Συγγραφέας του μήνα

Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Συγγράφει μυθιστορήματα και θεατρικά. Από τις Eκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα Το Μπουντουάρ του Ναδίρ (2003), Το Μυστικό Νερό (2005) και Τι είδε η γυναίκα του Λωτ (2007) που απέσπασε το βραβείο «The Athens Prize for Literature 2008 του περιοδικού (δε)κατα.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ»

Ισως η πραγματικότητα να μην είναι παρά ομαδική παραίσθηση, σκέφτηκε ο Φιλέας Μπουκ, βλέποντας τα κύματα της Μεσογείου να σκάνε στον τσιμεντένιο μόλο του Παρισιού. Το Λούβρο δεν συμβιβαζόταν με την εγγύτητα του αλμυρού νερού και η λεωφόρος Μονπαρνάς με τη μυρωδιά της θαλασσινής αύρας. Οι Παριζιάνοι εισέπνεαν παραξενεμένοι τον καινούργιο αέρα, που διέφερε από τη γλυκιά οσμή του Σηκουάνα, νότιζε τα τζάμια των αυτοκινήτων, έφραζε τα ρουθούνια και υπενθύμιζε ότι ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε. Κατοικούσαν πλέον σε παραθαλάσσια πόλη. Eκείνοι που κάποτε αποτελούσαν τον ομφαλό της ηπείρου, ήταν τώρα υποχρεωμένοι να αντικαταστήσουν τα ευέλικτα ποταμόπλοιά τους με υπερπόντια βαπόρια, το γνώριμο μονοπάτι του ποταμού τους με τον αχανή μεσογειακό ορίζοντα που έδειχνε να μην έχει τέλος.
Πέρασε κιόλας ένα τέταρτο του αιώνα κι όμως η ανάμνηση του υπερφυσικού κύματος, που σαν ιπτάμενο χαλί ήρθε απρόσκλητο κάποιο φθινόπωρο απ? την Αφρική και πλατάγισε με δύναμη στα προάστια του Μονρούζ και του Ζαντιγί, φέρνοντας τη θάλασσα στο κατώφλι του Παρισιού, εξακολουθούσε να βασανίζει τον ύπνο των Παριζιάνων. Το καινούργιο λιμάνι, προορισμένο να φιλοξενήσει θαλασσόπλοια, έμοιαζε στα μάτια τους με ανατριχιαστική ταφόπλακα του ρομαντικού παρελθόντος. Λόγω πικρίας, ή προλήψεων, απέφευγαν την προκυμαία το φθινόπωρο, άναβαν κεριά στην ξερή τάφρο του Σηκουάνα και μαζεύονταν νωρίς στα σπίτια τους. Η άλλοτε Πόλη του Φωτός αντέδρασε στην ύβρι της Υπερχείλισης γερνώντας απότομα, γέμισε ρυτίδες και ουλές, κλειστές κουρτίνες κι αφώτιστα κεφαλόσκαλα, σκιές που περπατούσαν αθόρυβα για να μην προκαλέσουν την εκδικητική γη, ένοχους ψιθύρους. Το νεόδμητο λιμάνι, παρότι υπόδειγμα τεχνικής, συγκέντρωνε τόσα βλέμματα μίσους, που είναι απορίας άξιο το πώς δεν κόπηκε μόνο του από τη γαλλική ακτή, για να θρυμματιστεί ταπεινωμένο στον βυθό και να ξεπλύνει μια για πάντα την ατίμωση.
Ο Φιλέας Μπουκ ανήκε στη δακτυλοδεικτούμενη μειοψηφία που έδειχνε συμφιλιωμένη με την προσβλητική παρουσία του λιμανιού και σεργιάνιζε ολομόναχος στην προκυμαία αυτό το δειλινό του Νοέμβρη. ?φηνε ανοιχτή την καμπαρντίνα του και επέτρεπε στη θάλασσα, που παλινδρομούσε με βουερές εκπνοές και αναρροφήσεις στον μόλο, να πιτσιλίσει το πουκάμισό του. Μονολογούσε έντονα, χτυπώντας τις μπότες του στο βρεγμένο τσιμέντο, ευρισκόμενος προφανώς στη μέση κάποιας εσωτερικής διαφωνίας, απ? αυτές που ταλάνιζαν συχνά τούτον τον ιδιόρρυθμο συνεργάτη των Times και δικαίωναν τις φήμες για επερχόμενη απόλυσή του. Όποτε ο Μπουκ διαφωνούσε με τον Μπουκ, ο Μπουκ θύμωνε και μετά δεν μιλούσε στον εαυτό του για μέρες ολόκληρες.
Οι Παριζιάνοι που τον έβλεπαν να βολτάρει στην άδεια προκυμαία αποδοκίμαζαν: Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει μνήμη; Κι όμως ο Φιλέας Μπουκ θυμόταν όσο κανένας άλλος. Ιδίως το φθινόπωρο, οι δαίμονες που τον στοίχειωναν θέριευαν, γίνονταν σπαρακτικές κραυγές, μουγκρητά πνιγμένων, παραμορφωμένα πρόσωπα, ξεραμένα στον ήλιο ρούχα που τρίζαν απ? το αλάτι, χέρια που απλώνονταν εναγώνια πάνω απ? τα λασπώδη κύματα. Η βόλτα στην προκυμαία μάλλον εξαγρίωνε παρά εξημέρωνε τους δαίμονες, αλλά ο Μπουκ είχε αποφασίσει προ πολλού πως η συγκατοίκηση μαζί τους είναι υποχρεωτική και πως υπάρχει αρκετός χώρος στην ταραγμένη του συνείδηση για όλους, ακόμη και για τον ίδιο. Όταν ένιωθε τη θαλασσινή αύρα να του χαϊδεύει το πρόσωπο ?θάλασσα λίγα μόλις τετράγωνα απ? τη Μονμάρτρη, θεοί δεν κοκκινίζετε!? ανασυρόταν απ? το μυαλό του ο παλιός χάρτης της Γαλλίας κι έχανε στιγμιαία τον προσανατολισμό του. Κατευθυνόταν προς τα κύματα, πιστεύοντας πως κατευθύνεται προς κάποιον απ? τους βυθισμένους αμπελώνες κι ευτυχώς, το προστατευτικό τοιχίο που τοποθέτησαν προνοητικά οι αρχιτέκτονες τον εμπόδιζε να βρεθεί αιωρούμενος στο κενό. Οι αμπελώνες των αναμνήσεών του, εποικισμένοι πλέον από φύκια, πολλές λεύγες κάτω από το οπτικό του πεδίο, είχαν πάψει ακόμη και να χρωματίζουν το νερό με τις τανίνες του σταφυλιού.
Ο Φιλέας Μπουκ ανήκε στους οικείους-ξένους του Παρισιού και, παρότι δεν έδεσε ποτέ με τους ντόπιους, έδεσε με την πόλη, προς μεγάλη αγανάκτηση της εφημερίδας του, η οποία υποχρεωνόταν να του ταχυδρομεί από το Λονδίνο το υλικό της δουλειάς του. Τον συγκινούσε ετούτη η πόλη, επειδή υπέμενε μεγαλόθυμα όχι μόνο τον καημό του σακατεμένου αλλά και το στίγμα του προδότη. Σ? εκείνους που της καταλόγιζαν ότι παραχώρησε εύκολα τη θάλασσά της στο στόλο των Εβδομηνταπέντε και το λιμάνι της για να εδρεύσει η Κοινοπραξία τους, απαντούσε πως ούτε η θάλασσα ούτε το λιμάνι τής ανήκαν, αφού υπήρξε ανέκαθεν ηπειρωτική. Θα έπρεπε να υποδείξει τους πραγματικούς ενόχους, τις ανεξερεύνητες βουλές της φύσης που φέρανε ξαφνικά τη Μεσόγειο στο ύψος του λαιμού της Γαλλίας, βυθίζοντας τον τρυφερό κορμό της, την Ορλεάνη, τη Βουργουνδία, τη Λιμόζ, τα πολύτιμά της ακροδάχτυλα, τη Μασσαλία, τη Νίκαια, την Τουλόν, μετατρέποντάς την σε ακρωτηριασμένη προτομή. Οι ακρωτηριασμένοι δεν διαπραγματεύονται, τους λείπουν τα κατάλληλα όργανα για κάτι τέτοιο, και η Κοινοπραξία άλωσε την πόλη χειρότερα κι απ? την ίδια την Υπερχείλιση. Το Παρίσι τουλάχιστον, σκεφτόταν ο Μπουκ, με το να καταδικάσει τον εαυτό του σε σιωπή, αντέδρασε ωριμότερα απ? όσους δοκίμασαν το μαστίγιο της Υπερχείλισης. Δεν μοιρολόγησε όπως οι Βαλκάνιοι ούτε καταράστηκε όπως οι Ίβηρες ούτε παραφρόνησε όπως οι Ιταλοί, απλώς γέρασε, κλείστηκε στον εαυτό του και πένθησε. Κι ο Μπουκ θαύμαζε, επειδή ο ίδιος δεν κατάφερνε ούτε να πενθήσει ούτε να γεράσει με αξιοπρέπεια.
Η βόλτα στο λιμάνι που επέβαλλε στον εαυτό του κάθε σούρουπο ως μνημόσυνο για τους πνιγμένους τερματιζόταν σχεδόν πάντα βίαια και οδυνηρά, επειδή, περπατώντας αφηρημένος, κουτουλούσε με δύναμη στα σιδερένια κάγκελα που οριοθετούσαν τη δημόσια προκυμαία. Έτσι και σήμερα, κοπάνισε το κούτελό του στις σιδεριές κι απέκτησε νέο καρούμπαλο. Το έτριψε ξαφνιασμένος. Πού βρέθηκαν τα κάγκελα στη μέση; Δεν εννοούσε να παραδεχτεί ότι μόνο μισή προκυμαία ανήκε στους περιπατητές και τους επισκέπτες, τους στοχαστές, τους αργόσχολους, τους ερωτευμένους ή τους οικείους-ξένους όπως ο ίδιος· η άλλη μισή ανήκε στους χορηγούς. Πίσω από τα κάγκελα εκτεινόταν αχανής ο ναύσταθμος της Κοινοπραξίας των Εβδομηνταπέντε, η λαβυρινθώδης αρχιτεκτονική του οποίου θύμιζε τεχνητό φιορδ, πλήθος από προκυμαίες να τρυπούν σαν πλοκάμια τη θάλασσα, με τις απολήξεις τους να διαιρούνται διαρκώς σε νέες διακλαδώσεις, γωνίες, ευθείες, καμπύλες σχηματίζοντας μια λιμνοθάλασσα γεμάτη αναρίθμητους θύλακες στους οποίους αναπαύονταν τα παράξενα πλοία της Κοινοπραξίας. Ο Μπουκ πλησίασε τα κάγκελα και κοίταξε κλεφτά το πολυγωνικό λιμάνι, κατακόκκινο στο φως του δειλινού, περιεργάστηκε τα πολυμορφικά σκάφη, που ποτέ δεν κατάλαβε με τι μηχανισμό κινούνται, και είδε να ξεφορτώνονται ξύλινα κιβώτια που έφεραν στις πλευρές τους το διακριτικό της Κοινοπραξίας. ?κουσε να σέρνονται στις αποθήκες τα σακιά με το πολύτιμο αλάτι, εισέπνευσε την ευωδιά του, την ευωδιά του φόβου και του χρήματος. Χαιρέτησε αμήχανα τον φύλακα, που τον κοιτούσε πίσω από τα κάγκελα χαϊδεύοντας το κλομπ του κι έκανε μεταβολή. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής περπατώντας προσεκτικά στην άκρη της προβλήτας, γνωρίζοντας πως αν έπεφτε στη θάλασσα δεν θα τον έβγαζε κανείς, θα έπρεπε να κολυμπήσει ως την Αφρική.
Παρά την αγριότητα του καγκελόφρακτου ορίου, εκείνος προτιμούσε ετούτη την πλευρά του λιμανιού για το μνημόσυνό του, επειδή την έβρισκε συνήθως έρημη. Οι Παριζιάνοι δεν καταδέχονται να πλησιάσουν το σύνορο του αίσχους κι έτσι ο Μπουκ απολάμβανε τη σιωπή και την καθησυχαστική απουσία ανθρώπινης ύπαρξης. Το μόνο που έβλεπε ήταν άδεια παγκάκια, τοίχους αποθηκών, τενεκέδες ξέχειλους από σκουπίδια και κουτσά σκυλιά να γλείφουν τις πληγές τους. Πού και πού εμφανιζόταν κάποιο ταμπλό με απομεινάρια σκισμένων αφισών, σε σημείο που δεν αναγνωριζόταν το διαφημιζόμενο προϊόν, καλυμμένο από λεκέδες ούρων και ανορθόγραφα γκράφιτι γραμμένα με μαρκαδόρο. Μόνο η αφίσα της Κοινοπραξίας, που διαφημίζει το μυστηριώδες αλάτι, παραμένει περιέργως άθιχτη σε όποιο σημείο της πόλης κι αν αναρτηθεί, λες κι οι βάνδαλοι σέβονται την ασχήμια της και δεν την κακοποιούν περισσότερο. Ακόμη και σε τούτη την απόμερη γωνιά, τη μόνη γωνιά όπου ο Φιλέας Μπουκ έβρισκε λίγη ειρήνη, η εφιαλτική αφίσα δέσποζε στον ξεφτισμένο τοίχο. Πέρασε μπροστά της με γρήγορα βήματα και την ένιωσε ν? αναπνέει δίπλα του σαν κάτι ζωντανό. H αφίσα απεικόνιζε, καθισμένη σε στάση γιόγκα, τη γνώριμη σε όλους γυμνή γυναίκα με το βιολετί δέρμα που δεν είχε πρόσωπο παρά μόνο σπηλαιώδες στόμα, από το οποίο ξεδιπλωνόταν κυματοειδής γλώσσα που στην άκρη της ξεπρόβαλλε, σαν κεφάλι μανιταριού, ο βολβός γουρλωμένου ματιού. Η λεζάντα έγραφε Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; με τρεμάμενα γράμματα, σαν από χέρι ετοιμοθάνατου. Ο Μπουκ έκλεισε τα βλέφαρα. Η περιπλοκή των συμβόλων σ? αυτήν την αφίσα τον καταδίωκε στον ύπνο του. Το μάτι της τηλεσκοπικής γλώσσας κατάφερνε να τον κοιτά σε όποιο σημείο της πόλης κι αν στεκόταν, ακόμη κι αν γύριζε την πλάτη του, ακόμη κι αν προσποιούταν, όπως τώρα, ότι δεν υπάρχει μάτι ή ότι δεν υπάρχει εκείνος.
