Συγγραφέας του μήνα

Μάνος Κοντολέων

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946 από γονείς που κατάγονταν από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια δημοσιεύοντας κείμενά του στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων».

Την πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα την κάνει το 1969 συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων πεζογράφων και μετά από δέκα χρόνια κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο.

Ο Μάνος Κοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι, θέατρο και δοκίμιο. Έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά (Καθημερινή, Αυγή, Βήμα, Βραδινή, Αδέσμευτος, Ελεύθερος Τύπος, Διαβάζω, Αντί, Τραμ, Πόρφυρας, Λέξη, Ρόδι, Γεια Χαρά κ.ά.) δημοσιεύοντας κριτικές, άρθρα και λογοτεχνικά κείμενα.

Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία για παιδιά και νέους.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ, ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Έρευνας και Μελέτης της Παιδικής Λογοτεχνίας «Διαδρομές».

Υπήρξε κατά διαστήματα μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων για την παιδική λογοτεχνία, όπως και των βραβείων του περιοδικού Διαβάζω και πρόεδρος της επιτροπής κρατικών βραβείων της Κύπρου.

Έχει διατελέσει μέλος των Δ. Σ του ΕΚΕΒΙ, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ.

Είναι δε και Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Unicef.

Έχει γράψει σενάρια τηλεοπτικών (ΕΤ1) και ραδιοφωνικών προγραμμάτων (Γ΄ Πρόγραμμα) με θέματα γύρω από το βιβλίο, συμμετέχει σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και κάνει πολύ συχνά ομιλίες προσκεκλημένος από διάφορους φορείς.

Έχει τιμηθεί με Κρατικό Βραβείο, υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία ?ντερσεν και Λίνγκστριγκ. Βιβλία του έχουν κατά καιρούς βραβευτεί από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Ένα μυθιστόρημά του έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση, ενώ άλλα έργα του έχουν μεταφερθεί στο θέατρο.

Στο εξωτερικό η παρουσία του είναι γνωστή αφενός με την αναγραφή στον τιμητικό πίνακα ?ντερσεν της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Nεότητα (ΙΒΒΥ) του μυθιστορήματός του «Δομήνικος» και αφετέρου με τη μετάφραση και κυκλοφορία μυθιστορημάτων και διηγημάτων του στη Γαλλία ,στη Γερμανία και στην Ταϋλάνδη

Εκτός από το καθαρώς λογοτεχνικό του έργο έχει επίσης γράψει (μόνος του ή σε συνεργασία με άλλους συγγραφείς) μια πλήρη σειρά βιβλίων-περιοδικών για παιδιά από 6 έως 16 χρονών.

Επίσης σε συνεργασία έχει ανθολογήσει διηγήματα Eλλήνων συγγραφέων.

Ο Μάνος Κοντολέων είναι παντρεμένος με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κώστια Κοντολέων και έχουν αποκτήσει δυο παιδιά ?την ?ννα και τον Δομήνικο.

Ζει στην Αθήνα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα «μεταναστεύει» στον ?γιο Λαυρέντιο, ένα γραφικό χωριό του Πηλίου.




Έργα του Μάνου Κοντολέων
Για ενήλικες

Μυθιστορήματα

«Ένα κι ένα κάνουν όσα θες» (μαζί με την Τιτίνα Δανέλλη), Καστανιώτης, 1981
«Αφήγηση», Καστανιώτης, 1981.
«Με στοιχεία προσωπικών συνεντεύξεων», Καστανιώτης, 1984 ? 2η έκδ. Πατάκης 1996.
«?Τα φώτα!? είπε», Καστανιώτης, 1986 ? 2η έκδ. Πατάκης 1995.
«Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο», Ρόπτρον, 1989 ? 2η έκδ. Δελφίνι 1993 - 3η έκδ.Πατάκης 2002.
«Iστορία Eυνούχου», Πατάκης 2000.
«Ερωτική Αγωγή», Πατάκης 2003.
«Λεβάντα της ?τκινσον», Πατάκης 2009.

