Συγγραφέας του μήνα

Eυγενία Φακίνου

Η Eυγενία Φακίνου γεννήθηκε το 1945 στην Aλεξάνδρεια. Mεγάλωσε στην Aθήνα και σπούδασε γραφικές τέχνες και ξεναγός. Eργάστηκε για μερικά χρόνια σε περιοδικά ως γραφίστρια. Tο 1976 δημιούργησε το κουκλοθέατρο «Nτενεκεδούπολη». Έχει γράψει και εικονογραφήσει πολλά παιδικά βιβλία. Tα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα γερμανικά, ολλανδικά, ιταλικά και σερβικά.
Tο 2005 τιμήθηκε με το Bραβείο Aναγνωστών (Eθνικό Kέντρο Bιβλίου, Σκάι 100,3) για το μυθιστόρημά της H μέθοδος της Oρλεάνης και το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή Φιλοδοξίες κήπου (2007).

ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΦΑΚΙΝΟΥ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΊΩΤΗ
Zάχαρη στην άκρη (μυθιστόρημα)
Η μεγάλη πράσινη (μυθιστόρημα)
H Mερόπη ήταν το πρόσχημα (μυθιστόρημα)
Tο έβδομο ρούχο (μυθιστόρημα)
Tο έβδομο ρούχο (θεατρικό)
Eκατό δρόμοι και μία νύχτα (μυθιστόρημα)
Tυφλόμυγα (μυθιστόρημα)
Ποιος σκότωσε τον Mόμπυ Nτικ; (μυθιστόρημα)
Έρως, θέρος, πόλεμος (μυθιστόρημα)
H μέθοδος της Oρλεάνης (μυθιστόρημα)
Φιλοδοξίες κήπου (διηγήματα)

Ξύπνα Nτενεκεδούπολη
O κύριος Oυλτραμέρ
Tο μεγάλο ταξίδι του Mελένιου
Nτενεκεδούπολη (Πέντε έργα για κουκλοθέατρο)

Πάντα ονειρευόμουνα να γεράσω

Μ ΑΡΕΣΕΙ ΕΔΩ. Μ αρέσει κυρίως αυτήν την ώρα. Ο ήλιος έχει δύσει και το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά. Οι ιέρειες και οι βοηθοί κάνουν τις τελευταίες δουλειές. Σε λίγο θ ανάψουν τα λυχνάρια και η σιωπή θα σκεπάσει τα πάντα. Καμμιά τους δε μ ενοχλεί όταν με βλέπουν να κάθομαι εδώ. Το ξέρουν ότι το έχω ανάγκη. Έτσι ησυχάζω. Τα κοριτσάκια, οι μικρές αρκουδίτσες, έχουν ξαπλώσει και προσπαθούν να κοιμηθούν. Προσπαθούν. Γιατί είναι βέβαιο ότι θυμούνται και νοσταλγούν τα σπίτια τους, τους γονείς τους, τ αδέλφια τους. Τους λέμε ότι πρέπει να είναι υπερήφανες που ήρθαν εδώ ταγμένες. Που θα μείνουν σχεδόν δέκα χρόνια μέχρι να ενηλικιωθούν και να φύγουν. Ότι είναι τιμή τους που διαλέχτηκαν να υπηρετήσουν τη Βραυρωνία Αρτέμιδα. Μικρή παρηγοριά, το ξέρω. Έτσι κι εγώ έζησα απαρηγόρητη και μέσα στη νοσταλγία. Στην Κριμαία έκλεινα τα μάτια κι έβλεπα το παλάτι μας στο λόφο των Μυκηνών. Τις ήσυχες πλαγιές έβλεπα, πράσινες την άνοιξη και κίτρινες, καμένες από τον ήλιο, το καλοκαίρι. Τη μάνα μου έβλεπα, που της άρεσε ν απλώνει τα περιδέραιά της ή τα ενώτια που ταίριαζαν με το ένδυμα της ημέρας. Εκείνη προτιμούσε τα χρυσά με τις μέλισσες και τους ρόδακες. Εγώ της πρότεινα άλλα, εκείνα με το μπλε λάπι και τη διάφανη ορεία κρύσταλλο. Η μάνα μου. Ο πατέρας μου. Οι προσφιλείς μου. Που πήγαν από βίαιο θάνατο, δοσμένο από χέρι δικού τους ανθρώπου. Πριν γεράσουν.


