Συγγραφέας του μήνα

Στέφανος Δάνδολος

Ο Στέφανος Δάνδολος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία το 1996 με το μυθιστόρημα Υπνοβάτες τον Σεπτέμβρη. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Ο περίγελος των αγίων (1997), Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά (2000), Νάρκισσοι και Κανίβαλοι (2002), Νέρων - Εγώ, ένας θεός (2004), Το αγόρι στην αποβάθρα (2007), καθώς και η συλλογή από νουβέλες και διηγήματα Αγάπη σε δυο σταγόνες όνειρο (1999). Η μυθιστορηματική βιογραφία Νέρων - Εγώ, ένας θεός μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 2006 στην Ιταλία από τις εκδόσεις E/O. Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικές επιθεωρήσεις του εξωτερικού, ενώ το 2008 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Young Writers' World Festival, που πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ.Τον Μάιο του 2009 του απονεμήθηκε το Βραβείο Μπότση για το συγγραφικό του έργο, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.

«Ο τελευταίος κύκνος» (Εκδόσεις Καστανιώτης 2009)

Δεκαετία του '80, σε κάποιο γυμνάσιο των νοτίων προαστίων της Αθήνας. Η άφιξη της όμορφης και προκλητικής Σου αναστατώνει τις ζωές των συμμαθητών της, που την ακολουθούν πιστά στη φρενίτιδα μιας εποχής πλημμυρισμένης από μουσική ποπ και ταινίες με εξωγήινους, αρχαιολόγους και πυγμάχους. Δέκα χρόνια μετά την αποφοίτηση τους, τα «παιδιά του μεσονυχτίου» μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένα στο σκοτάδι της εφηβείας τους: είναι αδύνατον να συμφιλιωθούν με τον εφιάλτη μιας εξαφάνισης, μιας αυτοκτονίας και με τη φήμη ότι η Σου υπήρξε, στα δεκάξι της, ερωμένη του καθηγητή τους.Το πλάσμα που θα τους λυτρώσει, στις αρχές πλέον του 21ου αιώνα, είναι εκείνο που γνωρίζει όλα τα μυστικά. Ή σχεδόν όλα;

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος κύκνος»:

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΥΜΟΣ ΗΜΑΣΤΑΝ μια πολύβουη αγέλη από παιδιά και η Σου μεσουρανούσε στον κόσμο μας, απολαμβάνοντας τις τιμές μιας βασίλισσας? η Μάγκυ ήταν η κολλητή της, ο Σμαρ ένα ιδιαίτερο αγόρι που απέπνεε την αύρα ενός σκοτεινού πρίγκιπα κι εγώ μια θολή ύπαρξη που την αποκαλούσαν Φτερό. Ύστερα όμως ξέσπασε εκείνος ο ανώφελος πόλεμος κι όλα έσβησαν τη μέρα που η Σου έκλεισε τα δεκάξι ? στις 25 Ιανουαρίου του 1986. Τρεις βδομάδες νωρίτερα, η Αθήνα έμοιαζε σκεπασμένη απ? το μαύρο πέπλο ενός πρωτόγνωρου εφιάλτη: είκοσι πέντε έφηβοι είχαν αποπειραθεί, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, να δώσουν τέλος στη ζοφερή εφηβεία τους. Εμείς έπρεπε να φτάσουμε μέχρι τις 25 του μήνα για ν? αντικρίσουμε το μερίδιο της ταφόπλακας που μας αναλογούσε. Ήταν το Σάββατο της μεγάλης σφαγής? η Σου και η Μάγκυ είχαν γλιστρήσει άδοξα απ? το θρόνο τους, ο Σμαρ είχε φουντάρει απ? την ταράτσα της πολυκατοικίας του κι εγώ είχα μόλις λερώσει τα χέρια μου με αίμα. Και η παράξενη αυτή ιστορία είναι η σκλήθρα κάτω απ? το νύχι που άγγιξε και τη δική σου ζωή, Έστερ: η ιστορία της τάξης που έμεινε στα χρονικά του σχολείου μας με το προσωνύμιο «Τα παιδιά του μεσονυχτίου».
Το γεγονός που σφράγισε την ημερομηνία στη μνήμη μου είναι ασφαλώς η αυτοκτονία του Σμαραγδόπουλου. Υπάρχει ωστόσο και κάτι ακόμα: στον μοιραίο χορό, λίγες ώρες πριν απ? το θάνατο του συμμαθητή μας, η Μάγκυ είχε εμφανιστεί τρεκλίζοντας στη σκηνή του γυμναστηρίου και προτού αρχίσει να γρατσουνάει την κιθάρα της, είχε προβεί σε μια δραματική αφιέρωση προς το κορίτσι που μέχρι πρότινος θεωρούσε αδελφή της. Είπε: «Αυτό είναι για τον Φιλ Λάινοτ που πέθανε πριν από είκοσι μία μέρες και για μια αδιόρθωτη τσούλα με τ? όνομα Σου, που γεννήθηκε πριν από δεκάξι χρόνια». Το τραγούδι που θα έλεγε ήταν το «The boys are back in town» των Thin Lizzy και, όπως αποδείχθηκε, ελάχιστη σχέση είχε με την πρωτότυπη βερσιόν: στη θέση της οργιαστικής ερμηνείας του Φιλ Λάινοτ ακούσαμε ένα ακατανόητο υστερικό κλαψούρισμα, δείγμα τού πόσο τσακισμένη ήταν η Μάγκυ από τα τελευταία γεγονότα.
Χρόνια αργότερα, όταν ξανασμίξαμε με αφορμή τη συμπλήρωση μιας δεκαετίας απ? την οδυνηρή αποφοίτησή μας, δεν ήταν παρά εκείνη η αφιέρωση που υποτίθεται ότι βοήθησε τους περισσότερους να θυμηθούν πως το παγωμένο Σάββατο του Γενάρη που η Σου έκλεισε τα δεκάξι ο μήνας είχε 25 και όχι 24 ή 26. Η Οντέτ αναρωτήθηκε τάχαμου εάν θυμόμαστε πότε συνέβησαν όλα κι ο Κυπριώτης της γύρισε κοφτά: «Ο Φιλ Λάινοτ πέθανε στις 4 Ιανουαρίου, άρα όλα συνέβησαν στις 25, δηλαδή είκοσι μία μέρες μετά». Ύστερα ο Κόνσουλας μας αποκάλυψε ότι ακόμα στοίχειωνε τους εφιάλτες του ο τρόπος που η Μάγκυ είχε πει εκείνο το τραγούδι των Thin Lizzy. «Έφτυνε τ? αγόρια που ήταν από κάτω», είπε, και όντως αυτό είχε κάνει η Μάγκυ. Ω, πόσο υποκριτές ήμασταν ώρες ώρες! Όλοι αυτοί οι σημειολογικοί κώδικες περί Φιλ Λάινοτ με ωθούν τώρα στη διαπίστωση ότι δεν κοροϊδεύαμε παρά τους εαυτούς μας. Διότι αλίμονο αν χρειαζόμασταν την ημερομηνία θανάτου ενός ροκ σταρ για να θυμηθούμε την ημερομηνία που συνέβησαν όλα. Απλώς, δεν είχαμε βρει ποτέ το κουράγιο να παραδεχτούμε ανοιχτά ότι η ζωή μας έμεινε στη σκιά της τρελής εκείνης μέρας. Το μόνο που κάναμε ήταν ν? αγγίζουμε επιδερμικά το κοινό μας δράμα, ανασύροντας τις πιο τετριμμένες λεπτομέρειες που θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς απ? τη μαρτυρική αυτή περιπέτεια. Η αγαπημένη λεπτομέρεια του Σαρρή, για παράδειγμα, δεν έπαυε να είναι η αυτοκτονία του Σμαραγδόπουλου, αυτό όμως ήταν κάτι που μας κατέτρυχε όλους και προτού καλά καλά το θέμα προλάβει ν? ανοίξει, η απόπειρα ομαδικής θεραπείας διαλύθηκε κακήν κακώς. Ο Ζαχαρόπουλος με τον Κυπριώτη γύρισαν μέσα και το ρίξανε στα σφηνάκια, ο Κόνσουλας, η Δρούζου και ο Ζήσης άρχισαν τις παραγγελιές στον ντιτζέι, ο Ζανιώτης με τη Δεληγιάννη θυμήθηκαν το ειδύλλιο που είχαν αφήσει κάποτε στη μέση και η κατάχλομη Οντέτ, που θα πρέπει να ήταν για τα καλά χωμένη στις ρούφες, χάθηκε κάπου στις τουαλέτες. Απομείναμε μόνοι σε μια βεράντα ο Στεργίου, ο Ρουσσέτος κι εγώ, τρεις ακόμα απόφοιτοι της τάξης του ?88 που βρίσκονταν πια στα είκοσι οκτώ τους, αλλά εξακολουθούσαν, παρ? όλες τις προσπάθειές τους, να νιώθουν το ίδιο αμήχανοι κι ανυπεράσπιστοι απέναντι στη μαύρη τρύπα του παρελθόντος. Δεν μπορώ να πω ότι σκαλίσαμε παραπάνω από πέντε δέκα λεπτά την κοινή πληγή μας, ωστόσο καταφέραμε να αρθρώσουμε την αγαπημένη μας λεπτομέρεια γύρω απ? το μοιραίο εικοσιτετράωρο του Σμαραγδόπουλου.