Διηγήματα

«Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο», Καστανιώτης, 1982 (Έπαινος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών)
«Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας», Πατάκης 1992
«Σχεδόν Έρωτας», Πατάκης 2006

Θέατρο

1. «Η Τέταρτη Εποχή», Πατάκης 2005



Για νεαρούς ενήλικες

Μυθιστορήματα

«Οι δυο τους κι άλλοι δύο», ?μμος, 1987 ? 2η έκδ. Πατάκης 1994 (Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)
(Κυκλοφορεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L?école des loisirs και

στην Ταϋλάνδη)

2.«Το 33», Πατάκης 1989

3.«Το ταξίδι που σκοτώνει», Καστανιώτης, 1989

4. «Γεύση πικραμύγδαλου», Πατάκης, 1995 (Κυκλοφορεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L?école des loisirs)

5. «Μάσκα στο φεγγάρι», Πατάκης, 1997 (Κρατικό Βραβείο)

6. «Ροκ Ρεφρέν», Πατάκης, 1999

7. «Μια ιστορία του Φιοντόρ», Πατάκης 2004 (Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)

Διηγήματα

1. «Μαγική Μητέρα», Δελφίνι, 1992 ? 2η έκδ. Πατάκης 1998

Για παιδιά

Μυθιστορήματα

«Ο Εέ από τ? άστρα» , Καστανιώτης, 1981 (Βραβείο Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών)
«Κοιμήσου, Ορέστη» (νουβέλα), Καστανιώτης, 1982
3. «Περιπέτεια στο υπόγειο» (νουβέλα), Ακρίτας, 1991

4. «Δομήνικος», Πατάκης 1992, Τιμητικός Πίνακας Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Nεότητα (ΙΒΒΥ)

5. «Ο αδελφός της Ασπασίας», Πατάκης 1993

6. «Τα φαντάσματα της σοφίτας», Πατάκης 1996

7. «Η ιστορία του σκύλου... Θα δείξει», Πατάκης 1999

8. «Σκανταλιές κι ανοησίες για ένα γλυκό κεράσι», Πατάκης, 2006

9. «Ο χαρταετός της Σμύρνης», ?γκυρα, 2009


Διηγήματα

1. «Πέτρινα καθίσματα» (διηγήματα), ΑΣΕ, 1985-1989 ? 2η έκδ. Πατάκης

1992

2. «Γάντι σε ξύλινο χέρι» (διηγήματα), Γνώση, 1986 ? 2η έκδ. Πατάκης 1994 (Τιμητική διάκριση Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)

3. «Η Μάρω πάει...» (4 βιβλία), Πατάκης 1991

4. «Δυο ιστορίες που ρωτάνε» (διηγήματα), ?γκυρα, 1990

5. «Ο Ορέστης και το υπόγειο» (διηγήματα), Πατάκης 1995

(συνέκδοση του «Κοιμήσου, Ορέστη» και του «Περιπέτεια στο υπόγειο»)

«Ελίτσα ή Παπαρούνα;» , ?γκυρα, 2009
«Καλέ πνίγομαι», Πατάκης, 2009
«Τι κέρδισε ο ?λκης και τι έχασε ο Λάκης», Διεθνής Διαφάνεια ? Ελλάς, 2009
«Πολύτιμα Δώρα» , Πατάκης, 2009



Παραμύθια

1. «Κάποτε στην Ποντικούπολη» , Καστανιώτης, 1979

2. «Η Γη το σπίτι μου - Έξι παραμύθια », Εστία, 1979

«Ο Φωκίων ήταν ελάφι» , Καστανιώτης, 1979 (Έπαινος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών)
«Η ?ννα και το τζιτζίκι» , Καστανιώτης, 1980
«Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει» , ΑΣΕ, 1982 ? 11η έκδ. Δελφίνι, 1993 ? 18η έκδ. Πατάκης 2000
6. «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» , ?γκυρα, 1988

