Συγγραφέας του μήνα

Έλενα Μαρούτσου

Βιογραφικό

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Reading University της Αγγλίας. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και το κολάζ. Το πρώτο της βιβλίο, Του ύψους και του βάθους, μικρές ιστορίες (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1998) ήταν υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα απ? το περ. Διαβάζω. Έχει συγγράψει επίσης τη συλλογή διηγημάτων Οι προδοσίες των ονομάτων (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2004), ενώ διηγήματά της έχουν κυκλοφορήσει σε διάφορες συλλογές και περιοδικά. Το μυθιστόρημά της Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (εκδ. Καστανιώτης, 2008) βραβεύτηκε με το Athens Prize for Literature απ? το περ. Δέκατα. Η Έλενα Μαρούτσου ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στην Αθήνα.


Οι οκτώ εραστές

Έχω οκτώ εραστές.
Ο πρώτος εραστής έχει φρύδια σμιχτά και τρίχες που πετάγονται μέσα από τ? αυτιά του. Δεν τον κάλεσα εγώ και είναι αμφίβολο αν θα είχε φτάσει ποτέ εδώ, αν δεν αγαπούσε τόσο τα τραγούδια. Εγώ δεν τραγουδώ σχεδόν ποτέ. Λέω σχεδόν, γιατί μια φορά, ναι, τραγούδησα. Ήμουν σ? εκείνη την παραλία, ξέρει εκείνος, τώρα εννοώ, γιατί τότε δεν ήξερε κι ούτε που τον ένοιαζε πόσο φάλτσα τραγουδούσα, μόνο κάθισε σα σκυλί πιο πέρα κι άκουγε. Από τότε με ακολουθεί. Μένει στην άλλη άκρη της πόλης κι όμως έρχεται συχνά από δω, με τα πόδια, κι αν τον δέχομαι στο σπίτι, αψηφώντας τη βρώμα και τη μοναξιά που έχουν ποτίσει τα ρούχα του, είναι γιατί καμιά φορά τραγουδάμε μαζί. Εκείνες τις φορές, από τις επιταγές κάποιας περίεργης δικαιοσύνης, είναι η δική μου φωνή που ακολουθεί τη δική του. Γιατί είναι μόνο όταν τραγουδάμε παρέα που οι νότες μου πάνε και βρίσκουν τη σωστή τους θέση και δεν φαλτσάρω διόλου. Σχεδόν μου αρέσει τότε η φωνή μου, αν και δεν είναι τόσο αυτό που μ? αρέσει, όσο η αίσθηση ότι ένα αόρατο χέρι παίζει πάνω στις φωνητικές μου χορδές, όπως θα ?παιζε πάνω σε μια κιθάρα, χωρίς να χρειάζεται ν? αναρωτιέσαι ποιο απ? τα δυο να ευχαριστήσεις γι αυτή τη μουσική, μια που ούτε το χέρι ούτε η κιθάρα έχουν ιδέα ή τους ενδιαφέρει στο ελάχιστο ένα τέτοιο ερώτημα. Είναι σαν να ευγνωμονεί το τρένο τις ράγες ή ράγες τα καρφιά τους, τα καρφιά το σφυρί και το σφυρί το χέρι. Το χέρι την κιθάρα. Ο πρώτος μου εραστής ξύνει τα γένια του όταν του μιλάω. Ξέρω πως θα προτιμούσε χίλιες φορές τη σιωπή, άλλωστε αυτό δεν είναι το τραγούδι; Μια σιωπή με χρώματα, που, όταν σβήσει η μουσική, ξεθωριάζουν κι αυτά σιγά σιγά και μένει το σπίτι άδειο, πιο άδειο κι απ? όταν κλείνει πίσω του την πόρτα ο πρώτος μου εραστής.