«Θυμάστε», ρώτησε ο Στεργίου, «που είχε πάει σινεμά πριν έρθει στο χορό;»
«Με τον Ζανιώτη δεν ήταν;» είπε ο Ρουσσέτος.
Κοιτάξαμε τον Ζανιώτη. Είχε σφιχταγκαλιάσει τη Δεληγιάννη σε μια γωνιά πίσω απ? το μπαρ. Γέλαγαν. Ή έκλαιγαν, δεν ξέρω.
«Όντως, με τον Ζανιώτη είχε πάει», είπα εγώ.
Και κάπως έτσι καταφέραμε να φτάσουμε στην ομολογία της αγαπημένης μας λεπτομέρειας, που δεν ήταν άλλη απ? το ότι το απόγευμα του επίμαχου Σαββάτου ο Σμαραγδόπουλος είχε πληρώσει το τελευταίο εισιτήριο της ζωής του στο «?ννα Ντορ» για να δει το Και οι θεοί τρελάθηκαν.
Λίγες ώρες αργότερα, η Ώντρεϋ Χέπμπορν θα γάβγιζε πάνω απ? το πτώμα του και μια ανεπιβεβαίωτη φήμη θα μας κρατούσε για πάντα δέσμιους στο αγκίστρι της. Μια φήμη σύμφωνα με την οποία ο Σμαραγδόπουλος είχε αφήσει ένα σημείωμα που έλεγε: «Η Σου με τον κύριο Στάππα; Και οι θεοί τρελάθηκαν!» Διάφορες ευφάνταστες παραλλαγές του σημειώματος είχαν εμφανιστεί σε κάμποσες εκδοχές στα πνιγηρά χρόνια του λυκείου, τότε που η αμηχανία του πένθους αλλά και κάποιες μεγαλύτερες ελευθερίες απ? το σπίτι είχαν δώσει στην τραγωδία μας ένα μεταχρονολογημένο χρέος που θα ξοφλούσαμε, με βαθύτερη οδύνη, αργότερα. Ωστόσο σε όλες τις εκδοχές μπορούσε κανείς να βρει το όνομα της Σου και τον τίτλο της ταινίας που είχε παρακολουθήσει εκείνο το απόγευμα. Καταπώς φαίνεται, τόσο εγώ όσο και η σκοτεινή αίθουσα είχαμε επιτελέσει το έργο μας.
«Τι λέτε; Γράφτηκε ποτέ το περιβόητο σημείωμα;» αναρωτήθηκε ο Στεργίου.
«Πλάκα στην πλάκα, είναι κάτι βράδια που ακόμα μ? απασχολεί αυτό», παρατήρησε ο Ρουσσέτος.
Τον καιρό του σχολείου οι δυο τους ήταν κολλητοί. Τώρα τους χώριζαν οι υποχρεώσεις και οι διαφορετικές πορείες. Ο Στεργίου είχε σπουδάσει οικονομικά κι εργαζόταν σε ναυτιλιακή εταιρεία. Ο Ρους δούλευε ταξί τις νύχτες. Δεν είχαν πλέον τίποτα κοινό, έξω απ? τις αναμνήσεις τους.
«Εκείνο που ξέρω εγώ», είπα, «είναι ότι χίλιες φορές νοίκιασα αυτή τη σαχλαμάρα στο βίντεο κλαμπ, αλλά ποτέ μου δε βρήκα το κουράγιο να τη βάλω να παίξει».
«Τουλάχιστον εσύ τη νοίκιασες», μουρμούρισε ο Ρους. «Εγώ ούτε αυτό δεν μπορώ να κάνω».
«Το δικό μου πρόβλημα είναι ο Φιλ Λάινοτ», ψέλλισε ο Στεργίου. «Χαλιέμαι άσχημα όταν τον ακούω. Δηλαδή δεν μπορείτε να φανταστείτε».
«Μπορούμε», είπαμε με μια φωνή ο Ρους κι εγώ.
Στην πραγματικότητα, τόσο τσακισμένους μας είχε αφήσει η μέρα που η Σου έκλεισε τα δεκάξι. Ανεξάρτητα απ? το εάν γράφτηκε τελικά εκείνο το σημείωμα, οι θεοί είχαν όντως τρελαθεί. Η ζωή είχε αλλάξει και, παρά το ότι πηγαίναμε πρώτη λυκείου, δεν ήμασταν πλέον παιδιά, μήτε καν έφηβοι. Ήμασταν ένα θλιβερό μπουλούκι φαντασμάτων: οι φίλοι του Ηλία του Σμαραγδόπουλου που πήγε κι έδωσε τέλος στη ζωή του για την πανέμορφη Σου και οι πρώην συμμαθητές της Ασπασίας Δημητρίου, ή αλλιώς της θρυλικής Σου, που, παρότι δεκαεξάχρονη, μας είχε κάνει να πιστέψουμε ότι όλα ήταν πιθανά στην ερωτική της ζωή, ακόμα και το να συνδεθεί μ? έναν άντρα είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Κι αυτό το δυσβάσταχτο ιστορικό μάς καταδίωκε χειμώνες και καλοκαίρια, αρνούμενο την εξιλέωσή μας.
Το ότι πλην της συγκεκριμένης ταινίας είχαμε απογίνει φανατικοί πολέμιοι και του Φιλ Λάινοτ ήταν κάτι που είχε παγιωθεί μάλλον φυσιολογικά με τα χρόνια, ως απόρροια των παραπάνω γεγονότων. Θέλω να πω, δεν είχε σε καμία περίπτωση να κάνει με τους συμπαθέστατους Thin Lizzy, αλλά με το ότι τίποτα ως προς τη σημαδιακή νύχτα δεν έλεγε να καταλαγιάσει στη συνείδησή μας (και κυρίως στη δική μου). «Ενηλικιωθήκατε απότομα», στάθηκε η ακριβής διάγνωση του κυρίου Οικονομίδη. Ο κύριος Οικονομίδης ήταν χρόνια ο ψυχαναλυτής μου. Παρότι αγωνιζόμουν να πιστέψω ότι είχα σημειώσει κάποια στοιχειώδη πρόοδο, οι δραματικές συνεδρίες μας εξακολουθούσαν την εποχή εκείνη να είναι πλημμυρισμένες από Σου, Μάγκυ, τρελαμένους θεούς κι έναν ροκά που τα ?φτυσε είκοσι μία μέρες πριν απ? το θάνατο ενός δικού μας.
«Πάντως», γύρισε και μου είπε ο Στεργίου, «περιμένω μια μέρα να το γράψεις όλο αυτό, εάν κι εφόσον εξακολουθείς να θέλεις να γίνεις συγγραφέας».