7. «Τα σιδερένια παπούτσια» , Πατάκης 1998

- Σειρά: H Yφήλιος των παραμυθιών

8. «Παραμύθια από τόπους της Aσίας», Πατάκης 2002

9. «Παραμύθια από τόπους της Aφρικής», Πατάκης 2002

10. «Παραμύθια από τόπους της Λατινικής Αμερικής», Πατάκης 2003

11. «Παραμύθια από τόπους της Μεσογείου» Πατάκης, 2006

12. «Έξι φίλοι κι ένα δώρο» Πατάκης, 2007

«Ο Κάρπος και οι πρώτοι Γίγαντες», Παπαδόπουλος, 2008
«Το πρώτο λουλούδι» , Πατάκης , 2008

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια

«Οι κάλτσες με τα δώρα», Εκδόσεις Πατάκης 2003
«Μαζί θα περάσουμε το χειμώνα, είπε το έλατο», Πατάκης 2004 (Βραβείο Κύκλου Ελληνικού παιδικού Βιβλίου ? Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης)
«Χρυσαφένια, Ασημένια Νύχτα Χριστουγεννιάτικη», Πατάκης 2005
«Το τριαντάφυλλο των Χριστουγέννων», Πατάκης, 2007
«Νεράιδα πάνω στο έλατο», Πατάκης 2008 (Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης)


Ανθολογίες

1. Ελληνικά διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά

(μαζί με τη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη) ? 2 τόμοι.

Πατάκη, 1994

2. Ελληνικά διηγήματα για το Πάσχα (μαζί με τη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και την Πόλυ Μηλιώρη), Πατάκη, 1996

Ελληνικά διηγήματα και άλλα κείμενα για το βουνό και τη θάλασσα (μαζί με τη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και την Πόλυ Μηλιώρη), Πατάκη, 1996
Ελληνικά διηγήματα και άλλα κείμενα για το ταξίδι (μαζί με τη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και την Πόλυ Μηλιώρη), Πατάκη, 1996

Ειδικές Εκδόσεις

1. «Δόξα και δάκρυ: Oι Oλυμπιακοί Aγώνες από το 1896 έως τις μέρες μας»

(μαζί με το Δημ. Kωνσταντάρα), Πατάκης 2000

«Στο περιθώριο»
(Σχεδίασμα ημιτελούς αυτοβιογραφίας), Ελληνικά Γράμματα 2000
Θεωρητικά

1. «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία», Eκδόσεις Πατάκη, 1988


«Λεβάντα της ?τκινσον»

Μυθιστόρημα

Εκδ. Πατάκη, 2009

(Η Κλέα και ο Μενέλαος μετά από 35 τόσα χρόνια γάμου αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα στις σχέσεις τους. Δίπλα τους και απέναντί τους, τα δυο τους παιδιά ?η Αντιγόνη και ο Δήμος. Μια οικογένεια διαλύεται; Ο έρωτας γερνάει;)

(αποσπάσματα)
Μόνο όταν αδειάσει ένα σπίτι δείχνει τα πάθη που πρώτα το φτιάξανε και μετά το στόλισαν. Όσον καιρό τα έπιπλα είναι στη θέση τους, τα φώτα κρεμασμένα, οι πίνακες διακοσμούν τους τοίχους, τα χρώματα μεταλλάσσονται ανάλογα με τις οσμές των φαγητών, και σκόνες σχέσεων τρυπώνουν στις ρωγμές των πατωμάτων· όσον καιρό όλα αυτά συντελούνται, το σπίτι ζει το σήμερα και την καθημερινότητά του, δεν αναπολεί, δεν συλλογάται, δεν αυτοελέγχεται, δεν συμβιβάζεται, δεν επαναστατεί. Υπάρχει μόνο.

Η μετακόμιση είναι η ψυχανάλυση των σπιτιών.