Κάτω από την αφίσα καθόταν οκλαδόν κάποιος άντρας γυμνός από τη μέση και πάνω. Είχε τοποθετήσει μπροστά του μια γυάλινη αλατιέρα και την κοίταζε εκστασιασμένος με τα κόκκινα μάτια του, ψιθυρίζοντας μονότονα, σαν να έψελνε: «Ο Θεός είναι αλάτι».
Ο Μπουκ ανέτρεψε, άθελά του, την αλατιέρα με τη μύτη της μπότας του.
«Βλάσφημε», στέναξε ο άντρας και τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από το πόδι του Μπουκ, «ασυλλόγιστε βλάσφημε».
?ρχισε να του γλείφει την μπότα. Το βιολετί χρώμα της γλώσσας του δεν άφηνε αμφιβολία για την κατάστασή του. Ο Μπουκ τράβηξε προσεκτικά το πόδι του και τον έσπρωξε μαλακά με το τακούνι, για να τον απομακρύνει χωρίς να τον τραυματίσει. Ο άντρας δεν πρόβαλε αντίσταση ? σπάνια πρόβαλλαν αντίσταση. Πληθαίνουν όμως επικίνδυνα, σκέφτηκε ο Μπουκ, τους βρίσκεις πάντα κάτω απ? αυτές τις αφίσες. Επέστρεψε στο γραφείο του αποφασισμένος να σαπουνίσει τις μπότες του.
Το γραφείο του Μπουκ χωράει μόνο τον ίδιο, την πολυθρόνα του και την ομπρελοθήκη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το πατάρι του μαγαζιού με είδη κάμπινγκ που στεγάζεται στο ισόγειο και το οποίο ο Μπουκ νοικιάζει μαζί με τη χρήση της τουαλέτας. Δεν είναι χώρος υποδοχής επισκεπτών, γι? αυτό και δεν διαθέτει περιττή επίπλωση, όπως δεύτερη καρέκλα.
Κάθισε στη μοναδική πολυθρόνα και άνοιξε το δέμα με το διακριτικό των Times, που κατέφθασε, όπως κάθε βδομάδα, από το Λονδίνο. ?δειασε στο τραπέζι το περιεχόμενό του, που το αποτελούσαν επιστολές αναγνωστών της εφημερίδας κι εκείνες πέφτοντας σχημάτισαν μια ακανόνιστη στοίβα. Μελέτησε για λίγα δευτερόλεπτα το βουναλάκι με τους φακέλους, σαν το χρυσοθήρα που μετρά τις δυνάμεις του μπροστά στην πολλά υποσχόμενη ακτή πριν αρχίσει να κοσκινίζει την άμμο... Εκείνη τη στιγμή άκουσε επίμονο χτύπημα στην πόρτα.
«Εδώ είναι το γραφείο του κυρίου Φιλέα Μπουκ;»
Δεδομένου ότι κανείς δεν είχε χτυπήσει αυτήν την πόρτα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ο Μπουκ αιφνιδιάστηκε τόσο, που καθυστέρησε δύο ολόκληρα λεπτά ν? απαντήσει.


Ο Μπουκ ρώτησε τον επισκέπτη αν βολεύεται στην ομπρελοθήκη, γιατί δεν έμοιαζε να ενοχλείται που δεν του πρόσφερε την πολυθρόνα του. Ακουμπούσε τους γοφούς του στις λαβές των ομπρελών και μιλούσε εδώ κι ένα τέταρτο σαν να απάγγελλε κάποιο προβαρισμένο κείμενο. Ο Μπουκ προσπάθησε να συνδυάσει την παρουσία του με το θέμα της συζήτησης και με τον ίδιο· δεν έβρισκε κανέναν ευοίωνο συσχετισμό. Έπρεπε να μην απαντήσει, τι του ?ρθε ν? ανοίξει την πόρτα; Τώρα ήταν πλέον αργά, ο επισκέπτης έδειχνε με το μακρύ λιμαρισμένο νύχι του το κειμήλιο στον τοίχο.
«Κατάγεστε από τον Νότο, κύριε Μπουκ».
«Δεν υπάρχει πια Νότος».
«Εννοώ, τον πρώην Νότο». Xαμογέλασε όπως μόνο κάποιος γεννημένος στον Βορρά θα μπορούσε να χαμογελάσει. «Δεν είναι και τόσο εύκολο να σας ξετρυπώσει κανείς, δεν έχετε καν τηλέφωνο. Υπέθετα ότι κατοικείτε στο Λονδίνο, αλλά από τα γραφεία των Times με πληροφόρησαν ότι θα πρέπει να διασχίσω τη Μάγχη για να σας συναντήσω. Ούτε εκείνοι έχουν τη διεύθυνσή σας, αφού επικοινωνούν μαζί σας μέσω ταχυδρομικής θυρίδας. Έτσι, πήγα από το Παρίσι στο Λονδίνο, μόνο για να με πληροφορήσουν ότι πρέπει να ξαναγυρίσω στο Παρίσι. Σας αναζητώ μέρες και δουλεύω για κάποιους που δεν μπορούν να περιμένουν».
Ο Μπουκ παραδέχτηκε πως δεν φαντάστηκε ότι θα τον γύρευε κάποιος έξω από το περιβάλλον των Times και κυρίως κάποιος με γραβάτα στις αποχρώσεις αυτής που φορούσε ο επισκέπτης. Το τελευταίο προτίμησε να μην το πει, αλλά στενοχωριόταν όταν έβλεπε ανθρώπους να γοητεύονται απ? το βιολετί. Συνειδητοποίησε ότι νοστάλγησε τις κλασικές γραβάτες, πριν από είκοσι χρόνια κανείς δεν θα τολμούσε να βάλει αυτό το σκληρό χρώμα πάνω του.
Ο επισκέπτης περιέγραψε πόσο δυσκολεύτηκε να τον εντοπίσει, σαν να τον επέπληττε και θέλησε να μάθει γιατί ο Μπουκ κατοικεί στο Παρίσι: «Για να βρίσκεστε όσο πιο σιμά γίνεται στον πρώην Νότο;» Ο Μπουκ αρνήθηκε να αστειευτεί. «Δεν πρέπει να ζούμε στο παρελθόν», τον μάλωσε ο ξένος.
Έδειχνε μόλις είκοσι πέντε χρονών, ο Μπουκ ήταν σαράντα. Εκείνος σίγουρα δεν θυμόταν, ο Μπουκ δεν θα κατόρθωνε ποτέ να ξεχάσει. Κοίταξε έξω απ? το παράθυρο την τεράστια αφίσα της Κοινοπραξίας που κατέστρεφε την ομορφιά της πλατείας.
«Μας ενδιαφέρει πολύ η δουλειά σας, κύριε Μπουκ, και θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα γι? αυτήν. Σχεδιάζετε σταυρόλεξα για τους Times, όπως πληροφορηθήκαμε».
Ο Μπουκ ένευσε καταφατικά και ζήτησε να μάθει ποιους υπονοούσε ο πληθυντικός. Ο επισκέπτης αγνόησε την ερώτηση, αλλά ο Μπουκ είχε ήδη βγάλει τα συμπεράσματά του από τις βιολετί σκιάσεις της γραβάτας. Όχι μόνο δούλευε για τους Εβδομηνταπέντε ετούτος ο ανόητος, αλλά προσπαθούσε και να τους κολακέψει φορώντας τις αποχρώσεις του προϊόντος τους· σίγουρα χαμηλόβαθμος, βοηθός κλητήρα, αγγελιαφόρος, μπράβος, ίσως;
«... Ή, μάλλον, δεν το διατύπωσα σωστά, κύριε Μπουκ, γιατί ο όρος ?σταυρόλεξο? δεν ταιριάζει στην περίπτωση των δικών σας κατασκευών. Επινοήσατε ένα νέο είδος σταυρολέξου, όχι με γράμματα, αλλά με ?γράμματα?».
Tράβηξε κάποιον φάκελο από τη στοίβα που βρισκόταν απλωμένη στο τραπέζι και τον ανέμισε.
«Θέλετε να μου δείξετε πώς το κάνετε;»
Ο Μπουκ αρκέστηκε να τον παραπέμψει στο ένθετο των κυριακάτικων Times, όπου δημοσιευόταν κάθε βδομάδα το Επιστολόλεξό του. Εκεί παρέθετε επιστολές, τις οποίες συνέλεγε ως επί το πλείστον από το Τμήμα Αλληλογραφίας της εφημερίδας, αφαιρώντας τα ονόματα, κόβοντας παραγράφους και παραλλάσσοντας τα τοπωνύμια. Όποιος διέθετε ερευνητικό πνεύμα, συνδυαστική σκέψη και χρόνο για χάσιμο κατόρθωνε να διακρίνει τον κοινό παρονομαστή πίσω από τα ανομοιογενή γραπτά και να συμπληρώσει τα λευκά τετράγωνα του σταυρολέξου. Ελάχιστοι ασχολούνταν κι ακόμη λιγότεροι το έλυναν, αλλά οι παραδοσιακοί αναγνώστες δεν μπορούσαν να φανταστούν τους κυριακάτικους Times χωρίς το Επιστολόλεξο του Μπουκ κι αυτό τον έσωζε απ? την απόλυση. Είχε καταντήσει ένας γραφικός θεσμός, όπως το Μουσείο Γεωγραφίας, που όλοι ξέρουν πού βρίσκεται, αλλά κανείς δεν επισκέπτεται. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται, ενόσω χάζευε απέναντί του τον νεαρό, ο οποίος προσποιούταν αδέξια ότι ανοίγει τον φάκελο κι ακόμη πιο αδέξια ότι μιλά για ζήτημα που γνωρίζει.
«Για να δούμε, κύριε Μπουκ, αν κατάλαβα καλά τις οδηγίες του Επιστολολέξου. Διαβάζω, λοιπόν, την κακογραμμένη επιστολή κάποιου κυρίου Χ, που διαμαρτύρεται για την αποκομιδή των σκουπιδιών στο Κένσινγκτον, και αφού συνδυάσω την παλαιότητα του σπιτιού του, την περιγραφή των καιρικών συνθηκών και την ημέρα της εβδομάδας, απαντώ στην ερώτηση ?Ποια από τις πέντε αισθήσεις του κυρίου Χ είναι οξύτερη από τις άλλες?, για να βρω το τρία καθέτως. Σωστά;»
Ο Μπουκ δεν απάντησε ούτε ναι ούτε όχι, διαπιστώνοντας ότι έχει ενώπιόν του έναν αδαή των σταυρολέξων του.
Ο νεαρός έσκασε στα γέλια. «Πάντως, οφείλω να παραδεχτώ ότι το σχήμα του Επιστολολέξου είναι γουστόζικο. Μοιάζει με μαίανδρο. Έτσι, δεν καταλαβαίνει κανείς ποια τετράγωνα ορίζετε ως ?οριζόντια? και ποια ως ?κάθετα?. Για να μπερδέψετε ακόμη περισσότερο τα πράγματα, δώσατε στο Επιστολόλεξο τρεις διαστάσεις: Οριζοντίως, Καθέτως και Διαγωνίως. Οι οδηγίες γράφουν ότι ο μόνος τρόπος για να προσανατολιστούν σωστά οι λύτες είναι να φανταστούν ότι το κοιτούν από μέσα προς τα έξω κι όχι από έξω προς τα μέσα. Δεν νομίζετε ότι το σταυρόλεξό σας παραείναι πολύπλοκο για να είναι ψυχαγωγικό;»
Πέταξε ξανά τον φάκελο στο τραπέζι και ο Μπουκ τον τακτοποίησε υπομονετικά στη βάση της στοίβας.