«Δεν ξέρω αν θέλω πια», άκουσα τον εαυτό μου να λέει.
«Γιατί;» είπε. «Φοβάσαι μην εκτεθείς;»
Χωρίς πλάκα, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ώρες ώρες γινόταν πολύ χοντροκομμένος.
«Κόφτο, έτσι; Δεν είμαστε στο σχολείο. ?σε τις εξυπνάδες».
«Καλά ντε, μη βαράς», είπε εκείνος και μαζεύτηκε στη γωνιά του. Ύστερα άρχισε να στρίβει τσιγάρο. «Αλήθεια τώρα», επέμεινε, «γιατί σ? έχει πάρει από κάτω; Τι απέγιναν οι υψηλές φιλοδοξίες σου;»
«Είναι που όλα εξακολουθούν να είναι πολύ γαμημένα και να μη βγάζουν νόημα», είπα. «Όταν τίποτα δε βγάζει νόημα, ποιος ο λόγος να γράψεις ένα βιβλίο; Έπειτα η τάξη μας έχει συγγραφέα».
«Ποιον; Τον παπάρα τον Παλαιολόγο; Σε πληροφορώ ότι έριξα μια ματιά στο βιβλίο του και κόντεψα να πεθάνω από οξεία μανιοκατάθλιψη. Τι μου λες τώρα; Ότι ανήκει αυτός στην τάξη μας; Αφού λάκισε στο τέλος της χρονιάς. Την έκανε σαν κλέφτης απ? όλη την τρέλα και το χάος. Οπότε μη με πριζώνεις ότι η τάξη μας έχει συγγραφέα. Η τάξη μας θα έχει συγγραφέα μόνο άμα κάτσεις και στρώσεις εσύ τον κώλο σου. Και φυσικά μόνο άμα κάτσεις και στρώσεις τον κώλο σου για τη μικρή μας τραγωδία».
«Και τι στην ευχή σε κάνει να πιστεύεις ότι θα μπορούσα να βγάλω ολόκληρο βιβλίο από τη Σου, τη Μάγκυ, τον κύριο Στάππα και τον Σμαραγδόπουλο;»
«Μα, καρδούλα μου», δήλωσε αφοπλιστικά ο Στεργίου, «όλοι ξέρουμε ότι εσύ γνωρίζεις τα πιο πολλά. Συν τοις άλλοις, αυτές οι δυο σουσουράδες σε είχαν δει κάποια στιγμή και σαν συγγραφέα που θα ?γραφε τις περιπέτειές τους. Για να ισχύει ακόμα το απόρρητο εκείνου του εγχειρήματος, θα πρέπει να είναι πολύ καυτό. Κάνω λάθος;»
«Το λάθος είναι της φαντασίας σου», του είπα. «Γιατί ακόμα κι αν ισχύει, πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι και τόσο καυτό. Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάθε φορά μου τα πρήζετε ?ειδικά εσύ κι η Καλφοπούλου? για το βιβλίο που θέλανε και καλά να τους γράψω τότε. Παιδιά ήμασταν, μωρέ».
«Εντάξει, ρε Φτερό, μην το παίρνεις στραβά», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Δε σου ζήτησε κανείς να μας αποκαλύψεις κανένα επτασφράγιστο μυστικό. Το μόνο που λέω είναι ότι όσα κρατάς μέσα σου πρέπει μια μέρα να τα γράψεις».
«Για το καλό της λογοτεχνίας;» αστειεύτηκα.
«Για το καλό όλων μας», είπε, και στα μάτια του καθρεφτίστηκε σαν υπότιτλος η φράση «θέλουμε επιτέλους να μάθουμε».
«Ωραία», είπα. «Φαντάσου, ας πούμε, ότι το κάνω. Πώς θα ?πρεπε να τ? αρχίσω; Ποια θα μπορούσε να είναι η πρώτη πρόταση απ? όλο αυτό το χαοτικό δράμα;»
«Μμμ, really challenging», σχολίασε ο Στεργίου παίρνοντας το στοχαστικό του. «Ιδού η πρώτη πρόταση λοιπόν: Αυτή», έκανε σε ελαφρώς απαγγελτικό τόνο, «είναι η ιστορία του Σμαραγδόπουλου, που μέχρι να κλείσει η Σου τα δεκάξι ήταν ερωτευμένος μαζί της και ζωντανός». ?ναψε το τσιγάρο του και είπε: «Λέει τίποτα;»
«Ίσως και να λέει», του απάντησα και τον φίλησα τρυφερά.
«Αν λέει!» πετάχτηκε ο Ρους. «Μέχρι κι εγώ που δεν ανοίγω βιβλίο θα καθόμουνα να το διαβάσω!» Και τον φίλησε κι εκείνος.

Το ίδιο βράδυ κάποιοι τόλμησαν να προβούν σε ασυνήθιστες εκμυστηρεύσεις σχετικά με την κοινή ζωή μας, παρασυρμένοι τόσο απ? το βάρος του χρόνου όσο κι απ? το γεγονός ότι η ψυχή, σε αντίθεση με τη μνήμη, πασχίζει να ελευθερωθεί απ? τα μάγια, απενεργοποιώντας τις δικλίδες ασφαλείας. Αυτό σκοπεύω να κάνω κι εγώ τώρα, και καθώς το έχω πάρει απόφαση ν? αξιοποιήσω κάθε τρόπο προκειμένου να φωτίσω όλες τις σκοτεινές γωνιές αυτής της ιστορίας ?ένα μοιραίο ημερολόγιο κι ένα ανολοκλήρωτο θεατρικό έργο θα αποκαλυφθούν στην ώρα τους, εξηγώντας πολλά γύρω απ? τη δαιμονική μανία που μας κυρίευσε στο τέλος?, πρόκειται να χρησιμοποιήσω στην πορεία της αφήγησης και τις εκμυστηρεύσεις εκείνες, προσβλέποντας σε δυο σημαντικές παραμέτρους. Η πρώτη έχει να κάνει με το ότι δεν ήμουν μόνο εγώ που γνώριζα τη Σου, τη Μάγκυ, τον Στάππα και τον Σμαραγδόπουλο. Τους γνώριζαν και οι υπόλοιποι της ιερής τάξης μου, οπότε θα ήταν ασφαλέστερο και τέλος πάντων πιο δίκαιο να παρουσιαστούν ως γνήσιοι κοινοί θνητοί, μέσ? απ? όλες τις αντιφάσεις και τις οπτικές των άλλων και όχι ως χάρτινοι ήρωες που είναι καλά σφαλισμένοι στη φαντασία, ή έστω στη μνήμη, ενός και μόνο ανθρώπου. Η δεύτερη παράμετρος έχει να κάνει με το ότι εγώ προκάλεσα κάποιες από εκείνες τις εκμυστηρεύσεις. Εγκαταλείποντας τον Στεργίου και τον Ρουσσέτο στη βεράντα του μαγαζιού όπου εκτυλισσόταν το reunion για τα δέκα χρόνια απ? την αποφοίτησή μας, ένιωσα να με γαργαλάει η προοπτική του συγγραφέα της τάξης, και η εναρκτήρια πρόταση που μου είχε χαρίσει λίγο πριν ο Στεργίου, ασχέτως αν τελικά θα τη χρησιμοποιούσα ή όχι στο κείμενό μου, με οδηγούσε ανάμεσα στα διάσπαρτα πηγαδάκια και στις μεθυσμένες παρέες έχοντας επαναφέρει μέσα μου τη διαχρονική ιδιότητα του αθέατου παρατηρητή, που όμως τώρα πια μπορούσε να γεφυρώσει το παρελθόν με το παρόν. Χαζεύοντάς τους εκεί μου φάνηκαν όλοι τόσο ρημαγμένοι, τόσο λυπηρά γοητευτικοί, τόσο ανήμποροι στην ενήλικη ζωή τους, ώστε έφτασα κάποια στιγμή στο σημείο να παλεύω με όλες μου τις δυνάμεις προκειμένου να μην καταρρεύσω από υπερβολική δόση οδύνης απέναντι στο ραγισμένο γέλιο του Κυπριώτη, για παράδειγμα, ή απέναντι στο κενό βλέμμα της Οντέτ, ή απέναντι στις απελπισμένες περιπτύξεις του Ζανιώτη και της Δεληγιάννη, των οποίων, διόλου συμπτωματικά, το ανέμελο εφηβικό ειδύλλιο είχε διακοπεί βάναυσα, όπως ξεριζώνει κανείς με δύναμη ένα λουλούδι, εκείνη τη μαύρη νύχτα που σκοτώσαμε τους κύκνους.
