Συγγραφέας του μήνα

Κλαίτη Σωτηριάδου

Κλαίτη Σωτηριάδου

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Πτυχιούχος της Αγγλικής Λογοτεχνίας με μεταπτυχιακό στη Λογοτεχνική Μετάφραση. Ποιήτρια, πεζογράφος, σεναριογράφος και μεταφράστρια λογοτεχνίας (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, καταλανικά).

Ποίηση:
26 Ποιήματα, 1973,
Εν Πλω, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1977,
A Bordo, Tercer Mundo Editores, Bogota, 1995.

Πεζογραφία:
Αίσθηση Γυναίκας, διηγήματα, (6 γυναίκες συγγραφείς) Καστανιώτης, 2000.
Ο Τελευταίος Ταύρος, διηγήματα, Ωκεανίδα, 2002.
Το εκκρεμές, μελέτη, Κέδρος, 2007, 2008.
Το μπονζάι, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2010.

Δημοσίευσε σε λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες και άλλα έντυπα μεταφράσεις έργων των παρακάτω ποιητών και συγγραφέων:
John Donne, Matthew Arnold, Lord Byron, Lord Alfred Tennyson, Emily Dickinson, Annie Dillard, W.B.Yeats, Robert Lax, Philip Larkin, Ann Sexton, Robert Lowell, Jack Kerouac, Sylvia Plath, Jorge Luis Borges, William Burroughs, Gabriel Garcia Marquez, Manuel Vasquez Montalban, Miguel Iriarte, κ.α.
Μετέφρασε δεκαεννιά (19) βιβλία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, δεκατρία (13) μυθιστορήματα της Ιζαμπέλ Αλιέντε καθώς και άλλους γνωστούς πεζογράφους όπως οι: Μάριο Βάργκας Λιόσα, Κάρλος Φουέντες (2), Χουάν Σάερ, Λάουρα Εσκιβέλ (2), Λουίς Λαντέρο, ?νχελες Μαστρέτα, Μαρία ?ντζελς Ανγκλάδα (2), Αλάα Αλ-Ασουάνι, κ.α.

Δίδαξε Αγγλική λογοτεχνία στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλαδος DEREE και εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ και στο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ στο μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μεταφρασεολογίας.

Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.
















ΚΟΥΡΜΠΑΝΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ



ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κύμα που αγριεύει
και σηκώνεται πέντε οργιές επάνω
τα χυμένα μαλλιά στο όρνεο που γυρίζει
και χτυπιέται στα τζάμια με την καταιγίδα

Η Μαρίνα καθώς προτού να υπάρξει
με του σκύλου το καύκαλο και τα δαιμόνια
η Μαρίνα το κέρας της Σελήνης
η Μαρίνα ο χαλασμός του κόσμου

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Εκείνο το πρωί εμείς παίζαμε με κούκλες από νωρίς στο σερβανί, στο καθιστικό της σοφίτας δηλαδή, ανάμεσα σε μπαούλα γεμάτα παλιά ωραία ρούχα, ανοιγμένες καπελιέρες με φτερά και μποά, ολόσωμους καθρέφτες, κινέζικα παραβάν, κούκλες, σκαμνάκια, διάφορα αναμνηστικά που έφερνε από τα ταξίδια του ο καπετάνιος παππούς. Η μητέρα - να ήταν σαράντα τότε; - είχε μπει σαν λευκή οπτασία, με τα μαύρα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, ντυμένη με τα καλοκαιρινά λινά της κι είχε σταθεί μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε μακριά την αφρισμένη θάλασσα. Μια απειλητική σκιά σκοτείνιαζε το πλατύ και γαλήνιο συνήθως μέτωπό της καθώς κούνησε το κεφάλι και μονολογώντας είπε:
«Της ?για Μαρίνας σήμερα και πάλι μ? έπιασε αυτός ο κόμπος, το σφίξιμο στο στήθος...»