Εγώ πάλι πάντα ονειρευόμουνα να γεράσω. Τότε, στην αμμουδερή Αυλίδα, ενώ καταγής σπαρταρούσε η ελαφίνα και το αίμα της πιτσιλούσε τους ιερείς, εγώ σκεφτόμουνα ότι να, τώρα θα έρθει η σειρά μου και τι κρίμα δε θα γεράσω, να δω τα παιδιά και τα εγγόνια μου γύρω απ το κρεβάτι μου να μ αποχαιρετούν, ώριμη για θάνατο και περιπάτους στα λιβάδια των ασφοδελών. Όμως αλλιώς τα λογάριαζε η θεά. Μ άρπαξε, με σήκωσε στον αέρα, με πέρασε πάνω από θάλασσες, το Αιγαίο, την Προποντίδα, τον Εύξεινο, και με πήγε στη χώρα των ταύρων, την Κριμαία. Εκεί μ ακούμπησε απαλά στην αυλή του ναού της. Ιέρεια. Ιέρεια.
Στη σκληρότητα έζησα. Οι βάρβαροι Ταύροι θυσίαζαν όποιον Έλληνα ή ξένο ξέπεφτε στα μέρη τους. λλοι έκαναν τη θυσία, έχυναν το αίμα. Εγώ όμως προετοίμαζα τα θύματα. Τα καθαγίαζα, τα ράντιζα μ αγιασμένο νερό και παρακολουθούσα ψύχραιμη τα υπόλοιπα. Χρόνια έμεινα εκεί. Με τη νοσταλγία για τις Μυκήνες. Τις χρυσές Μυκήνες ονειρευόμουνα. Το σπίτι μου. Τ αδέλφια μου. Τον άντρα που ποτέ δε μ άγγιξε. Στην Αυλίδα πήγα για γάμο. Ο Αχιλλέας ήταν όμορφος. Τον ήθελα. Είχαμε κατεβάσει τα προικιά απ την άμαξα και εγώ πάτησα χαμογελαστή τη γη της Αυλίδας και καμάρωνα τις σκηνές και το στράτευμα και τον πατέρα αρχιστράτηγο. Αυτόν τον πατέρα, το αξιοθρήνητο, άβουλο πλάσμα. Πάντα μετέωρο, ταλαντευόμενο και δίβουλο, να υπόσχεται και να παίρνει το λόγο του πίσω, να γράφει γράμματα και να τα σβήνει. Να τον παρακαλάω να μη μου δώσει θάνατο πρόωρο. Ότι είναι γλυκό να βλέπεις το φως του ήλιου. Να μη με πιέσει ν αντικρίσω τις αυλές του Κάτω Κόσμου. Τρέλλα είναι ο πόθος του θανάτου. Καλύτερα ζωή άθλια παρά θάνατος ωραίος. Του έλεγα. Εκείνος όμως έβλεπε πέρα, τα καράβια που έστεκαν με κρεμασμένα τα πανιά, περιμένοντας. Περιμένοντας τη δική μου θυσία... Μετά πήρα την απόφαση. Με την πλάτη στον τοίχο ήμουνα. Αλλιώς δεν μπορούσα να κάνω. Θυμήθηκα την καταγωγή μου και την ντροπή που θα μ ακολουθούσε. Από μένα κρέμονταν όλοι και με κοιτούσαν. Ο θάνατός μου θα έφερνε τη λύτρωση, τη σωτηρία. Το κορμί μου στην πατρίδα θα δώσω, αποφάσισα. Είπα της μάνας μου να μην κόψει ούτε μια πλεξούδα απ τα μαλλιά της και να μη μαυροφορεθεί. Θα τιμούσα τη θυσία μου. Δάκρυ απ τα μάτια μου δε
θα έβλεπαν. Κρίμα που δε θα γεράσω, πρόλαβα να σκεφτώ και το σύννεφο με τύλιξε. Στην Ταυρίδα που με πήγε. Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν ίδιες. Σ εκείνου του πόντου τ αφιλόξενα μέρη τα άγονα, ξένη μέσα σε ξένους κατοικούσα, χωρίς άντρα, χωρίς παιδιά, φίλους, πατρίδα, εξόριστη και λησμονημένη. γαμος, άτεκνη, άπολις, άφιλος. Όταν είχαμε όμως να κάνουμε θυσία ανταριαζόμουνα. Αλλά πάλι με την πλάτη στον τοίχο ήμουνα.