Το επόμενο βήμα ήταν να τους πλησιάσω, όπως δεν τους είχα πλησιάσει ποτέ από τότε, έχοντας αρχικά την εντύπωση ότι αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά για έναν, τον Σμαραγδόπουλο, που μέχρι να κλείσει η Σου τα δεκάξι ήταν ερωτευμένος μαζί της και ζωντανός. Επρόκειτο φυσικά περί πλάνης. Η βαθύτερη σημασία των εκμυστηρεύσεων εκείνων δεν είχε να κάνει, όπως αποδείχθηκε, ούτε με τη Σου ούτε με τη Μάγκυ ούτε με τον Σμαραγδόπουλο, ούτε ακόμα και με τον Στάππα. Είχε να κάνει με κάτι που, εντελώς ανέλπιστα, θα έβγαζε επιτέλους νόημα και το οποίο θα μ? έπειθε τελικά να ξορκίσω, υπό τη μορφή κάποιου ατσούμπαλου ψυχαναλυτικού πονήματος, το φάντασμα των σχολικών μας χρόνων, σκαλίζοντας όλες τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας και πιάνοντας το νήμα της τραγωδίας μας απ? την αρχή.


Η παλαιότερη ανάμνησή μου απ? τη Σου είναι ότι έφτασε καθυστερημένη στον αγιασμό της πρώτης γυμνασίου. Κανείς δεν την είχε ξαναδεί. Ανήκε στα παιδιά που είχαν έρθει από άλλο δημοτικό, μαζί με τον Κυπριώτη, τον Ζαχαρόπουλο, την Κιντή, τους δίδυμους Καραγιάννηδες και δυο τρεις ακόμα, και θυμάμαι που όλοι την κοιτάζαμε καθώς στεκόταν μόνη, απέναντι σε καμιά διακοσαριά πιτσιρίκια, περιμένοντας κάποιον καθηγητή να την οδηγήσει στη σειρά της.
«Ρε συ, ποιο είναι αυτό το κορίτσι;» μου ψιθύρισε ο Ζήσης, χαζεύοντας τα λευκά γοβάκια και τη μαύρη φουστίτσα που της έφτανε μέχρι το γόνατο.
«Καινούργια», του είπα.
Η κυρία Λάμπρου, που θα μας έκανε Ιστορία, την έπιασε απ? το χέρι και την οδήγησε στην ουρά της δικής μας γραμμής, και ο Ζήσης στραβολαίμιασε στην προσπάθειά του να συνεχίσει να την κοιτάζει. Ωστόσο δεν την κοίταζε μόνο αυτός. Η εντυπωσιακή άφιξή της είχε αναστατώσει τα περισσότερα αγόρια και, αδιάφορα τάχαμου, έριχναν κλεφτές ματιές στην ψηλόλιγνη, γοητευτική φιγούρα της, που έμοιαζε, θαρρείς, βγαλμένη απ? τη Δυναστεία, την αγαπημένη σειρά των γονιών μας.
Παραδόξως ?και αυτή δεν είναι πάρα μια λεπτομέρεια που μόνο μοιραία θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ των υστέρων? ο μοναδικός που δεν την κοίταζε ήταν ο Σμαραγδόπουλος. Και την ανακαλώ με σιγουριά στη μνήμη μου επειδή βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου και μου είχε προξενήσει εντύπωση το ότι δεν είχε ασχοληθεί μαζί της.
«Ε, Σμαραγδόπουλε», τον σκούντησε ο Ζήσης, «πώς σου φαίνεται η καινούργια;»
«Δε μου φαίνεται», του απάντησε λακωνικά εκείνος και συνέχισε να έχει το βλέμμα του στραμμένο δεξιά μπροστά, εκεί όπου στεκόταν η Μάγκυ, ο έρωτάς του απ? τα χρόνια του δημοτικού.
Ήμασταν βέβαιοι ότι την αγαπούσε ακόμα κι ότι η χυλόπιτα που είχε γευτεί το καλοκαίρι στην παιδική χαρά της πλατείας Εσπερίδων τον είχε κάνει να μη θέλει να μιλάει στον Ρουσσέτο. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχει μάτια μόνο για τον Ρους», είχε εξομολογηθεί την ίδια μέρα του αγιασμού στον Ζανιώτη. Αλλά δεν ήταν καμιά παρεξήγηση της προκοπής αυτή, κι αν την παραθέτω εδώ είναι μάλλον επειδή θα ήθελα με κάποιον τρόπο να δώσω ένα στίγμα απ? τον παρορμητικό χαρακτήρα του Σμαρ, καθώς κι απ? την παράξενη τη μοίρα του, η οποία τον είχε οδηγήσει στο να μην ασχοληθεί καθόλου με το κορίτσι που, τριάμισι χρόνια αργότερα, θα τον έκανε να πιστέψει ότι οι θεοί τρελάθηκαν.


Ο Σμαραγδόπουλος κι ο Ρουσσέτος ξαναμίλησαν ύστερα από λίγες μέρες, πίνοντας μιλκσέικ στο «Queen» κι ό,τι απέμεινε απ? την πρώτη μας βδομάδα ως γυμνασιόπαιδων δεν ήταν παρά η τρικυμιώδης είσοδος στη ζωή μας εκείνου του φανταχτερού, πανέμορφου κοριτσιού με τις ολόχρυσες φακίδες και τα μάτια σαν από πράσινο γυαλί, που έλαμπαν από κάποιο διάφανο φως πολύ βαθιά κρυμμένο μέσα τους.
Περιττό να πω ότι, με την πάροδο του χρόνου, δεν υπήρξε αγόρι που να έμεινε ασυγκίνητο απ? την ομορφιά της. Το αντίθετο. Οι πάντες την ερωτεύτηκαν, είτε το παραδέχονταν είτε όχι. Και περισσότερο απ? όλους εγώ. Το ομολογώ, χωρίς ενδοιασμό πια. Φυσικά η περίπτωση η δική μου ήταν από τότε κιόλας αρκετά περίπλοκη, αλλά μια που το πήρα απόφαση να τα γράψω όλα, οφείλω να το κάνω δίχως περισπασμούς. Παρεμπιπτόντως, ο κρυφός έρωτάς μου για τη Σου αποτελεί μια τραυματική λεπτομέρεια την οποία έχω αποκρύψει, όσο τρελό κι αν ακούγεται, κι απ? τον ίδιο τον ψυχαναλυτή μου. Αλλά ας μην μπούμε από τώρα στα φορτία που έμειναν κρυμμένα. Το μόνο που είμαι σε θέση, για την ώρα, ν? αποκαλύψω είναι ότι ερωτεύτηκα τη Σου τη στιγμή ακριβώς που την είδα να φτάνει αργοπορημένη στον αγιασμό, για να σταθεί απέναντί μας ανέγγιχτη κι απρόσβλητη απ? τα δεκάδες βλέμματα που την κατέτρωγαν. Παρακαλώ, ας δοθεί βάση σ? αυτό που περιγράφω, διότι δε σηματοδοτεί παρά τις πρώτες τρεμάμενες ανάσες εκείνου του πάθους που πολύ αργότερα θα με οδηγούσε στην πλάτη ενός καταδικασμένου ανθρώπου και στο απαλό μα καθοριστικό σπρώξιμο που θα τον έριχνε στο κενό. Δεν ήταν τα μακριά φαιόξανθα μαλλιά ή το κουκλίστικο πρόσωπο που, όπως αποδείχθηκε, μ? έσυραν για πρώτη φορά στις όχθες της πραγματικής μου φύσης ? αν θα μπορούσα να το θέσω τόσο σχηματικά. Περισσότερο ήταν το σπάνιο μέταλλο απ? το οποίο φαινόταν φτειαγμένη, ένα μείγμα θράσους και άνεσης, που αν μη τι άλλο, τότε στις αρχές, την καθιστούσε στα μάτια μου ικανή να στέκεται εκεί έξω ολομόναχη, δίχως άγχος και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, μπροστά σε μια πλημμυρίδα από παιδιά που είχαν εστιάσει το ενδιαφέρον τους πάνω της. Δεν ξέρω τι συμβαίνει σήμερα στα προαύλια των σχολείων, αλλά τον Σεπτέμβριο του 1982 ελάχιστα πρωτάκια του γυμνασίου, και ακόμα πιο ελάχιστα κορίτσια, θαρρώ, είχαν τη δύναμη να αποπνεύσουν την αύρα ενός τόσο ιδιότυπου τσαμπουκά. Σε ό,τι αφορά εμάς τουλάχιστον, μόνο η Σου την είχε. Και αυτός, υποθέτω, ήταν ένας σημαντικός λόγος για να ερωτευτείς κάποιον.
Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος για να ερωτευτεί κανείς τη Σου, ή οποιονδήποτε άλλον, είχε να κάνει με την έξαψη που νιώθαμε ως γυμνασιόπαιδα πλέον. Και μολονότι αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο να καταχραστώ την υπομονή κάποιων γύρω από πράγματα που ουδόλως τους ενδιαφέρουν, αισθάνομαι την ανάγκη να υπογραμμίσω το εξής: για ένα κλειστό παιδί σαν του λόγου μου, το οποίο όφειλε την ίδια εποχή να διαχειριστεί και το τραυματικό διαζύγιο των γονιών του, εκείνο το είδος της έξαψης λειτουργούσε μάλλον λυτρωτικά, σαν πέταγμα στο άγνωστο ή σαν απόδραση από έναν κόσμο που είχε ξεθωριάσει. Η εκθαμβωτική Σου έγινε απ? τη μια στιγμή στην άλλη το όχημα αυτής της απόδρασης, και μοιραία το μεγάλο μυστικό της ζωής μου, ένα φορτίο τόσο βαρύ, που δεν αποβλήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα απ? τον οργανισμό μου, καθώς έμεινε για χρόνια στοιβαγμένο στο αποπνιχτικό υπόγειο με τις ανομολόγητες επιθυμίες και τους καταδικασμένους έρωτες.
Μέρος της αναπάντεχης έξαψης που νιώθαμε ως γυμνασιόπαιδα ρίζωνε εντούτοις και στο ίδιο το σχολείο που έμελλε να φιλοξενήσει εμάς, τα παιδιά του μεσονυχτίου, όπως θα μας αποκαλούσαν μετά την τραγωδία οι μαθητές των άλλων τμημάτων. Θέλω να πω ότι το Πρώτο Γυμνάσιο Γλυφάδας ήταν το κέντρο του κόσμου τα χρόνια εκείνα. Ήταν το σχολείο στο οποίο, όπως πιστεύαμε, η εξέλιξη της ζωής παρουσίαζε κάποιο νόημα. Τα αγόρια του λυκείου μάρσαραν έξω απ? τα κάγκελα τις πιο εντυπωσιακές Kawasaki που είχαμε δει ποτέ, κάπνιζαν με στυλ, φορούσαν τζιν σωλήνα κι έπαιρναν τις αγαπημένες τους να τις γυρίσουν σπίτι ή να τις πάνε για καφέ στον «?λιμο», την πιο μοδάτη καφετέρια της πλατείας. Και τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με τα πιο ξεχαρβαλωμένα λευκά Strike που μπορούσαμε να διανοηθούμε και με πάνινες τσάντες στις οποίες ήταν γραμμένα τα ονόματα του Τζιμ Μόρισον, των Deep Purple και του Ρόρυ Γκάλαχερ και με αμάνικα μπλουζάκια που ήταν πλημμυρισμένα από κάθε λογής παράξενα σχέδια. Απ? την άλλη, ένα σημαντικό κομμάτι του ένδοξου μύθου που περιέβαλλε το Πρώτο της Γλυφάδας χρωστούσε πολλά και στη σοβινιστική αντίληψη ότι ήταν σχολείο για αλάνια κι όχι για φλώρους (το είδος των τελευταίων ευδοκιμούσε, σύμφωνα πάντα με την ίδια παράλογη άποψη, στο γειτονικό κρατίδιο της Βούλας), οπότε στα δώδεκά σου υπήρχε αρκετά σοβαρός κίνδυνος να τσιμπήσεις απ? όλη τούτη την μπουρδολογία και να εξακοντίσεις τους δείκτες του ενθουσιασμού σου στα όρια της στρατόσφαιρας. Κι αυτό συνέβη σ? εμάς, που, ερχόμενοι απ? τον άχαρο κόσμο του δημοτικού, ζούσαμε ακόμα στον αστερισμό της Τσουλήθρας Πιγκουίνων.

«Εμένα με λένε Φτερό», της είχα πει λίγο μετά το τέλος του αγιασμού. Ήταν ένα διστακτικό, μασημένο σπάσιμο των πάγων, απευθυνόμενο στο ψηλό, αμμουδερόξανθο κορίτσι.
«Το δικό μου είναι Σίσυ, αλλά άμα θες μπορείς να με λες Σου», μου ανακοίνωσε με περίσσεια αυτοπεποίθηση.
«Είναι ωραίο το Σου. Νομίζω ότι θα σε λέω Σου όλη την ώρα».
«Πλάκα έχεις», μου είπε και χαχανίζοντας μου αποκάλυψε τον μακρύ λαιμό της, στον οποίο στηριζόταν το θεϊκό κεφάλι της μ? εκείνο το αμυδρά προτεταμένο πιγούνι.
«Γιατί έχω πλάκα;» έκανα.
«Πώς και σε λένε Φτερό; Τι σόι όνομα είναι αυτό;»
«Ξέρω γω;» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Βασικά έτσι με βάφτισε στην πέμπτη δημοτικού αυτό εκεί το κορίτσι, κι από τότε μου ?μεινε. Όλοι με φωνάζουν Φτερό».
«Και γιατί σε βάφτισε Φτερό δηλαδή;»
«Επειδή, υποθέτω, δεν έχω καθόλου λίπος πάνω μου. Πετσί και κόκκαλο είμαι, δε βλέπεις; ?μα λοιπόν φυσάει πολύ, όλοι λένε ότι κινδυνεύω να με πάρει ο αέρας. Σαν τα πραγματικά φτερά. Βέβαια δε μου ?χει συμβεί αυτό ακόμα».
«Στο Σύνταγμα είναι ένας που πουλάει φτερά», είπε η Σου. «Τον έχω δει από κοντά. Περπατάει στο δρόμο και φωνάζει ?Φτεράαα?. Και το φωνάζει σαν γυναίκα ένα πράμα. Θες να μάθεις γιατί; Επειδή είναι ομοφυλόφιλος. Μη με ρωτήσεις πώς το ξέρω ότι είναι ομοφυλόφιλος, αλλά το ξέρω. Αλήθεια το ξέρω».
«Μάλιστα», μουρμούρισα κάπως κρυόκωλα.
«Κι εκείνο το κορίτσι πώς το λένε;»
«Ποιο κορίτσι;»
«Αυτό εκεί. Που σε βάφτισε Φτερό στην πέμπτη δημοτικού».
«Μάγκυ», είπα.
«Α, μάλιστα. Και κάνεις παρέα μαζί του;»
«Με όλους κάνω παρέα».
«Αλλά δεν κάθεστε στο ίδιο θρανίο και τα λοιπά. Θέλω να πω, δεν είστε όλη την ώρα μαζί. Ή μήπως είστε;»
«Όχι, δεν είμαστε».
