Συγγραφέας του μήνα

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Βιογραφικό
Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Η εφεύρεση της Σκιάς (Καστανιώτης 2008), Παραβολή (Καστανιώτης 2006), Ο Βαθμός δυσκολίας (Ίνδικτος 2004), Βαθύ πηγάδι (Ίνδικτος 2003), Η Συνάντηση (Ίνδικτος 2002). Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και ανθολογίες διηγημάτων. Η «Συνάντηση» κυκλοφόρησε το 2004 στην Ιταλία. Το πρώτο του θεατρικό έργο «Ουδέτερη ζώνη» (2004) απέσπασε κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα. Το έργο του «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά» παίχθηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Θεατρικό Αναλόγιο 2007». Για το ίδιο έργο το ινστιτούτο Salvatore Quasimodo of Budapest τον επέλεξε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα ως έναν από τους 27 νέους ευρωπαίους θεατρικούς συγγραφείς για την ευρωπαϊκή ανθολογία θεάτρου που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2007.
Κείμενα του περί της σύγχρονης ελληνικής Τέχνης έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, τουρκικά, ρωσικά και ουγγρικά.
Εργάστηκε στη τηλεόραση, τη διαφήμιση, τον κινηματογράφο. Υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού Αντί, αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Την περίοδο 2001-2007 διεύθυνε την πολιτιστική έκδοση highlights και υπήρξε διευθυντής έκδοσης της ετήσιας επιθεώρησης «Στιγμιότυπα ελληνικού πολιτισμού».


Απόσπασμα από το έργο του:


Πάνε δυο ώρες που σταμάτησε να βρέχει. Είναι κατάκοπος από το μουσκίδι και το περπάτημα, αλλά ο φόβος ότι θα τον αναγνωρίσουν τον εμποδίζει να κάνει μια στάση σε κάποιο από τα καφέ ή τα εστιατόρια που προσπερνά. Δεν μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του. Αν δεν είναι ακόμη εκεί οι δύο άντρες που τον κυνήγησαν, σίγουρα θα έχουν βάλει κάποιον άλλον να τον παρακολουθεί. Πριν μερικές ώρες ένιωσε τυχερός, όταν εξασφάλισε θέση για το αυτοκίνητό του τόσο κοντά στην είσοδο της πολυκατοικίας, μα τώρα είναι ο λόγος που το στερείται. Πρέπει οπωσδήποτε να βρει ένα μέρος να περάσει την νύχτα και αυτό δεν φαίνεται εύκολο. Ακόμη και στο πιο άθλιο ξενοδοχείο χρειάζεται η επίδειξη ταυτότητας, συγγενείς που να εμπιστεύεται δεν υπάρχουν στην πρωτεύουσα, ένας - δυο παλιοί φίλοι από το πανεπιστήμιο που σκέφτηκε απορρίπτονται γιατί δεν ζουν μόνοι τους, και όσο για τον ?λεξ Πάτσα δεν μπορεί να τον υπολογίζει πριν το αυριανό μεσημέρι που ξέρει ότι θα επιστρέψει. Μαθαίνει πολλά για τον εαυτό του όποιος εξαντλεί μέσα σε πέντε λεπτά τη λίστα εκείνων που ενδεχομένως θα διακινδύνευαν έστω και λίγο για χάρη του· ο Ισίδωρος Γεωργίου αναγκάζεται να προβεί σε μια πρόχειρη αποτίμηση της μέχρι τώρα στάσης του και καταλήγει ότι δεν δικαιούται να δυσανασχετεί. Το πρόβλημα όμως παραμένει. Αποφασίζει να εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες. Μπαίνει στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που συναντά. Πιάνει το ακουστικό, ρίχνει στη σχισμή ένα κέρμα και σχηματίζει το νούμερο. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα, το σηκώνουν. Η φωνή της Κικής Σταρόγλου ρωτά ποιος είναι. Εγώ, λέει ο Ισίδωρος Γεωργίου. Δεν τον αναγνωρίζει και αναγκάζεται να πει το όνομά του. Πάει πολύς καιρός, λέει η γυναίκα με φωνή που προδίδει μια μικρή ταραχή. Μπορεί να την δει; Ναι, να το κανονίσουν κάποια μέρα, λέει αυτή. Όχι πρέπει να τη δει σήμερα, τώρα αν γίνεται. Σήμερα αποκλείεται, έχει κανονίσει. Είναι ανάγκη, χρειάζεται τη βοήθειά της. Ωραίος τρόπος, καγχάζει η γυναίκα· πρώτα εξαφανίζεται για μήνες, δεν σηκώνει τα τηλέφωνα, δεν απαντά στα μηνύματα που του άφησε στο θυρωρό του και μόλις χρειάζεται κάτι, κάνει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Έχει δίκιο, δεν της φέρθηκε καλά, αν τον καλέσει στο σπίτι της θα της εξηγήσει. Ώστε θέλει να βρεθούνε στο δικό της σπίτι· παλιότερα ούτε να το δει δεν ήθελε. Έχει δίκιο