Ο δεύτερος εραστής έρχεται πάντα μέσα στη νύχτα και μου χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Πριν του ανοίξω, βλέπω απ? την οθόνη τα μαύρα του μαλλιά μέσα στο γιακά του παλτού του, κάτι που με γεμίζει αμέσως τρυφερότητα, γιατί ξέρω πως μόλις ανοίξω την πόρτα θα βάλω τα χέρια μου στο σβέρκο του και θα τα βγάλω έξω απ? το γιακά, έτσι όπως έκανε κι η μητέρα όταν ήμουν κοριτσάκι. Βεβαίως δεν είμαι η μητέρα του κι ας είναι αυτός ο γιος μου, και αυτή η αντίφαση, πείτε την αντίφαση, είναι το μικρό μας μυστικό. Μπαίνουμε τότε στη μπανιέρα κι εκεί τον λούζω και του κόβω τα νύχια, που πέφτουν μέσα στο νερό, σπασμένα μισοφέγγαρα. Γονατίζει μπροστά μου και του τρίβω την πλάτη. Μετά ξαπλώνουμε στο νερό. Είναι ένα ψάρι κι είμαι ένα νερόφιδο. Τυλίγομαι γύρω του, σκαλώνω στα λέπια του. Τα γδέρνω με τα νύχια μου. Φωσφορίζουμε σαν εκείνα τα ψάρια της αβύσσου, φρικαλέα στην όψη, φρικαλέα για ποιον; Απαντώ: για μας τους ίδιους. Μέσα στον πόθο του βλέπω τον τρόμο και μέσα στην επιθυμία μου καθρεφτίζονται χίλιοι εφιάλτες. Γι αυτό θα προτιμούσε να κρυφτεί μέσα στην κοιλιά μου, αυτό προσπαθεί άλλωστε δοκιμάζοντας κάθε ορατή ή αόρατη πόρτα, κι εγώ, τι ματαιοπονία, τι κουραστική και σπαραξικάρδια ματαιοπονία, κάθε που μπαίνει, του βγάζω τα μαλλιά απ? το γιακά.
Ο τρίτος μου εραστής δεν με ξέρει. Νομίζει πως είμαι μια άλλη. Έχει φτάσει στο σημείο να με φωνάζει με κάποιο όνομα που όχι μόνο δεν είναι το δικό μου, αλλά το ακούω κιόλας για πρώτη φορά. Επιπλέον: τα χαρακτηριστικά του προσώπου που προσπαθεί να μου φορέσει σαν αποκριάτικη μάσκα είναι ό,τι ακριβώς περιφρονώ βαθιά κι απεχθάνομαι. Πόσες φορές δεν προσπάθησα να κολλήσω τη μύτη μου πάνω στο πρόσωπό του, πόσες φορές δεν ούρλιαξα το όνομά μου στ? αυτιά του, μπας και καταλάβει την πλάνη του. Τίποτα. Και να φανταστεί κανείς πως αυτός μου ο εραστής θα ?πρεπε να με ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον, καθότι έχουμε μεγαλώσει μαζί. Ήταν η πρώτη μου αγάπη, και νομίζω πως υπήρξα κι εγώ ο πρώτος του έρωτας. Στην ουσία ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε μαζί, κι ας βλεπόμαστε πια μόνο κάθε Πρωτοχρονιά. Φέτος μου έφερε δώρο ένα ζευγάρι ροζ παντόφλες. Παντόφλες δεν έχω φορέσει ποτέ στη ζωή μου, άσε που μισώ το ροζ. Αυτός όμως στρώθηκε στον καναπέ κι επέμενε να τις φορέσω. Τις φόρεσα λοιπόν κι εγώ, και βαλθήκαμε να βλέπουμε τηλεόραση με τα πόδια μας ανεβασμένα πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού. Έβλεπα εκεί τα μαύρα του μοκασίνια και τις ροζ μου παντόφλες να έχουν γείρει το ένα ζευγάρι προς το άλλο σαν δυο γέροι που ακουμπούν τα κεφάλια τους, από κάποιο είδος αγάπης πέρα από κάθε παρεξήγηση ή εξαιτίας όλων των παρεξηγήσεων μιας ζωής.