«Ωραία, θα μου τη γνωρίσεις;»
Κι εκεί, κάτω απ? την μπασκέτα που βρίσκεται προς τη μεριά του γκολφ, σ? ένα προαύλιο που καιγόταν απ? την έξαψη και το λιοπύρι, έλαβε χώρα το ιστορικό γεγονός της εφηβείας μας: σύστησα τη Σου στη Μάγκυ. Θα ήταν πλεονασμός, νομίζω, να εστιάσω στο ότι, ήδη απ? την ώρα που μιλούσαμε οι δυο μας, η Σου το είχε πάρει απόφαση να χρίσει κολλητή της τη Μάγκυ. Όπως πλεονασμός θα ήταν, υποθέτω, να περιγράψω το στιγμιότυπο που διαδραματίστηκε λίγες ώρες αργότερα στο σπίτι μου, όταν στάθηκα μπροστά στη μητέρα μου και τη ρώτησα τι είναι οι ομοφυλόφιλοι. Σε ό,τι αφορά πάντως τη διαδικασία της γνωριμίας τους, αποτελεί σαφές δείγμα του χαρακτήρα της Σου ο τρόπος με τον οποίο είχε λειτουργήσει ενόσω τα ?λεγε μαζί μου. Τόσο το ανοίκειο ενδιαφέρον της, απόρροια της ασυνήθιστης σιγουριάς της, όσο και ο τρόπος που κοιτούσε τη Μάγκυ, μ? εκείνο το αρπαχτικό βλέμμα το οποίο γλίστραγε δεξιά κι αριστερά σαν λεπίδα έτοιμη ανά πάσα στιγμή να σε σημαδέψει, πιστοποιούν δίχως αμφιβολία τώρα πια ότι την είχε επιλέξει. Και αυτό, πρέπει να προσθέσω, ήταν το μαγικό με τη Σου: η αίσθησή μας ότι είχε πάντα την πολυτέλεια της επιλογής, ενώ εμείς, συμπεριλαμβανομένης και της Μάγκυ, δεν την είχαμε. Όπως και να ?χει, η ιστορία έμελλε να με στιγματίσει ως μεσάζοντα δύο κόσμων, που αργότερα θα συντελούσαν στην καταστροφή κάθε εφηβικής μας ψευδαίσθησης. Και παρεμπιπτόντως, ο ψυχαναλυτής μου κι εγώ είχαμε αφιερώσει αναρίθμητες συνεδρίες στην ιδιαίτερη αυτή κληρονομιά της θλιβερής νεότητάς μου.
Κι άλλες καρδιές θα πρέπει να σκίρτησαν τη μέρα εκείνη. Όχι ότι ομολόγησε ποτέ κανείς τον έρωτά του δημόσια, αλλά να, απ? τον τρόπο που συμπεριφέρονταν ξαφνικά τα αγόρια, μπορούσες να διαισθανθείς την επίδραση της Σου στον άγουρο κόσμο τους. Στο πάρτι για τα δέκα χρόνια απ? την αποφοίτησή μας, ο Κυπριώτης μου είπε ότι τον είχαν γοητεύσει τα ίσια μαλλιά της, ανάκατο ξανθό με μουσκεμένη άμμο, που κάποια στιγμή, αφού είχε ξεκινήσει να χαζογελάει με την καινούργια της φίλη, τα έπιασε αλογοουρά μ? ένα λαστιχάκι. Ο Κόνσουλας ανέσυρε μια άλλη λεπτομέρεια. Μου μίλησε για τη λεπτή γαλλική μύτη της και για τις μικρές αφέλειες που έφταναν ως τα φρύδια, τα οποία ήταν μάλιστα τόσο αχνά, ώστε χάνονταν στο φόντο της επιδερμίδας. «Και οι βλεφαρίδες της ήταν σαν από χρυσάφι», πρόσθεσε, για να συμπληρώσει έτσι το σκιαγράφημα ενός αμήχανου αγοριού, που από τον κύβο του Ρούμπικ και τα Ιπποποταμάκια γλιστρούσε αθόρυβα στην έρημη, κακοτράχαλη χώρα της λαγνείας. Ο Σαρρής μου είπε ότι είχε εντυπωσιαστεί απ? το κομψό ντύσιμό της, ο Ζαχαρόπουλος αναφέρθηκε στο ύψος της, ο Μιχάλης ο Καραγιάννης θυμήθηκε μια αδιόρατη χλομάδα που παρατηρώντας την από απόσταση ?σύμφωνα με τα λεγόμενά του? έπαιρνε τη μορφή ενός φάρου ή κάτι τέτοιο, κι ο αδελφός του ο Πέτρος είπε ότι τον κεραυνοβόλησε το γενικότερο ύφος της, που ήταν στωικό, αφηρημένο κι εξαιρετικά απόμακρο. Ω, πόσο διαυγή στις περιγραφές τους μπορούσαν να γίνουν όλα αυτά τα αγόρια καθώς πλησίαζαν τα τριάντα κι έπιναν ασταμάτητα! Τα παλιά τα χρόνια απλώς σώπαιναν αποσβολωμένα, αποδεικνύοντας ότι ολάκερη η τάξη μας ήταν πλημμυρισμένη από ζοφερά υπόγεια με κρυφούς έρωτες κι ανομολόγητες επιθυμίες.
Κάπως έτσι έμελλε να μπει η Σου στη ζωή μας, φέρνοντας τα πάνω κάτω απ? τις πρώτες κιόλας μέρες. Διότι με μεγάλη μας έκπληξη, πολύ μεγαλύτερη απ? όση μπορεί ν? αποτυπωθεί σ? ένα κείμενο, διαπιστώσαμε σύντομα ότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο δωδεκάχρονο κορίτσι. Ήταν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που χρησιμοποιούσε μακιγιάζ και κάπνιζε βλοσυρά, ρουφώντας βαθιά τα μάγουλα στην εισπνοή και φυσώντας τον καπνό με απαξιωτική εμπάθεια, σαν σταρ του σινεμά ένα πράμα. Αυτό στάθηκε κατακλυσμιαίο γεγονός για όλους μας, ακόμα και για τη φουκαριάρα τη Μάγκυ, που στο μεταξύ είχε αρχίσει να την ακολουθεί παντού ως η επίσημη κολλητή της. Υπό το πρίσμα της παιδικής πολυπλοκότητας, μπορώ να εξηγήσω πια πολύ καλά τον πανικό μου και την έκφραση της φρίκης που παραμόρφωσε το πρόσωπό μου όταν πρωτοαντίκρισα τη Σου να καπνίζει στη γωνία όπου μαζεύονταν τα μεγαλύτερα παιδιά, εκεί, προς την πλευρά της οδού Ζέππου. Ήταν μια απ? τις στιγμές όπου το χάσμα της οδυνηρής αφέλειας συνθλίβεται ξαφνικά και παραδίδει τη θέση του σε κάτι ενοχλητικά άγνωστο, το οποίο αναδύεται τόσο ορμητικά όσο κι ένας πυροβολισμός πριν απ? το χάραμα.
Και οι άλλοι ένιωσαν έτσι, θαρρώ. Το διέκρινα στα πρόσωπά τους. Στη θέα της εκτυφλωτικής καινούργιας με το τσιγάρο ανάμεσα στα κόκκινα χείλη, οι γλώσσες στέγνωσαν και τα στόματα έμειναν μισάνοιχτα και μουδιασμένα.
