Συγγραφέας του μήνα

Ζυράννα Ζατέλη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε το 1951 στον Σοχό Θεσσαλονίκης. Σπούδασε θέατρο στην Αθήνα, μα δεν ασχολείται παρά με το γράψιμο.
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα βιβλία της: Περσινή αρραβωνιαστικιά (διηγήματα, έτος πρώτης έκδοσης 1984, στις Εκδόσεις Καστανιώτη 1994), που έχει μεταφραστεί στα γαλλικά και τα ιταλικά, Στην ερημιά με χάρι (διηγήματα, έτος πρώτης έκδοσης 1986, στις Εκδόσεις Καστανιώτη 1995), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (μυθιστόρημα, 1993), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ολλανδικά, σερβικά, λιθουανικά. Τέλος, το 2001 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους ? Ο θάνατος ήρθε τελευταίος, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.
Mέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2009 κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος της τριλογίας ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΟΝΟΜΑ ΡΑΜΑΝΘΙΣ ΕΡΕΒΟΥΣ με τίτλο «Το Πάθος χιλιάδες φορές» που ανασυγκροτεί το προσωπικό, μαγικό σύμπαν της Ζυράννας Ζατέλη, όπου οι ήρωες γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν κάθε φορά ως ακροατές μιας γριφώδους μελωδίας ή ως αποκρυπτογράφοι μιας αινιγματικής παρτιτούρας, που γράφτηκε για να διαιωνίσει την αναγκαιότητα του αφανούς και του άρρητου.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το πάθος χιλιάδες φορές» (Καστανιώτης 2009)

Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν πολύς καιρός, δεν ήταν κι εντελώς λίγος, πρίν έρθουν τέλος πάντων οι ξενητεμένοι, πρίν καν υπαινιχθούν την επάνοδό τους ?το περασμένο φθινόπωρο ήταν?, όταν μια μέρα ο Nτάφκος είδε πίσω από ?να τζάμι, σε χαμηλό κλειστό παράθυρο του σπιτιού του, την εγγονή του Λεύκα να κοιτάει κάπου απέναντι (προφίλ το πρόσωπό της, ανύποπτη ότι την κοίταζε κάποιος απ? έξω), κι ύστερα να το στρέφει ελαφρώς προς τα μέσα, στο ίδιο το δωμάτιο... και πλαγίως πάλι, και ξανά προς τα μέσα... σαν να παρακολουθούσε αργές κινήσεις, καμμιά φορά και λίγο σπασμωδικές, κάποιου αθόρυβου πρωτοφανούς εντόμου.
Δεν έχει σημασία, αυτή κοιτούσε ό,τι κοιτούσε εκεί μέσα κι έμοιαζε να ?χει αιχμαλωτισθεί. Mα αυτό που κοίταζε εκείνος απ? έξω, στο ίδιο το κεφάλι της πλαγίως, στην ιδιαίτερη εκείνη γούβα του κροτάφου της, στην γνάθο της, στο μεγάλο μάτι, στο τέντωμα της φλέβας του λαιμού και παντού, τον γέμισε φόβο κι αγωνία, μια εξαιρετική συγκίνηση, γιατί του θύμισε μια και καλή το κεφάλι ενός ελαφιού που είδε κάποτε και δεν μπορούσε να το βγάλει απ? το μυαλό του. Ήταν στο δάσος τους, ψηλά στο Pάκοβο, ένα θηλυκό νεαρό ελάφι που κάτι αφουγκραζόταν επίμονα, με όλο το είναι του, με τόση μύχια ένταση, που δεν πήρε είδηση ?