Ζούσαμε ακόμα στο μεγάλο τρίπατο αρχοντικό στα Κιόσκια της Βάρνας. Μια μεγάλη αλέα με καστανιές το ένωνε με το διπλανό εργοστάσιο του πατέρα που έφτιαχνε μπισκότα, λουκούμια, σοκολάτες και χαλβάδες. Είχαμε και γεννήτρια και όταν τα φώτα της πόλης έσβηναν τα δικά μας άναβαν όλη νύχτα. Θυμάμαι πως και κάθε φορά που ο Πρόξενος ερχόταν να μας επισκεφθεί ανέβαζε ο πατέρας την ελληνική σημαία και τον είχαν μόνιμα στη μπούκα του κανονιού οι Βούλγαροι.
Η Εριέττα, η πρωτότοκη κόρη της μητέρας από τον πρώτο γάμο της, έμενε μαζί μας για λίγο καιρό με τον άντρα της και τα δυο κορίτσια τους, τη Μούσα και το νεογέννητο, μέχρι να βρουν σπίτι στη Βάρνα. Μαζί τους είχαν έρθει από την Πόλη να παραθερίσουν και τα πεθερικά της. Έτσι, κάθε πρωί κατεβαίναμε όλοι στη θάλασσα. Διασχίζαμε το Ευξείνογκραντ, τη λεωφόρο με τις ακακίες που οδηγούσε στο παλάτι του βασιλιά Μπόρις, και από ένα κατηφορικό μονοπάτι ανάμεσα σε οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια φτάναμε στην παραλία. Από μακριά θυμάμαι λαμπύριζε η άμμος χρυσαφένια, πεντακάθαρη γιατί την χτένιζαν με κάτι τσουγκράνες κάθε μέρα. Οι γυναίκες με τα παιδιά από τη μια μεριά και χωριστά οι άντρες από την άλλη.
Όμως εκείνη τη μέρα την ώρα του πρωινού είπε η μητέρα:
«Συμπέθερε, σήμερα να μην μπεις στη θάλασσα γιατί έχει πολύ αέρα. Είναι της Αγίας Μαρίνας η γιορτή και το έχουμε συνήθειο να μην κάνουμε μπάνιο. Σηκώνει πάντα πολύ κύμα».
Ο συμπέθερος ήταν ένας κοντός, εβδομηντάρης κοιλαράς, με χοντρό σβέρκο και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όλο κάτι ακαταλαβίστικα αρχαία έμπλεκε στα λόγια του. Μιλούσε ακόμα και Λατινικά με τον πατέρα, ως απόφοιτοι της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Μόνο για προλήψεις να μην άκουγε, γινόταν έξω φρενών. Ο κύριος Λουτρόν και ζωμόν τον φωνάζαμε πίσω από την πλάτη του. Ταξίδευε συχνά για τις δουλειές του από την Πόλη στη Βάρνα, ήταν πλούσιος, είχε ακόμα και χαμάμ στο σπίτι του κι όταν κόντευε να φτάσει το καράβι του στο λιμάνι έστελνε τηλεγράφημα: «Αφικνούμαι Μαργαρίταν. Στοπ. Ετοιμάσατε λουτρόν και ζωμόν. Στοπ. Σάββας».
Παρά τα χρόνια και τα κιλά του κολυμπούσε στα βαθιά με τις ώρες ο συμπέθερος. Στη θάλασσα κατέβαινε κάθε μέρα κι ο πατέρας, χωριστά από μας, αλλά στο νερό δεν έμπαινε, έκανε μόνο αεροθεραπεία. Τον θυμάμαι πάντα σοβαρό, γαλατένιο, με γαλαζοπράσινα μάτια, δυο μέτρα μπόι.
Ώσπου να ξεκινήσουμε με τις ψυχοκόρες που κουβαλούσαν τα μπανιερά και τα καλάθια για το κολατσιό, οι άντρες είχαν κιόλας φύγει. Φτάσαμε κάτω στην παραλία όπου υπήρχαν ομπρέλες και πολυθρόνες αποκλειστικά για τις γυναίκες. Χωρίσματα από καλάμια μας έκρυβαν και από τις δυο πλευρές. Οι περισσότερες ήταν μητέρες ή γκουβερνάντες, μαζί με μικρά παιδιά που έπαιζαν στην άμμο. Οι κυρίες φορούσαν κομψά ρούχα της εποχής και πλατύγυρα καπέλα. Βολεύονταν στη συνηθισμένη τους θέση κι έβγαζαν κάλτσες και παπούτσια, σήκωναν διακριτικά τα κάτασπρα λινά και αραχνοΰφαντα ρούχα τους και άπλωναν μπράτσα και πόδια στον ήλιο.
