Συγγραφέας του μήνα

Ηλίας Μαγκλίνης

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Ηλίας Μαγκλίνης γεννήθηκε στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (Democratic Republic of the Congo) το 1970. Στην Ελλάδα ήρθε το 1973.
Σπούδασε αγγλική φιλολογία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Sunderland (Αγγλία) και Media and Culture στο πανεπιστήμιο της Γλασκώβης (Σκοτία).
Εργάστηκε στη μηνιαία επιθεώρηση του βιβλίου «Διαβάζω» (1994-2003) και σήμερα εργάζεται ως πολιτιστικός συντάκτης στην εφημερίδα «Καθημερινή».
΄Εχει εκδώσει δύο βιβλία μυθοπλασίας: «Σώμα με σώμα» (εκδ. Πόλις, 2005) και «Η ανάκριση» (εκδ. Κέδρος, 2008). Εχει επίσης δημοσιεύσει διηγήματα σε περιοδικά και ανθολογίες.
΄Εχει ασχοληθεί με τη μετάφραση (Ερνεστ Χέμινγουεϊ, Φίλιπ Ροθ, Ελία Καζάν κ.ά.).
Ζει στην Αθήνα.


Αυτοβιογραφικό κείμενο

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΜΑΣ

Το όνειρο επιστρέφει κάθε τόσο, τις νύχτες: βγαίνοντας από το απογευματινό φροντιστήριο του «Ομήρου», κοντά στις ωραίες τυρόπιτες του «Τάσου», βλέπω την καφέ Σιτροέν «βάτραχος» με τα αλάρμ αναμμένα. Στη θέση του οδηγού ο Κώστας, σ? εκείνη του συνοδηγού η Ερατώ. Ολα είναι όπως τότε. Αποχαιρετώ τα παιδιά, δεν θα γυρίσω μαζί τους. «Ηρθαν οι γονείς μου να με πάρουν». Να πάμε σπίτι. Σε ποιο σπίτι; Σ? εκείνο, γωνία Κύπρου και Αγίας Βαρβάρας, το σπίτι όπου μεγάλωσα, που το εγκατέλειψα στα 26 μου, που πουλήθηκε ? το σπίτι που επίσης ονειρεύομαι πολύ συχνά. Λοιπόν, ήρθαν οι γονείς μου να με πάρουν. Μα εγώ δεν θέλω να πάω μαζί τους. Οχι πια.
Αυτή η σύγκρουση μέσα μου: το ένα κομμάτι μου να θέλει να φύγει μαζί τους, να μην τους αποχωριστεί ποτέ, να πάει μαζί τους «εκεί» - που όμως; Στο Επέκεινα; Στο Μηδέν; Στο απόλυτο σκοτάδι; Οπότε, το άλλο κομμάτι, αντιστέκεται σθεναρά, τραβάει γι? αλλού - μάλλον: τραβάει για εδώ. Η δική τους είναι φυγόκεντρη δύναμη, η δική μου κεντρομόλος.
Είναι το κομμάτι του εαυτού μου που μου υπενθυμίζει ότι από τη στιγμή που έχουν οριστικά αποχωρίσει και οι δύο, δεν υπάρχει πια κανένας ομφάλιος λώρος, δεν υπάρχει διαμεσολαβητής. Αυτοί που σε εναπόθεσαν στη γη, δεν υπάρχουν πια. Τώρα πατάς με τα δυο σου πόδια στο χώμα. Επειτα, η τρομακτική συνειδητοποίηση: τώρα που χάθηκε και ο μπαμπάς και η μαμά, παίρνεις κι εσύ σειρά. Σιγά σιγά, έστω. Πόσο μάλλον όταν ο αιμάτινος κύκλος της απώλειας έχει συντελεστεί στα τριάντα έξι σου. Πρώτος εκείνος, μετά εκείνη. Μήνα Μάιο και οι δύο, με δύο χρόνια διαφορά. Ο Κώστας στα 75, η Ερατώ στα 64. Θύματα του σκοτεινού, σαρκοβόρου κάβουρα.