και σ? αυτό, μα τώρα είναι ανάγκη να τον φιλοξενήσει για μια βραδιά. Η φωνή της γυναίκας γίνεται τραχιά· δεν πρόκειται να αλλάξει το πρόγραμμά της γι? αυτόν και κακώς την σκέφτηκε. Ύστερα απλά κλείνει το τηλέφωνο. Ο Ισίδωρος Γεωργίου τοποθετεί το ακουστικό στη βάση του και βγαίνει στο δρόμο. Αυτή ήταν η τελευταία του ευκαιρία, από εδώ και πέρα είναι εντελώς μόνος. Περπατά λοιπόν ακολουθώντας τις πιο δημοφιλείς διαδρομές στο κέντρο της πόλης με την ελπίδα ότι ανάμεσα στο πλήθος των διαβατών δεν πρόκειται να τον εντοπίσουν. Δεν ξέρει αν τον αναζητούν ή περιμένουν να εμφανιστεί, τίποτα δεν είναι σίγουρο. Για κάθε ενδεχόμενο πάντως οφείλει να προσέχει· φροντίζει να διατηρεί το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο και κρύβει μεγάλο μέρος του προσώπου έχοντας διαρκώς ανασηκωμένο το πέτο της καμπαρντίνας του και ας είναι ζεστή η βραδιά μετά την βροχή. Οι ώρες περνούν. Όσα από τα εμπορικά καθυστέρησαν να κλείσουν κατεβάζουν το ένα μετά το άλλο τα ρολά τους ή αποτρέπουν την είσοδο σε τυχόν αργοπορημένους πελάτες χαμηλώνοντας τα φώτα στις βιτρίνες τους. Σταδιακά οι δρόμοι αρχίζουν να αδειάζουν από πεζούς· μόνο στις στάσεις των λεωφορείων και στα εξωτερικά τραπέζια των καφενείων και των ζαχαροπλαστείων συνωστίζεται ακόμη κόσμος. Τα σημεία που εξασφαλίζουν μια κάποια κάλυψη δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη. Περνά αρκετή ώρα μπροστά στα ανάκτορα ανάμεσα σε τουρίστες, επαρχιώτες και χασομέρηδες, παριστάνοντας κάποιον που βρίσκει συναρπαστικό το θέαμα της αλλαγής φρουράς των ευζώνων, ώσπου οι καινούργιοι σκοποί τακτοποιούνται στις θέσεις τους και το πλήθος των θεατών αρχίζει να αραιώνει. Ύστερα, μη θέλοντας να ριψοκινδυνέψει άσκοπα δίπλα σε τόσους αστυνομικούς και στρατιώτες, διασχίζει τη λεωφόρο για να χαζέψει τα εκθέματα στην προθήκη του αγαπημένου του παλαιοπωλείου που βρίσκεται μερικές δεκάδες μέτρα μακρύτερα. Του αρέσει αυτό το μαγαζί, εδώ πάντα υπάρχει κάτι να του τραβήξει την προσοχή. Αυτή τη φορά το πιο ενδιαφέρον αντικείμενο είναι μια μικρή ελαιογραφία κάποιου ικανότατου μιμητή του Ιακωβίδη ή του Γύζη, με θέμα τον άγριο τσακωμό δύο αγοριών υπό το βλέμμα μια ομάδας συνομήλικών τους θεατών που επευφημούν τους δύο αντιπάλους. Δίπλα από τον πίνακα μια σειρά από καλοδιατηρημένα καριοφίλια σε παράταξη, πιο εκεί ένα σταθερό κατά τα φαινόμενα ξυλόγλυπτο έρεισμα με κάποιο εκκλησιαστικό βιβλίο ανοιγμένο στην επικλινή επιφάνειά του, στο βάθος, αν και ο φωτισμός δεν είναι αρκετός, διακρίνεται σε πλήρη ανάπτυξη ένα τρίπτυχο πάνινο παραβάν μάλλον διακοσμημένο με παραστάσεις παραδείσιων πτηνών, και τέλος, ακριβώς μπροστά του, τόσο κοντά στο τζάμι που τα προσέχει τελευταία, μια συλλογή από πήλινα ανθέμια σε αρίστη κατάσταση· όλα τους όμορφα πράγματα, αντικείμενα κύρους που θα ήθελε να αποκτήσει, αν δεν έβρισκε εξωφρενική την τιμή στην οποία προσφέρονται. Ο οξύς ήχος της κόρνας ενός αυτοκινήτου τον βοηθά να συνειδητοποιήσει ότι παρασύρθηκε. Παρέμεινε πολλή ώρα στο ίδιο σημείο. Αποφασίζει λοιπόν να κατηφορίσει την Ερμού έως το ύψος της Αθηνάς. Εκεί στρίβει προς την Ομόνοια όπου και αναγκάζεται να καθίσει σε ένα από τα παγκάκια φοβούμενος ότι θα καταρρεύσει αν παραμείνει έστω και λίγα λεπτά ακόμη όρθιος. Δεν είναι το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Κλείνουν τα μάτια του, πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να μην τον πάρει ο ύπνος και επιπλέον τα πόδια του καίνε από τα πέλματα ως ψηλά στις κνήμες. Ανακαλύπτει ότι μέρος της ενόχλησής του οφείλεται στις κάλτσες του που έχουν γλιστρήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στα παπούτσια του· η επαναφορά τους προσφέρει μια κάποια ανακούφιση. Εξίσου θετικό είναι ότι δεν του λείπουν τα τσιγάρα· στη τσέπη του υπάρχει ένα σχεδόν άθικτο πακέτο. Διψάει λίγο μα όχι τόσο ώστε να μην αντέχει, άλλωστε μόλις ξεκουραστεί μπορεί αν θέλει να περπατήσει μέχρι την πλατεία Κλαυθμώνος και