσεις (που τις είχε σίγουρα αποστηθίσει, καθώς συνόψιζαν το προσωπικό του δράμα), ο Παναγιώτης Σαντορίνης σήκωσε τον αριστερό καρπό και κοίταξε την ώρα: κόντευε έξι και είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Ανακάθισε στην πολυθρόνα και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο, το έβδομο κατά σειρά, περιμένοντας ?ήταν φανερό? εναγωνίως την αντίδραση του Γκίκα.
Εκείνος όμως δεν έδειχνε καμιά βιασύνη να εκδηλωθεί. Δε φαινόταν καν εντυπωσιασμένος από όσα είχε μόλις ακούσει. Επέμενε να αντιμετωπίζει τον επισκέπτη του με εκείνο το μισοευγενικό-μισοσυγκαταβατικό χαμόγελο, το οποίο ταίριαζε γάντι στο κάπως πλαδαρό ?όμορφο μολοντούτο? πρόσωπό του, με τα σαρκώδη χείλια και τα μεγάλα μελιά μάτια. Σηκώθηκε έπειτα και περπάτησε, σβέλτα παρά τα επιπλέον του κιλά, μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου. Εκεί υπήρχε μία βιβλιοθήκη με κενά ως επί το πλείστον ράφια, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που έφτανε μέχρι το ταβάνι και ήταν στολισμένο με εκατοντάδες φωτάκια ?τα οποία αναβόσβηναν με εκνευριστικά μεγάλη ταχύτητα? και ένα μπαρ-ξύλινο έπιπλο με κρυστάλλινες πόρτες.
«Φτιάχνουμε, ξέρετε, εδώ και λίγα χρόνια ένα δικό μας κονιάκ, το οποίο δε διατίθεται στο εμπόριο. Το προορίζουμε για τους καλούς μας φίλους! Θα θέλατε να το δοκιμάσετε;» του είπε με γυρισμένη την πλάτη. «Όχι, ευχαριστώ!» έκανε ο Σαντορίνης ξερά. «Γιατί όχι; Τραβιέται πολύ τώρα με το κρύο? Να μου το θυμηθείτε, και φέτος, όπως και το 1983 που λέγατε, θα ρίξει τέτοιο χιόνι, που θα τρίβουμε τα μάτια μας? Εγώ θα βάλω πάντως στον εαυτό μου τρία δάχτυλα?»
Επέστρεψε σφίγγοντας τρυφερά στις χούφτες του το κρυστάλλινο ποτήρι, κάθισε πίσω από το γραφείο του και ?με διακριτικότητα είναι αλήθεια? διάβασε ένα μήνυμα που είχε φτάσει στο κινητό του. Έκανε ένα δυσερμήνευτο μορφασμό και η προσοχή του επανήλθε στον επισκέπτη μαζί με το στερεότυπο χαμόγελό του. «Λοιπόν; Πού μείναμε, κύριε Σαντορίνη;»
«Δεν έχω προς το παρόν τίποτα να προσθέσω στα όσα ήδη σας αποκάλυψα!» έκανε εκείνος, φανερά πλέον εκνευρισμένος. Μεσολάβησαν ορισμένα δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής, υπό το βάρος της οποίας λύγισε πρώτος ο Σαντορίνης.

(Νοέμβριος 2008)


Λίστα όλων των Συγγραφέων