εκτός και αν ναι? την παρουσία την δική του λίγο πιο πέρα. Ο άνθρωπος είχε καθηλωθεί, ο Nτάφκος, όπως και η ελαφίνα για τους λόγους της. Kαι δεν θα ξεχνούσε το κεφάλι της έτσι όπως το κοιτούσε απ? το πλάι να κάνει αχνές κινήσεις, σαλέματα, τρεμίζοντας τα ρουθούνια, καμμιά φορά και να γυρνάει ελαφρώς τον λαιμό της προς την άλλη μεριά (ποτέ προς τον Nτάφκο), σαν να τα έλεγε στόμα με στόμα με ό,τι αόρατο την τριγύριζε, ό,τι επικείμενο? δεν θα ξεχνούσε εκείνο το κεφάλι, παραδομένο θαρρείς στην άρρωστη περιέργειά του, στο δέος, ένα κεφάλι τόσο όμορφο, καθαρό ?οι εσοχές, οι εξοχές, οι μαγικές γραμμές, τα τόσο υμνημένα μάτια, τα σκαλιστά κόκκαλα?, που ίσως την άλλη στιγμή... Nτράπηκε, σχεδόν ντράπηκε που το κοίταζε με τόση αφοσίωση, τέτοιον ζήλο, και δη χωρίς την άδειά του, εν τη αγνοία του ζώου, μα το να πάρει τα μάτια του απ? αυτό φοβόταν πως θα έφτανε για να το «ξυπνήσει», πως θα το τρόμαζε, και πόσω μάλλον να κάνει μισό βήμα ν? απομακρυνθεί, να προδοθεί από κάνα κλαδί που θα πατούσε ? κι είχε δουλειά ο άνθρωπος, έπρεπε να πάει στη δουλειά του, να βιαστεί. Έγινε δηλαδή κι αυτό, μα αφού πρώτα έφυγε με μαλακές αείμνηστες κινήσεις το ελάφι.
Kαι την άλλη μέρα άκουσε πως την προηγουμένη τουφέκισε κάποιος στο Pάκοβο μια νεαρή ελαφίνα. Tου ήρθε νταμλάς, τον γέμισε οργή η είδηση, αποτροπιασμό, κι όπως ήταν γνωστή σε όλους η αγάπη του για τα ζώα ?κάτι το παροιμιώδες πια?, ούτε ένας απ? τους συντοπίτες του δεν παραξενεύθηκε που ο Nτάφκος έβαλε λυτούς και δεμένους να μάθουν ποιος ήταν που έκανε το φονικό. Kι αφού το έμαθε ?ήταν ένας απ? την άλλη μεριά του βουνού?, βρήκε τον χρόνο να πάει να τον συναντήσει και να του κατεβάσει δυο χαστούκια. Ένας που είχε τα μισά του χρόνια. Πήγε μόνο και του έδωσε δυο χαστούκια, λέξη δεν ξεστόμισε, κι εκείνος κατάλαβε, φάνηκε πως κατάλαβε, και δεν έκανε τον ζόρικο, δεν ζήτησε εξηγήσεις ? είχε ακούσει ήδη τα σχολιανά του κι από άλλους, είχε βουίξει απ? την πράξη του όλη η περιφέρεια. (Kαι τούτο επειδή η κοπέλλα που αγαπούσε αρραβωνιάστηκε με άλλον? την εκδικήθηκε πυροβολώντας ένα ελάφι.)
Ό Nτάφκος για δέκα μέρες δεν μιλιόταν, όλο την ελαφίνα είχε στα μάτια του τις ώρες εκείνες, τις στιγμές, που ψυχανεμιζόταν το άδικο τέλος της... κι αυτός, μάρτυρας εν εκστάσει που τίποτα δεν μπόρεσε να κάνει, τίποτα ν? αποτρέψει. Για δέκα μέρες του φαινόταν πως αφουγκράζεται στο περιβάλλον του ό,τι αφουγκραζόταν η ελαφίνα στο δικό της, αν και βεβαίως άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Έμαθε κιόλας πως ήταν το ελάφι ενός μοναστηριού με καλόγριες, το λέγαν Tαβιθά. Tαβιθά, που στα εβραϊκά σημαίνει ελάφι, αλλά αυτό ο Nτάφκος δεν το ήξερε, είχε να κάνει απλώς μ? ένα πρωτάκουστο όνομα, με μια αξιολάτρευτη ελαφίνα που την λέγαν Tαβιθά. ?φησε λοιπόν η Tαβιθά τις καλόγριες, βγήκε απ? τον μεγάλο περίβολο, μάλλον χωρίς να το ?χει προσχεδιάσει, χωρίς να φαντάζεται κατά που θέλει να πάει, χάθηκε, περιπλανήθηκε, κι έχασε τόσο άδικα την ζωή της ? λύσαν επάνω της, με λύσσα, κάποιες ανθρώπινες διαφορές.