να ξεδιψάσει από τη βρύση που υπάρχει εκεί. Ένα δροσερό αεράκι που έρχεται από την 3ης Σεπτεμβρίου σε συνδυασμό με τα φώτα των διερχόμενων οχημάτων βοηθούν να ξεπεράσει την υπνηλία του. Το πιο ευχάριστο όμως είναι ότι ο πόνος στην εξωτερική πλευρά των γαμπών και των μυών γύρω από την περόνη υποχώρησε. Έπραξε σωστά που διάλεξε αυτό το σημείο για να ξεκουραστεί, μακάρι να μην χρειαζόταν να το εγκαταλείψει. Πλησιάζουν ωστόσο μεσάνυχτα, το να παραμείνει στο ίδιο σημείο είναι πολύ επικίνδυνο· οι πρώτοι τους οποίους ελέγχουν οι πεζές περιπολίες είναι όσοι περιφέρονται στις πλατείες και τα πάρκα. Είναι υποχρεωμένος να σηκωθεί και να συνεχίσει την άσκοπη πορεία του· ένας καλοντυμένος άντρας που περπατά, όσο αργά και αν είναι, δύσκολα κινεί υποψίες. Αν το ρολόι του δουλεύει σωστά απομένουν τουλάχιστο πέντε ώρες μέχρι να ξημερώσει· διάστημα πολύ μεγαλύτερο από όσο αισθάνεται ότι μπορεί να αντέξει. Η ιδέα και μόνο τον απελπίζει. Αν έπαιρνε ένα ταξί και του ζητούσε να τον πάει μέχρι το αεροδρόμιο και έπειτα μίσθωνε ένα άλλο με σκοπό να τον γυρίσει πίσω θα εξασφάλιζε ένα αναπαυτικό κάθισμα για τουλάχιστον τρία τέταρτα αλλά τέτοιες ώρες οι οδηγοί είναι προσεκτικότεροι· δύσκολα θα απέφευγε την αναγνώρισή του. Όχι, κάποια άλλη λύση θα πρέπει να υπάρχει. Βρίσκεται στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, το μόνο που χρειάζεται είναι να σκεφτεί καθαρά. Περιπλανιέται για λίγο στους σκοτεινούς, σχεδόν έρημους δρόμους γύρω από τα Χαυτεία και ύστερα ξαναβγαίνει στην Αθηνάς μπροστά από το Δημαρχείο με σκοπό να φτάσει στην Αιόλου και από εκεί ίσως πάλι πίσω στα ανάκτορα. Την ημέρα η περιοχή είναι μια ζώνη οργιώδους δραστηριότητας με εκατοντάδες εμπορικά και βιοτεχνίες υφασμάτων, μα σαν πέσει το σκοτάδι σπάνια συναντάς άνθρωπο. Τα στενά είναι γεμάτα από σωρούς σκουπίδια· χαρτόκουτα, πεταμένα ρέλια, καρούλια νήματος και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Επικρατεί απόλυτη ηρεμία, μόνο τα δικά του βήματα και οι γάτες που αναζητούν τροφή ακούγονται. Περπατά αργά, περνά ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, εν γνώσει του κάνει κύκλους· πέρα από την εξάντληση που κάνει τα γόνατά του να τρέμουν δεν έχει λόγους να βγει σύντομα από αυτόν τον λαβύρινθο που μοιάζει να του ανήκει εξ ολοκλήρου. Σφάλλει, δεν είναι ο μόνος που κυκλοφορεί εκεί γύρω. Σε ένα σοκάκι, σχεδόν φραγμένο από σωρούς χαρτονιών, εμφανίζεται από το πουθενά μια γυναίκα. Τρομάζει έτσι ξαφνικά που τη βλέπει μέσα στο σκοτάδι να του φράζει το δρόμο, αλλά δεν το δείχνει. Είναι πόρνη, η φωτιά που του ζητάει για να ανάψει το τσιγάρο της αποδεικνύεται πρόσχημα για να του ψιθυρίσει στο αυτί όσα μπορεί να κάνει μαζί της. Την εξυπηρετεί, την ευχαριστεί και απομακρύνεται αγνοώντας το μουρμουρητό δυσαρέσκειας που προκαλεί η απόφασή του, όταν μια σκέψη περνά από το κεφάλι του αναγκάζοντάς τον να κάνει μεταβολή. Η γυναίκα πάντα στο ίδιο σημείο όταν τον βλέπει να επιστρέφει, παύει να στέλνει στον ουρανό κύκλους καπνού και του χαμογελά. Λοιπόν, άλλαξε γνώμη; Ίσως. Εδώ πίσω από τις στοίβες των χαρτονιών ένα εικοσάρικο, αν θέλει ξενοδοχείο εκατό και τα έξοδα δικά του, στο σπίτι της τριακόσια ακατέβατα. Στο σπίτι της και αυτό μόνο αν είναι κοντά. Δίπλα είναι, δυο βήματα υπόσχεται αυτή. Εντάξει τότε, να προχωρήσει και την ακολουθεί. Η γυναίκα κοντοστέκεται, τον ζυγίζει για μια στιγμή και ύστερα ξεκινάει να περπατά. Έλεγε αλήθεια, η μία όλη και όλη κάμαρα που ονομάζει σπίτι της είναι ένα υπόγειο μόλις τρία τετράγωνα μακρύτερα. Ο Ισίδωρος Γεωργίου προσπαθεί να φερθεί αξιοπρεπώς και γι? αυτό καμώνεται ότι επιθεωρεί τον χώρο πριν επιχειρήσει να καθίσει στο κρεβάτι. Όρθιος, φωνάζει η γυναίκα· τα λεφτά πρώτα. Όσο χρειάζεται να βγάλει τα χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι του, η γυναίκα τον ρωτά αν προτιμά φως ή σκοτάδι αναβοσβήνοντας ένα μικρό φωτιστικό που βρίσκεται στο πάτωμα. Δεν θα ήθελε πολύ φως ξεστομίζει