«Που λέτε, άρχισα να φουμάρω φέτος το καλοκαίρι», διατυμπάνιζε με χάρη στους παλληκαράδες της τρίτης γυμνασίου, αφήνοντας επίτηδες να ελευθερωθεί ένα πνιχτό, πρόστυχο γελάκι, που ίσως σε αρκετούς ενήλικες ?όπως στον πατέρα μιας κοινής μας φίλης κάποτε? θα έφερνε στο νου τα σκέρτσα της Μπρουκ Σηλντς στην ταινία όπου έπαιζε το νυμφίδιο της Νέας Ορλεάνης. Σε αντίθεση με όλους αυτούς, οι δικοί μας παλληκαράδες, που κάθε άλλο παρά αλάνια ήταν τον καιρό εκείνο, άρχισαν μάλλον σαστισμένα να συνειδητοποιούν, μέσα απ? τη Σου, ότι η παλιά ζωή τους είχε σβήσει για τα καλά κι ότι ένας νέος ορίζοντας, ατέλειωτος σαν τον ωκεανό, άνοιγε τις πύλες του για να τους στροβιλίσει στο άγνωστο. Τα πρώτα δείγματα στάθηκαν εντυπωσιακά: τέρμα ο κύβος του Ρούμπικ και τα Ιπποποταμάκια για τον Κόνσουλα? τέρμα ο εθισμός του Στεργίου στα Δρακουλίνια και τα Φοφίκο? τέρμα οι πορτοκαλί καραμελίτσες που έσκαγαν κάθε τρεις και λίγο στο στόμα του Κούρτη? τέρμα οι Μπίμπι-Μπο για την Οντέτ και το Μικρό μου Πόνυ για τη Δεληγιάννη. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1982 τα αγόρια είχαν τάχαμου σκληρύνει και από τα Κάστρα με τους Πολιορκητές είχαν περάσει στα Ατάρι και στα ουφάδικα Πάκμαν και Γοριλάκι, ξεχνώντας ακόμα και τις πυρετώδεις μάχες τους στις τσόχες του Σουμπούτεο. Κι όσο για τα κορίτσια, άρχισαν κι αυτά σιγά σιγά να εγκαταλείπουν τα αφελή καρεδάκια των φωτορομάντζων και, προκειμένου να ανταποκριθούν με επιτυχία στην καλλιτεχνική ευρυμάθεια της Σου, έπιασαν να μελετούν σοβαρότατα ζητήματα μόδας και σφοδρών ερώτων μέσα από τα ενδελεχή αφιερώματα που δημοσίευαν έγκριτα περιοδικά όπως η Σούπερ Κατερίνα και η Μανίνα.
Ήταν αναπόφευκτο: μέχρι πρότινος πλέκαμε αθώα, ρομαντικά ειδύλλια, μιμούμενοι το ερωτευμένο ζευγάρι του Γκρηζ, και την ίδια ώρα κολλούσαμε στρουμφάκια στα Καλκίτος, συναρμολογούσαμε αεροπλάνα και παρακολουθούσαμε Κάντυ Κάντυ, Τάο Τάο και Πίπη Φακιδομύτη. Τώρα, με μια συμμαθήτρια που φουμάριζε ντυμένη σαν μεγάλη, μέναμε ατάραχοι απέναντι σε όσα συνήθιζαν να μας εντυπωσιάζουν κι αφήναμε πίσω μας κάθε παλαιολιθικό ένστικτο. Το αν η Μάγκυ προτιμούσε τον Ρουσσέτο αντί του Σμαραγδόπουλου, που ήταν καψούρης μαζί της, δεν αποτελούσε πλέον είδηση ικανή να μας συναρπάσει. Η είδηση παραμόνευε στη γλώσσα του σώματος που είχε ξαφνικά επιβάλει η νεοφερμένη πριγκίπισσα. Κρυβόταν στα ρούχα της. Στη φορά του βλέμματός της. Στο πώς χειριζόταν τους θεσπέσιους γλουτούς της. Και φυσικά στο ποιος θα μπορούσε να γίνει ο εκλεκτός της καρδιάς της.
Έτσι, πριν ακόμα φτάσουμε στα μισά της πρώτης γυμνασίου, είχαμε προλάβει να γίνουμε άλλοι άνθρωποι. Προσέχαμε περισσότερο την εμφάνισή μας, προσπαθούσαμε να είμαστε τυπάκια κι αποφεύγαμε κάθε φιλόδοξο σπασίκλα, του οποίου η παραμελημένη σιλουέτα κι επιδερμίδα θα μπορούσε να μας κατατάξει στο είδος των ξενέρωτων. Με δυο λόγια, πιστέψαμε ότι η Σου συμβόλιζε το μέλλον και πιάσαμε ν? ακολουθούμε το δρόμο της δαρβινικής εξέλιξης, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις μας μ? ένα σωρό γοητευτικά ζητήματα. Μέχρι το τέλος εκείνης της συναρπαστικής μαθητικής χρονιάς, η Φρουτοπία δεν ήταν παρά μια πολυκαιρισμένη, χλομή ανάμνηση. Κι αντί να τραγουδάμε «Φλω-Φλω-Φλώρινα, κρίτσι-κρίτσι, κρατς-κρατς», όπως κάναμε μετά μανίας πριν από μερικούς μήνες, συζητούσαμε πια για τον Εξωγήινο, και το καινούργιο Ρόκυ, και τα νέα μοντέλα Robe di Kappa, και τα συγκροτήματα που παρουσίαζε τα μεσημέρια στο ραδιόφωνο ο Γιάννης Πετρίδης. Κι όλα αυτά εξαιτίας του εξωγήινου κοριτσιού, που έμοιαζε σαν από αιώνες εξοικειωμένο με τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά μας.
«Να μαστε λοιπόν», είπε ο Ζήσης με το που πήγα και κάθισα πλάι του, σε μια απόμερη, λιγότερο θορυβώδη γωνιά του κλαμπ όπου γινόταν το πάρτι μας.
Τον Ζήση τον χαρακτήριζε πάντα μια ανεπαίσθητη κλίση προς το μελοδραματισμό. Η διαφορά ήταν ότι τώρα η κλίση αυτή έμοιαζε ακόμα πιο ενδυναμωμένη απ? τις αποτυχίες του. Η μεγαλύτερη αποτυχία του, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το ότι εργαζόταν στην εταιρεία χαρτοποιίας απ? την οποία είχε πάρει σύνταξη ο πατέρας του. Κατά τ? άλλα, απ? ό,τι ήμουν σε θέση να γνωρίζω, ανακάλυπτε σταδιακά, όπως όλοι μας άλλωστε, ότι δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην άμορφη μοναχικότητα του κόσμου των ενηλίκων, έχοντας περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σκλαβωμένος απ? το επώδυνο τελετουργικό της καταστροφής που είχε σκιάσει την εφηβεία μας. Εξαιτίας όλων αυτών, αμυδρά μόνο θύμιζε πια το αεικίνητο, ζωηρό παιδί με τα πυκνά, ανάκατα μαλλιά και το ανήσυχο πνεύμα. Τότε έπαιζε το καλύτερο μπάσκετ του γυμνασίου και σκάρωνε απίθανες ομοιοκαταληξίες μαζί με τον κολλητό του τον Παλαιολόγο. Τώρα ήταν ένας εύσωμος, μονίμως αναψοκοκκινισμένος άντρας, με το βαρύ κεφάλι του σκυμμένο απειλητικά μπροστά και με μια άχαρη μυωπική έκφραση στο πρόσωπο.
Σταθήκαμε λίγη ώρα αμίλητοι, παρατηρώντας το θίασο των παλιών συμμαθητών μας. Έμοιαζαν με ηθοποιούς που η θλιβερή και ανίκανη ανθρώπινη φύση τους προκαλούσε την περιφρόνηση των ελάχιστων θεατών.
«Τουλάχιστον είμαστε ακόμα ζωντανοί», πρόσθεσε θρηνητικά ο Ζήσης.
«Όχι όλοι», είπα εγώ.
«Σωστά», έκανε εκείνος. «Όχι όλοι».
Ήπιε μια γουλιά απ? το ποτό του και στράφηκε προς το μέρος μου μ? ένα θολό χαμόγελο.
«Καμιά φορά σκέφτομαι την πρώτη μας χρονιά στο γυμνάσιο», είπε. «Όλον εκείνο τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Τα πράγματα που νιώθαμε. Τη χαρά μας. Την αφέλειά μας. Την άγνοια κινδύνου που είχαμε. Τα φλερτ και τα παιχνίδια στο προαύλιο».
«Και τη Σου», είπα.
«Κι αυτήν».
«Πώς είσαι;» τον ρώτησα. «Δε σε βλέπω πολύ καλά».
«Χωρίζω».
«Χωρίζεις; Μα πριν από ένα χρόνο παντρεύτηκες».