Μα προτού μεταφερθούν τα έπιπλα και τα άλλα σκεύη, μετακομίζουν οι ένοικοι. Ο καθένας σε άλλη γειτονιά, σε άλλη πόλη ίσως? Κάποιοι αποφασίζουν τη συνέχεια της συγκατοίκησης κι απλώς επιλέγουν νέα διεύθυνση, διαφορετικά τετραγωνικά, άλλον ίσως όροφο? Όλοι τους ονειρεύονται την έλευση του νέου, δεν αποποιούνται το παρελθόν, σίγουρα κοιτούν εκστατικοί και με ελπίδα το νέο φυτό που σε γλάστρα ή σε κήπο μόλις φύτεψαν και ευελπιστούν πως θα ανθίσει?
****************

Το παρελθόν μοιάζει με φυτό φυτεμένο σε μεγάλη γλάστρα. Οι ρίζες του μπορούν και θρέφονται από τη μαζεμένη υγρασία του χώματος ? μα φυτοζωούν μέχρις ότου νέες στάλες να έρθουν για να προσφέρουν την αναβολή από τα αποτελέσματα της ?ίσως- πολυπόθητης ξηρασίας

Βρέχει και τώρα.

Οι καθρέφτες και τα τζάμια έχουν θολώσει και η Αντιγόνη με το ένστιχτο μιας δεκάχρονης εμπειρίας περισσότερο και όχι τόσο με την όραση, καταφέρνει να χωρέσει το μικρό αυτοκίνητο της στο μοναδικό ελεύθερο μέρος, εκεί στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας που είναι το διαμέρισμα των γονιών της ?αυτό που μέχρι πριν από κάποιους μήνες ήταν και δικό της σπίτι.

Δεν βιάζεται να βγει από το αυτοκίνητο. Ανακαλύπτει λόγους καθυστέρησης.

Ψαχουλεύει στην τσάντα της για να βεβαιωθεί πως έχει μαζί της το κινητό, πως δεν ξέχασε τα κλειδιά του δικού της σπιτιού κι έπειτα αφήνεται να ξεχαστεί σε σκέψεις δίχως περιεχόμενο ?προφάσεις μάλλον για να μείνει λίγο ακόμα καθισμένη μπροστά στο τιμόνι, με τη βροχή να κυλά σε ρυάκια πάνω στα τζάμια, στα τζάμια που η ανάσα της τα θολώνει κι είναι καλύτερα έτσι, μιας και δεν βλέπει ξεκάθαρα ότι για χρόνια έβλεπε ?τα δέντρα στο πεζοδρόμιο, την απέναντι έκθεση αυτοκινήτων, τον πράσινο κάδο απορριμμάτων και την μικρή, σιδερένια πόρτα του κήπου που κανείς ποτέ του δεν την είχε τραβήξει για να την κλείσει.

Το ραδιόφωνο ανοιχτό, το τραγούδι που ακούγεται είναι και η δικαιολογία για να μείνει η Αντιγόνη για λίγο ακόμα καθισμένη μπροστά στο τιμόνι της -ένα αργό ροκ, με στίχους που κάτι λένε σχετικά με μια γυναίκα που ονειρεύτηκε τον ίσκιο της και μετά βρέθηκε να τον κυνηγά μέσα σε μια νύχτα δίχως φεγγάρι.

Η Αντιγόνη πιέζει τον εαυτό της να μην προχωρήσει σε άνευ νοήματος συνειρμούς ?ένα τραγούδι είναι ένα τραγούδι και μόνο. Δεν είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή δεν έχει χώρο για γυναίκες που κυνηγάνε τον ίσκιο τους, αυτή η ίδια πάντως με τίποτε δεν έχει διάθεση να μείνει στις σκιές ανεκπλήρωτων ονείρων? Όσο κι αν αγαπά τα όνειρα, έχει αποφασίσει να τα θεωρεί ως σχέδια και ως τέτοια να θέλει και να τα υλοποιεί, να προσπαθεί τουλάχιστον, κι αν στο τέλος κάποιο από τα σχέδια της δείχνει πως δεν πάει για ολοκλήρωση, ας βρεθεί στη θέση του ένα άλλο, ένα νέο? Ότι κι αν είναι το κάθε σχέδιο, σίγουρα διαθέτει και μια εναλλακτική ενσάρκωση. Ότι κι αν είναι ?άνδρας, επαγγελματική κίνηση, οικονομική τοποθέτηση ή ο τροπος που θα διακοσμήσεις το διαμέρισμα σου?