αυτός και της περνά τα χρήματα. Ό,τι προτιμά, λέει αυτή και αρχίζει να βγάζει τα ρούχα της, ενώ κατευθύνεται προς το μπάνιο. Όταν λίγα λεπτά αργότερα επιστρέφει βρίσκει τον πελάτη της να κοιμάται κουλουριασμένος. Κύριος, λέει και τον ταρακουνάει μερικές φορές από τον ώμο· κύριος ξύπνα, του φωνάζει ενώ προσπαθεί να τον γυρίσει ανάσκελα. Καμιά αντίδραση. Ανήσυχη τον σκουντάει πιο έντονα. Ο άντρας δεν ανταποκρίνεται. Η γυναίκα ξεστομίζει μια βρισιά και επιμένει να τον σπρώχνει, ώσπου επιτέλους ο άντρας ανοίγει τα μάτια του· δεν θέλει τίποτα απ? αυτήν μόνο να τον αφήσει να κοιμηθεί, μουρμουρίζει παρακλητικά και βολεύει το κεφάλι του όπως όπως δίπλα στην κοιλιά της. Η γυναίκα προφανώς είναι έμπειρη, θα πρέπει να έχει περάσει πολύ καιρός από τότε που της συνέβη κάτι για πρώτη φορά, από ό,τι φαίνεται τίποτα δεν την εκπλήσσει πλέον πραγματικά· παίζει για λίγο με τα μαλλιά της και ύστερα ξεκινά να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Ο Ισίδωρος Γεωργίου ξυπνά πρώτος. Του παίρνει μερικά δευτερόλεπτα να αντιληφθεί πού βρίσκεται. Αναπόφευκτα φέρνει στο μυαλό του τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκε να μην επιστρέψει στο σπίτι του και αυτό είναι αρκετό για να κατακλυστεί από στενάχωρες σκέψεις. Δεν έχει ιδέα τι πρέπει να κάνει από εδώ και πέρα, αλλά τουλάχιστο καταφέρνει να αναγνωρίσει ότι το σώμα του επανέκτησε τις δυνάμεις του. Δίπλα του η πόρνη με τη πλάτη γυρισμένη σ? αυτόν κοιμάται ακόμη. Προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο σηκώνεται, βρίσκει τα ρούχα του τακτοποιημένα στη μοναδική καρέκλα που υπάρχει στο χώρο και χωρίς να το πολυσκεφτεί αρχίζει να ντύνεται. Όρθιος από πάνω της μπορεί να την παρατηρήσει και ας μην μπαίνει πολύ φως απ? έξω. Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι εκπλήξεις. Δεν είναι τόσο απωθητική όσο πίστευε χθες βράδυ. ?βαφο το πρόσωπό της δείχνει καλύτερο, σχεδόν γλυκό και ύστερα τα πόδια της και ο πισινός της όπως διαγράφονται κάτω από το βαμβακερό νυχτικό δείχνουν καλοσχηματισμένα· με τους πανύψηλους κοθόρνους το πολύ στενό φόρεμα και την ξανθιά περούκα που φόραγε όταν την πρωτοείδε έδειχνε μόνο φτηνή, διαθέσιμη ίσως, μα καθόλου ελκυστική. Κοιτά την ήρεμη μορφή της, ύστερα περιεργάζεται την φρικτή επίπλωση του δωματίου και δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί ποιοι λόγοι οδήγησαν αυτή τη νέα ακόμη γυναίκα να καταλήξει να ζει έτσι. Δεν πρόκειται φυσικά για αληθινό ενδιαφέρον και η εξήγηση που βιάζεται να δώσει είναι μάλλον κοινότοπη· ύστερα όμως άθελά του υποβάλλει τον εαυτό του στη δοκιμασία μιας στιγμιαίας κρίσης ειλικρίνειας υπενθυμίζοντάς του τις δικές του εκκρεμότητες και αποφασίζει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς αναρμόδιος να κρίνει οποιονδήποτε. Πρόκειται για θεαματική μεταστροφή· δεν είναι ακόμη προετοιμασμένος να αντικρύσει κατάματα την αιτία μιας τόσο μεγάλης ανατροπής, αλλά αρκετές από τις μέχρι τώρα βεβαιότητές του αν δεν ανατράπηκαν ήδη, έχουν σίγουρα σημαδευτεί από το μικρόβιο της αμφιβολίας. Ίσως η συνολική αποτυχία να μην είναι ακόμη αμετάκλητη, αλλά οι επιπτώσεις των άστοχων επιλογών του παίζουν ήδη κυρίαρχο ρόλο και δεν είναι τόσο ανόητος για να μην το ξέρει. Τέλος πάντων δεν πρόκειται να βρει λύση μόνο και μόνο γιατί η τύχη τον έριξε στο δρόμο ενός πλάσματος που μοιάζει ικανοποιημένο, ενώ δικαιούται να ελπίζει λιγότερο από τον ίδιο. Από κάπου πρέπει να πιαστεί όμως, χρειάζεται κάτι για να ξεκινήσει. Είναι πια σχεδόν έτοιμος· απομένει να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του και να χτενιστεί. Χωρίς αμφιβολία στρέφεται προς το σωστό σημείο, μα για την ώρα κινείται στην επιφάνεια. Ακόμη και με τόσο λίγο φως αυτό που βλέπει στον καθρέφτη της τουαλέτας δεν του αρέσει καθόλου. Ξαφνικά μοιάζει μεγαλύτερος και μάλλον δεν φταίει ότι είναι αξύριστος και αγουροξυπνημένος. Τρεις, ανύπαρκτες μέχρι χθες, βαθιές γραμμές χαράζουν απ? άκρη