«Ένα χρόνο κι επτά μήνες», με διόρθωσε. «Αλλά έτσι είναι αυτά. Ή χωρίζεις αμέσως ή δε χωρίζεις ποτέ».
«Δε θα το έλεγα αυτό».
«Τέλος πάντων. Το θέμα είναι ότι χωρίζουμε. Το μωρό φυσικά θα το κρατήσει εκείνη».
«Πόσο είναι τώρα;»
«Έντεκα μηνών».
Παρά τη μουσική, η φωνή του έφτασε στ? αφτιά μου απότομα αποψυγμένη και μαλακή, σαν μικρού ανυπεράσπιστου παιδιού.
Ξαφνικά νιώσαμε ένα τράνταγμα από πίσω. Ήταν η Δεληγιάννη, αναμαλλιασμένη απ? το ξεμονάχιασμα με τον Ζανιώτη.
«Γεια σας, πιτσουνάκια μου!» ούρλιαξε μες στην τρελή χαρά κι έφυγε σφαίρα για το μπαρ.
«Παντρεμένη δεν είναι αυτή;» ρώτησα τον Ζήση.
«Και τι σημασία έχει;» έκανε εκείνος, πνιγμένος μέσα σ? έναν πολτό προσωπικών βιωμάτων.
«Αχ, μωρέ Στέλιο», του είπα και τον τράβηξα να γείρει πάνω μου, «πολύ λυπάμαι που χωρίζεις, γαμώτο. Φαίνεται είναι δύσκολη εποχή για όλους μας».
«Εμείς την κάναμε δύσκολη», ψέλλισε εκείνος ακουμπισμένος στον ώμο μου.
«Πάντως εγώ είμαι στο πλευρό σου, να ξέρεις. Θέλω να πω ότι μπορείς να μου τηλεφωνείς όποτε θες».
«Εσύ είσαι πολύ εντάξει παιδί, ρε Φτερό», είπε. «Και μάθε ότι σε γούσταρα τότε. Αλήθεια. Μου ?βγαζες κάτι πολύ παράξενο. Γι? αυτό κι έπαθα πλάκα όταν ο Σμαραγδόπουλος είπε όσα είπε για σένα την παραμονή του θανάτου του».
Αυτή ήταν η πρώτη εξομολόγηση της βραδιάς: μια μικρή διακριτική παρένθεση σχετικά με το δικό μου μερίδιο στη σχολική μας μυθολογία. Ο Ζήσης έμεινε να με κοιτάζει για λίγο, περιμένοντας προφανώς κάποιο σχόλιο, και καθώς δε βρήκα τίποτα να του πω, άλλαξε θέμα, βγάζοντάς με απ? τη δύσκολη θέση:
«Τι νέα απ? τη ζωή σου;»
«Δουλεύω. Μόνο αυτό».
«Πάντα στα περιοδικά;»
«Προς το παρόν».
«Και δε μου λες, γιατί με ρώτησες πριν για τη Σου;»
«Έτσι μου βγήκε. Δηλαδή δεν ξέρω. Ίσως σε ρώτησα επειδή σκέφτομαι να γράψω κάτι».
«Βιβλίο;»
«Ιδέα δεν έχω. Ό,τι βγει».
«Μάλιστα», μουρμούρισε ο Ζήσης φέρνοντας πάλι το ποτήρι στα ξεραμένα χείλη του. Κατέβασε μια γερή γουλιά και είπε: «Οπότε θες να φρεσκάρεις την πρώτη στιγμή που την είδες. Σωστά;»
Ήταν εκπληκτικό το ότι η μνήμη του δεν είχε αποβάλει το παιδί που βρισκόταν πλάι του στον αγιασμό της πρώτης γυμνασίου. Χαμογέλασα και είπα:
«Στεκόμασταν δίπλα δίπλα εμείς οι δυο. Εκεί, στη σειρά, απέναντι απ? το κυλικείο. Και ξαφνικά μπήκε η Σου αργοπορημένη και κάτι έγινε. Νιώσαμε όλοι τόσο παράξενα. Λες και μας περιέβαλε μια αύρα πολύ ιδιαίτερη».
«Σαν άνεμος στα δέντρα», ήταν η διάγνωσή του.
«Πολύ πετυχημένο αυτό», είπα. «?ρα θυμάσαι».
«Και βέβαια θυμάμαι».
«Αφού θυμάσαι λοιπόν, απάντησέ μου ειλικρινά: την ερωτεύτηκες εκείνη τη μέρα;»
«Όχι βέβαια!» φώναξε κεραυνοβολημένος. «Μα τι νόμιζες; Ότι ήμουνα ερωτευμένος με τη Σου; Αν είναι δυνατόν, ρε Φτερό!»
Δεν ήταν μονάχα το ράγισμα στη φωνή του που με εμπόδισε να τον πιστέψω, ήταν η γενικότερη ταραχή που του προκάλεσε ξαφνικά η ερώτησή μου. Διέκρινα ένα αδιόρατο τρέμουλο στα βλέφαρα του αριστερού του ματιού και δυο ανεπαίσθητες χλομές φλεβίτσες οι οποίες διασταυρώθηκαν αστραπιαία στο μέτωπό του.
«Τη Σου δεν την ερωτεύτηκα ποτέ εγώ», είπε. «Όλοι εσείς μπορεί. Όχι εγώ όμως. Ειλικρινά σου μιλάω».
«Καλά, καλά», έκανα.
«Να σου πω, Φτερό. Δεν πιστεύω να γράψεις καμιά τέτοια μαλακία, έτσι;»
«Μην ανησυχείς, φίλε μου», του είπα. «Απλώς, ήθελα να λύσω αυτή την απορία γιατί σε έχω πολύ ζωντανό στη μνήμη μου να την τρως με τα μάτια».
«Κοίτα», είπε, «η μητέρα μου αποδείχθηκε μεγάλος μπελάς για τον πατέρα μου και η γυναίκα που έμελλε να παντρευτώ αποδείχθηκε μεγάλος μπελάς για μένα. Και συμπτωματικά το ίδιο ισχύει και για τη γυναίκα που έμελλε να αρραβωνιαστώ πριν από πέντ? έξι χρόνια».
«Τι; Δεν ήξερα ότι πρόλαβες ν? αρραβωνιαστείς στα είκοσι δύο σου».
«Δεν έχει σημασία. Σ? το αναφέρω επειδή θέλω να σου πω ότι με τον συγκεκριμένο τύπο γυναικών είχα ανέκαθεν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Από μικρός τον καταλάβαινα και τον ξόρκιζα κατά κάποιον τρόπο. ?σχετα εάν στην ενήλικη ζωή μου έκανα το λάθος να πέσω στην παγίδα δύο τέτοιων μπελάδων».
«Αλλά στην παγίδα της Σου δεν έπεσες».
«Όχι, σου λέω».
«Ούτε για μια στιγμή, Ζησάκο;» τον πείραξα τσιμπώντας του το μάγουλο.
«Ποτέ!» αναφώνησε σαν ν? αμυνόταν για ένα έγκλημα το οποίο δεν είχε διαπράξει.
«Τότε γιατί την κοίταζες εκείνη τη μέρα σα να μην είχες ξαναδεί τέτοιο πλάσμα;» επέμεινα, έχοντας στο μυαλό μου το λόγο για τον οποίο εγώ την κοίταζα εκείνη τη μέρα.
Και περίπου ασθμαίνοντας, μέσα απ? την απροκάλυπτη και σχεδόν παράλογη ταραχή του, πρόφερε μία μία τις λέξεις της απολογίας του, σα να κατέθετε το προφητικό του χάρισμα για όλα όσα θα μας ωθούσαν αργότερα σε ψυχιάτρους και σε μοναστήρια και σε δικηγόρους διαζυγίων και στις άγρυπνες νύχτες όπου η μνήμη έπαιρνε το πάνω χέρι.
«Επειδή από την πρώτη πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι αυτό το κορίτσι ήταν μπελάς. Μεγάλος μπελάς».


Λίστα όλων των Συγγραφέων