«?κουσα ότι οι Times δεν σκοπεύουν να σας ανανεώσουν το συμβόλαιο. Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια ?τόσα δεν δουλεύετε γι? αυτούς;? είναι θλιβερό. Η απόλυσή σας θα σημάνει το τέλος μιας ολόκληρης κουλτούρας, ανώφελης αλλά γοητευτικής, που θέλει το αίνιγμα να περιβάλλει τον λύτη και να αναπτύσσεται γύρω του. Αλήθεια, σας ανησυχεί το μέλλον σας;»
Ο Μπουκ είχε ήδη εξαφανίσει με τη φαντασία του τον ενοχλητικό συνομιλητή και έβλεπε μόνο τον άβαφο τοί-
χο πίσω του, τον οποίο θα έπρεπε σύντομα να ασβεστώσει.
«Κύριε Μπουκ, ήρθα για να σας μεταφέρω μια πρόσκληση. Κατορθώσατε να προκαλέσετε το ενδιαφέρον των δικών μου εργοδοτών, που πληρώνουν πολύ καλύτερα από τους Times και απαιτούν πολύ λιγότερα. Σας παρακαλούν ευγενικά να με ακολουθήσετε στα γραφεία τους και σας προσφέρουν αυτό, για ν? αντιληφθείτε πόσο σοβαρή είναι η πρότασή τους».
Παρουσίασε μια επιταγή και την ακούμπησε στο τραπέζι ισιώνοντας με τα δάχτυλα τις άκρες της. Οι εργοδότες του νεαρού αποκλείεται να ζητούσαν οτιδήποτε από τον Μπουκ ? ο τελευταίος δεν είχε καμιά αμφιβολία γι? αυτό. Δεν άγγιξε την επιταγή, στο υδατογράφημα της οποίας διέκρινε το πασίγνωστο σήμα της Κοινοπραξίας ?τα ενωμένα χέρια? και περίμενε ν? ακούσει κάποια αληθοφανέστερη εξήγηση για τούτη την επίσκεψη. Ο νεαρός έσπρωξε αργά την επιταγή προς το μέρος του.
«Οι εργοδότες μου θέλουν να λύσετε ένα σταυρόλεξο ?τύπου Μπουκ?».
Ο Μπουκ κοίταξε την τεράστια αφίσα της βιολετί γυναίκας στην πλατεία, το μάτι που τον κοιτούσε ορθάνοιχτο από την άκρη της γλώσσας, γεμάτο έκπληξη, τρόμο και ένοχο πόθο. Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; Τρία καθέτως;
Κάτω από την αφίσα κάποιοι ανισόρροποι, σε έκσταση, με κατακόκκινα μάτια, κάθονταν οκλαδόν μπροστά στις γυάλινες αλατιέρες τους κι ένωναν τις γλώσσες τους.
«Θα σας ακολουθήσω όπου θέλετε», είπε μελαγχολικά.


















Επιστολή του Χαβιέ Τουρία Χερμενεγκίλντο (σελίδα 4)
Κωδικός Αποίκου: 00456321
Τόπος Γέννησης: Βαλένθια Ισπανίας
Ιδιότητα: Πρόεδρος Δικαστηρίου
Επίπεδο Αρμοδιοτήτων: Β1
Δηλωθέν Όνομα: Μπερνάρ Μπατώ



... Η Αποικία δεν διακρίνεται από τη θάλασσα. Σ? αυτό συμφωνούν ακόμη και οι πιο έμπειροι ναυτικοί, όπως ο πλοίαρχος Κορτέζ, που βρίσκεται είκοσι χρόνια στην υπηρεσία της Κοινοπραξίας και μπορεί να πλοηγεί σ? ετούτα τα βιολετί νερά με κλειστά μάτια. Αυτός είναι εξάλλου και ο μόνος τρόπος να πλοηγεί κανείς: με κλειστά μάτια.
Ο νεαρός ανθυποπλοίαρχος Ρίτσμοντ, που υπηρετεί υπό τις εντολές του Κορτέζ, εμφάνιζε όλα τα συμπτώματα όσων πρωτοφτάνουν στην Αποικία και δεν έδειχνε στα συγκαλά του εκείνη την Πέμπτη. Αγωνίζομαι να θυμηθώ την έκφραση, το βλέμμα, τον κυματισμό της φωνής του, ώστε ν? ανακαλύψω το βαθύτερο νόημα της μεθυσμένης του εξομολόγησης, αν υπήρχε βαθύτερο νόημα στο παραλήρημά του. Οι εξοχότητές σας θα διαβάσουν και θα κρίνουν. Υπόσχομαι να καταγράψω σ? ετούτη την επιστολή όλα όσα μου εμπιστεύτηκε, λέξη προς λέξη, χωρίς να παραλείψω ή να προσθέσω το παραμικρό, μάρτυς μου ο Θεός.
Όπως σας έλεγα, όταν ολοκληρώσαμε οι τέσσερις τη μεταφορά του πράσινου κουτιού, εγώ κι ο Ρίτσμοντ φύγαμε απ? το Κυβερνείο ? θα ?ταν πια εννιά και μισή τη νύχτα. Η κόρη μου μας μετέφερε πρωτύτερα την εντολή της λαίδης Ρεγγίνας: «Να πάρετε δρόμο και οι τέσσερις, ο Κυβερνήτης Βερά αναπαύεται». Καλή της ώρα, δεν είναι κομψή στις εκφράσεις της η κόρη μου κι από τότε που την πήρε ο Κυβερνήτης Βερά στη δούλεψή του, να σιδερώνει τις κιλότες της λαίδης, μεγάλη μου τιμή ασφαλώς, έγινε ξεδιάντροπη και δεν δείχνει κανένα σεβασμό στον πατέρα της ? φτωχό μου παιδί. Υπακούσαμε, λοιπόν. Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι δύο, εγώ κι ο Ρίτσμοντ πάντως φύγαμε μαζί. Ωραίο θέαμα, μα την πίστη μου, ένας γέρος δικαστής κι ένας νεαρός ανθυποπλοίαρχος, εγώ με την τήβεννο εκείνος με τη στολή, να γυρεύουν τραπέζι και μπουκάλι για τη νύχτα, μα πώς αλλιώς θα πέρναγε η ώρα; Το Φρουραρχείο είχε εκδώσει εντολή για απαγόρευση της κυκλοφορίας εξαιτίας της πυκνής ομίχλης και υποχρεωθήκαμε να χωθούμε σε κάποια χαμοκέλλα των Εσπερίδων, δίπλα απ? το Κυβερνείο, για να περιμένουμε το ξημέρωμα. Στον δρόμο περιπολούσαν οι άντρες του φρούραρχου Ντρέικ οπλισμένοι, πού να τολμήσουμε να ξεμυτίσουμε; Ο κάπελας δεν έκλεισε εγκαίρως κι έτσι θα διανυκτέρευε στη χαμοκέλλα. Περάστε, μας είπε, ορίστε το μπουκάλι, εγώ θα ξαπλώσω πίσω από τον πάγκο, άμα ξημερώσει με ξυπνάτε. Σωριαστήκαμε σε κάποιο τραπέζι και κοιτάζαμε έξω απ? το παράθυρο το απόλυτο τίποτε· όταν απλώνεται ομίχλη στην Αποικία βλέπεις μόνο το είδωλό σου ν? αντανακλάται.
Τα σανίδια της χαμοκέλλας λερωμένα, βρομούσε ο τόπος ξινισμένο αλκοόλ και το ροχαλητό του κάπελα μας αναγούλιαζε. Δεν είχαμε όρεξη ούτε να κοιταχτούμε. Η μέση μας πονούσε απ? το κουβάλημα, η κοιλιά μας γεμάτη σπιθούρια απ? την τριχιά με την οποία μας έδεσε ο Κορτέζ σ? όλη τη διαδρομή, για να μη χωριστούμε στην ομίχλη, να μη χάσουμε τον βηματισμό μας ? ώρες ώρες γίνεται κι αυτός ανυπόφορος με την εμμονή του στον κανονισμό. Τρίβαμε την πονεμένη μέση μας, γεμίζαμε τα ποτήρια μας και τα τσουγκρίζαμε χωρίς προπόσεις, μόνο για ν? ακούμε τον ήχο τους.
Σύντομα ο Ρίτσμοντ ζεστάθηκε απ? το ποτό, υπέκυψε στον καημό του και ανοίχτηκε. Κανείς δεν ξεχνάει το πρώτο του ταξίδι στην Αποικία, πόσω μάλλον ο Ρίτσμοντ, που το φρεσκοραμμένο σήμα της Κοινοπραξίας στην πράσινη στολή του δεν έχει ακόμη αγριέψει απ? την αλμύρα. Να, δες, Μπατώ, μου έδειχνε παραστατικά ο Ρίτσμοντ, ότι τάχατες ο Κορτέζ τέντωνε το χέρι έξω απ? την κουπαστή και γραδάριζε με τα δάχτυλα, αφήνοντάς τα να μουσκέψουν απ? τις εξαερώσεις της θάλασσας. Έτσι μετρούσε την πυκνότητα του νερού και υπολόγιζε πόσο μακριά είναι η στεριά. Τα ακροδάχτυλα του Κορτέζ συνέλεγαν όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν για την πλοήγηση, επειδή δεν εμπιστευόταν τα όργανα πλεύσης όταν έμπαινε στα χωρικά ύδατα της Αποικίας. Ο Ρίτσμοντ πίεζε με τον δείκτη το καρύδι του λαιμού του για να βγει η φωνή του σπασμένη και άγρια σαν του Κορτέζ:
«... η πυξίδα τρελαίνεται με τους μαγνήτες του αλατιού, το δρομόμετρο κολλάει, βυθόμετρο δεν βυθίζεται σ? αυτά τα νερά, ο εξάντας αχρηστεύεται, γιατί σπανίως βλέπεις ουρανό με την ομίχλη, που ούτε διόπτευση δεν επιτρέπει, Ρίτσμοντ· να κρίνεις απ? το βάρος του νερού, όπως κολλά στα δάχτυλά σου, το χρώμα, την οσμή του και τη μορφολογία του βυθού. Παρακολούθα τι σου μηνάει ο ναύτης που μελετά με λάμπα τον πυθμένα και εντόπιζε τα σημεία στους χάρτες, τις εσοχές και τις προεξοχές του υπόγειου τοπίου, τα βουνά, τις κοιλάδες, τα κτήρια των βυθισμένων πόλεων. Αν είσαι ακριβής στους υπολογισμούς σου, σε τρεις βδομάδες θα δεις στ? αριστερά σου τις Πύλες και το αέτωμα με ανάγλυφα τα ενωμένα χέρια. Θα εμφανιστεί αναπάντεχα μέσ? από την ομίχλη, να είσαι προετοιμασμένος. Μανουβράρισε χρησιμοποιώντας τα βαρίδια και πέρνα ακριβώς ανάμεσα απ? τις δυο χοντρές κολόνες. Θα καταλάβεις ότι βρίσκεσαι στο κέντρο τους αν σηκώσεις το κεφάλι και δεις τον μακρύ σταλακτίτη που προεξέχει απ? το αέτωμα να κρέμεται ακριβώς πάνω από το μεσιανό σου κατάρτι. Δεν είναι σταλακτίτης, είναι ο αγκώνας ενός απ? τα ενωμένα χέρια, που τον φτιάξανε επίτηδες μακρύ για να βοηθήσουν τους ναυτικούς στον υπολογισμό. Κλείδωσε το τιμόνι και κράτα ευθεία πορεία. Σε τρεις ώρες θα δεις τα πρώτα φώτα της Αποικίας. Μην περιμένεις τίποτε σπουδαία φώτα, σαν αυτά που βλέπεις όταν πλησιάζεις το Παρίσι, τη Βιένη και τ? άλλα λιμάνια της Μεσογείου, μικρές φλογίτσες θα δεις, να τρεμοπαίζουν σαν καντηλάκια. Τότε μπορείς ν? ανασάνεις, να ευχαριστήσεις την τύχη σου που δεν σε κατάπιε η ομίχλη και να περιμένεις. Θα σε πλησιάσουν οι λεμβούχοι, που σε βλέπουν πριν τους δεις εσύ, γιατί η ορατότητα είναι καλύτερη από την πλευρά της Αποικίας. Σε διπλαρώνουν με τις βάρκες τους και χραπ-χραπ, κοτσάρουν τους γάντζους στους κρίκους της μάσκας σου. Όταν το πλοίο αγκιστρωθεί γερά στα συρματόσχοινα, ειδοποιούν με τρομπαρίνες τον επόπτη που βρίσκεται στο κουβούκλιο της προβλήτας κι εκείνος δίνει εντολή στους μακαράδες που δουλεύουν τα βαρούλκα. Βγες στη γέφυρα να δεις τον ελλιμενισμό, αξίζει τον κόπο. Οι μακαράδες θα τραβήξουν το πλοίο με τα συρματόσχοινα και θα το φέρουν γλυκά μέχρι τον μόλο, σαν να τραβάν ψάρι με πετονιά. Δίπλα σου θα ?ναι συνεχώς οι λεμβούχοι να σου διορθώνουν την πορεία με τα κοντάρια τους, άμα παρεκκλίνεις, γι? αυτό μην ανησυχείς και μη βιαστείς να δέσεις, γιατί οι θέσεις είναι μετρημένες στο λιμάνι και οι στενωποί ασφυκτικοί, θα πρέπει να σε ασφαλίσουν πρύμα-πλώρα, ειδικά ένα Πλοίο της Αλληλογραφίας όπως αυτό εδώ. Η αλληλογραφία του Κυβερνήτη είναι το πολυτιμότερο φορτίο για την Κοινοπραξία, περνάς χειροπέδες σε όποιον υποπτευθείς ότι πλησίασε το πράσινο κουτί, να το θυμάσαι αυτό... Μόλις δεις τους λεμβούχους να μαζεύουν τους γάντζους απ? τη μάσκα, θα πει πως σταθεροποιήθηκες και πετάς τους κάβους στις δέστρες. Σκάλα όμως κατεβάζεις μόνο όταν δώσει άδεια ο επόπτης. Ετούτη η γη είναι των Εβδομηνταπέντε, μήτε αναπνέεις εδώ χωρίς άδεια».