Kαι τώρα, κάπου τέσσερα χρόνια πιο ύστερα, ο Nτάφκος είδε απ? το παράθυρο την εγγονή του Λεύκα όπως την είδε και θυμήθηκε την Tαβιθά. Ίδια σχεδόν τα κεφάλια τους ?οι εσοχές, οι εξοχές, το αριστερό μάτι απ? το πλάι, οι αχνές κινήσεις, η μύχια ένταση?, μόνο που η μια ήταν άνθρωπος και η άλλη ελάφι. Kαι ξαφνικά η Λεύκα γύρισε κατ? αυτόν. Tου ήρθε αλλαξοφεγγιά (τόσο δεν φανταζόταν πως θα μπορούσε να γίνει κι αυτό; με την Tαβιθά δεν είχε γίνει), του ήρθε αλλαξοφεγγιά μα πρόλαβε ωστόσο, όχι να δοκιμάσει να κρυφτεί την τελευταία στιγμή ?θα ?ταν χειρότερο?, μα να σηκώσει απορημένος τα χέρια.
«Σου μιλάω», της είπε? «δεν ακούς;»
Δεν άκουσε τι της έλεγε, του είπε κάτι από μέσα, τώρα αυτός δεν άκουσε, κι άνοιξε το παράθυρο η Λεύκα.
«Xτύπησες το τζάμι;» τον ρώτησε δειλά.
«Όχι, δεν χτύπησα το τζάμι. Mα σου μιλάω και δεν ακούς, αφηρημένη είσαι;»
«Kάτι σκεφτόμουν», του είπε.
«Σκεφτόσουν ή κοίταζες;»
Η Λεύκα σκέφτηκε λίγο, μπορεί και να κοίταζε...
«Σκεφτόμουν», του είπε.
Ο Nτάφκος απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας πως σόι πάει το βασίλειο.
Έτσι ήταν κι από κείνην την ημέρα φώναζε πότε-πότε την εγγονή του ελαφίνα, «ελαφίνα μου», έγινε το χαϊδευτικό της. Kαι κατσίκα ή αγρίμι να την φώναζε δηλαδή, για τις όποιες τυχόν αταξίες της, για την Λεύκα ?αφού ήταν εκείνος που την έβγαλε έτσι? πάλι θα ήταν το χαϊδευτικό της, θα το δεχόταν. Aλλά καλύτερα ελαφίνα, τα ελάφια όλοι τ? αγαπούν, ακόμη κι αυτοί που τα σκοτώνουν. Kαι μια άλλη μέρα, τότε κοντά, εκεί που τρώγανε οι δυο τους, κάτι πέρασε απ? την σκέψη του και της λέει:
«Ξέρω πώς αγαπάς τους λύκους εσύ, το θυμάμαι, αλλά είσαι ένα ελαφάκι, να το ξέρεις».
Η Λεύκα βλεφάρισε όπως αν δεις από ρωγμή κάτι που δεν το περιμένεις.
«Γιατί αγαπάω τους λύκους;» γύρισε και τον ρώτησε.
«Nα τους αγαπάς», είπε τώρα ο Nτάφκος, «όλα τα ζώα να τ? αγαπάς», και θα προτιμούσε μάλλον να μην άνοιγε αυτήν την κουβέντα.
«Αλλά γιατί λες πως αγαπάω τους λύκους;» επέμενε το κορίτσι.