Τον τέταρτο δεν τον έχω δει ποτέ. Επικοινωνούμε δι? αλληλογραφίας και είμαστε αυτό που θα έλεγε κανείς πλατωνικοί εραστές, αν και δεν συμπαθώ τους εύκολους χαρακτηρισμούς. Τα βιαστικά συμπεράσματα. Δεν μου έχει αποκαλύψει τ? όνομά του. Στα γράμματα που μου στέλνει υπογράφει «ο κλέφτης». Όταν τον ρώτησα γιατί, μου είπε για εκείνη τη μέρα που με πρωτοείδε στο λεωφορείο. Καθόμουν λέει απέναντί του με μια σακούλα μανταρίνια στα χέρια, όταν το λεωφορείο φρενάρισε απότομα και όλα τα μανταρίνια κύλησαν στο διάδρομο. Έσκυψε τότε αυτός να με βοηθήσει και, καθώς τα μαζεύαμε, έβαλε ένα στη τσέπη του. Θυμάμαι τη μέρα, θυμάμαι το λεωφορείο και το φρενάρισμα, αδυνατώ όμως να φέρω στο νου το πρόσωπό του. Πώς μου είχε φανεί μάλιστα ότι ήμουν μόνη σε αυτό το λεωφορείο, μόνη και άκουγα στο γουόκμαν ένα τραγούδι˙ το τραγούδι το θυμάμαι κι αυτό, εκείνον όχι. Πώς βρήκε τη διεύθυνσή μου; Με ακολούθησε, λέει, μέχρι το σπίτι, μένω σε μια μονοκατοικία, στο Παγκράτι. Δεν ήταν δύσκολο. Έτσι μου είπε. Καθόλου δύσκολο. Από τότε μου στέλνει ένα γράμμα κάθε βδομάδα. Το γράφει Κυριακή, το στέλνει Δευτέρα. Σε μένα φτάνει την Τετάρτη. Του απαντάω αυθημερόν και λαμβάνει το δικό μου το Σάββατο. Είναι ο εραστής μου της Τετάρτης και είμαι η ερωμένη του του Σαββατοκύριακου. Πέραν του επεισοδίου της γνωριμίας μας δεν ξέρω τίποτα γι αυτόν: πώς μοιάζει, πόσων χρόνων είναι, τι δουλειά κάνει. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν μ? εμποδίζει να τον φαντάζομαι όμορφο, καλοστεκούμενο, νέο, τον ιδανικό εραστή. Όμως όχι. Κλείνω τα μάτια και βλέπω το πρόσωπό του γεμάτο ουλές, μου δείχνει τα κοψίματα στα χέρια και στο στήθος του, με αναγκάζει να τα ψηλαφίσω, «δες», μου λέει και σκύβει το κεφάλι του, «όλα μου τα μαλλιά άσπρισαν σε μια νύχτα», «ποια νύχτα;» τον ρωτάω και γελάει. Του λείπει ένα δόντι. «Θες ένα μανταρίνι;», και όπως το καθαρίζει πετάγεται λίγο ζουμί στα μάτια μου. Τα ανοίγω, είναι κόκκινα και γεμάτα δάκρυα. Πάω στον καθρέφτη. «Δεν πειράζει», του λέω. «Όλα θα πάνε καλά».