Ο Ρίτσμοντ σηκωνόταν απ? την καρέκλα του για να μου περιγράψει την κατατομή του Κορτέζ, σάμπως δεν την ήξερα, χτυπούσε τους ώμους του, τραβούσε τα μάγουλά του, ψηλός, φαρδύς, με σκαμμένο πρόσωπο ο γερο-Κορτέζ, φόβητρο των ναυτών, η βραχνή φωνή του ικανή να σε κάνει να πετάγεσαι ιδρωμένος στον ύπνο σου μήνες αφότου ξεμπάρκαρες. Ο Κορτέζ, αν αυτό είναι το αληθινό του όνομα ?ποιος χρησιμοποιεί το αληθινό του όνομα όταν δουλεύει για την Κοινοπραξία, εκτός φυσικά από τον Ρίτσμοντ, αφέλεια τούτο το παιδί?, τραβούσε τον ανθυποπλοίαρχο απ? τον σβέρκο σαν κουτάβι και τον έσερνε στο κατάστρωμα για να μην τον χάσει απ? τα μάτια του. Τόσο πυκνή ήταν η ομίχλη, που μπορούσες να την κόψεις με μαχαίρι, δεν έβλεπες στο μισό μέτρο, λες και κατέβηκαν τα σύννεφα και κατάπιαν το καράβι. Η θαλασσινή αύρα, καυστική σαν οξύ, χάραζε το δέρμα, τρύπαγε τα ρούχα, έτσουζε το σώμα πατόκορφα κι ο Ρίτσμοντ ?όχι φανταστείτε τον Ρίτσμοντ, που ονειρευόταν χρόνια τούτο το μπάρκο, να φτάσει μέχρι το βιολετί πέλαγο, να δει με τα μάτια του την Αποικία? σιγουρευόταν ότι έκανε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του και πήγαινε γραμμή για την κόλαση, αυτήν που εμείς ονομάζουμε πατρίδα.
Με το που πέρασαν την υφαλοκρηπίδα της Αποικίας, ο Κορτέζ διέταξε να σβήσουν τις μηχανές και να σηκώσουν πανιά, μετατρέποντας το πλοίο σε ιστιοφόρο. Ταυτόχρονα έσβησε και η ηλεκτρογεννήτρια, βυθίζοντας στο σκοτάδι καμπίνες και κατάστρωμα. ?ναψαν μικρές λάμπες ιχθυελαίου, που φώτιζαν ελάχιστα και βρομούσαν ανυπόφορα. «Εντολή των Εβδομηνταπέντε», εξηγούσε ο Κορτέζ. Το ιχθυέλαιο είναι η μόνη πηγή ενέργειας που επιτρέπει σ? αυτά τα νερά η Κοινοπραξία, για να μη διαταραχθεί η ευαίσθητη χημική ισορροπία του αλατιού. Τούτο το αλάτι είναι πολύ ιδιότροπο, ευπαθές στον ηλεκτρισμό, στη ραδιενεργή ακτινοβολία, στα δηλητήρια των καυσίμων. Κινδυνεύει να χάσει τη βιολετί του απόχρωση ή την πικάντικη γεύση του ή το φίνο άρωμά του. Η Αποικία μοιάζει με τεράστιο θερμοκήπιο, που λειτουργεί σε ελεγχόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες προκειμένου να παράγει αναλλοίωτο το πολύτιμο προϊόν, το οποίο πωλείται χρυσάφι στις πόλεις του πολιτισμένου κόσμου, με την ουγκιά, ακόμη και με τον κόκκο.
Το πλοίο χρειάστηκε λίγες ώρες για να διασχίσει με μηχανές τη μισή Μεσόγειο και τρεις ολόκληρες βδομάδες για να διανύσει με πανιά τα ελάχιστα μίλια της Νεκράς. Ο άνεμος ισχνός και αρρωστιάρης, το νερό σίδερο, το σκάφος ακινητοποιημένο. Ο Ρίτσμοντ ένιωσε τους σφυγμούς του να πέφτουν απ? την ακινησία της θάλασσας και βυθίστηκε στην υπνωτιστική τυφλότητα της ομίχλης, όπως βυθίζεται κανείς σε λήθαργο. Δεν έβλεπε διαφορά στο να έχει ανοιχτά ή κλειστά τα μάτια, ψηλαφώντας έβρισκε τη γέφυρα, τις καμπίνες, τις λαβές του πηδαλίου. Δεν ξεχώριζε ώρα της μέρας, σούρουπο και χάραμα. Ακόμη και οι φωνές των ανθρώπων του καραβιού άλλαξαν, ή έτσι του φαινόταν, τώρα που δεν έβλεπε τα πρόσωπά τους. Ήχους μόνον αναγνώριζε, τον βήχα του καπετάνιου, το χωλό βήμα του λοστρόμου, το λαχάνιασμα των αόρατων ναυτών που ξύνανε με σπάτουλες τη βιολετί πάχνη απ? το κατάστρωμα. Ήθελε να γδυθεί για να ξύσουν και το δικό του δέρμα, να τον αποφλοιώσουν από τη βιολετί κρούστα που του ?φραζε τους πόρους. Καημένε Ρίτσμοντ, άμα σ? αγγίξει μια φορά το βιολετί, θα το κουβαλάς για πάντα μέσα σου κι ας τρίβεσαι με σύρμα μέχρι να γεράσεις.
Όσο βαθύτερα βυθίζονταν στην ομίχλη, τόσο λιγότερο εμπιστευόταν ο Ρίτσμοντ τις αισθήσεις του, γιατί τίποτε πια δεν έμοιαζε φυσιολογικό. Το πλοίο, ωθούμενο από την πανίσχυρη άνωση που προκαλεί το βιολετί αλάτι, πεταγόταν προς τα πάνω και η γάστρα του έβγαινε σχεδόν ολόκληρη στην επιφάνεια. Ο Κορτέζ διέταζε να διπλωθεί μέσα η καρίνα και ν? ανοίξουν τα πλευρικά πτερύγια κι εκείνα ξεπρόβαλλαν γύρω από τη βάση του κύτους σαν πιέτες φούστας. Το καράβι επέπλεε στηριγμένο στα πέταλά του, όχι σκίζοντας το νερό, αλλά συρόμενο πάνω του ?αδύνατο να υπολογιστεί η πορεία, ο προσανατολισμός ή η ταχύτητα? σαν σαπούνι που γλιστρά σε πάγο και μόνο η εμπειρία του Κορτέζ, που μετατόπιζε απότομα τα βαρίδια πλεύσης για να εκβιάσει την ώθηση και τριμάριζε επιδέξια τα πανιά μήπως μπουκώσουν τον ανύπαρκτο άνεμο, το έσωζε απ? την ακινησία. Στα σίγουρα, δεν θα ξεχάσει ο ανθυποπλοίαρχος ετούτο το ταξίδι.
Θα ?χαμε κατεβάσει πια μισό μπουκάλι, όταν ο Ρίτσμοντ μίλησε επιτέλους γι? αυτό που τον στοίχωνε, δηλαδή για το αγόρι. Έγειρε προς το μέρος μου, μ? εκείνα τα μάτια του μεθυσιού και του τρόμου και μου ψιθύρισε πως τον είδε. Ναι, τον είδε. Ούτε ο Κορτέζ δεν τον πίστεψε, του ?πε πως τ? ονειρεύτηκε, μα ο Ρίτσμοντ μου έλεγε ξανά και ξανά, εγώ τον είδα, Μπατώ, δεν ξέρω αν ήταν άγγελος ή δαίμονας, μα στεκόταν δίπλα μου στο κατάστρωμα, λίγο πριν φτάσουμε στις Πύλες. Ο Κορτέζ τον μπάτσιζε να ξυπνήσει, μα ο Ρίτσμοντ δεν κοιμόταν. Ο Κορτέζ φώναζε πως ο ανθυποπλοίαρχος βλέπει διαρκώς οράματα, όπως όλοι οι ναυτικοί που ταξιδεύουν για πρώτη φορά σ? αυτά τα νερά. Οι αναθυμιάσεις του βιολετί αλατιού είναι παραισθησιογόνες και πρέπει να παίρνει κανείς το χάπι που χορηγεί η Κοινοπραξία για να μη χάσει τα μυαλά του. Μήπως ο Ρίτσμοντ ξέχασε να πάρει το χάπι; Όχι, Μπατώ, εγώ τον είδα και μπορώ να τον περιγράψω.
Ο Ρίτσμοντ σηκώθηκε από τη θέση του για να μου περιγράψει το αγόρι που είδε να εμφανίζεται στο βιολετί σύννεφο, εκεί, στο σύνορο ύπνου και πραγματικότητας, λίγο πριν από τις Πύλες δηλαδή. Έβαλε την παλάμη κάθετα στο κεφάλι του: Να, τόσο ψηλό αγόρι, εικοσάχρονο, με μακριά σγουρά μαλλιά, όλο μπούκλες, δεμένα αλογοουρά, φορούσε κόκκινο πουκάμισο και ψηλές μαύρες μπότες, στο αφτί του λαμπύριζε ένας χρυσός πειρατικός κρίκος. Στεκόταν δίπλα μου στο κατάστρωμα κι ακουμπούσε όπως εγώ στην κουπαστή, λες κι ήταν η σκιά μου ? δεν φοβήθηκα αυτόν, Μπατώ, αλλά εμένα, αν θες το πιστεύεις. Μήπως ήταν κάποιος απ? το πλήρωμα; Αποκλείεται, Μπατώ, αυτό το άγνωστο αγόρι με μυρουδιά άλλης εποχής δεν το ?χα δει ποτέ ξανά. Πώς αντέδρασες, Ρίτσμοντ; Kανένας απ? τους δυο μας δεν κουνήθηκε, Mπατώ, απλώς στεκόμασταν εκεί, γερμένοι στην κουπαστή, ο ένας δίπλα στον άλλο, τυλιγμένοι στην ομίχλη, αόρατοι. Μόνο το αντιφέγγισμα του χρυσού σκουλαρικιού μού υποδήλωνε την παρουσία και την ακινησία του. Ξαφνικά το αγόρι μουρμούρισε:
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;»
Σ? ορκίζομαι, Μπατώ, η ερώτηση βγήκε από μέσα του κι όχι απ? τα χείλη του, τα χείλη του δεν κινήθηκαν. Εσύ διαβάζεις τη Bίβλο, Μπατώ... μπεκρο-Μπατώ, πόσον καιρό έχεις να πας στην εκκλησία; Ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα, αλλά να σώσει τον Λωτ και την οικογένειά του, με τον όρο ότι θα φύγουν χωρίς να γυρίσουν πίσω το κεφάλι να δουν την καταστροφή. Η γυναίκα του Λωτ όμως, περίεργη όπως όλες οι γυναίκες, δεν μπόρεσε ν? αντισταθεί στον πειρασμό και έστρεψε το βλέμμα... και τότε ο Θεός τη μετέτρεψε σε στήλη άλατος. ?λατος... Το αγόρι με το πειρατικό σκουλαρίκι έγλειψε τα χείλη του και γεύτηκε το αλάτι που έφερνε η θαλασσινή αύρα και κολλούσε πάνω μας, λες και γευόταν το πνεύμα της γυναίκας που υπέκυψε στην περιέργειά της. Σου τ? ορκίζομαι, Μπατώ, το γεύτηκα κι εγώ μαζί του κι ας κρατούσα κλειστά τα χείλη μου, σαν να μπήκε η γλώσσα του με κάποιον μυστηριώδη τρόπο στο δικό μου στόμα και να μου μετέφερε τη γεύση. Ένιωσα τον ουρανίσκο μου να μουδιάζει, το σάλιο μου να πικρίζει, τα ούλα μου να καίνε. Αμαρτάνουμε, σκέφτηκα, μα δεν είχα κουράγιο ούτε να σταυροκοπηθώ. Το αγόρι αναρωτήθηκε:
«Τι να είδε, που άξιζε τέτοια τιμωρία;»
Κανείς δεν έμαθε ποτέ, έτσι δεν είναι, Μπατώ, γι? αυτό ο Θεός τη μετέτρεψε σε αλάτι, για να μη μάθει κανείς τι συνέβη στα Σόδομα. Το αγόρι βρήκε περίεργο ένας Θεός, που είναι πάντα επιδεικτικός όταν οργίζεται και φροντίζει να υπάρχουν μάρτυρες των τιμωριών του, να συμπεριφερθεί έτσι. Γιατί τόση μυστικότητα στην καταστροφή των Σοδόμων; Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί τη μετέτρεψε σε αλάτι, Μπατώ, σάμπως το αλάτι να είναι το τίμημα της γνώσης. Η ομίχλη ξαφνικά αραίωσε και μπόρεσα να κοιτάξω για πρώτη φορά το αγόρι στα μάτια, μάτια κατάμαυρα, σαν την πιο σκοτεινή νύχτα. Και τότε δεν θα πιστέψεις τι συνέβη, Mπατώ. Χούφτωσε με δύναμη την κουπαστή, για μια στιγμή πίστεψα ότι θα την ξεκολλήσει, εκείνος όμως στηρίχθηκε στις παλάμες του, τράβηξε το σώμα του επάνω, μέχρι που οι μπότες του πάτησαν στην κουπαστή, ανασηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια διάπλατα σαν εσταυρωμένος και έπεσε στα βιολετί νερά.