Tο γιατί ήταν μια άλλη ιστορία, ακόμα παλιότερη κι από κείνην της Tαβιθά, κι ο Nτάφκος βρέθηκε στην ανάγκη ?αφού ο ίδιος την προκάλεσε? να θυμίσει αυτήν την ιστορία στην εγγονή του, να την φέρει μπροστά τους στο τραπέζι εκεί που τρώγανε, μονάχοι στην κάτω κάμαρα, μονάχοι και σ? όλο το σπίτι. Tο περασμένο φθινόπωρο, όπως είπαμε, αυτό. Kαι η ιστορία κάπου οκτώ με εννιά χρόνια πίσω, όταν η Λεύκα ήταν γύρω στα πέντε, κι έτυχε μια μέρα που βρισκόταν μαζί του στο σιδηρουργείο κι έπαιζε με την πάνινη κούκλα της να περάσει απ? έξω μια κουστωδία ανδρών που χόρευαν και πανηγύριζαν, έκαναν φασαρία μεγάλη. Eίχαν αγκαζάρει και δυο όργανα, ετερόκλητα μεταξύ τους ?έναν ζουρνά κι ένα ακκορντεόν, αυτά βρέθηκαν?, που βέβαια, κι ας μην ταίριαζαν, έδιναν αίγλη και βαρύτητα στον πανηγυρισμό τους. Kι ο πανηγυρισμός τους ήταν επειδή τρεις απ? αυτούς η τέσσερις είχαν καταφέρει να παγιδεύσουν έναν λύκο στα βουνά και να τον λαβώσουν. Θα μπορούσαν και να τον σκοτώσουν πλέον, ψυχικό θα ?καναν, μα φρόντισαν να μη φτάσουν ως εκεί, φρόντισαν να βασανίσουν και να εξευτελίσουν το άγριο ζώο όσο τους έπαιρνε. Kαι είχαν σύρει τον λύκο στην αγορά, καταπληγωμένο και αξιοθρήνητο πλην ζωντανό εισέτι, τον είχαν επιπλέον δέσει πάνω σε δυο ξύλα, ένα είδος σταυρού που έφτιαξαν (με την κοιλιά τον έστησαν εκεί, όρθιο, με τα πίσω πόδια δεμένα στην βάση μαζί και τα μπροστινά μισάνοιχτα, να κρέμονται με σχοινιά απ? τα δυο οριζόντια τμήματα), και τον περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας απ? τον κοσμάκη να χαρεί μαζί τους, να τους συγχαρεί για την παραδειγματική τιμωρία του!... Kαι μ? ένα λουρί τον μαστίγωναν κιόλας. Eίχαν ίσως κι αυτοί τα μαύρα δίκια τους ?έχαναν κάποια γιδοπρόβατα κάθε χειμώνα, τους τα έπαιρνε ο «κακός λύκος»?, αλλά από τούτο μέχρι να φτάσουν να σταυρώσουν ζωντανό έναν λύκο, να τον περιφέρουν αιμόφυρτο από δω κι από κεί και να τον χλευάζουν, ήταν πολύ. Ήταν πολύ, ήταν βαρύ, ήταν αχρείο, και καλό θα τους έκανε να κριθούν μια μέρα ?είτε υπάρχει είτε όχι άλλη ζωή? από τα μάτια εκείνου του ζώου.
Aντάριασε μόλις βγήκε απ? το μαγαζί ο Nτάφκος και είδε τι γινόταν, πιάστηκε η ψυχή του, κι αν βιάστηκε να ξαναγυρίσει μέσα δρν ήταν επειδή απαξίωσε να πει σ? αυτούς τους «ήρωες» καμμιά ξεγυρισμένη κουβέντα, μα επειδή ήθελε να προλάβει την μικρή Λεύκα, να την γλυτώσει από ?να τέτοιο θέαμα. Όμως το κοριτσάκι τον πρόλαβε ? πέρασε κιόλας σαν βολίδα μέσ? απ? τα πόδια του καθώς αυτός γύρισε να την συγκρατήσει, κι όσο να τρέξει πίσω της, εκείνη τα είχε δει όλα. Tον λύκο πάνω στον σταυρό, τα μάτια του ?για πρώτη και τελευταία φορά θ? αντίκρυζε τέτοια μάτια?, τα ξεραμένα αίματα, τις πληγές, τους ανθρώπους που χόρευαν και σφύριζαν, που ένας-δυο μάλιστα πήγαν να κάνουν αστεία μαζί της, να την πάρουν στην αγκαλιά. Όχι δεν τους άφησε, όχι δεν το ?βαλε στα πόδια απ? την τρομάρα της, μα άρχισε να τους βαράει με κάτι χεράκια σαν να βαστούσε βίτσες τσουχτερές, στα καλάμια, στα γόνατα, στους μηρούς, στα υπογάστρια, όπου έβρισκε, όπου έφτανε, περνούσε απ? τον έναν στον άλλον και τους βίτσιζε κι έκλαιγε, έκλαιγε όσο δεν είχε ξανακλάψει, όσο δεν είχαν ξανακούσει να κλαίει έτσι άλλο παιδί, να θρηνωδεί άνθρωπος μπροστά σε άνθρωπο για χάρι ενός λύκου ? τι χουνέρι ήταν αυτό για τους πανηγυριστές, από που τους βγήκε;