Ο πέμπτος, όταν κλαίω, γελάει. Όχι πως τον ευχαριστεί να με βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Θα γέλαγε ούτως ή άλλως, σε οποιαδήποτε περίσταση. Τον λένε Μάκη, Ευθύμιο δηλαδή, τι άλλο, πλάκα δεν έχει; Ακόμα κι εγώ βρίσκω πως εν τέλει έχει πλάκα. Ας πούμε, τι προάλλες είχα πάει στο νοσοκομείο που δούλευε, με δέχτηκε με την πράσινη ποδιά που φορούν οι χειρούργοι, είναι για να μη φαίνεται το αίμα, αυτός μου το έχει πει, τέλος πάντων, και γονάτισα εκεί μπροστά του, γίναμε θέαμα κανονικά καθώς του ζητούσα κλαίγοντας να με συγχωρέσει. «Σε απατώ με άλλους εφτά», έτσι του είπα κι εκείνος έσκασε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Έσκυψε και γονάτισε δίπλα μου. «Αν πρόκειται για τους εφτά νάνους, σε συγχωρώ», μου είπε και όσο χαμογελούσε, τόσο εγώ σπάραζα στο κλάμα, ειδικά με την πράσινη ποδιά του τόσο κοντά στα μάτια μου που νόμιζα πως έβλεπα το αίμα. «Θα είσαι πάντα η Χιονάτη μου», μου είπε το ίδιο εκείνο βράδυ, «και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα που να το αλλάξει αυτό». Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και κοίταζα αυτό το πρόσωπο δίπλα μου στο μαξιλάρι. Χαμογελούσε στον ύπνο του όπως ένα παιδί, η απόλυτη συμφιλίωση με το μυστήριο του κόσμου. Έτσι θα ?ναι, σκέφτηκα, όσοι βαδίζουν στο μαρτύριό τους, καθώς κι εκείνοι που πρόκειται το επόμενο πρωί να τινάξουν τον κόσμο στον αέρα.
Ο έκτος εραστής δουλεύει στα καράβια και τον βλέπω μόνο στην καμπίνα του. Η καμπίνα έχει ένα στρογγυλό παράθυρο, καμία σχέση με τα παράθυρα που ζωγραφίζαμε μικροί ? δεν μπορεί να τα ζωγράφιζα μόνο εγώ ? αυτά τα όρθια παραλληλόγραμμα με το σταυρό στη μέση. Αν μου εξηγήσετε τι γύρευε εκεί ο σταυρός, ίσως σας εξηγήσω κι εγώ τι γύρευα στην καμπίνα ενός παντρεμένου ναυτικού γύρω στα πενήντα. Μη μου πείτε μόνο πως αναζητούσα τον πατέρα μου που έχασα μικρή γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν ήμουν και τόσο μικρή. Ολόκληρη γαϊδούρα ήμουν όταν πήρα άρον άρον το αεροπλάνο για να έρθω απ? το Λονδίνο. «Δεσποινίς, θα πάρετε μια πορτοκαλάδα;», με είχε ρωτήσει η αεροσυνοδός, «μα τι λέτε τώρα», είχα κολλήσει τη μύτη μου πάνω στο τζάμι του παραθύρου, άλλα στρογγυλά παράθυρα από κει, και προσευχόμουν. «Θεέ μου», έλεγα, «σώσε τον πατέρα μου και δεν θα ξαναπάω με παντρεμένο». Μια σταλίτσα ήταν ο πατέρας μου πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου, καμία σχέση με τον θεόρατο άντρα που με ανέβαζε στους ώμους του και με πέταγε γελώντας στη θάλασσα. Κι εκείνη η θάλασσα καμία σχέση με τη θάλασσα έξω απ? την καμπίνα, άπατη, άστατη, μαύρη. Το μόνο κοινό που μπορώ να δω είναι αυτή η κορνιζαρισμένη φωτογραφία πάνω στο κομοδίνο, η γυναίκα του και τα παιδιά του, είχαμε κι εμείς ένα σωρό από δαύτες μέσα στο σπίτι, η μαμά μου όταν τις κοιτάζει κλαίει, άλλο περίεργο κι αυτό, θέλω να πω ο μπαμπάς μας έλεγε «κοιτάξετε το πουλάκι», «ποιο πουλάκι ρε πατέρα» και γιατί στο καλό έπρεπε να μας είχες αφήσει τόσα χρόνια πριν, αφού θα έφευγες ούτως ή άλλως. Τι σχέση έχουν όλα αυτά, θα μου πείτε. Καμία σχέση.