σε άκρη το μέτωπό του προσδίδοντας στην όψη του μια αλλόκοτη αίσθηση πρόωρης γήρανσης. Αναρωτιέται τι άλλο μπορεί να του συμβεί που να μοιάζει ικανό να αφήσει πάνω του τέτοια ανεξίτηλα ίχνη. Ένας από τους τελευταίους αρχηγούς των Οτζίμπουα, ινδιάνων που έζησαν στις μεγάλες λίμνες του Κεμπέκ, υποστήριζε μέχρι το θάνατό του ότι η αιτία του αφανισμού της φυλής τους ήταν οι καθρέφτες που προμηθεύτηκαν από τους εμπόρους γούνας κάστορα, με τους οποίους συναλλάσσονταν πριν ακόμη τους πάρουν τη γη τους. Ο άνθρωπος αυτός πίστευε πως, όποιος έβλεπε έστω και μια φορά το είδωλό του σε καθρέφτη, έχανε για πάντα την ικανότητα να κρίνει το πρόσωπο των άλλων, καταδικασμένος να βλέπει σε κάθε μορφή τα δικά του χαρακτηριστικά και κάπως έτσι οι πρόγονοί του δέχτηκαν εκεί γύρω στα 1613 να πουλήσουν τα δάση τους στον Σουάν ντε Σαμπλαίν μόλις για έναν χαρταετό που υποτίθεται θα τους μάθαινε την γνώση της πτήσης, όπως προηγουμένως είχε διδάξει και τους νεοφερμένους επισκέπτες· απόδειξη ότι κατάφεραν να υπερβούν το εμπόδιο των γιγάντιων βουνών και της ατελείωτης θάλασσας που μεσολαβούσαν ανάμεσα στον τόπο τους και την μακρινή τους πατρίδα στην άλλη πλευρά του Κόσμου. Ο Ισίδωρος Γεωργίου δεν έχει χρόνο να αναλογιστεί γιατί απασχολείται με τις πλάνες άλλων και ύστερα, πάνω στη βιασύνη του, ρίχνει στο νεροχύτη ένα μπουκαλάκι με γαλακτώδες περιεχόμενο που κάνει διαβολεμένο θόρυβο. Είναι το τελευταίο πράγμα που ήθελε να του συμβεί και το προκάλεσε μόνος του· η γυναίκα ξυπνά. Ματαιοπονεί πιστεύοντας ότι η κατάσταση μπορεί να διορθωθεί, αλλά η αντίδρασή του είναι ένας τεμπέλικος μορφασμός που υποτίθεται συμπυκνώνει πόσο λυπάται για την απροσεξία του, την επικείμενη φυγή του και το δικαίωμά της να συνεχίσει τον ύπνο της. Αποτυγχάνει. Εκείνη τον κοιτά για λίγο σαν να τον βλέπει πρώτη φορά, ανοιγοκλείνει μερικές φορές τα βλέφαρά της, τεντώνεται επίμονα σε σημείο να αποκαλυφθεί σχεδόν ολόκληρος ο δεξιός της μαστός και ύστερα για λόγους που γνωρίζει μόνο η ίδια χαμογελάει ευχαριστημένη. Μπορεί να του φτιάξει καφέ αν θέλει, λέει μέσα σε χασμουρητά και τακτοποιεί ανόρεχτα το ρούχο της όταν οδηγημένη από το βλέμμα του διαπιστώνει τη γύμνια της. Η προσφορά τον ξαφνιάζει· την ευχαριστεί αλλά πρέπει να φύγει ψιθυρίζει μουδιασμένος. Είναι ακόμη πολύ νωρίς, δεν την πειράζει να μείνει λίγο ακόμη, τον αντικρούει και σηκώνεται από το κρεβάτι. Δεν το περίμενε αυτό, φυσικό είναι να μην ξέρει πώς να φερθεί. Αντίθετα εκείνη φέρεται άνετα, σε σημείο να τον βραχυκυκλώσει εντελώς, όταν τον πλησιάζει και τον ωθεί μαλακά προς το νιπτήρα προκειμένου να μπορέσει να καθίσει στη λεκάνη για να ουρήσει. Δεν υπάρχει λόγος να επιστρέψει στο δωμάτιο, η απόσταση είναι τόσο μικρή που δεν θα άλλαζε τίποτα, όσο η πόρτα του μπάνιου παραμένει ανοιχτή. Το μόνο που του φαίνεται σωστό είναι να στραφεί στον καθρέφτη και να υποδυθεί ότι τακτοποιεί με τα χέρια τα μαλλιά του ελπίζοντας ότι έτσι δείχνει λιγότερο αμήχανος. Αν τελείωσε, θα ήθελε να πλυθεί και αυτη, τον ξεβολεύει η γυναίκα υπό τον ήχο του νερού που τρέχει από το καζανάκι. Αυτός κάνει μερικά απότομα βήματα πίσω, δένει τη γραβάτα του, τακτοποιεί το πουκάμισό του, ανασηκώνει διακριτικά στη μέση το παντελόνι του, φορά το σακάκι και αναζητά την καμπαρντίνα του. Την κρέμασε στη ντουλάπα, δεν ήθελε να τσαλακωθεί διπλωμένη στην καρέκλα, ακούγεται πνιχτή η φωνή της πίσω από μια ροζ πετσέτα με την οποία σκουπίζει το πρόσωπό της. Ο Ισίδωρος Γεωργίου μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια ένα ξερό ευχαριστώ, αλλά δεν τολμάει να διαπιστώσει αν αναφέρεται στο παρδαλό ύφασμα που καλύπτει μια βαθιά εσοχή στον τοίχο. Η γυναίκα σαν να διαισθάνεται πόσο ευμετάβλητος είναι αυτή τη στιγμή, παραβλέπει τις ετοιμασίες του· αποφάσισε τι θα κάνει; Σιωπή· η στάση του εκπλήσσει κυρίως τον ίδιο. Εκείνη δεν αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη· είναι αυτός από την τηλεόραση, έτσι δεν