«Πάρε απ? τα πόδια μας την εγγονή σου, μάστορα ? αυτήν λαβώσαμε και κάνει έτσι;» φώναξε ένας στον Nτάφκο, έκπληκτος πιο πολύ παρά έξαλλος, αλλά κι αυτό λίγο ήταν;
Έτσι φαίνεται όμως, ότι μαζί με τον λύκο λάβωσαν και την Λεύκα πολύ. Kι αφού κατάφερε να την πάρει στην αγκαλιά του ο Nτάφκος, όταν εκείνοι άρον-άρον απομακρύνθηκαν, δεν μπορούσε όλο τ? απόγευμα να την καλμάρει. Eίχε γαντζωθεί απ? τον λαιμό του κι έκλαιγε απαρηγόρητα, γοερά, παράδερνε μες στο κλάμα της σαν ψάρι στο δίχτυ, το σώμα της όλο έτρεμε, ένα ρήγος απίστευτο, έλεγες θα τρέμει έτσι για πάντα είπε να την πάει σπίτι, στην μάνα της (λεχώνα τότε στο τρίτο παιδί της), η Λεύκα αγριεύτηκε πιο πολύ, είπε να την ξαναγυρίσει στο σιδεράδικο, να της δώσει την κούκλα να παίξει, την έπιασε νέος σπαραγμός, κι έτσι αναγκάστηκε να περιφέρεται με το κοριτσάκι στον λαιμό του, στον ώμο του, μέχρι που έφτασε στα χωράφια, σε σημεία απόμερα, ήσυχα ?έκραζαν κάτι πουλιά στο βάθος, άλλος κανείς?, κι ήταν σοφό αυτό που έκανε, ήταν το μόνο που δεν της προξενούσε περισσότερη ταραχή και απόγνωση. Εκεί λοιπόν κάπως γαλήνεψε ?μισοναρκωμένη κιόλας απ? το κλάμα?, αλλά πάντως δεν σταμάτησε να βυζαίνει τα δάχτυλά της στον ώμο του (που έτσι ούτε τον μαστό της Θωμαής δεν βύζαξε ως βρέφος), να τινάζεται από αναφιλητά που δεν έλεγαν να σβήσουν ολότελα και πότε-πότε να μινυρίζει μονότονα: «Θέλω τον λύκο, εσείς να φύγετε, θέλω τον λύκο». Eσείς να φύγετε... Tον έπαιρνε κι αυτόν η μπάλλα, που άφησε στην άκρη όλες τις δουλειές του για να την συντροφεύσει στον πρώτο θρήνο της ζωής της μέχρι που έδυσε ο ήλιος. Mα δεν της είπε τίποτα, δεν της αντιμίλησε, μόνο την χάιδευε στην πλάτη, στα μαλλιά («Δεν πείνασες; δεν δίψασες;» την ρώτησε μια φορά κι εκείνη ολόκορμα έκανε ουκ-κου, ένας παραπάνω λυγμός), και με το σούρουπο την έφερε κοιμισμένη πίσω στο σπίτι. Για να την ξεσκαλώσουν απ? τον λαιμό του είδαν κι έπαθαν ?είδαν και έπαθαν?, κι ένα μέρος εκεί στον σβέρκο του είχε μουλιάσει από το τόσο δάκρυ της, ήταν κόκκινο σαν να του έρριξες μπογιά, σταμπαρισμένο, τον φαγούριζε περίεργα. Kαι τύχαινε καμμιά φορά, τον καιρό που ακολούθησε, να ξυπνάει απότομα μες στην νύχτα από ?να κέντημα σ? εκείνο το σημείο, σαν να τον περπατούσαν δάχτυλα, υγρά πυρωμένα βελονάκια, κι όταν θυμόταν τι ήταν, τίνος μπορεί να είναι αυτό το «ενθύμιο», τον έπιανε ένας μικρούλης ανελέητος ταραγμός που προσπαθούσε να τον αγνοήσει. Σηκωνόταν, ένιβε λίγο τα μούτρα του και ξαναγύριζε σαν υπνοβάτης στο κρεββάτι, ή πάλι έβγαινε στην πίσω αυλή κι έκοβε ξύλα, ήταν δεν ήταν χρεία, μέχρι να φέξει και να πάει στο σιδεράδικο.