Ο Ρίτσμοντ σκαρφάλωσε στο τραπέζι για να μου δείξει τη βουτιά του αγοριού, ανασηκώθηκε στις μύτες, τέντωσε τα χέρια σε έκταση και χύθηκε στο πάτωμα με τόση φόρα, που το σαγόνι του τσακίστηκε και τα σανίδια της ταβέρνας γέμισαν αίματα. Έφτυσε τα δόντια του, τα μάτια του τρέχανε κι όλο ψιθύριζε: Σ? ορκίζομαι, Μπατώ, τον είδα να πέφτει σ? αυτά τα νερά, ένα μίλι έξω από το λιμάνι σας.
Τον ρώτησα αν τα αφηγήθηκε όλα τούτα στον πλοίαρχο Κορτέζ και τι είχε να πει ο καπετάνιος για το αγόρι. Ο Ρίτσμοντ σκούπισε τα αίματα απ? το στόμα του και κλαψούρισε πως ο Κορτέζ τον επέπληξε ότι παραλείπει, τάχα, να παίρνει το χάπι, γι? αυτό βλέπει οράματα. Επηρεάστηκε, του είπε, από την αφίσα των Εβδομηνταπέντε, που διαφημίζει το αλάτι της Αποικίας και βρίσκεται αναρτημένη σε όλες τις πόλεις του πολιτισμένου κόσμου. Η βιολετί γυναίκα που δεν έχει πρόσωπο παρά μόνο στόμα και από την άκρη της γλώσσας της ξεπροβάλλει το μάτι. Το μάτι που είδε, η γλώσσα που γεύτηκε, η ενοχή της γνώσης, το αλάτι της τιμωρίας.
«Μεγαλοφυής διαπλοκή συμβόλων, πανούργα διαφήμιση, αν κρίνω απ? τις πωλήσεις του αλατιού», μούγκρισε ο Κορτέζ και χτύπησε τα μηνίγγια του Ρίτσμοντ με τους κόμπους των δαχτύλων του. «Η αφίσα μολύνει τους εφιάλτες σου!»
Ο ανθυποπλοίαρχος όμως ήταν βέβαιος ότι στο πλοίο επέβαινε κάποιος λαθρεπιβάτης και πως ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας στην αυτοκτονία του. Ο Κορτέζ αστειεύτηκε με την επιλογή του αυτόχειρα να πέσει σε τούτα τα νερά, που αρνούνται να σε πνίξουν, αντί για τη Μεσόγειο, που ρουφάει ευχαρίστως τους αυτόχειρες σαν κινούμενη άμμος. Τέντωσε το δάχτυλο έξω από την κουπαστή και έδειξε τα ύφαλα του σκάφους, που εξείχαν από το νερό. Εδώ ένα πλοίο τόσων χιλιάδων τόνων δεν καταφέρνει να βυθιστεί, όχι ένας άνθρωπος μερικών δεκάδων κιλών. Ο αυτόχειρας του ανθυποπλοιάρχου θα έπρεπε να σκάσει στην επιφάνεια και να επιπλεύσει σαν φτερό. Όχι, ο Ρίτσμοντ επέμενε πως το αγόρι πήγε κατευθείαν στον πάτο σαν κοτρόνα, γιατί είδε το χρυσό σκουλαρίκι να διαγράφει καμπύλη στον αέρα και να χάνεται στα βιολετί βάθη.
«Αυτά τα νερά γεννούν πρόστυχες παραισθήσεις. Φρόντιζε να παίρνεις το χάπι», τον μάλωσε ο Κορτέζ.
Ο παρατηρητής απ? την κορφή του άλμπουρου, με το μάτι κολλημένο στο κανοκιάλι, ούρλιαξε πως φάνηκαν οι θαλάσσιες Πύλες. Ο ανθυποπλοίαρχος γύρισε το κεφάλι και είδε να ξεπροβάλλει από την ομίχλη μια τεράστια κολόνα, τόσο κοντά στο πλοίο που φοβήθηκε ότι θα συνθλιφτούν πάνω της. Ο Κορτέζ ανέβηκε τρέχοντας στη γέφυρα και διέταξε να πάρουν όλοι θέσεις για την περιστροφή. Οι ναύτες σκαρφάλωναν σαν πίθηκοι στα ξάρτια για να ρυθμίσουν την κλίση των ιστίων, ενώ τα πτερύγια στη βάση του κύτους ανεβοκατέβαιναν σαν πλήκτρα πιάνου. Τα βαρίδια συγκεντρώθηκαν με θόρυβο στα δεξιά κι ο Ρίτσμοντ έχασε την ισορροπία του και κουτρουβάλησε με φόρα στο κατάστρωμα. Αρπάχτηκε απ? την κουπαστή, η θάλασσα πλησίασε κι έφτασε λίγα εκατοστά από το πρόσωπό του, καθώς το κατάστρωμα ανασηκώθηκε τόσο που σχεδόν σχημάτισε ορθή γωνία με τον αφρό. Το επικλινές σκαρί κατόρθωσε με μανούβρες να επιτύχει στροφή σαράντα πέντε μοιρών. Η δεύτερη κολόνα άρχισε σταδιακά να αχνοφαίνεται απ? την αντίθετη μεριά. Το πλοίο πέρασε ακριβώς ανάμεσά τους και η ανασηκωμένη του πλευρά πάτησε στη θάλασσα επιστρέφοντας σε οριζόντια θέση. Ο ανθυποπλοίαρχος είδε από πάνω του το αέτωμα που ένωνε τις δύο κολόνες με ανάγλυφα τα τεράστια ενωμένα χέρια. Ο αγκώνας κάποιου χεριού εξείχε πολύ περισσότερο απ? ό,τι στο κλασικό σήμα της Κοινοπραξίας και κρεμόταν σαν σταλακτίτης. Το μεσαίο κατάρτι του πλοίου πέρασε ακριβώς από κάτω του, λες κι ήταν ο σταλαγμίτης του. Ο Κορτέζ κλείδωσε το τιμόνι: «Τώρα δεν έχουμε παρά να περιμένουμε». Σάλιωσε τη μύτη του μολυβιού και σημείωσε στο ημερολόγιο του πλοίου:
Πέμπτη 20 Αυγούστου, ώρα 18:00. Διασχίσαμε τις θαλάσσιες Πύλες της Αποικίας.
Σας τα γράφω, εξοχότατοι, όπως ακριβώς μου τα αφηγήθηκε ο Ρίτσμοντ.






Επιστολή του Σελίμ Ντουντέν Μπερκάντ (σελίδα 5)
Κωδικός Αποίκου: 03256458
Τόπος Γέννησης: Αττάλεια Τουρκίας
Ιδιότητα: Διοικητής Φρουράς
Επίπεδο Αρμοδιοτήτων: Β1
Δηλωθέν Όνομα: ?ντριου Ντρέικ



... Το πράσινο κουτί δεν είναι της αρμοδιότητάς μου, γι? αυτό και αγνοώ οτιδήποτε σχετίζεται με το περιεχόμενο ή τη μεταφορά του. Ο γιατρός Φαμπρίτσιο, που σας γράφει κι αυτός την επιστολή του στο διπλανό δωμάτιο, μπορεί να το επιβεβαιώσει.
Επανέρχομαι όμως σ? εκείνη τη νύχτα της Πέμπτης 20 Αυγούστου από την οποία ξεκίνησαν τα γεγονότα. Ήταν μια δύσκολη νύχτα για τη φρουρά, επειδή είχε ανατολικό άνεμο. Ακούσαμε τα προειδοποιητικά καμπανάκια του ανεμόπυργου από νωρίς το απόγευμα και κρίνοντας απ? τον δαιμονισμένο τους ήχο υπολόγισα ότι περιμένουμε οκτώ μποφόρ. Έδωσα εντολή στη φρουρά να οπλιστεί και προγραμμάτισα τις περιπολίες. Οι άντρες χωρίστηκαν σε ομάδες των δώδεκα, βάλανε βρεγμένα μαντίλια στο στόμα για να μην αναπνέουν το νέφος και διασκορπίστηκαν στις συνοικίες.
Όποτε φυσάει ανατολικός άνεμος αυξάνεται η εγκληματικότητα και είμαστε σ? επιφυλακή. Ανατολικά της Αποικίας βρίσκονται οι αχανείς αλυκές της Κοινοπραξίας και οι αναθυμιάσεις είναι επικίνδυνες. Μοβ σύννεφο απλώνεται πάνω από τα σπίτια, που τσούζει τα μάτια και γδέρνει τον λαιμό, μπορεί να βλάψει άσχημα τον εγκέφαλο αν δεν παίρνει κανείς το χάπι που χορηγεί το Υγειονομείο. Για λόγους ασφαλείας, όποτε ο άνεμος πλησιάζει τα οκτώ μποφόρ, εκδίδουμε εντολή για απαγόρευση της κυκλοφορίας. Οι άντρες μου περιπολούν κρατώντας πιστόλια με υπνωτικά βελάκια για να καταστέλλουν όποιον βρίσκεται σε κρίση.
Κάποιοι άποικοι χάνονται μέσα στην ομίχλη και όταν καθαρίσει ο καιρός τους βρίσκουμε να επιπλέουν ζαλισμένοι στα νερά του λιμανιού. Αν πάνε προς την αντίθετη μεριά, δηλαδή προς την έρημο, τότε δεν τους βρίσκουμε ποτέ. Στην έρημο βασιλεύει η λέπρα κι όποιος χαθεί δεν αναζητείται.
Tα χαράματα της Παρασκευής ο αξιωματικός υπηρεσίας έφερε καταγεγραμμένες τις απώλειες, σύμφωνα με τις καταθέσεις που συγκέντρωσε. Χάσαμε επτά αποίκους την προηγούμενη νύχτα ? μικρή, σχετικά, απώλεια, εννοώ σε σχέση με άλλες φορές. Συμπλήρωσα την αναφορά μου και διέταξα τους άντρες της μπάντας να συγκεντρωθούν στο προαύλιο του Φρουραρχείου, για να κάνουμε πρόβα τα κομμάτια μας. Σε δύο εβδομάδες θα είχαμε εορταστικές εκδηλώσεις για τα είκοσι χρόνια της Αποικίας και η μπάντα της φρουράς θα έπαιζε στην ανοιχτή δεξίωση. Ο Κυβερνήτης Βερά μου έδωσε εντολή να περιλάβουμε στο πρόγραμμα και κάποιο νέο βαλς και παρατήρησε ότι φαλτσάρει το τρομπόνι. Ο τρομπονίστας είναι ακόμη αδούλευτος, τον απάλλαξα απ? τις πρωινές βάρδιες για να εξασκείται, μα το πράγμα θέλει τον χρόνο του.
Τα μέλη της μπάντας συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο κουμπώνοντας βιαστικά τα σακάκια τους, σέρνοντας τα αναλόγια και ξεγυμνώνοντας τα όργανα απ? τις θήκες τους. Με χαιρέτησαν στρατιωτικά, αν και όχι τόσο συγχρονισμένα. Ένωσα τα χέρια πίσω από την πλάτη και τους έριξα ένα αυστηρό βλέμμα. Οι γραμμές διορθώθηκαν αμέσως, τα πηλήκια φορέθηκαν σωστά, τα αναλόγια πάτησαν στο έδαφος. Γύρισα ανάμεσά τους και επιθεώρησα τις στολές. Όλες οι μπότες ήταν γυαλισμένες κι όλα τα κουμπιά βρίσκονταν στη θέση τους. Οι πράσινες επωμίδες με το σύμβολο της Κοινοπραξίας βουρτσισμένες και πεντακάθαρες. Ανασήκωσα το πιγούνι, δίνοντας έτσι το σήμα για να ξεκινήσει η πρόβα.