είναι; Ναι, αυτός είναι, της απαντά με αρκετή καθυστέρηση. Της πήρε ώρα να το καταλάβει, ομολογεί η γυναίκα έτσι ταλαιπωρημένος και βρεγμένος που ήταν· μόνο αφού τον ξέντυσε και τον σκέπασε μπόρεσε να τον αναγνωρίσει. Σιωπή, το ρολόι του δείχνει λίγο πριν τις δέκα, απομένουν αρκετές ώρες μέχρι το μεσημέρι. Πόσες κουταλιές ζάχαρη; Σιωπή. Η ερώτηση επαναλαμβάνεται. Δεν γίνεται να μην απαντήσει· σκέτο, τον πίνει σκέτο. Αυτή βάζει πάνω από τρεις κουταλιές. Συνηθίζεται, τι άλλο να πει. Ο καφές είναι υποφερτός. Κάθονται αντικριστά· αυτός μετά από πίεση στην καρέκλα, εκείνη όντως βολεύεται μια χαρά στο κρεβάτι. Λέει κάτι για τα κλειστά πατζούρια ύστερα πιάνει την τσάντα της, βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα και καπνίζει. Προφανώς την διασκεδάζει η πρόθεσή του να της ανάψει αυτός και σπεύδει να κουνήσει περιπαιχτικά το δικό της αναπτήρα. Ο Ισίδωρος Γεωργίου της κάνει την χάρη να παραδεχτεί την αφέλειά του με ένα συγκρατημένο χαμόγελο και ανάβει ένα από τα δικά του τσιγάρα. Μην γελάσει μαζί της, αλλά, νόμιζε πως δεν μιλάει. Ο Ισίδωρος Γεωργίου της παραχωρεί ένα χαμόγελο αλλά δεν ενδιαφέρεται να μπει στον κόπο ζητώντας να μάθει το λόγο. Φταίει που δεν είχε ακούσει ποτέ τη φωνή του και κουνάει όλη την ώρα τα χέρια του, νιώθει υποχρεωμένη να εξηγήσει εκείνη. Ξαφνικά μοιάζει σκεφτική. Η εμμονή με την οποία στυλώνει το βλέμμα της οπουδήποτε αλλού εκτός απ? αυτόν, ταιριάζει σε άνθρωπο που τον απασχολεί κάτι σοβαρό και δεν ξέρει πώς να το πει. Δεν είναι ανάγκη να φύγει έτσι· δεν της πέφτει λόγος γιατί φέρθηκε όπως φέρθηκε χθες το βράδυ, ούτε θα το πρότεινε σε άλλον, αλλά μπορεί και τώρα να έχει ό,τι πλήρωσε. Του παίρνει κάμποση ώρα να συνειδητοποιήσει τι του είπε μόλις, αλλά στο τέλος δεν αμφιβάλλει· μιλάει σοβαρά. Δεν είναι ασυνήθιστος σε τέτοιες προτάσεις, αλλά εδώ έχει να κάνει με κάποια που βγάζει το ψωμί της από το σώμα της και αυτό τα αλλάζει όλα. Οι άνθρωποι είναι μυστήρια πλάσματα, σκέφτεται ο Ισίδωρος Γεωργίου με το κέλυφός του ήδη διερρηγμένο· αρκεί να ανοιγοκλείσουν το στόμα τους και έρχονται τα πάνω κάτω. Έχει κοιμηθεί με δεκάδες γυναίκες, γυναίκες για τις οποίες δεν ένιωσε ποτέ του τίποτα, γυναίκες που καλά καλά δεν θυμάται το όνομά τους, γυναίκες που πιθανότατα δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει αν τις έβλεπε δεύτερη φορά μπροστά του, και όμως ποτέ δεν αισθάνθηκε τόσο άβολα όσο με αυτήν την επαγγελματία που δεν άγγιξε καν. Ξέρει πολύ καλά ότι υπό κανονικές συνθήκες δεν θα γύριζε να την κοιτάξει, μα αυτή τη στιγμή δυσκολεύεται να σκεφτεί ελκυστικότερο σημείο από τα μάτια της. Υπερβάλλει· ίσως γιατί εκκρεμεί το που θα τη βγάλει μέχρι το μεσημέρι, ή γιατί έτσι πιστεύει ότι της ανταποδίδει ένα μέρος της ικανοποίησης που του προσφέρει η κολακευτική συμπεριφορά της, αλλά μάλλον υπάρχει αρκετή δόση ειλικρίνειας στη συμπάθειά του γι? αυτήν την γυναίκα. Τίποτα δεν αποκλείεται. Όπως και να ?χει, χωρίς να το πολυσκεφτεί, της ζητά να του ψήσει έναν καφέ ακόμη. Μετά απ? αυτό χρειάζεται μια καλή δικαιολογία για να κατευνάσει το κομμάτι του που επιμένει ότι η παρένθεση με αυτή την πόρνη πρέπει να κλείσει τα συντομότερο δυνατό· αν μη τι άλλο, δεν αποφάσισε ακόμη τι θα κάνει και πρέπει να κερδίσει λίγο χρόνο. Αυτή είναι η ετυμηγορία με την οποία δικαιολογεί την παράταση της παραμονής του. Εκείνη, εν τω μεταξύ, εκτελεί την εντολή του πρόθυμα. Η σιωπή ωστόσο δεν βοηθάει· τώρα θέλει να μάθει το όνομά της. Βούλα την λένε. Βούλα τι; Βούλα, περισσότερα δεν χρειάζεται να ξέρει. Σύμφωνοι· και κάνει καιρό αυτή τη δουλειά; Από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Δηλαδή; Δεν έχει δηλαδή, μια ζωή αυτή τη δουλειά έκανε. Ναι, αλλά όσο να ?