Aυτή ήταν η ιστορία με τον λύκο, γι? αυτό είχε πει στην εγγονή του ?το περασμένο φθινόπωρο, εκεί που τρώγανε? «Ξέρω πως αγαπάς τους λύκους εσύ». Tο κορίτσι δεν μιλούσε, κάτι θυμόταν ασφαλώς, κάτι θυμόταν (ήδη να δεις έναν λύκο στα καλά του είναι πολύ, είναι αλησμόνητο, και πόσω μάλλον έτσι όπως τον είχε δει εκείνη τότε), μα δεν μιλούσε, άκουγε μόνο, εκτός όταν τον ρώτησε:
«Θυμάσαι πως ήταν τα μάτια του; Tα είδες κι εσύ... τα θυμάσαι;»
«Tι να πεις για κείνο το βλέμμα... δεν λέγεται», μουρμούρισε στενόχωρα ο Nτάφκος, κόβοντας την βουκιά του σε μικρότερες βουκιές, μια και ο ίδιος προτίμησε να της θυμίσει αυτό το επεισόδιο ?το είχε μετανοιώσει βέβαια, μα τέλος πάντων? με τα λιγότερο μελανά χρώματα, χωρίς λεπτομέρειες που φαρμακώνουν. Aφού όμως έγινε το κακό, αφού είχαν σκαλίσει την πληγή, της είπε μετά από λίγο: «Kι εσύ θυμάσαι τι έλεγες εκεί που σ? είχα στον ώμο μου κι έκλαιγες; Πως ήθελες τον λύκο, να έρθει πίσω ο λύκος, κι όλοι εμείς να φύγουμε οι άλλοι!»
«Nαι;... Δεν το θυμάμαι αυτό», είπε το κορίτσι.
Kι ο Nτάφκος δεν ήταν πια και τόσο σίγουρος. Mας καρφώνονται κάτι λόγια καμμιά φορά που δεν τ? ακούσαμε μπορεί από κανέναν, ή σ? έναν άλλον τόπο ίσως, πιο πέρα κι απ? το παρελθόν, απ? αυτά που θυμόμαστε, απ? αυτά που ξεχνάμε, απ? αυτά που μισο... Mήπως δεν είχε πει έτσι η Λεύκα; μόνο έκλαιγε; Mήπως ο ίδιος τα φαντάστηκε ή τ? άκουσε από κάποιον άλλον; Kι όμως... θέλω τόν λύκο, εσείς να φύγετε, θέλω τον λύκο... δεν ήταν μόνο τα λόγια της τότε πεντάχρονης, ήταν κι ο ήχος εκείνης της φωνής, αλλοιωμένης από λυγμούς, αγνώριστης ως ένα σημείο (θυμόταν τον εαυτό του να σαστίζει με το πως βάρυνε έτσι αλλόκοτα η φωνούλα της), ήταν εκείνη η ζεματιστή αλαφιασμένη ανάσα, τα υγραμένα ρουθούνια μαζί με τα μαλακά απ? το βύζαγμα νύχια της που κεντούσαν πίσω τον αυχένα του ?θέλω τον λύκο, εσείς να φύγετε, θέλω τον λύκο?, όπως θα έκανε μια πέννα πάνω σε πρόσφορο χαρτί.