Αρχίσαμε όπως πάντα με γαλλικές ρομάντζες, μινουέτα, γκαβότες και ριγκοντόν της Προβηγκίας, στη συνέχεια πιάσαμε τα ιταλικά, ταραντέλα, παβάνα, εκεί παρεμβάλλονται μερικά τανγκό, περάσαμε σε φλαμέγκο, σαραμπάντ και μπολερό για τους Ισπανούς, ουλελί και σόπσκι για τους Βούλγαρους, χοραβιέκε για τους Μολδαβούς, μπιχόρτ για τους Ρουμάνους, τσάρντας για τους Ούγγρους, τα μελό του Αίμου με χάλκινα, κρουστά και ντέφια για τους Νοτιοβαλκάνιους, σούφι για τους ανατολίτες ? κρατάμε πάντα τις ισορροπίες στο πρόγραμμα, για να ικανοποιούμε την πανσπερμία των αποίκων. Δεν πέρασε ένα μισάωρο κι άκουσα ήχους κλειδωνιάς απ? τον πυργίσκο. Συμπέρανα ότι επέστρεφαν οι τελευταίες νυχτερινές περίπολοι και ο οπλοφύλακας κλείδωνε τα πυρομαχικά. Κίνησα κυκλικά το δάχτυλο στην μπάντα για να συνεχίσει την πρόβα κι ανέβηκα στον πυργίσκο για να εξακριβώσω τι οπλισμός χρησιμοποιήθηκε. Λείπανε εννέα υπνωτικά βελάκια, πράγμα που σημαίνει ότι περάσαμε σχετικά ήσυχη νύχτα. Στο χαρτί της αναφοράς υπέγραφαν οι φρουροί που πυροβόλησαν, σημειώνοντας το όνομα και την επαγγελματική ιδιότητα των θυμάτων ? όλοι ποδηλάτες. Οι ποδηλάτες αποδεικνύονται συστηματικά αμελείς στη λήψη του χαπιού. Το επισημαίνω αυτό, όπως το έχω επισημάνει επανειλημμένως και στον Κυβερνήτη Βερά. Αποφάσισα να ενημερώσω τον γιατρό Φαμπρίτσιο, που διευθύνει το Υγειονομείο, ότι οι ποδηλάτες βρίσκονται όλο και συχνότερα σε κρίση και θα πρέπει να τους γίνει, επιτέλους, κάποια σύσταση για τη λήψη του χαπιού. Πέραν τούτου, δηλαδή έγγραφων αναφορών και απλών επισημάνσεων, άλλο δεν μου επιτρέπεται να κάνω.
Οι εντολές που έχω με περιορίζουν, εξοχότατοι, γι? αυτό δεν καταφέρνω να είμαι πάντα αποτελεσματικός. Δουλειά μου δεν είναι οι αναφορές και οι τσιριμο΄νιες αλλά η ασφάλεια της Αποικίας. Τη χτίσατε σαν ημισέληνο γύρω από τον κόλπο, για να έχει μπροστά της την παράξενη θάλασσα και πίσω της την αδιάβατη έρημο, να διαθέτει δηλαδή φυσική προστασία απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς, μα απέναντι σε εσωτερικούς; Αφήστε που τα τελευταία χρόνια οι μαμελούκοι Σουέζ, αυτή η παλιοφάρα που ξεφύτρωσε μετά την Υπερχείλιση απ? την άμμο, σαν να τους γέννησε το ίδιο το Κακό, τριπίθαμοι βεδουίνοι με σταχτί δέρμα και άκρα σαν το σκαθάρι, κατόρθωσαν να διασχίσουν την έρημο και να φτάσουν μέχρι τα βόρεια σύνορά μας. Ένας Θεός ξέρει πώς τα καταφέρνουν! Χωρίς νερό, χωρίς καμήλες, με μοναδικό οπλισμό τα μαχαίρια τους, σέρνονται ως τις αλυκές και κλέβουν χούφτες αλάτι. Έχουμε εντολή να τους πυροβολούμε χωρίς προειδοποίηση, οπότε δεν γεννάται ζήτημα, τους αποίκους όμως δεν επιτρέπεται να τους πυροβολούμε ούτε να τους σακατεύουμε, μόνο να τους κοιμίζουμε με υπνωτικά βελάκια, κι από εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα. Οι μη χαπακωμένοι άποικοι μπορούν να γίνουν εξίσου επικίνδυνοι με τους μαμελούκους Σουέζ, αυτό θέλω μόνο να τονίσω.
Αφού επέβλεψα το κλείδωμα του οπλισμού, ανέβηκα τη σιδερένια σκάλα για να βγω στην κορυφή του πυργίσκου, στον κυκλικό εξώστη που χρησιμεύει ως Παρατηρητήριο. Σκοπιά φυλούσε ο νεαρός Μπατουρίμ, παροιμιώδης για την αφηρημάδα του, και ήθελα να βεβαιωθώ ότι κρατούσε τα κιάλια στραμμένα προς την έρημο, ως όφειλε, αντί να χαζεύει την μπάντα στο προαύλιο.
Το Παρατηρητήριο του Φρουαρχείου μόνο μερικώς επιτελεί τον σκοπό του και πάλι καλά που ενέκρινε ο Κυβερνήτης την αίτησή μου για οικοδομικές εργασίες και ανυψώσαμε το πάτωμά του λίγους πόντους. Ημίμετρα βέβαια, γιατί το ζήτημα δεν είναι το ύψος του πυργίσκου αλλά η θέση ολόκληρου του κτηρίου, που δεν επιτρέπει την επίβλεψη των νότιων συνοικιών, όπως αυτές των ποδηλατών, των λιμενεργατών και των αλατωρύχων, όπου ξεσπούν οι περισσότερες αναταραχές. Είναι χτισμένο βορειοανατολικά, στα όρια της αριστοκρατικής συνοικίας των Εσπερίδων, λίγα μόλις τετράγωνα από το Κυβερνείο. Με τα κιάλια μας μπορούμε να δούμε τους υπηρέτες του Βερά να ξύνουν το αλάτι από τα ακέφαλα αγάλματα του κήπου, ή τα παράθυρα στις κρεβατοκάμαρες, όχι όμως το λιμάνι, τις απείθαρχες συνοικίες και τη δυτική πλευρά της ερήμου. Χωρίς να θέλω να κάνω υπόδειξη στους αρχιτέκτονές σας, το Φρουραρχείο θα έπρεπε να είναι χτισμένο πιο κεντρικά, ώστε να επιβλέπει το σύνολο της επικράτειας και όχι να κατασκοπεύει τον κήπο του Κυβερνήτη. Αφήστε που δημιουργούνται κι άλλου είδους προβλήματα όποτε η λαίδη περιφέρεται ντυμένη ελαφρά, κάτι που το συνηθίζει, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι στο Παρατηρητήριο υπάρχει φρουρός.
Έτσι, όταν ανέβηκα στην κορυφή του πυργίσκου, βρήκα τον Μπατουρίμ να έχει στραμμένα τα κιάλια του στα παράθυρα της λαίδης. Του έριξα μια σφαλιάρα για να διορθώσει την κλίση του. Έστρεψε αμέσως τα κιάλια προς την έρημο, αλλά στη μεριά εκείνη στεκόμουν εγώ και οι φακοί παγιδεύτηκαν στα κουμπιά της στολής μου.
«Φρούραρχε Ντρέικ, λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι δεν κουνήθηκε κάποιος αμμόλοφος», μου είπε ανόητα.
Περίμενα να ολοκληρωθεί το φινάλε του τανγκό που έπαιζε η μπάντα και ανασήκωσα τα κιάλια που πίεζαν το στέρνο μου, με το πρόσωπο του Μπατουρίμ πίσω τους.
«Μπατουρίμ, έχεις δει ποτέ μαμελούκο Σουέζ;»
«Όχι, φρούραρχε Ντρέικ».
«Ακριβώς, γιατί θα σε σφάξει πριν τον δεις. Αναπνέει μέρες κάτω από την άμμο περιμένοντας να αφαιρεθείς, σαλτάρει σαν φίδι και σ? αποκεφαλίζει μέχρι ν? ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρα. Η μόνη σου ελπίδα είναι να τον εντοπίσεις από μακριά με τα κιάλια ?χάρη στη χρωματιστή κελεμπία, που επιμένει βλακωδώς να φοράει και ξεχωρίζει στους αμμόλοφους σαν τη μύγα μες στο γάλα? και να πυροβολήσεις. Τρεις βδομάδες στέρηση εξόδου».
Ο Μπατουρίμ στενοχωρήθηκε με την ποινή, γιατί ήταν ήδη τιμωρημένος και προσθέτοντας τις τρεις επιπλέον βδομάδες θα ξανάβλεπε τα μπαράκια της οδού Αλληλεγγύης τον Νοέμβρη.
«Τα παντζούρια δεν άνοιξαν ακόμη, πάντως», διαμαρτυρήθηκε μουτρωμένος.
Κοίταξα προς το Κυβερνείο. Οι υπηρέτες σκούπιζαν απ? τις σκάλες το αλάτι που έφερε ο χθεσινός αέρας και γυάλιζαν τα πόμολα της εξώπορτας, ενώ τα παντζούρια στις κρεβατοκάμαρες παρέμεναν κλειστά. Γνωρίζοντας τόσο καλά τις συνήθειες αυτού του μεγάρου, απόρησα που η λαίδη Ρεγγίνα δεν ξεκίνησε ακόμη την καθιερωμένη της γυμναστική, δηλαδή το επιδεικτικό ξεγύμνωμα μπροστά στα παράθυρα. Ο Μπατουρίμ τιμωρήθηκε τσάμπα. Τον άφησα να καταπιεί το φαρμάκι του κι έγειρα στα κάγκελα του εξώστη για ν? απολαύσω την μπάντα στο προαύλιο. Διαπίστωσα ότι το τρομπόνι σημείωσε αισθητή βελτίωση από την τελευταία φορά. Στο μέσον κάποιου βαλς του Στράους, απ? τα αγαπημένα του Κυβερνήτη, που πάντα το χορεύει με τη λαίδη στις χοροεσπερίδες, άκουσα τον Μπατουρίμ να μουρμουρίζει:
«Περίεργο, φρούραρχε Ντρέικ...»
Περίμενα υπομονετικά να ολοκληρώσει τη φράση του, γνωρίζοντας ότι ο Μπατουρίμ πάντοτε έλεγε αυτό που σκεφτόταν, όσες στερήσεις εξόδου κι αν του στοίχιζε.
«... ο δικαστής Μπατώ τρέχει στον δρόμο σαν παλαβός φορώντας την τήβεννο».
Δεν είχε άδικο. Ο Μπατώ έτρεχε, ή μάλλον προσπαθούσε να τρέξει, προς το Κυβερνείο. Με τα φτερά της μαύρης τηβέννου του ν? ανεμίζουν, έμοιαζε σαν ζαλισμένο κοράκι που έχει ξεχάσει να πετάει και σκουντουφλάει αλλοπαρμένο. Ο δικαστής δεν περιφέρεται με την τήβεννό του έξω από το Δικαστήριο, εκτός από τις Πέμπτες, που μεταφέρει το πράσινο κουτί. Ποιος ξέρει πού μπεκρόπινε όλη νύχτα και ξέχασε ν? αλλάξει. Πήρα τα κιάλια του Mπατουρίμ για να δω καλύτερα. Πήγαινε ζικ ζακ πέφτοντας πάνω στους αποίκους και αρκετές φορές κινδύνεψε ν? ανατραπεί από τις διερχόμενες μπερλίγκες, που κυλούσαν με φόρα στους δρόμους και κουδούνιζαν για ν? απομακρυνθεί. Χτυπούσε με τις παλάμες τα μάγουλά του και μονολογούσε εξαγριωμένος. Υπέθεσα ότι είναι πάλι πιωμένος, ο αδιόρθωτος Σπανιόλος· η αδυναμία του Μπατώ στο ποτό δεν συνάδει ούτε με τη θέση του ούτε με την εμπιστοσύνη που του δείχνει ο Κυβερνήτης και δεν άντεχα να τον βλέπω να γελοιοποιείται. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλάκια του πυργίσκου, βγήκα στον δρόμο και τον πρόλαβα στην πλατεία. Τον χτύπησα στον ώμο, τινάχτηκε ξαφνιασμένος και υποχρεώθηκα να τον πιάσω απ? τη μέση για να μη σωριαστεί.
«Το τσούξαμε πάλι, δικαστή Μπατώ;» ρώτησα αυστηρά.
Γραπώθηκε απ? τη στολή μου και με κοίταξε κάτωχρος, σαν να μη με αναγνώριζε. Τον ταρακούνησα, τίναξε το κεφάλι και μου είπε μέσα από τα δόντια:
«Ο Κυβερνήτης Βερά... τα χαράματα... καταλαβαίνεις, Ντρέικ; Χαθήκαμε!»
Το βλέμμα του γυάλιζε και δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι τρομοκρατημένος ή ικανοποιημένος ή και τα δύο. Εγώ, πάντως, είχα αποσβολωθεί.






Επιστολή του Ντούσαν Ζέτα Ντανίλοβιτς (σελίδα 3)
Κωδικός Αποίκου: 03452150
Τόπος Γέννησης: Ντανίλοβγκραντ Μαυροβουνίου
Ιδιότητα: Ορθόδοξος Ιερέας
Επίπεδο Αρμοδιοτήτων: Β1
Δηλωθέν Όνομα: Μόντεγκιου Μοντενέγκρο



... Διασχίζει κανείς την Αποικία απ? τη μία άκρη ως την άλλη σε μία μέρα και μία νύχτα, αν έχει γερά πόδια. Αυτές είναι οι διαστάσεις της. Χτισμένη πάνω στο στόμιο του ρήγματος δονείται συχνά από μικρούς σεισμούς ? βλέπω το δισκοπότηρο να γλιστρά διαγώνια στην Αγία Τράπεζα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Η αστάθεια είναι μέρος της ζωής στην Αποικία και ίσως η μοναδική σταθερά.