Η ζωή συνεχίζεται ?η δική της, τουλάχιστον και μάλιστα έχει σκοπό τη συνέχεια η ίδια και μόνο αυτή να την καθορίζει? ?Αυτό είναι κάτι που πρέπει να θυμάμαι, μιας και δέχτηκα να φτάσω ως εδώ?? ?σκέφτεται και θυμώνει γιατί αισθάνεται σχεδόν φοβισμένη. Το να μένεις μόνη δεν είναι δα και καμιά ιδιαίτερα δύσκολη εμπειρία.

Το τραγούδι τελείωσε, ακολουθούν λίγα λεπτά με διαφημίσεις, μετά το σύντομο δελτίο ειδήσεων και η βροχή πάντα το ίδιο μονότονα δυνατή?

Το παρελθόν δείχνει να απολαμβάνει το ρούφηγμα της υγρασίας και η Αντιγόνη ανατριχιάζει. Η ανατριχίλα ενός ανεπίτρεπτου δισταγμού.

Βγαίνει αποφασιστικά από το αυτοκίνητό της δίχως κανένα κάλυμμα στο κεφάλι. Αλλά γνωρίζει πολύ καλά πως μετά από τρία και μόνο βήματα, θα βρεθεί κάτω από την προστασία της μαρκίζας του ισογείου, γνωρίζει πολύ καλά που θα πρέπει να προσέξει για να αποφύγει το σημείο που η υδρορροή αφήνει να βγαίνει από μέσα της ότι έχει μαζέψει από τη διαδρομή της στα μπαλκόνια πέντε ορόφων και στη συνέχεια ελάχιστα βρεγμένη θα βρεθεί μέσα στην άπλα και τη σιγουριά της εισόδου? Γκρίζα μάρμαρα στο δάπεδο, λευκοί τοίχοι και σκούρα, σχεδόν μαύρη η πόρτα του ασανσέρ? Πόσα χρόνια αυτή η διαδρομή; Με πόσες διαφορετικές προσωπικότητές της αυτή η ίδια την έχει κάνει;

Καθώς περιμένει το ασανσέρ να φτάσει στο ισόγειο, είναι σα να στέκονται δίπλα της και να αναμένουν μαζί της η τετράχρονη Αντιγόνη με την φορεσιά του προνήπιου, η Αντιγόνη των δέκα χρόνων που ανασαίνει βαριά μετά από το τρέξιμο στο κοντινό παρκάκι, η έφηβη Αντιγόνη να αγχώνεται με τα σπυράκια στο πρόσωπό της και τα παραπανίσια κιλά στο σώμα της , η φοιτήτρια Αντιγόνη που θέλει να αλλάξει όλο το σύστημα, η ζαλισμένη Αντιγόνη εκείνο το απόγευμα που επιστρέφει από την πρώτη της δουλειά? Όλες τους βγαλμένες μέσα από τις κορνίζες της βιβλιοθήκης του Μενέλαου και μοιάζουν να θέλουν να τραβήξουν τη σημερινή Αντιγόνη μέχρι το ράφι τους, να την μετατρέψουν κι αυτή σε μια φωτογραφία ?άνευρο αποτύπωμα μιας περιόδου που οφείλει να μετατραπεί όσο πιο ανώδυνα γίνεται κι αυτή σε παρελθόν.