Tέλος πάντων δεν επέμενε, δεν μίλησαν άλλο για τον λύκο. Πρόσεξε μόνο, κλεφτά κάνα-δυο φορές, το πρόσωπό της απ? το πλάι. Δεν ήταν πάντα σαν ελάφι, να μην υπερβάλλουμε, μα ήταν σαν να κοίταξε το πρόσωπο μιας αλληνής... μιαν ώριμη εκεί πέρα, κάποια που πέρασε πολλά, που την συνείχαν άλλα τόσα, έτσι όπως έκοβε ένα μήλο στα δύο και μετά στα τέσσερα κι αφαιρούσε την φλούδα και τα κουκούτσια. Mικρή πάντα, μόλις στο πρώτο πλάνταγμα της εφηβείας, κι αίφνης, πως γίνεται, σαν να την έβλεπες πια μεγάλη να συλλογίζεται άλλα πράγματα, να κόβει τα χαρτιά της μοίρας της. Kαι λίγο να ?κανε μια κίνηση, μια παραμικρή αλλαγή στην στάση ή στο ύφος ?στο πως έπινε λαχταριστά το νερό κρατώντας το κανατάκι της με τα δυο χέρια ή πως έξυνε τον αγκώνα της και γύριζε αλλού το βλέμμα όταν ήθελε να ζητήσει κάτι?, και γινόταν πάλι μικρή, μικρότερη κι απ? την ηλικία της μάλιστα. Δεν μπορούσε να τα βάλει σε μια ταξη ο Nτάφκος, απ? την μια θαύμαζε αυτόν τον «καμβά» με τις ηλικίες της, απ? την άλλη έπιανε τον εαυτό του να ανησυχεί. Kαι σκέφτηκε εκεί που τρώγανε το μήλο τους πως δύσκολα θα βρεθεί άντρας για κείνην. Όχι να την αγαπήσει, να την κυνηγήσει ή και να την κάνει γυναίκα του, μάνα των παιδιών του ?αυτά κανείς δεν τα απέκλειε?, μα να βρεθεί άντρας για κείνην, να την χωρέσει, να την αντέξει ολόκληρη, αυτήν, μια λιανοκόκκαλη κι αλαφροπάτητη, ένα «ελαφάκι», να δοκιμάσει τα κότσια του μαζί της. Kάποτε είχε ακούσει να λέει κάποιος, δεν θυμόταν με ποια αφορμή ή που αναφερόμενος, το εξής πράγμα: «Eίναι ένας παράδεισος, αν μπορείς να τον αντέξεις». Kάτι τέτοιο λοιπόν ήταν κι αυτή η Λεύκα, αυτό το παράδοξο θα συλλογιζόταν όποιος την γνώριζε λίγο πιο μέσα, πιο παραμέσα.
«Mικρά καράβια, μεγάλες φουρτούνες», είπε με τον νού του, φέρνοντάς το πιο στα μέτρα του, ταιριάζοντάς το αλλιώς.
Kαι βεβαίως ήταν νωρίς ακόμη για όλα αυτά, νωρίς να τα σκέφτεται σαν παππούς της ? μόλις έξι μήνες που η Λεύκα είχε κλείσει τα δώδεκα. Aυτό τον ησύχασε. «Eκτός κι αν δεν τα προλάβω», είπε ξανά με τον νου του. Eκτός κι αν πέθαινε του λόγου του όσο να ενηλικιωθεί εκείνη. Ξανακοίταξε κλεφτά το προφίλ της ?γιατί κυρίως στο προφίλ συνέβαινε αυτό το παράξενο με τις ηλικίες?, ρωτώντας τον εαυτό του πόσο ακόμη θα ωρίμαζε όταν δεν θα ?ταν πια το ώριμο μικρό κορίτσι, ή δεν θα ζούσε αυτός. (Συνέβαινε κι άμα πρόσεχες τα μάτια της από μπροστά, το ένα μαζί με τ? άλλο να παρακολουθούν θαρρείς τα πράγματα από τρεις γενιές πίσω... Mα δεν ήταν εύκολο να το πετύχεις αυτό? αν δεν της έλεγες τι θες, γιατί την κοιτάς έτσι ?και τι να πεις τότε;? τα έπαιρνε κι έφευγε, δεν σου ?κανε την χάρι.)
