Συγγραφέας του μήνα

Ρέα Γαλανάκη (Δεκέμβριος 2008)

Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Ο βίος του ΙσμαήλΦερίκ πασά [Spina nel cuore] (1989), Θα υπογράφω Λουί (1993), Ελένη, ή ο Κανένας (1998), Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων (2002), Αμίλητα, βαθιά νερά [Η απαγωγή της Τασούλας] (2006).
Τα διηγήματα Ομόκεντρα διηγήματα (1986) και Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι (2004). Στο έργο της συμπεριλαμβάνονται δοκίμια και ποίηση. Παλιά και νεότερα ποιήματά της συγκεντρώνονται στο Οι τρυφερές ( 2008).
Τα τελευταία χρόνια τα έργα της εκδίδονται, ή επανεκδίδονται, από τις εκδόσεις Καστανιώτης.
Το Αμίλητα, βαθιά νερά τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (2006).
Τα διηγήματα Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (2005).
Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων κέρδισε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την πεζογραφία (2003) και έχει μεταφραστεί στα ιταλικά.
Το Ελένη, ή ο Κανένας έλαβε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1999) και το ίδιο έτος αντιπροσώπευσε την Ελλάδα για το Ευρωπαϊκό ΒραβείοΑριστείον μπαίνοντας στην τριάδα των τριών τελικών υποψήφιων έργων. Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά, τσεχικά, λιθουανικά, κινέζικα και σουηδικά.
Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO περιέλαβε στο UNESCO Collection of Representative Works (1994). Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, τουρκικά, ολλανδικά, βουλγάρικα, αραβικά και εβραϊκά.
Το μυθιστόρημα Θα υπογράφω Λουί έχει μεταφραστεί στα αγγλικά.
Η Ρέα Γαλανάκη έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης.


Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι
Στη μνήμη της Φρίντας Λιάππα

ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ πως ήταν βράδυ - και ήταν βράδυ. Κοντά μου ακούγονταν σκόρπια κουδούνια από ένα κοπάδι. Το κοπάδι προχωρούσε κρυμμένο πίσω από το νυχτερινό πράσινο της λυγαριάς και της πικροδάφνης. Ακολούθησα την πορεία του ήχου του κι άρχισα να περπατώ. Πάνω μου ο λαβύρινθος του έναστρου ουρανού, κάτω ακουμπούσα με τα πόδια το ανάγλυφο είδωλό του: χώμα και λεία βράχια, χορτάρια, χαμόκλαδα. Και τόσοι ψίθυροι δικοί τους. Σκόνταψα, αλλά δεν σταμάτησα να δω αν πρήστηκε ο αστράγαλός μου, γιατί ο ήχος των κουδουνιών είχε τυλίξει σαν σκοινί τη μέση μου και με τραβούσε μαλακά. Του είχα αφεθεί κι εγώ.
Κατέβαινα, κατέβαινα, ώσπου έφτασα στην άκρη ενός νερού. Ήταν η ώρα που το νερό κοιμάται σα μικρό παιδί. Φώτιζε το φεγγάρι και το είδα: απέραντο, ήσυχο, συλλογισμένο. Τότε, σαν να έβγαζα ρούχο, λύθηκε ο ήχος των κουδουνιών από τη μέση μου κι έπεσε βουβός σωρός στα πόδια μου. Κάθισα να συλλογιστώ τι γύρευα καλεσμένη μόνη μου στα έρημα, εγώ, μια γυναίκα της πόλης.
Η σκέψη της πόλης σαν να έριξε μεγάλη πέτρα μέσα στο νερό. Βουητό κι αντίλαλος σηκώθηκαν από την ησυχία του τόπου. Ανεμοστρόβιλος πέρασε πάνωθέ μου. Ξύπνησε ταραγμένο το νερό κι άρχισε να κλαίει. Του είπα: «Μην κλαις». Και ησύχασε.
Είπα «μην κλαις» κι αμέσως φάνηκες. Πάλι μακριά ξανθά μαλλιά, λευκό σχεδόν γαλάζιο δέρμα, μαύρο το βλέμμα σου. Μόνο που αντί για τα λιτά, τα σχεδόν αγορίστικα ρούχα της νιότης μας, πέπλα μακριά, ολόλευκα αχνίζανε γύρω από τον υμέναιο της μορφής σου. Γλίστρησες πάνω στο νερό τη λάμψη σου. Ήρθες απέναντι μου. ?πιστη - και όμως είπα «Θεέ μου, πώς μπορεί να έχει τόση μνήμη μια εικόνα;» Μου χαμογέλασες. Σήκωσες το ένα χέρι κι έδωσες το σύνθημα. Όσα τ' αστέρια, τόσα νταούλια και βιολιά αρχίσανε να παίζουν ξαφνικά μες στον αιθέρα, αόρατα ό¬μως κι αυτά πίσω από τον αναστεναγμό της νυχτωδίας. Κατόπιν άπλωσες προς τη μεριά μου το άλλο σου χέρι, καλώντας με να σε ακολουθώ.
Δείλιασα. Πώς θα πατούσα στο νερό χωρίς να βουλιάξει το δικό μου βαρύ σώμα; Μα και τι γνώριζα εγώ από τέτοια πράγματα; Μόνο αυτά που πάνω κά¬τω ξέρουμε όλοι. Ότι γητεύουν ξεμοναχιασμένους άντρες, ότι τις πλαγιάζουν και παθαίνουνε κατόπιν, αν είναι τόσο τυχεροί ώστε να επιστρέψουνε σ' ένα 'κατόπιν'. Τι γύρευε όμως μια γυναίκα σ' όλα τούτα;
Σε είδα που συννέφιασες, επειδή σε φοβόμουν. Αλλάξανε κάπως κι οι μουσικές, σαν ν' αγριέψανε τα τύμπανα, σαν να ξεκουρντιστήκαν τα βιολιά. Τι να κάνω; Σηκώθηκα να σε ακολουθήσω Γέλασες μ' ένα γέλιο θριάμβου. Μ' έπιασες από το χέρι, όπως την εποχή της Φιλοσοφικής Σχολής στη Σόλωνος, την εποχή της νεολαίας, των ατελείωτων αθηναϊκών μας συζητήσεων και περιπάτων πριν και μετά τη φυλακή σου, των νεανικών γλεντιών μα και των τσακωμών μας, των απαγορευμένων διαδηλώσεων, των νεανικών ερώτων, των βιβλίων και των εκδρομών. Τη θλιβερή ακόμη εποχή που είχες αρρωστήσει, αν και τότε πια δεν σ' έβλεπα συχνά, δεν έμενα καν στην Αθήνα. Το χέρι σου δεν ήταν ούτε κρύο, ούτε ζεστό, λες και δεν με είχες αγγίξει. Ανέπνευσα. Γύρισες και μου είπες: «Μη γίνεσαι βλάκας, πάψε επιτέλους να πιστεύεις -να 'πιστεύω', είπες ή 'να φοβάμαι';- όλα αυτά τα παραμύθια. Υπάρχουν, μα υπάρχουνε αλλιώς».