Ο αέρας είναι πνιγηρός απ? τα αρώματα του αλατιού, οι εκπνοές των αλυκών νοτίζουν την ατμόσφαιρα, σχεδόν διακρίνεις τα αιωρούμενα σταγονίδια, τα ρούχα ποτέ δεν στεγνώνουν, μουσκεμένοι κοιμόμαστε, μουσκεμένοι ξυπνάμε. Το μπάνιο και η μπουγάδα είναι διαδικασίες μάταιες, που απλώς ανανεώνουν το στρώμα της υγρασίας. Δεν ξεχωρίζεις εποχές, διαρκές λιοπύρι κι αμμοθύελλες, ζέστη και ασφυξία. Ο άνεμος δέρνει, αλλά δεν δροσίζει. ?νυδρη, άδενδρη κι άγονη, μια γυμνή φλούδα γης σαν τσόφλι αβγού, μήτε φρύγανο, μήτε πουλί, μήτε ψάρι, ακόμη και τα φίδια δεν την καταδέχονται, ούτε σκορπιός δεν την περπατά. Πώς φανταστήκατε λοιπόν, εξοχότατοι, ότι θα ευημερούσε ετούτη η προκατασκευασμένη πολιτεία, που εποικίστηκε από απόγνωση κι απελπισία; Μια ξέρα ναυαγών είναι, με ραγισμένη καρδιά, χαμένες πατρίδες κι αλλοτινές ζωές. Χρειάζονται πολλοί τόνοι άμμου και πολλοί βαθμοί Κελσίου για να σβήσουν οι μνήμες κι οι ενοχές. Στην καταραμένη μήτρα του βιολετί αλατιού έχασα, ο άθλιος, την πίστη μου. Ιερουργώ για την Κοινοπραξία, στο όνομά της προσεύχομαι, στο έλεός της εγκαταλείπομαι.
Θα γράψω, λοιπόν, τι ακριβώς έκανα την Πέμπτη 20 Αυγούστου κι ας με κρίνουν οι εξοχότητές σας. Δεν έχει νόημα να κρατώ για τον εαυτό μου το ανώφελο μυστικό, ειδικά μετά απ? όσα ακολούθησαν. Εκείνη την Πέμπτη, ώρα επτά το απόγευμα, μπήκε ο Αλή, ο μαύρος υπηρέτης μου, στην κρεβατοκάμαρα και μου ψιθύρισε πως με γυρεύουν οι αλατωρύχοι για τον γνωστό λόγο. Αυτό σημαίνει πως είχαμε πάλι θάνατο στις στοές των ορυχείων και μου ζητούσαν να παραβώ τον κανονισμό και να διαβάσω τον νεκρό. Είδα απ? το παράθυρο πως το μοβ σύννεφο απλωνόταν με ταχύτητα στην Αποικία κι έτσι δεν κινδύνευα να με δει κανένα μάτι, έχωσα τη Bίβλο κάτω απ? το ράσο, έριξα πάνω μου την κάπα του Αλή για να μη φαίνεται το σχήμα μου και βγήκα με προσοχή από τη βίλα. Μέχρι να φτάσω στις νότιες συνοικίες η ομίχλη πύκνωσε και μ? έκρυψε καλύτερα απ? την κάπα. Έτσι κι αλλιώς, κανένας κάτοικος των Εσπερίδων δεν κυκλοφορεί στις νότιες συνοικίες, είναι πολύ επικίνδυνα, ειδικά νύχτες σαν την αποψινή. Στάθηκα στο άγαλμα του Ευτυχισμένου Εργάτη και περίμενα σινιάλο. Το άγαλμα παραμένει ακέφαλο από κείνη τη νύχτα καρναβαλιού που η λαίδη Ρεγγίνα ντύθηκε Σαλώμη και ζήτησε απ? τον Κυβερνήτη τα κεφάλια όλων των αγαλμάτων της Αποικίας. Χωρίς κεφάλι όμως είναι δύσκολο να συμπεράνεις αν ο Ευτυχισμένος Εργάτης είναι όντως ευτυχισμένος· κρίνοντας τουλάχιστον από την κλίση των χεριών του, που απλώνονται προς τη γη και περιμένουν ν? αναβλύσει το αλατοφόρο νερό, μάλλον έτοιμος να χωθεί μέσα της φαίνεται.
Περίμενα στο άγαλμα αρκετή ώρα, τυφλός από το νέφος. Σπανίως κυκλοφορώ χωρίς τον Αλή, μόνο όταν παρανομώ, σαν τώρα, που δεν τον παίρνω μαζί για να μη φορτωθεί το κρίμα μου. Κάποτε διέκρινα μέσ? από το πυκνό σύννεφο δυο κίτρινα μάτια να πλησιάζουν. Ο αλατωρύχος μου άπλωσε το χέρι να πιαστώ και αφού με συνόδευσε λίγα μέτρα με παρέδωσε στα χέρια κάποιου άλλου κι εκείνος στη συνέχεια ενός τρίτου. Τους άφηνα να με οδηγήσουν, γιατί εκείνοι καταφέρνουν να βλέπουν στην ομίχλη, έχουν εξασκηθεί οι γεοσκώληκες, δουλεύουν στο σκοτάδι, στα έγκατα. Νύχτα κατεβαίνουν στις στοές και νύχτα ανεβαίνουν, χρόνια δεν έχουν βγει στον ήλιο, γι? αυτό το δέρμα τους είναι χλομό κι όχι ηλιοκαμένο σαν το δικό μας και στα σπίτια τους δεν ανάβουν λάμπες για να μην τυφλωθούν τα άμαθα μάτια τους. Κρέμονται με σχοινιά απ? την κορφή του κρατήρα και κατεβαίνουν χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της γης για ν? ανοίξουν κανάλια με τα φτυάρια τους, βοηθώντας το αλατοφόρο νερό να φτάσει ως τις αλυκές. Τα κανάλια κλείνουν γρήγορα, γιατί το αλάτι κρυσταλλώνεται και τα φτυάρια πρέπει να δουλεύουν ασταμάτητα. Εκεί κάτω, στον λάρυγγα του υπόγειου στόματος, όπου οι δονήσεις είναι πολύ ισχυρές και ο βόμβος του αλατιού σαν ανάσα γίγαντα, βασανίζονται από παραισθήσεις και τους ρουφά η πεινασμένη τρύπα. Αν δεν τους τραβήξουν επάνω έγκαιρα, χάνονται στην κοιλιά του κτήνους ? οικειοθελώς, εννοώ. Τρελαίνονται απ? τις αναθυμιάσεις, κόβουν το σχοινί με τα δόντια και γλιστρούν λυτρωμένοι στην άβυσσο. Τέτοιοι θάνατοι είναι συχνοί, μα δεν ανακοινώνονται και οι νεκροί πάνε αδιάβαστοι. Στην Αποικία δεν επιτρέπεται η ταφή στη γη, μόνο η καύση, για να μη μολυνθεί ο αλατοφόρος ορίζοντας. Aν ο νεκρός θρησκευόταν, με φωνάζουν κρυφά οι σύντροφοί του για να τον διαβάσω. Παραβαίνω τον κανονισμό και το κάνω. Τέτοια περίπτωση και η σημερινή.
Τέλειωσα στα γρήγορα την τελετή, με τους γεοσκώληκες δίπλα μου να ?χουν βγάλει από σεβασμό τα κράνη, σεβασμό στο δικό μου άσκεπο κεφάλι, όχι στον νεκρό, ενώ τρέμαμε όλοι μη στάξει η οροφή και μας λιανίσει το κρανίο. Μη φαντάζεστε καμιά σπουδαία τελετή, δυο αράδες της Bίβλου διαβάζω όλες κι όλες, γιατί οι στοές φρουρούνται και υπάρχει κίνδυνος να μας καταλάβουν. Σταυροκοπήθηκαν, μουρμούρισαν καλό κατευόδιο στον λυτρωμένο και ξαναφόρεσαν τα κράνη. Κατόπιν παρατάχτηκαν σε αλυσίδα και με οδήγησαν πάλι πίσω, στο άγαλμα του Ευτυχισμένου Εργάτη, περνώντας με από χέρι σε χέρι. Ο τελευταίος της αλυσίδας με ρώτησε πονηρά μήπως ήθελα να με πάει στη συνοικία των ποδηλατών, μήπως ήθελα να εκμεταλλευτώ τούτη την ομιχλώδη νύχτα που δεν με βλέπουν τα μάτια των Εσπερίδων. Ένευσα καταφατικά. Οι φήμες ότι συχνάζω στη συνοικία των ποδηλατών οργιάζουν, μα δεν με νοιάζει, μου αξίζει η Αποικία και της αξίζω για ιεράρχης.
Ο αλατωρύχος με οδήγησε μέχρι τα όρια της γειτονικής συνοικίας και όταν διέκρινα το αντιφέγγισμα απ? τις μικρές φωτιές των ποδηλατών η καρδιά μου φτερούγισε. Ο συνοδός μου χάθηκε στην ομίχλη χωρίς να μ? ευχαριστήσει για την τελετή και για τον κίνδυνο που διατρέχω όποτε διαβάζω τους πεθαμένους του, αλλά η χειρονομία αυτή, να με φέρει ως εδώ, ήταν ένα είδος ευχαριστίας. Είναι άγρια φάρα οι αλατωρύχοι, οι σιωπές τους όλο δηλητήριο, η οργή σιγοβράζει στα μάτια τους, μα νιώθουν τον φόβο, γι? αυτό ο φρούραρχος Ντρέικ είναι ήσυχος όταν οπλοφορεί ανάμεσά τους. Οι ποδηλάτες, πάλι, είναι άλλη πάστα ανθρώπων.
Η λάμψη απ? τις φωτιές με τραβούσε σαν μαγνήτης. Οι ποδηλάτες δεν μαζεύονται σε μαγαζιά ή σε σπίτια, κάθονται κατάχαμα, στον δρόμο, ανά έξι, γύρω από φωτιές ιχθυελαίου, πίνουν χλιαρή μπίρα και βουτάνε φέτες καλαμποκόψωμου σε βαθιές γαβάθες με τυρί που λειώνει στη φωτιά. Τρίβουν τις πονεμένες γάμπες τους, πού και πού αναστενάζουν ή γελούν σιγανά. Με αφήνουν να καθίσω δίπλα τους και με ξεχνάνε. Κρίμα που δεν εκκλησιάζονται, θα τους ήθελα στο ποίμνιό μου.
Ετούτοι οι άνθρωποι τα κάνουν όλα σε σχηματισμούς των έξι, όπως ακριβώς σέρνουν τις μπερλίγκες, τις καλαμένιες καρότσες που αποτελούν το μοναδικό μέσο συγκοινωνίας στην Αποικία. Οι έξι ποδηλάτες της κάθε μπερλίγκας είναι δεμένοι εφ? όρου ζωής ? ίδια πεταλιά, ίδια κίνηση γοφών, ίδια ανάσα. Ακόμη κι όταν είναι εκτός υπηρεσίας περπατούν ή κάθονται ανά έξι, λες κι αν σπάσει η εξάδα θα ακρωτηριαστούν. Κρατούν το πλατύγυρο καπέλο τους μόνιμα χαμηλωμένο, δεν βλέπεις μάτια, μόνο γυμνασμένες κοιλιές ν? ανασαίνουν στον ίδιο ρυθμό και πόδια μυώδη, γάμπες σίδερο απ? το πετάλι, μπορούν να θρυμματίσουν πέτρα αν τη σφίξουν στη μασχάλη του γονάτου τους.
Κάθισα στην άκρη της φωτιάς. Κάποιος μου ?βαλε στο χέρι ένα μισογεμάτο ποτήρι χλιαρή μπίρα. Τυλίχτηκα στην κάπα του Αλή και ρούφηξα με ευγνωμοσύνη τον σβησμένο αφρό. Αταίριαστος, μα λιγότερο ξένος απ? οπουδήποτε αλλού, αγωνίστηκα να παρακολουθήσω τη συζήτηση, στην οποία ποτέ δεν συμμετέχω. Μιλούσανε για τον κανονισμό που καθορίζει την κυκλοφορία στους δρόμους της Αποικίας, για τις φορτωτικές και τις επιβατικές ? οι φορτωτικές μπερλίγκες είναι καρότσες με σκέπαστρο και κουβαλάνε τα σακιά με το αλάτι από τις αλυκές στο λιμάνι, ενώ οι επιβατικές είναι ανοιχτές κι έχουν είκοσι θέσεις, για να εξυπηρετούν τους αποίκους. Ο κανονισμός ορίζει ότι οι φορτωτικές μπερλίγκες προηγούνται των επιβατικών στις διασταυρώσεις, ακόμη κι όταν είναι άδειες ?το αλάτι είναι πολυτιμότερο απ? τους ανθρώπους?, μα γεμάτες οι επιβατικές είναι ασήκωτες κι απαιτεί γερή κόντρα στα πετάλια το φρενάρισμα και μεγάλο κόπο η επανεκκίνηση. Παράλογος κανονισμός λοιπόν, κατέληξαν οι ποδηλάτες, που δεν ξεχωρίζουν αλάτι ή ανθρώπους και κρίνουν την μπερλίγκα μόνο απ? το βάρος της. Μετά σώπασαν, γιατί οι ποδηλάτες συνεννοούνται υπέροχα με τη σιωπή, καθώς μοιράζονται την ίδια σκέψη. Καθισμένος δίπλα τους τέτοιες στιγμές νιώθω πως είμαι κοντά στον Θεό, περισσότερο απ? ό,τι όταν λειτουργώ στη Μητρόπολη των Εσπερίδων, παρωδία λειτουργίας δηλαδή, ψίθυροι, ραβασάκια και διασταυρούμενα βλέμματα, αν αντί για ψαλμούς τραγουδούσα την Τραβιάτα από την Ωραία Πύλη κανείς δεν θα το πρόσεχε. Στην ειρηνική και αλληλέγγυα σιωπή των ποδηλατών ακούω αγγέλους. Κατόρθωσαν να δεθούν μεταξύ τους, να πετύχουν την ευεργετική απάθεια και να μην απαντούν σε προκλήσεις, γι? αυτό γίνεται έξαλλος ο φρούραρχος Ντρέικ, τους τρέμει πιότερο κι απ? τους μαμελούκους Σουέζ κι ας μην είναι ικανοί να πειράξουν ούτε μυρμήγκι.