Η Αντιγόνη ανασαίνει όσο πιο βαθιά γίνεται για να αισθανθεί πως η σάρκα της είναι ζωντανή και όχι είδωλο σε χαρτί ιλουστρασιόν και μετά ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ και κοιτά μέσα στο καθρέφτη το τωρινό της πρόσωπο και μόνο.

Οι παλιές ερμηνείες της ζωής της έχουν επιστρέψει στη σκόνη της βιβλιοθήκης τους και ο λεκές που σταμπάρει το μάγουλό της δεν είναι τίποτε άλλο από μια βρωμιά του καθρέφτη ?απλά με το δάχτυλο τρίβει το γυαλί κι ο λεκές και εξαφανίζεται και το δέρμα της έχει και πάλι μόνο τα ελαττώματα των εικοσιοχτώ της χρόνων.

Μια πρώτη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια, τα χείλια να προσπαθούνε να αγνοήσουν δυο άλλες που όμως αυτές υπενθυμίζουν χαμόγελα, λυγμούς, φιλιά και κραυγές.

Η κρέμα ημέρας έχει απορροφηθεί -τη σκέπασε η κάπνα των κλειστών χώρων.

Και οι ίριδες των ματιών της έχουν τα σχέδια της αυτεξουσιότητας που αυτόν τον καιρό ολοκληρώνεται.

Μια νέα γυναίκα. Μόνη. Και ανεξάρτητη. Ελεύθερη? Η ανάσα της είναι σταθερή* αποφασισμένη. Από το παρελθόν της κρατά ότι αυτή τη στιγμή χρειάζεται. Δεν έχει σκοπό να ξεχάσει, απλώς προτιμά το μέλλον. Το άγνωστο μέλλον.

Και ξαφνικά η Αντιγόνη θυμάται πως μια εποχή η κλειστοφοβία ήταν ένας βραχνάς που την οδηγούσε να χρησιμοποιεί μόνο τις σκάλες.

Η ανάμνηση της νεύρωσης της ανακατεύει το στομάχι. Πικρή γεύση στο στόμα? Πατά με δύναμη το κουμπί για τον τελευταίο όροφο. Η πίεση στο δάχτυλό της έντονη, κάπως καταφέρνει να μετριάσει εκείνη την απροσδιόριστη όσο και ενοχλητική διάθεση που την ωθεί προς το λυγμό ή

το βουβό κλάμα.

*****************


Τι λέει ένας πατέρας σ΄ ένα γιο; Πώς μιλά ένας ηλικιωμένος άντρας σ? έναν νεότερό του;

Ο Μενέλαος ακουμπά τη ράχη της πολυθρόνας στο γραφείο του. Απέναντί του έχει τον γιο του, καθισμένο πάνω στο μικρό ντιβάνι που ο ίδιος ο Μενέλαος χρησιμοποιεί για να ξαπλώνει όποτε θέλει να ξεκουράσει τη μέση του από το πολύωρο σκύψιμο στον υπολογιστή.

Τον κοιτά. Κοιτά το γιο του. ?ντρας σχεδόν πια. Μα ακόμα ο Μενέλαος δεν αισθάνεται πως μπορεί πάνω του να ακουμπήσει τη δικιά του κούραση, έτσι όπως χρόνο το χρόνο την είδε να σημαδεύει τα μέλη του σώματός του, να του γρατζουνά τα αυλάκια του μυαλού του.

Κοιτά τον γιο που κάποτε τον έπαιρνε αγκαλιά, τον τάιζε, τον χάιδευε και τον άκουγε να χρησιμοποιεί τις νέες λέξεις με λάθος τρόπο. Μα τώρα αντίκρυ του είναι ένα άλλο σώμα, ακόμα πιο ογκώδες από το δικό του, με σκούρα γένια να σκιάζουν τα μάγουλα, που δεν είναι πια ρόδινα, και λεπτές τριχούλες να σχεδιάζουν αντρίκια σχήματα καθώς θέλουν να πλησιάσουν τους κόμπους των δαχτύλων. Αλλά ?ο Μενέλαος προσηλώνει το βλέμμα του πάνω στα δάχτυλα του γιου του?, αλλά τα νύχια έχουν ακόμα μια παρθενικότητα. Δεν τα σκλήρυναν οι δοκιμές της ζωής, το πλάσιμο ονείρων που ματώνουν, τα χάδια που θέλουν να μετατρέπονται σε παγίδες. Νύχια έφηβου.