Φυσούσε αρκετά και η θάλασσα ήταν ταραγμένη. Κανένας δεν κολυμπούσε και τα περισσότερα παιδιά τσαλαβουτούσαν στα ρηχά πηδώντας στα κύματα. Εμείς οι μικρές είχαμε φορέσει τα μπανιερά μας πίσω από το πεσκίρι που τέντωσε η θεία Ειρήνη. Ύστερα καθίσαμε να παίξουμε πάνω στην άμμο. Θυμάμαι σαν τώρα το κύμα που με δύναμη έσπαζε πάνω στα πόδια μου και γέμιζε με άμμο, σακούλιαζε το πλεχτό μπανιερό μου. Ερχόταν κι έφευγε και κάθε φορά έσκαβε μια μεγαλύτερη τρύπα κάτω από τα πόδια μου, κάθε φορά με τραβούσε όλο και πιο μέσα. Σαν από πολύ μακριά άκουγα την αδελφή μου, τη Νίνα, που ντάντευε τη Μούσα, έπαιζαν το γιατρό, προσπαθούσε να τη σηκώσει στην αγκαλιά της και η μικρή δεν ήθελε, γκρίνιαζε. Μου φαίνεται πως αποκοιμήθηκα. Ύστερα θυμάμαι πως είδα ένα όνειρο: ήμουν λέει μες στα κύματα, κολυμπούσα σαν Σειρήνα και θαρρώ πως κάτι φύκια, ίδια οι μακριές μαβιές κορδέλες της καπελίνας, μου έγνεφαν, έλα, έλα. Ξαφνικά ανάμεσα τους ξεπρόβαλλε το ολοστρόγγυλο πρόσωπο του Λουτρόν και ζωμόν. Είχε φουσκωμένα τα μάγουλα του, έβγαζε μπουρμπουλήθρες σαν τα χρυσόψαρα στη στέρνα του κήπου, με πλησίασε και μου είπε: «Γύρισε πίσω στη μαμά σου, σε γυρεύει». Ένα πράσινο σεντόνι με σκέπασε, βούλιαζα, βούλιαζα μέχρι που τυλίχτηκε πάνω στο πρόσωπο μου, δεν μπορούσα ν? αναπνεύσω, δεν έβρισκα από που να πιαστώ για να βγω έξω, πνιγόμουνα.
Μετά μου είπαν πως πρόλαβαν και με τράβηξαν μισολιπόθυμη έξω, βούτηξε η θεία Ειρήνη με τα ρούχα κι από κοντά της μια ψυχοκόρη. Φαίνεται πως με είχε παρασύρει η θάλασσα καθώς αποκοιμήθηκα πάνω στην άμμο. Μου πάτησαν την κοιλιά και πετάχτηκε όλο το νερό που είχα καταπιεί, άνοιξα τα μάτια μου, ένιωσα μια αναγούλα, ανέπνευσα. Όταν στάθηκα στα πόδια μου τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα πάνω μου.
«Κλεονίκη, καλύτερα να φεύγουμε. Ειρήνη, να τα μαζέψουμε όλα και να κινήσουμε για το σπίτι», αποφάσισε η μάνα.
Κι εγώ πρώτη από όλους, χλομή ακόμα, με κατεβασμένα τα μάτια από μια ανεξήγητη, περίεργη ντροπή, πιάστηκα από το χέρι της θείας και πήραμε αργά το δρόμο της επιστροφής.
Είχαμε φτάσει στα μισά της ανηφόρας, όταν μια μαντιλοδεμένη γυναίκα κοντοστάθηκε ανεβαίνοντας και είπε στη μητέρα:
«Αχ, κυρία, το πήρε πάλι η ?για Μαρίνα το κουρμπάνι της.»
«Ποιος είναι; Ξέρεις;» τη ρώτησε αυτή σμίγοντας τα φρύδια της.
«Δεν ξέρω, κάποιος από το εργοστάσιο, έτσι είπαν», απάντησε η γυναίκα και συνέχισε το δρόμο της κουνώντας το κεφάλι.
«Τι σου είπε, Βασιλικώ; Τι συνέβη;» ρώτησε η συμπεθέρα.
«Κάτι έγινε κάτω στη θάλασσα, κάποιος εργάτης» τα μάσησε η μητέρα.
Όλοι κοιταχτήκαμε, γιατί δεν είχαμε καταλάβει. Αμέσως ακούσαμε τρεχαλητά. Ο Αλέκος, ο ξάδελφος, μαζί με τον Βουβό, τον υπηρέτη, μας αντάμωσαν κατεβαίνοντας. Κουβαλούσαν διπλωμένες κουβέρτες και ήταν λαχανιασμένοι από το τρέξιμο.
Έσκυψε ο Αλέκος και κάτι της είπε της μητέρας στο αυτί. Σοβάρεψε απότομα εκείνη, σκοτείνιασε το μέτωπό της πάλι, ίσιωσε την πλάτη και γύρισε στη συμπεθέρα:
«Κάτι συνέβη στο εργοστάσιο, Κλεονίκη. Θα προχωρήσω μπροστά κι εσύ έλα με τα παιδιά. Με την ησυχία σας.»
?νοιξε το βήμα της βιαστικά χωρίς να περιμένει απόκριση. ?δικα η συμπεθέρα πάσχιζε να την φτάσει για να μάθει περισσότερα, η μητέρα είχε βγάλει φτερά στα πόδια της κι όλοι τρέχαμε να την προλάβουμε.
Όταν κάποτε φτάσαμε, εμάς τα παιδιά μάς μάντρωσαν στο κάτω σπίτι κι αν δεν ήταν οι φίλοι μου, ο Σβέτσκο, ο Αντρέτσκο και ο Γιώργος ο Παπάς, που μπήκαν μέσα από το παράθυρο του πλυσταριού, ποτέ δεν θα είχα μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Αυτοί μου διηγήθηκαν, καλή τους η ώρα, με το νι και με το σίγμα όλη την ιστορία. Είχε ξαπλώσει, λέει, ο πατέρας, όπως συνήθιζε, στην άμμο μ? ένα προσόψι διπλωμένο πάνω στο πρόσωπο κι ο συμπέθερος είχε μπει στη θάλασσα. Φυσούσε πραγματικά πολύ εκείνη τη μέρα, τα αγόρια έχτιζαν ένα κάστρο στην άμμο που όλο το έπαιρνε το κύμα.
Είχε περάσει ώρα όταν ένας ναύτης πήγε κοντά στον πατέρα και τον σκούντησε: «Αυτός που επιπλέει εκεί κάτω μαζί σας δεν ήρθε;» του είπε και του έδειξε τον Λουτρόν και ζωμόν. Ο πατέρας πετάχτηκε πάνω άσπρος σαν το χαρτί, κόντεψε να μείνει από την τρομάρα του.
Όρμησαν δυο τρεις μαζί, κολύμπησαν μες στα κύματα, τον τράβηξαν έξω στην άμμο, ήταν τσίτσιδος, θυμάμαι είπαν πως του έφυγε το μπανιερό με το κύμα. Φώναξαν και το γιατρό που του πάτησε την κοιλιά πολλές φορές για να βγάλει το νερό που είχε καταπιεί, τον γύρισαν και ανάποδα, αλλά ήταν πια αργά. Ύστερα ο γιατρός έστειλε το ναύτη να ειδοποιήσει την Αστυνομία στην πόλη και τον Βουβό στο σπίτι για να κατεβάσουν γρήγορα κουβέρτες. Ήταν μεσημέρι πια κι ο πνιγμένος έμεινε κάτω από τον καυτό ήλιο μέχρι να έρθει ο κύριος Ιατροδικαστής.
Όταν τον έφεραν στο σπίτι ακούσαμε που τον ανέβασαν από την μαρμάρινη σκάλα στη σάλα για να τον ξενυχτήσουν. ?νοιξε τη ντουλάπα με τα λινά η θεία Ειρήνη, έβγαλε άσπρα σεντόνια και σκέπασε όλους τους καθρέφτες. Ύστερα τράβηξαν τις πολυθρόνες και τα τραπεζάκια, έκαναν χώρο για τον πολύ κόσμο που περίμεναν να έρθει αργότερα. Εμείς μείναμε κάτω στην κουζίνα, δεν μας άφησαν καν να πλησιάσουμε. Θυμάμαι σαν τώρα που μας έστρωσαν να φάμε ψωμοτύρι και μαύρα σύκα βασιλικά. Βλέπαμε μονάχα τις ψυχοκόρες που ανεβοκατέβαιναν με καφέδες, παξιμαδάκια και κονιάκ για τους άντρες και τις ακούγαμε να τα λένε όλα αναμεταξύ τους, ξανά και ξανά, γούρλωναν τα μάτια τους καθώς διηγούνταν πόσο πρησμένος και πράσινος ήταν ο πνιγμένος?
Την άλλη μέρα νωρίς κατέφθασε ο παπα-Γιώργης. Όλοι αναρωτήθηκαν γιατί βιάστηκε ο Αλέκος να τον κουβαλήσει τόσο πρωί. Η κηδεία του Λουτρόν και Ζωμόν θα γινόταν το μεσημέρι. Η μητέρα μου όμως βάφτισε τη νεογέννητη της πρωτότοκής της κρυφά, πίσω από την πόρτα, προτού να έρθουν οι νεκροθάφτες, γιατί δεν έπρεπε να βγει νεκρός από σπίτι με αβάφτιστο μωρό. Κρατούσε η μητέρα αγκαλιά το μωρό κι εμείς μόλις την είδαμε τρέξαμε κοντά της. Αυτή μας έκανε νόημα να