Κάπως έτσι, εκείνη η παλαιά στιγμή παραδείσιας απλότητας, η απέραντα τρυφερή εμπειρία του να «έρθουν οι δικοί σου να σε πάρουν» απ? το σχολείο, απ? το φροντιστήριο κ.ο.κ. αποκτά κάτι ανοίκειο, σκοτεινό. Κι όταν ξυπνάς, ένα κομμάτι σου γελάει κι ένα άλλο κλαίει. Κι ύστερα, αυτό το ανασκάλεμα με φωτογραφίες, αντικείμενα, λέξεις: το ρολόι που είχε πλάι της στο νοσοκομείο η Ερατώ έως και την τελευταία στιγμή - αυτό που συνέχισε να μετράει το χρόνο ακόμα κι όταν ο χρόνος έπαψε να μετράει για εκείνη. Η παλιά φωτογραφία της, τραβηγμένη τη στιγμή που γυρνάει προς το φακό, λίγο πριν μπει στο πλοιάριο για μια βόλτα στα κανάλια του Αμστερνταμ. Στον ώμο της διακρίνεται το χέρι του Κώστα. Και μετά, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Κώστα από το Τέξας του 1950, από την Κορέα του 1951, από την Αριζόνα το 1956, με τη στολή του επισμηναγού πια. Οι φωτογραφίες τους πλάι στον ποταμό Κόνγκο. Λίγο πριν γεννηθώ. Αυτή η καταβύθιση στο αμνιακό υγρό της μνήμης. Ξαπλωμένος στο παιδικό μου κρεβάτι, με το φως σβηστό, θεατής ενός σκηνικού που σήμερα έχει αποκτήσει διαστάσεις εξωπραγματικές: ο πατέρας μου, κάθε βράδυ, λίγο πριν πέσει κι αυτός για ύπνο, άνοιγε σιγά-σιγά την πόρτα του υπνοδωματίου μου, έχωνε δειλά το κεφάλι του στο άνοιγμα και κοίταζε αν είμαι καλά. Τι θα μπορούσε να μου είχε συμβεί, δηλαδή; Προσποιόμουν ότι είχα ήδη αποκοιμηθεί και από τη θέση που βρισκόταν δεν μπορούσε να δει τα ορθάνοιχτα μάτια μου να τον κοιτούν με την ίδια σχεδόν εμμονή που με κοίταζαν και τα δικά του. Ακόμα κι αν καταλάβαινε ότι τον κοιτούσα, έχω την εντύπωση ότι εκείνη τη στιγμή συμφωνούσαμε σιωπηρά να μην καταστρέψουμε τη σιωπή αυτή που μας ένωνε με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα μπορούσε να συμβεί στην καθημερινότητά μας. Οι μνήμες μπερδεύονται η μία με την άλλη, σα δυο γατιά που παίζουν το ίδιο μπαλάκι: η μητέρα μου, καθισμένη στο παλιό μαύρο Στένγουεϊ να βγάζει τα δαχτυλίδια της για να παίξει εκείνη τη θλιμμένη άρια του Ναντίρ, ?Je crois entendre ancore?, από τους «Αλιείς Μαργαριταριών». Αμα είχε τα κέφια της σκάρωνε κι ένα σπιρτόζικο μπούγκι γούγκι, από εκείνα που χόρευε στα νιάτα της. Ακούω ακόμα το γέλιο της. Και μυρίζω το άρωμά της. «Μαμαδένιο».
Τίποτε απ? όλ? αυτά δεν θα ξανασυμβεί. Είναι και οι δύο φαντάσματα πια. Εχω πάψει πια να είμαι «γιος». Απλώς είμαι. Κι όλη εκείνη η ενέργεια που πήγαζε από τις δύο προσωπικότητες που λέγονταν «Κώστας» και «Ερατώ» είναι πια το απόλυτο κενό. Η παντοτινή σιωπή. Αυτό βίωσα μετά το χαμό τους. Δεν πιστεύω ούτε στο Θεό ούτε στη μετά θάνατον ζωή. Ομως, πιστεύω στα φαντάσματα ? αυτά που έχει ο καθένας μας μέσα του.
Αν μου δοθεί η χάρη να γεράσω, με φαντάζομαι όπως ο ανώνυμος ήρωας του Φίλιπ Ροθ στον «Καθένα», πάνω απ? τον τάφο τους, να λέει: «Το αγοράκι σας είναι πια εβδομήντα πέντε ετών». Κι εκείνοι να του ψιθυρίζουν: «Ωραία. Εζησες». Θα το παλέψω, διότι όταν έθαψα πια και τη μάνα μου, μέσα σ? όλα, αισθάνθηκα ξαφνικά το χώρο μέσα μου και γύρω μου να ανοίγεται διάπλατα. Αυτή η εξωφρενική, άκρως διεγερτική σκέψη ότι τώρα αρχίζει το αληθινό πάρτι της ζωής. Τώρα που παίρνω κι εγώ σειρά, τώρα είμαι πιο ελεύθερος από ποτέ. Καληνύχτα Κώστα, καληνύχτα Ερατώ. Η ζωή είναι πιο σκληρή απ? το θάνατο.

Καθημερινή, 21-02-2009

(Ιούλιος 2009)


Λίστα όλων των Συγγραφέων