Η γαβάθα με το λειωμένο τυρί άδειασε, κάποιος από τη διπλανή φωτιά σηκώθηκε και μας τη γέμισε αδειάζοντας έτσι τη δική του. Στη διπλανή φωτιά κάθονταν ποδηλάτες φορτωτικής μπερλίγκας και θέλανε να δείξουν στους δικούς μας, της επιβατικής, έστω κι αν αυτό σημαίνει επιπλέον καταπόνηση για τις δικές τους γάμπες, πως συμφωνούν, ο κανονισμός είναι παράλογος. ?κουσα πάλι αγγέλους.
Ξεκίνησαν να τραγουδούν χαμηλόφωνα. Οι ποδηλάτες τραγουδούν όπως κάνουν πετάλι, γρήγορα, κυκλικά, με κοφτά λαχανιάσματα και παρατεταμένα μουρμουρητά στο τέλος κάθε στροφής. Ο καπνός της φωτιάς ενωνόταν με τη διάχυτη ομίχλη και οι φιγούρες που έβλεπα δίπλα μου μάκραιναν και τρεμόπαιζαν, σαν τα οράματα που βλέπεις στην έρημο άμα σε πειράξει το λιοπύρι, σαν τις εξαϋλωμένες μορφές των αγίων στις βυζαντινές εικόνες. Το γλυκό τους τραγούδι μαλάκωνε την καρδιά μου, με ταξίδευε σε μέρη όπου ο πόνος είναι υποφερτός, η ζωή λιγότερο μάταιη και ο Θεός λιγότερο κουφός. Για μια στιγμή θαρρώ πως ονειρεύτηκα, γιατί διέκρινα μια φιγούρα αταίριαστη στον κύκλο της φωτιάς. Ένα αγόρι καθόταν ανάμεσα στους ποδηλάτες, με ντύσιμο αλλόκοτο, κόκκινο πουκάμισο και χρυσό σκουλαρίκι στο αφτί. Τα μακριά μαλλιά του στάζανε λες κι είχε μόλις βγει από τη θάλασσα και σχημάτιζαν δαχτυλίδια γύρω από το σταρένιο του πρόσωπο. Τα μάτια του καρφωμένα στη φωτιά, κατασκότεινα μάτια, σαν υπόγειες σήραγγες που οδηγούν στον πυρήνα της γης. Η εικόνα του, παράξενο, μου προξένησε βαθύ πόνο στο στήθος και στέναξα σιγανά, έμοιαζε να έρχεται από αλλοτινές εποχές, από θάλασσες που σε βυθίζουν, που δέχονται να σε σκεπάσουν κι όχι από τούτη, τη δική μας θάλασσα, που σε πετάει σαν να σε φτύνει. Θέλησα να τον ρωτήσω πώς βρέθηκε ανάμεσά μας, από ποια όνειρά μου αναδύθηκε, μα δεν μπορούσα να κουνήσω τα χείλη μου ούτε να σαλέψω, το ρυθμικό τραγούδι των ποδηλατών με υπνώτιζε. Αγωνίστηκα να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια, αλλά μάλλον θα πρέπει να αποκοιμήθηκα.
Ένιωσα κάποιον να με σκουντάει, τρεμόπαιξα τα βλέφαρα και διέκρινα το πρόσωπο του Αλή, του υπηρέτη μου. Η ώρα είχε περάσει, οι φωτιές είχαν σβήσει, ο καιρός είχε καθαρίσει, ξημέρωνε. Βρισκόμουν ολομόναχος, ξαπλωμένος στον δρόμο, γεμάτος υπολείμματα αλατιού από τον βραδινό αέρα.
Ο Αλή με βρήκε, σαν λαγωνικό, γιατί πάντα με βρίσκει ο Αλή, όσο βαθιά κι αν χαθώ, με βρίσκει με τη μυρωδιά. Από παλιά ακόμη διάβαζε τα ίχνη μου, τότε που ψάχναμε σκελετούς στη ζούγκλα, πριν από την Υπερχείλιση, από μια άλλη ζωή δηλαδή. Ποτέ άλλοτε στην Αποικία δεν θυμήθηκα τόσο έντονα τη ζούγκλα, πιστεύω πως έφταιξε η εικόνα του αγοριού με το σκουλαρίκι, αλλιώς δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ξύπνησαν μέσα μου αισθήσεις που θεωρούσα πεθαμένες, μύρισα νοτισμένα φύλλα και γόνιμο χώμα, άκουσα το βούισμα του μπάμπουρα και την τσιρίδα του πιθήκου. Επέστρεφα στα λησμονημένα, ένιωθα κι έβλεπα πράγματα που δεν υπήρχαν, κι όταν έσκυψε πάνω μου ο Αλή, με το αγέραστο μαύρο μούτρο του, φαντάστηκα πως θα έλεγε: «Δεν άφησα τους σκαπανείς να πειράξουν τα κόκκαλα, λευκέ, τα φύλαξα με τη ζωή μου όλη νύχτα, πάω τώρα να κοιμηθώ». Εκείνος όμως με προσφώνησε «πάτερ», είπε πως ήρθε στη βίλα μου η Λευκή Μπατώ, η καμαριέρα της λαίδης Ρεγγίνας και μ? έψαχνε. Η λαίδη ζητούσε να πάω αμέσως στο Κυβερνείο για ζήτημα πολύ σοβαρό. Τυλίχθηκα στην κάπα, έπιασα το χέρι του νέγρου και τον άφησα να με πάει στις Εσπερίδες, να με οδηγήσει με ασφάλεια μέσα από τις επικίνδυνες συνοικίες, όπως κάποτε με οδηγούσε μέσα από τα πυκνά δάση και τα ποτάμια με τους κροκόδειλους.
Με το πρώτο φως της αυγής ξαναντάμωσα τον Φόβο και την Ντροπή, τους αφοσιωμένους μου δυνάστες, που καταδέχονται να μ? εγκαταλείψουν μόνο όταν χάνομαι στις φωτιές των ποδηλατών, αλλά ποτέ δεν με ξεχνάνε. Με περίμεναν εκεί που ενώνεται η συνοικία των ποδηλατών με εκείνη των λιμενεργατών, θρεμμένοι και οι δύο, ανοίξανε τα σαγόνια τους και μου δάγκωσαν την καρδιά. Έσφιξα το χέρι του Αλή, μα λίγο παρηγορήθηκα. Η συνοικία των λιμενεργατών, μεγάλη και φασαριόζικη, χωρισμένη σε γειτονιές, οι εκφορτωτές, οι γυαλιστές, οι κυλινδριστές, ένα σωρό γειτονιές, όλες μαλωμένες. Οι λιμενεργάτες είναι γλεντζέδες, βουρκώνουν εύκολα, πίνουν το καταπέτασμα, ψευταράδες, δεν έχουν μπέσα. Οι μόνοι που άμα μαζέψουν κάποιο κομπόδεμα υποβάλλουν την παραίτησή τους και γυρνάνε στον πολιτισμό, η μόνη συνοικία που ανανεώνεται ο πληθυσμός της. Οι υπόλοιποι δεν έχουμε επιστροφή, οι πατρίδες μας χάθηκαν, κανένας δεν μας περιμένει, ούτε αντέχουμε τη νέα γεωγραφία, Ευρώπη χωρίς Νότο, Αφρική χωρίς Βορρά, Ασία χωρίς Δύση, εδώ θα θαφτούμε, αν δεν θαφτήκαμε ήδη, εδώ θα σβήσουμε, αν δεν σβήσαμε ήδη, εδώ θα πάψουμε να αναπνέουμε, αν αναπνέουμε τώρα.
Σε τούτες τις συνοικίες η Κοινοπραξία τσιγγουνεύτηκε όταν κατασκεύαζε τα σπίτια, τα έφτιαξε στενόχωρα, δίπατα με σανιδένια πατώματα και παραχώρησε τους πάνω ορόφους στους βαθμοφόρους και τους κάτω στους υπόλοιπους. Οι καβγάδες των λιμενεργατών για τους ορόφους ακούγονται ως τις Εσπερίδες. Κάποιος εργάτης με τρελαμένο μάτι βγήκε εκείνη τη στιγμή απ? το ισόγειο κρατώντας ένα φτυάρι με τα πρωινά του κόπρανα και τα τίναξε προς το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ενώ ο επάνω έβριζε με σφιγμένες γροθιές κι έφτυνε. Οι ακαθαρσίες και των δύο κατέληξαν στην κάπα μου, μα με λέρωσαν λιγότερο από ό,τι το άγονο μίσος τους. Οι ποδηλάτες πάλι, που δεν έχουν διαβαθμίσεις, ξηλώνουν το ενδιάμεσο πάτωμα κι ενώνουν τους δύο ορόφους. Τέτοια παρέμβαση δεν επιτρέπεται, γιατί τα κτήρια ανήκουν στην Κοινοπραξία ?εδώ ακόμη κι ο αέρας που αναπνέουμε ανήκει στην Κοινοπραξία?, αλλά ποιος μπορεί να επιβληθεί στους ποδηλάτες; Ο φρούραρχος Ντρέικ ρίχνει τα πρόστιμα βροχή, εκτοξεύει επιπλήξεις κι απειλές, μα βρίσκεται αντιμέτωπος με κουφά αφτιά. Πληρώνουν υπάκουα το πρόστιμο, αλλά δεν ξαναβάζουν τις σανίδες στη θέση τους, δεν βρίσκεις όροφο με πάτωμα. Γι? αυτό αγαπώ τους ποδηλάτες.
Όταν έφτασα στο Κυβερνείο είχε ξημερώσει για τα καλά. Έδωσα την κάπα στον Αλή και ανέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες της εισόδου, τα πόδια μου έτρεμαν, η αλλόκοτη νυχτερινή συγκίνηση δεν έλεγε να καταλαγιάσει, το σώμα μου θυμόταν και πάλι. Πατούσα επιφυλακτικά στα σκαλοπάτια, όπως στη σκοτεινή ζούγκλα, που δοκίμαζα την πέτρα με το άρβυλο, μην είναι φίδι. Ένιωσα πόνο στη γάμπα απ? το παλιό εκείνο δάγκωμα, σίγουρα δεν ήμουν στα καλά μου, το ράσο μ? ενοχλούσε, περιόριζε τις κινήσεις μου, άκουσα ξύσιμο νυχιών από σαρκοφάγα θηλαστικά, κλάμα ελεφάντων, φτεροκόπημα νυχτερίδας. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα στον επάνω όροφο του Κυβερνείου, από ένστικτο μάλλον, στη ζούγκλα πάντα ανεβαίνεις ψηλά για να έχεις καλή ορατότητα.
Η λαίδη Ρεγγίνα με περίμενε ανάστατη κι αναμαλλιασμένη. «Όλα τέλειωσαν, αλίμονό μου, Μόντι, θα με στείλουν πίσω τα σκυλιά». Δεν καταλάβαινα για τι πράγμα μιλούσε. «Μην τους αφήσεις να με στείλουν πίσω, Μόντι, θα πεθάνω, σ? το λέω, θα πεθάνω εδώ στην αποβάθρα, θα στραγγαλιστώ με τις αλυσίδες του πλοίου, δεν γυρνάω πίσω ζωντανή, βοήθησέ με».
Έτσι γυάλιζαν οι ίριδες της ύαινας στη ζούγκλα όταν νετάριζε κάποιο κουφάρι, και πρώτη φορά πρόσεξα πως η λαίδη Ρεγγίνα είχε τα μάτια της ύαινας. Με οδήγησε στην κάμαρα του Κυβερνήτη, μα πριν ανοίξει την πόρτα μου ψιθύρισε στ? αφτί: «?μα χαθώ εγώ, θα χαθείτε και οι πέντε, να το ξέρετε!»
Ο Κυβερνήτης Βερά βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ασάλευτος. Φορούσε τη στολή των τελετών κι είχε τα χέρια διπλωμένα χιαστί στο στήθος, με τα δάχτυλα ν? ακουμπάνε τους ώμους. Παραξενεύτηκα με τούτη την αμφίεση και τούτη τη στάση, σαν κάποιος να τον τακτοποίησε. Ρώτησα τη Ρε


Λίστα όλων των Συγγραφέων