Δεν έδωσα λοιπόν σημασία στο γεγονός ότι γλιστρήσαμε και οι δυο μας πάνω στο ήσυχο νερό και φθάσαμε αμέσως στην απέναντι όχθη. Αρχίσαμε κι εμείς, πάντα πιασμένες απ' το χέρι, να περπατάμε πάνω στον τάπητα ενός λιβαδιού στρωμένου λεπτεπίλεπτα λουλούδια. Μια στιγμή μου φάνηκε ότι κούτσαινες ΄ είδα κλεφτά ότι το ένα σου ασπρογάλανο γοβάκι έμοιαζε με πόδι αγριοκάτσικου, αλλά ούτε και σ' αυτή τη λεπτομέρεια έδωσα πλέον σημασία. Μιλούσες και υποστήριζες με τα πιο λογικά -όπως πάντοτε- επιχειρήματα ότι μπορεί κανείς να ξαναζήσει μόνο αυτό που έχει ήδη ζήσει, να ονειρευτεί μόνο αυτό που έχει ήδη ονειρευτεί. Αλλά κι έτσι ακόμη, έλεγες, τίποτε δεν επανέρχεται εντελώς το ίδιο. Γι' αυτό και ξαναζούμε τις παραλλαγές παλιότερων συμβάντων στη ζωή μας. Παραλλαγές τόσο αυτάρκεις κάποτε, που σου επιτρέπουν, πλην όμως πολύ σπάνια; να ξεχνάς αυτό που πράγματι είχε συμβεί - ή ακόμη και να το αντικαθιστάς με μια σχεδόν αυθαίρετη ερμηνεία. ?υλος είναι ένας κόσμος που κινείται γύρω μας, που ανέκαθεν μας 'βάραινε' χωρίς να φαίνεται ότι μας βαραίνει...
Συνέχιζες να μου μιλάς με τον ίδιο τρόπο. Σε πίστευα, γιατί ήθελα να σε πιστεύω -όπως πάντα-, αν και, το ομολογώ, ποτέ μου δεν είχα έτσι φανταστεί τα λόγια τέτοιων συναντήσεων. Μια στιγμή σταμάτησες να περπατάς και να μιλάς. Αφουγκράστηκες κάτι που εγώ δεν μπορούσα να το ακούσω. Γύρισες πάλι προς το μέρος μου. Γλυκά μου είπες ότι πάντα έχουμε λίγο καιρό ακόμη, έστω και αν ποτέ δεν μας χαρίζεται ο χρόνος. Ούρλιαξες κατόπιν να παίξουν τα βιολιά και τα νταούλια δυνατά. Πιο δυνατά, πολύ πιο δυνατά. Να πνίξουνε αυτό το αναθεματισμένο λάλημα του κόκο¬ρα. «Έλα, κι ό,τι προλάβουμε», αναστέναξες.
Όπως ο σκηνοθέτης χτυπά με το ραβδί του τη λευκή οθόνη για να δείξει -σκηνοθέτης ήσουν άλλωστε και συ-, έτσι άπλωσες ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι στα σημεία του ορίζοντα. Πρόλαβα να δω χρυσά τραπέζια με τους παλιούς μας:φίλους να γεύονται ψωμί αθέατο, να πίνουνε κρασί αέρινο, να. τραγουδούν τα τελευταία που τραγουδήθηκαν στη χώρα μας τραγούδια. Να δω νεράιδες που χόρευαν να πετούν από το πρόσωπο τους το μαντίλι, ξεσκεπάζοντας πρόσωπα αγαπημένων φιλενάδων, και τα αγόρια γύρω τους να προσπαθούν ν' αρπάξουν το μαντίλι του έρωτά τους. Να δω, μέσα στα χρόνια που περνάνε δίχως άλλο έρμα, τη συμβολή μιας λέξης, μιας εικόνας, ενός ήχου, ώστε να ξημερώσει η επόμενη μέρα σαν κανονική μέρα. Να δω τη βλάβη και το όφελος εκείνης της νεανικής φυλάκισης πάνω σε ανθρώπους, που έκτοτε δεν εμπιστεύονταν πια σε κανέναν τη ζωή τους, εκτός απ' όσους γνώριζαν σ' εκείνα τα χρόνια - κι ας έχει πάρει ο καθένας μας και άλλο δρόμο, αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Να δω, καλή μου, εσένα ν' αποχαιρετάς το φως, καθώς εμείς οι υπόλοιποι, φαντάσματα ενός παλιού κι αληθινού στρατοδικείου, σε κουβαλούσαμε στους ώμους για τον τελευταίο σου περίπατο στη γη.
Ξύπνησα με λυγμούς. Από τότε το αριστερό μου πόδι έχει γίνει πόδι αγριοκάτσικου. Το κρύβω βέβαια. Ποιον άλλωστε ενδιαφέρουν σήμερα όλα αυτά...





Λίστα όλων των Συγγραφέων