μην μιλήσουμε και σκύψαμε να φιλήσουμε το χέρι του παπα-Γιώργη. Σταθήκαμε εκεί στο κατώφλι όσο ακούγονταν τα «απεταξάμην» και το «Πιστεύω». Οι ψυχοκόρες σταυροκοπιόνταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Ύστερα ο παπα-Γιώργης έφτιαξε το ράσο του και άνοιξε το εγκόλπιο ψέλνοντας χαμηλόφωνα την ακολουθία της θείας βάφτισης. Πότε πότε χάιδευε και τα κεφάλια μας καθώς βαριά ακουγόταν η τραγουδιστή αντρική φωνή «Βαφτίζεται η δούλη του Θεού?» και «?Βασιλική» συμπλήρωσε η μητέρα δίνοντάς της το δικό της όνομα, αλλά όλοι την φωνάζαμε ύστερα Λιλίκα.
«Εις το όνομα του Πατρός? και του Υιού? και του Αγίου Πνεύματος», και τρεις φορές σήκωσε ψηλά στον αέρα το μωρό ο παπα-Γιώργης. Για χρόνια μετά άκουγα τη Λιλίκα μας να παραπονιέται πως όλες οι ατυχίες της άρχισαν από τότε που την βάφτισαν στα βιαστικά πίσω από την πόρτα.
Την ώρα της κηδείας τα παιδιά είχαμε μαζευτεί στην άκρη του κήπου και κοιτάζαμε. Ήθελα πολύ να πω σε κάποιον όσα μου είχαν συμβεί, για εκείνο το όνειρο, για τον πνιγμένο που μου μίλησε, αλλά κανένας δεν μου έδινε σημασία. Τη δική μου περιπέτεια την είχαν όλοι ξεχάσει. Φορούσαμε τα κυριακάτικα, τα ναυτικά, έκανε ζέστη. Τέσσερις μαυροντυμένοι εργάτες έβγαλαν με δυσκολία το φέρετρο από την τζαμαρία της εισόδου του πρώτου πατώματος· έκαναν στροφή στο κεφαλόσκαλο κι άρχισαν να κατεβαίνουν τα σκαλιά. Στα μισά οι άντρες αναγκάστηκαν να γείρουν την κάσα και νερά άρχισαν να τρέχουν από μέσα. Οι γυναίκες έφεραν μαντίλια στη μύτη τους, άλλοι προσπαθούσαν να συγκρατήσουν κάποιες γκριμάτσες. Έξω από το σπίτι, στον κήπο και πάνω στη λεωφόρο Ευξείνογκραντ περίμενε κόσμος που θα συνόδευε την οικογένεια ως την ελληνική εκκλησία, τον ?γιο Νικόλαο. Τον έβαλαν στη νεκροφόρα άμαξα που την έσερναν άλογα με μαύρα χάμουρα και φούντες. Οι συγγενείς όλοι ακολουθούσαν το φέρετρο, θυμάμαι η Κλεονίκη φορούσε πλερέζα, πολλές κρατούσαν βεντάλιες και φυσιούνταν, οι πιο λαϊκές γυναίκες ήταν μαντιλοδεμένες.
Ο κόσμος μόνο μια κουβέντα είχε στο στόμα:
«Είναι το κουρμπάνι της ?για Μαρίνας», επαναλάμβαναν και κουνούσαν σοφά το κεφάλι τους.
Το βράδυ, όταν όλοι οι ξένοι είχαν φύγει και κουρασμένοι αποσύρθηκαν οι μεγάλοι στα δωμάτια τους, η μάνα πήρε τον πατέρα αγκαζέ και βγήκαν να πάρουν μιαν ανάσα στον κήπο. Εγώ πρόλαβα, πιάστηκα από το χέρι της κι αυτή δεν μ? έστειλε στο κρεβάτι μου, όπως συνήθιζε, παρά πέρασε το μπράτσο της πάνω από τους ώμους μου και με πήρε έξω μαζί τους.
«Σήμερα κι άλλον θα θρηνούσαμε, ?γγελε», του είπε χαμηλόφωνα. Και βλέποντας το ερωτηματικό βλέμμα του πατέρα συνέχισε:
«Το κύμα τράβηξε πρώτα τη Φαίδρα μας, εκεί που καθόταν, δεν ξέρω ποιο θαύμα, ποιος άγιος την έσωσε. Είχε καταπιεί πολύ νερό όταν την βγάλαμε...»
Ο πατέρας έμεινε για λίγο σιωπηλός με το βλέμμα καρφωμένο πέρα στη Μαύρη Θάλασσα και ύστερα, θυμάμαι, της είπε: «Η Αγία Μαρίνα, Βασιλική».
«Η Αγία Μαρίνα πήρε τον γέρο και μας άφησε το παιδί, μεγάλη Της η Χάρη», είχε συμπληρώσει.