ναι, κάτι άλλο θα ήθελε να αποκτήσει πριν έρθουν έτσι τα πράγματα. Σε μπουρδέλο μεγάλωσε, δίπλα στη μάνα της· τι θα γινόταν, δασκάλα γαλλικών; Ευτυχώς, γελάει, καμιά πίκρα, κανένα σημάδι διάψευσης που να μαρτυρά ότι αυτή η γυναίκα διέθετε κάποτε ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Όχι πως με τη στάση της του επιτρέπει να συνεχίσει όπως θα ήθελε την κουβέντα, αλλά προτιμά την φλυαρία παρά τις μίζερες εξιστορήσεις. Τουλάχιστο ο δεύτερος καφές είναι πιο πετυχημένος. Της το λέει. Εκείνη μορφάζει τσαχπίνικα και ύστερα ενώ φαίνεται διατεθειμένη να επιστρέψει στη θέση της στο κρεβάτι, κοκαλώνει με ένα επιφώνημα και ανακοινώνει πως πρέπει να πεταχτεί κάπου για λίγα λεπτά. Η πρόθεσή της να τον εγκαταλείψει τα ανατρέπει όλα· τινάζεται όρθιος για να δηλώσει πως είναι μάλλον καλύτερα να φύγει και αυτός. Η γυναίκα δεν παρασύρεται απ? την ορμή του. Είναι πάντα ο ρυθμιστής· τον πιάνει μαλακά απ? τους ώμους και τον καθίζει πάλι στην καρέκλα. Έχει υποσχεθεί σε μια φίλη της ότι σήμερα θα της επέστρεφε κάποια δανεικά· εδώ, στην ίδια πολυκατοικία, στο δεύτερο όροφο μένει· μέχρι να καπνίσει ένα τσιγάρο θα έχει επιστρέψει και ίσως τότε, αν δηλαδή ενδιαφέρεται ακόμη, την αφήσει να του δείξει πόσο της αρέσει η παρέα του. Ακούγεται πειστική και ο τρόπος με τον οποίο κολλά σχεδόν την κοιλιά της στο πρόσωπο του ενώ χτενίζει με τα δάχτυλά της τα μαλλιά του τον ερεθίζει κάπως· τελικά είναι πιο μπερδεμένος απ? όσο πίστευε, την τελευταία στιγμή μετανιώνει και δεν χώνει τα χέρια του κάτω από το νυχτικό της. Για καλό και για κακό πάντως, αποφεύγει να κοιτάει προς το μέρος της όσο ντύνεται. Μετά απομένει μόνος. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο, από καταβολής κόσμου, ακόμη και μια σύντομη αναμονή αυτού του είδους σε ένα ξένο σπίτι, αποδεικνύεται συχνά πραγματική δοκιμασία· στα καλά καθούμενα ο Ισίδωρος Γεωργίου αποφασίζει ότι δεν αντέχει να βλέπει κρεμασμένο στραβά το μοναδικό πράγμα που διακοσμεί τους τοίχους (μια φωτογραφία δύο αλόγων που καλπάζουν σε ένα ειδυλλιακό λιβάδι) και επιχειρεί να το ισιώσει· χάρη στις προσπάθειές του το κάδρο παραμένει για λίγο στην επιθυμητή θέση και ύστερα εντελώς ανεξήγητα γέρνει όπως πριν. Η δεύτερη προσπάθεια έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτός πεισμώνει, δεν τα παρατάει και επιμένει να το επαναφέρει μόνιμα σε οριζόντια θέση μέχρι που, χωρίς να το καταλάβει, απ? τη μανία που τον έχει πιάσει μένει με ένα κομμάτι κορνίζας στο χέρι. Η καταστροφή τον πανικοβάλλει· δεν χρειάζεται να δοκιμάζει επ? αόριστο για να πειστεί πως δεν υπάρχει τρόπος να αποκαταστήσει τη ζημιά. Η αξία του αντικειμένου είναι προφανώς μηδαμινή, αλλά και μόνο η σκέψη ότι από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστεί η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και εκείνος θα αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας της φέρθηκε πέρα από κάθε προσδοκία τόσο ηλίθια, του προκαλεί απίστευτο θυμό. Βρίζοντας τον εαυτό του αναζητά ένα μέρος για να κρύψει το σπασμένο κομμάτι, αλλά γίνεται πρακτικός μόνο αφού πιστέψει ότι άκουσε βήματα έξω από την πόρτα. Χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώνει τα σκεπάσματα και πετά την απόδειξη της ατυχίας του κάτω από το κρεβάτι. ?κουσε σωστά, η πόρτα ανοίγει δευτερόλεπτα αφού έχει επιστρέψει στην καρέκλα του. Πρόλαβε να καθίσει και τώρα καπνίζει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δεν άργησε; Όχι, γύρισε πολύ γρήγορα, όπως είχε πει. Ωραία. Εντάξει με τη φίλη της; Ναι, όλα εντάξει. Η λακωνική της απάντηση δεν τον ικανοποιεί· ανησυχεί ότι, έτσι όπως περιφέρεται στο δωμάτιο, θα ανακαλύψει τη ζημιά· πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει να την απασχολεί και γι? αυτό γίνεται πιο τολμηρός. Αυτή η φίλη κάνει την ίδια δουλειά; Παλιότερα, πριν γεράσει, εδώ και χρόνια πουλάει φυλακτά, σταυρουδάκια, τέτοια πράγματα στον ηλεκτρικό. Και καλά τι ώρα πιάνει δουλειά; Από όσο ξέρει οι μικροπωλητές στήνονται στις θέσεις τους πριν ακόμη ανοίξουν οι σταθμοί. Σήμερα ήταν άρρωστη, δεν πήγε, εξηγεί αυτή κάπως απότομα. Ο Ισίδωρος Γεωργίου αντιλαμβάνεται την ενόχλησή της και σταματάει