Ο έβδομος εραστής είναι δολοφόνος. Δεν έχει σκοτώσει μέχρι τώρα κανέναν ακόμα, όμως ο φόνος κυκλοφορεί μέσα στο αίμα του, όπως η τέχνη μέσα στις φλέβες ενός ζωγράφου. Όπως εγώ, ας πούμε, είμαι γεννημένη ποιήτρια κι ας μην έχω γράψει ούτε έναν στίχο. Έτσι κι αυτός, γεννήθηκε εγκληματίας. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε εγκληματίας. Είπαμε. Φονιάς. Τώρα το θέμα είναι πως δεν μοιάζει καθόλου με φονιά, όπως κανένας ποιητής δε μοιάζει με ποιητή. Έχετε δει τον Καββαδία; Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Ο εραστής μου αυτός όμως με το χλωμό πρόσωπο, τα μακριά, λεπτεπίλεπτα δάχτυλα, τα στοχαστικά του μάτια, θα μπορούσε κάλλιστα να ποζάρει για συγγραφέας. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε συγγραφέας. Είπαμε. Ποιητής. Τώρα, αν το ριζικό του θέλησε να στρέψει μια μέρα το μαχαίρι του Καββαδία όχι προς τον εαυτό του αλλά προς τον όγδοο εραστή μου, γεννηθήτω το θέλημα του Συγγραφέως.
Ο όγδοος εραστής μου θα πεθάνει. Κρίμα, γιατί πρόκειται για τον πλέον αθώο. Και δεν μιλώ για εκείνη την αθωότητα που διατηρεί κανείς αλώβητη από παιδί, όπως ένα ρούχο κρυμμένο χρόνια στο ντουλάπι, αλλά για την άλλη, αυτήν που κερδίζεις με απώλειες, μιλάω για το αίμα που πρέπει να τρίψεις και να τρίψεις ώσπου να φανεί από κάτω το λευκό του πουκαμίσου στο ύψος τους στήθους. Ετούτη η αθωότητά του είναι μεταδοτική. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και σαν να φοράω ξανά τη μπλε ποδιά του σχολείου. Το σκάμε απ? το προαύλιο και πάμε να κλέψουμε φρούτα, γιατί είναι Μάιος, τι άλλο, και μου κρεμάει ένα διπλό κεράσι στ? αυτί. Ο νοικοκύρης μας κυνηγάει κι εμείς κρυβόμαστε μπρούμυτα κάτω από ένα φορτηγό. Όταν βγαίνουμε έξω, τα γόνατά μου είναι μαύρα, ενώ αυτός έχει έναν κόκκινο λεκέ από κεράσια στο πουκάμισο αριστερά. Του βγάζω το πουκάμισο και είμαστε πάλι τριανταπέντε χρόνων. Έχει το φως στο κομοδίνο ανοιχτό και διαβάζει τα Σημειωματάρια του Καμύ: «Πεθαίνουμε στα σαράντα μας», απαγγέλλει, «από μια σφαίρα που φυτέψαμε στο στήθος μας όταν ήμαστε είκοσι χρόνων». Αυτό πρέπει ν? αλλάξει, μου λέει. Έχει την αισιοδοξία και τη γενναιότητα ενός αληθινού επαναστάτη ο όγδοος αυτός εραστής. Παραβλέπει όμως, όπως κάθε αληθινός επαναστάτης, το μαχαίρι στα χέρια του παρελθόντος, το γεμάτο εξάσφαιρο του πεπρωμένου, το μελανό χταπόδι των καραδοκούντων εραστών στα μαύρα βάθη της αγάπης

(Αύγουστος 2009)


Λίστα όλων των Συγγραφέων