Όταν είδα το όνειρο, φοβήθηκα. Από το πατρικό μου σπίτι, λέει, μετά από ένα δυνατό σεισμό, μόνο ένας στύλος είχε απομείνει και είδα κατάπληκτη να φυτρώνουν ξανθά μαλλιά στην κορυφή του και να μιλάει ο στύλος μ ανθρώπινη μιλιά. Και εγώ, λέει, του έριχνα αγιασμό θρηνώντας, σίγουρη για το κακό που θ ακολουθούσε. Και είχα εξηγήσει το όνειρο: ο Ορέστης, ο Ορέστης μας, είχε πεθάνει. Επειδή οι στύλοι των σπιτιών είναι τ αρσενικά παιδιά. Θα έβαζα μαύρα και θα πενθούσα, γιατί ο αδελφός μου είχε πεθάνει. Όταν έφεραν μπροστά μου τους δύο ξένους αλυσοδεμένους, καθόλου δεν υποψιάστηκα. Τους ρώτησα αν ήταν αδέλφια, γιοι μιας μάνας. Ο ένας πήρε θάρρος και μου απάντησε πως ήταν αδέλφια στην αγάπη αλλά όχι στο αίμα. Πάλι δεν πήγε ο νους μου. Όταν μετά από μακριά συζήτηση κατάλαβα, κι έγινε η αποκάλυψη, όλα ήταν πάνω από θαύματα και λόγια. Μπροστά μου είχα τον Ορέστη τον αδελφό μου και τον Πυλάδη τον παιδικό του φίλο. Έπρεπε να τους γλυτώσω. Να τους γλυτώσω και να σωθώ κι εγώ αν γινόταν. Αν όχι, ας χανόμουν εγώ κι ας γλύτωνε εκείνος, ο Ορέστης. Ο βασανισμένος, ο τυραννισμένος, ο μητροκτόνος. Ας χανόμουν εγώ, πίσω όμως δε θα έκανα. Αποζητιέται ο άντρας, σαν λείψει, ενώ η γυναίκα όχι και τόσο. Ο Ορέστης, ο Ορέστης μου όμως είπε ότι δε θα γινόταν φονιάς και της μάνας μας και δικός μου. Έφτανε εκείνης το αίμα. Ή θα με πήγαινε κι εμένα πίσω στο σπίτι μας μαζί του ή μαζί μου νεκρός θα έμενε. Ο φίλτατος. Ο αγαπημένος μου. Τότε ήρθε, θεόσταλτο λέω, το σχέδιο στο μυαλό μου. Με τη βοήθεια των γυναικών το κατάφερα. Οι γυναίκες κράτησαν το μυστικό, γιατί στο φύλο το δικό μας, το γυναικείο, η μία αγαπά την άλλη κι έχουμε εμπιστοσύνη. Τις ικέτεψα, είναι αλήθεια. Τις όρκισα σ ό,τι πιο ιερό είχαν. Στο δεξί τους χέρι, στο μάγουλό τους το γλυκό, στα γόνατά τους, στη μάνα, στον πατέρα, στα παιδιά τους, σ ό,τι πιο ακριβό είχαν. Κι αυτές κράτησαν τον όρκο. Είπα στον βασιλιά Θόα ότι οι ξένοι μιάσματα ήτανε. Φονιάδες απ τον τόπο τους μας ήρθαν. Ότι το άγαλμα της θεάς, το ξύλινο ξόανο, γύρισε απ την άλλη να μην τους βλέπει. Κι ότι το άγαλμα έπρεπε να το εξαγνίσω στη θάλασσα. Κάθε ανθρώπινο κακό η θάλασσα το πλένει, του είπα. Και δώσε διαταγή, του είπα, να κλειστούν όλοι στα σπίτια τους, μπροστά στο μίασμα να μη βρεθούνε, γιατί κολλάει σ όλους. Και τότε εμφανίστηκε η θεά βοηθός μας όχι η ρτεμη, μα η αδελφή της η Αθηνά και είπε του Ορέστη να πάρει το άγαλμα αλλά κι εμένα την αδελφή του και να φύγει. Να φτάσει στην Αττική του είπε, απέναντι απ το ακρωτήρι της Καρύστου, εκεί που ο λαός ονομάζει τον τόπο Αλές, κι εκεί να χτίσει ναό, που οι θνητοί θα ονομάσουν της Ταυροπόλου Αρτέμιδος. Κι εσύ, Ιφιγένεια μου είπε, θα γίνεις ιέρεια στους ιερούς βραυρώνιους λόφους. Εκεί θα μείνεις, εκεί θα σε θάψουν σαν πεθάνεις. Κι όσα υφαντά ρούχα μένουν στα σπίτια των γυναικών που θα τύχει να πεθάνουν στη γέννα τους επάνω, σε σένα θα τα προσφέρουν.