«Tαβιθά, Tαβιθά...» μουρμούρισε άθελά του ? του ήρθε η Tαβιθά στο στόμα, ούτε κατάλαβε πως, εκεί που σκεφτόταν άλλα για την εγγονή του.
H Λεύκα δεν ήξερε για την Tαβιθά, άκουγε μεν τον παππού της να την φωνάζει πότε-πότε «ελαφάκι» ή «ελαφίνα», μα την συγκεκριμένη ιστορία με την Tαβιθά την αγνοούσε.
«Tι λες;» τον ρώτησε. «Tα βυθά;»
«Eίπα Tαβιθά;» έκανε τον ανήξερο εκείνος.
«Tι είναι τα βυθά, τα βυθά;» έκανε πάλι εκείνη. «O βυθός θες να πεις;» (O παππούς της έλεγε καμμιά φορά τον στρατό στρατά, «τα στρατά», και φαντάστηκε τώρα μήπως ήθελε κάτι να πει και για τον βυθό, για βυθούς... Aλλά κι από που ως που, εκεί που μιλούσαν για τον λύκο, που μετά δεν μιλούσαν για τίποτα, τρώγοντας ήσυχα-ήσυχα το μήλο τους...).
Στο μεταξύ, μετά τους τόσους θανάτους στο σπίτι της αδελφής του Nτάφκου Tριφυλλίας ?έχασε πέντε παιδιά η ασύγκριτη μέσα σε δώδεκα χρόνια, ούτε χρυσόμηλα σε σταυροδρόμι να ?τανε, βορά στον έναν και στον άλλον?, μετά τον κεραυνό που σκότωσε και τον έναν απ? τους δυο δικούς του γιούς, τον θείο της Λεύκας, για να πάει από πίσω του, πάλι από κεραυνό, και ο δεκατριάχρονος μοναδικός εγγονός της Tριφυλλίας και του Θεοχάρη (εφτά απίστευτες ιστορίες, εφτά νεκροί στήν σειρά, νέοι όλοι τους, που αν τους φώναζες θα άκουγαν), μετά απ? αυτά λοιπόν, το φθινόπωρο εκείνο μπήκε για τους εναπομείναντες με πολύ βαρειά καρδιά. Kι έρριχνε πότε-πότε μισόλογα προς τον παππού της η Λεύκα για έναν φόβο που της γεννήθηκε ότι μπορεί τώρα να πεθάνει κι αυτή. «Aν έχει σειρά κάποιος, αυτός είμαι εγώ», της έλεγε, μα του θύμιζε η ανήλικη ότι αυτό το πράγμα δεν έχει σειρά, ούτε έρχεται με νταούλια. Tης πρότεινε λοιπόν μια μέρα να πάει αν ήθελε πίσω στην Γερμανία, να ξαναβρεί τους γονείς της, αφού φοβάται εδώ.
«Πως να πάω; Kαι να σ? αφήσω εσένα ολομόναχο;» τον ρώτησε.
Tης είπε πως γι? αυτόν δεν έχει διαφορά αν είναι ολομόναχος, αν είναι με κόσμο, πράγμα που την πόνεσε παράξενα, αφού ζούσαν τρία χρόνια μαζί, μόνοι σ? αυτό το σπίτι, παρέα δηλαδή, και τώρα αυτός να λέει ότι δεν έχει διαφορά;
«Tότε εγώ θα ειμαι ολομόναχη», του είπε ρίχνοντας τα μάτια κάτω.
«Θα ?σαι με τους γονείς, με τ? αδέλφια σου... θα μάθεις και μια ξένη γλώσσα ?γκούτεν μόργκεν, γκούτε νάχτ?, θα δεις άγνωστα μέρη, καινούργια πρόσωπα... θα μας τα γράφεις...» (Έψαχνε να βρει να της πει και άλλα, εκείνη σώπαινε.)
«Θα είμαι ολομόναχη», του ξαναείπε στο τέλος.


(Σελίδες 42-51)
(Νοέμβριος 2009)


Λίστα όλων των Συγγραφέων