τις ερωτήσεις. Είναι η σειρά της να δώσει συνέχεια· μήπως θέλει να του φτιάξει και άλλο καφέ; Όχι, δύο φλιτζάνια είναι υπεραρκετά. Αυτή, αν δεν τον πειράζει, θα φτιάξει για τον εαυτό της· ο προηγούμενος θα έχει παγώσει. Κάτι άλλαξε, λες και δεν είναι η ίδια γυναίκα. Ξαφνικά νιώθει ανεπιθύμητος, δεν έχει νόημα να μείνει περισσότερο. Είναι έτοιμος να σηκωθεί και να την χαιρετήσει, αλλά εκείνη τον προλαβαίνει για μια ακόμη φορά: Και ήταν πάντα σπουδαίος όπως τώρα; Ο Ισίδωρος Γεωργίου σκύβει το κεφάλι πριν μιλήσει· Μην την ξεγελάνε όσα γράφονται για ανθρώπους σαν αυτόν, λέει ανόρεχτα και αμέσως καταλαβαίνει ότι μόλις ξαναέγινε ευάλωτος στις δυσάρεστες σκέψεις που με τόσο κόπο κατόρθωνε να κρατά μακριά εδώ και κάμποση ώρα. Εκείνη πάντως δεν το βάζει κάτω επιχειρώντας να μάθει περισσότερα· και από λεφτά; Λιγότερα από όσα φαντάζεται. Ναι, καλά τώρα, κάνει αυτή όλο νόημα και γελά πονηρά. Η σιωπή που ακολουθεί τον κάνει να πιστέψει ότι η περιέργειά της δεν θα έχει συνέχεια. Όταν σηκώνει όμως το βλέμμα του την πιάνει να τον κοιτά επίμονα. Τι κοιτάει; Τον περίμενε ψηλότερο, μαρτυρά αυτή. Λυπάται, αν την απογοήτευσε. Νέα γέλια· δεν το είπε γι? αυτό. Ο Ισίδωρος Γεωργίου έχει την ευγένεια να την καθησυχάσει με ένα νεύμα και ύστερα, για πολλοστή φορά από τη στιγμή που επέστρεψε, αφήνει το βλέμμα του να διατρέξει το δωμάτιο· αναρωτιέται τι τον κρατά ακόμη σ? αυτό το πνιγερό υπόγειο. Όχι, πάντως, εκείνη. Αυτό το έχει ξεκαθαρίσει μέσα του, δεν υπάρχει περίπτωση να πλαγιάσει μαζί της και καλό είναι να φύγει αυτή τη στιγμή. Βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, προκαλεί την τύχη του σπαταλώντας χρόνο δίπλα σε κάποια που δεν έχει απολύτως τίποτα να του προσφέρει. Σηκώνεται, τραβάει την πάνινη πρόσοψη της αυτοσχέδιας ντουλάπας, φορά την καμπαρντίνα του και την πλησιάζει σε απόσταση ενός μέτρου για να της ανακοινώσει ότι όσο και αν το θέλει δεν μπορεί να μείνει άλλο. Εκείνη καταλαβαίνει ότι το εννοεί, σταματά να αναδεύει τον καφέ στο μπρίκι, σκουπίζει το χέρι της στη φούστα και απομένει να τον παρατηρεί, ενώ κατευθύνεται προς την πόρτα. Ο Ισίδωρος Γεωργίου αποφεύγει να την κοιτάξει στα μάτια, βγάζει από το πορτοφόλι του μερικά χαρτονομίσματα τα εναποθέτει στο τραπέζι και, χωρίς να πει κουβέντα, ανοίγει και βγαίνει στο διάδρομο. Μόνο όταν βρεθεί έξω συνειδητοποιεί πόσο ευχαριστημένος είναι με την απόφασή του. Και όσο για τη ζημιά, με τα επιπλέον χρήματα που της άφησε μπορεί όχι μόνο να αντικαταστήσει το σπασμένο κάδρο, αλλά να γεμίσει όλους τους τοίχους της με τις φωτογραφίες ολόκληρου του ιππικού ομίλου. Ας μην νιώθει άσχημα και γι? αυτό, άλλωστε είναι ένα θαυμάσιο ανοιξιάτικο πρωινό· κάτω από έναν τέτοιο ουρανό ακόμη και κάποιος με τα δικά του προβλήματα εύκολα μπορεί να αισθανθεί μια στάλα αισιοδοξίας. Είναι ο Ισίδωρος Γεωργίου· με καθαρό μυαλό, την κατάλληλη βοήθεια και λίγη τύχη ίσως τα καταφέρει. Χαμένος στις σκέψεις του αντιλαμβάνεται το αυτοκίνητο που έρχεται από πίσω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα την τελευταία στιγμή· μόνον αφού τον προσπεράσει κινούμενο λίγα μόλις εκατοστά από το σημείο που έχει απομείνει κοκαλωμένος. Ακούει τα φρένα να στριγκλίζουν και το όχημα ακινητοποιείται ακριβώς μπροστά του κλείνοντάς του τον δρόμο. Πριν προλάβει να αποφασίσει αν αξίζει τον κόπο να κατσαδιάσει τον οδηγό, βλέπει τις πίσω πόρτες να ανοίγουν και να πετάγονται από μέσα δυο άντρες που του ορμάνε χωρίς να πουν κουβέντα. Τότε μόνο καταλαβαίνει τι συμβαίνει και επιχειρεί να ξεφύγει, μα είναι ήδη πολύ αργά. Πουτάνα, αυτή είναι η μόνη λέξη που προλαβαίνει να πει, πριν τον αρπάξει από τον γιακά και του κλείσει το στόμα ο ένας από τους διώκτες του που με την βοήθεια του συνεργού του δεν δυσκολεύεται να τον σύρει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου το οποίο κινείται ήδη ξανά.


Από το μυθιστόρημα «Η εφεύρεση της σκιάς»
(Μάρτιος 2009)


Λίστα όλων των Συγγραφέων