Κάναμε όπως είπε η θεά. Το ξόανο της ρτεμης ησυχάζει τώρα εδώ, μέσα στο ναό. Πλήθος τα ρούχα των γυναικών που πέθαναν στη γέννα και τ αφιέρωσαν σε μένα. Προστάτιδα της ευτοκίας με ονομάζουν όταν λένε τ όνομά μου. Παρηγοριά μου τα κοριτσάκια που τάζουν οι Αθηναίοι στη θεά και φτάνουν εδώ με τους κροκωτούς χιτώνες τους, φοβισμένα που θα μείνουν δέκα χρόνια στην ερημιά, μακριά από τους δικούς τους. Τα καταλαβαίνω και τα συμπονώ. Αλλά έτσι είναι αυτά που προστάζουν οι θεοί. Χωρίς οίκτο. Χωρίς έγνοια για τ ανθρώπινα. Τώρα οι μικρές θα προσπαθούν να κοιμηθούν και να μη θυμούνται. Οι κίτρινοι χιτώνες θα κρέμονται πλάι στα κρεβάτια τους. Μικρές αρκουδίτσες μου, αγάπες μου, παιδιά μου, παρηγοριά μου. Μόνο αν φουσκώσει το ποτάμι, ο Ερασίνος, και μας σκεπάσει όλες, μόνο τότε θα γλυτώσουμε. Δεν κρατάω κακία σε κανέναν. Ούτε σε θνητό ούτε σε αθάνατο. Όλα τα τακτοποίησαν οι θεές, μεγάλο τ όνομά τους. Ο Ορέστης, ο Ορέστης μου, ησύχασε απ τις Ερινύες και βασιλιάς στο ργος έγινε. Δίκαιος. Δίκαιος και μεγαλόκαρδος. Όπως όλοι όσοι ταλαιπωρήθηκαν στη ζωή τους. Μ αρέσει που γέρασα. Από μικρή ονειρευόμουνα να γεράσω. Τότε νόμιζα ότι θα καθόμουνα στις αυλές του παλατιού και θ αγνάντευα τους λόφους των Μυκηνών. Κι εδώ όμως είναι ωραία. Μ αρέσει που έχουν πια καταλαγιάσει τα πάθη. Ευλογία τα γηρατειά που έρχονται γαλήνια, ήσυχα, χωρίς πόνους κι ασθένειες. Και δε με νοιάζει πια που εξακολουθώ να είμαι άγαμος, άτεκνη, άπολις, άφιλος. Με την πλάτη στον τοίχο είμαι πάντα.

(Ιούνιος 2009)


Λίστα όλων των Συγγραφέων