Δεν υπάρχει δεκαεφτά του Ιούλη, που να μην ξαναζήσω εκείνη τη μέρα. Βρίσκομαι πάλι στο σερβανί ανάμεσα στις καπελιέρες, τα παλιά ρούχα και τις κούκλες και βλέπω το σκοτεινιασμένο μέτωπο της μάνας μου μπροστά στο παράθυρο με το χέρι στο στήθος. ?ραγε εκείνος ο κόμπος, η στεναχώρια που ένιωθε κάθε της ?για-Μαρίνας, να ήταν το προαίσθημα πως μια τέτοια μέρα θα έφευγε και η ίδια; Τριάντα χρόνια ακριβώς μετά τον πνιγμό του Λουτρόν και Ζωμόν. Όμως εκείνη η σημαδιακή γιορτή, στα Κιόσκια της Βάρνας, στάθηκε η πρώτη μου γνωριμία με το θάνατο. Η εξοικείωση με τις άγνωστες, μυστικές δυνάμεις της ζωής, αυτές που απαιτούν θυσία, με κρατάει στα πόδια μου καθώς ακολουθώ μαυροντυμένη το δικό της ξόδι.


Η ΠΕΡΙ ΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Κι αυτή η φουντωτή ψηλόκορμη κυπαρισσιά,
που από μακριά ατενίζει αυστηρά το έρημο σχολείο,
με τα μικρά ολοστρόγγυλα κυπαρισσόμηλά της,
προσφέρει καταφύγιο βραδινό σε όλα τα πετούμενα.

Τσιρίζουν, τσιμπιούνται, φτερουγίζουν, διώχνονται
κι επανέρχονται πιο απαιτητικά - αέναα σε κίνηση -
για μια απλή διανυκτέρευση σε μια ασταθή συστάδα,
κάθε βραδάκι στις επτά - από καθέδρας διάλεξη
Περί της Επιβίωσης - και στις οκτώ σωπαίνουν.

Δεν είναι καν φωλιά η περί ης ο λόγος,
ένα κλαδάκι μοναχά για να σταλιάσουν ασφαλή,
συντροφικά στης νύχτας το σκοτάδι·
μα ούτε κι αυτό δεν έμαθα ποτέ να διεκδικώ.


Κλαίτη Σωτηριάδου
(Φεβρουάριος 2010)


Λίστα όλων των Συγγραφέων