Και ο Μενέλαος τότε είναι που κατανοεί. Το δικό του δικαίωμα ασφυκτιά ανάμεσα στην αναζήτηση της ελευθερίας του μεσήλικα και στην υποταγή προς το καθήκον εκείνου που δεν του επιτρέπεται ?ακόμα? η έκφρασή της.

Παίρνει βαθιές ανάσες. Ανοίγει το πακέτο τα τσιγάρα, πιάνει ένα, προτείνει στον Δήμο ένα άλλο, και με τον αναπτήρα που εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί ?έναν με καραβάκι ζωγραφισμένο στα πλάγια του? ανάβει τα δυο τσιγάρα.

Ο Δήμος κοιτά τη φλόγα. Πιάνει το χέρι του πατέρα του και σκύβει για ανάψει το δικό του το τσιγάρο. Θυμάται πως αυτός ήταν που έκανε δώρο στον Μενέλαο τούτο τον Zippo. Πάντα το θυμόταν. Τούτη τη στιγμή απλώς συνειδητοποιεί πως το δώρο εκείνο ακόμα χρησιμοποιείται.

Ο καπνός πλανιέται στα ράφια της βιβλιοθήκης. Σκιάζει τη λεία επιφάνεια της οθόνης του laptop.

Και είναι δυο άντρες που επικοινωνούν? Απροσδιόριστης ηλικίας και οι δυο. Απλώς ένα πατέρας και ένας γιος. Ο γιος κι ο πατέρας.






«Ανίσχυρος άγγελος»

Μυθιστόρημα για νέους

Εκδ. Πατάκη, 2010

(Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, φωτισμένα από μια απρόοπτη οπτική γωνία)

(απόσπασμα)
Κεφάλαιο 14

Μπορούμε να λέμε ότι η λέξη «αλήθεια»

έχει τουλάχιστον τρεις διαφορετικές σημασίες.

Λούντβιχ Βίτγκενστάιν

Ο Αρίστος Αθανασίου αφήνει τον προστατευτικό κλοιό των άλλων συναδέλφων του. Το ξέρει άλλωστε πως σε τίποτε δεν κινδυνεύει από αυτά τα παιδαρέλια που έχουν υψωμένες τις γροθιές του και «Μπάτσοι, αφήστε τους νέους να ζήσουν!» φωνάζουν.

Βρίζουν πανάθεμά τους! Βρίζουν! ?σκέφτεται ο Αρίστος Αθανασίου και δεν το ?χει σκοπό να αφήσει κωλόπαιδα να του πάρουν τον αέρα?

Αλλά και μήτε θα κάνει το λάθος του αδελφού του ? όχι, δεν την χάνει αυτός την ψυχραιμία του? Το περίστροφό του πάντα στη θήκη του είναι και εκεί θα μείνει.

Κι έτσι σηκώνει ψηλά την ασπίδα, σηκώνει ψηλά και το γκλομπ ?σημάδι πως δεν έχει σκοπό κανένα να πειράξει?

Και πλησιάζει όσους προηγούνται της ομάδας των νεαρών.

Τρεις είναι! Δεν ξέρει το γιατί ο Αρίστος Αθανασίου, αλλά από τους τρεις επιλέγει εκείνον με το καφέ μπουφάν με τη γνωστή φίρμα στο στήθος και τις δερμάτινες μπότες. Αντράκι που δείχνει πως οι γέροι του το φυσάνε?

Ο Αρίστος Αθανασίου χαμογελά ? σηκώνει το πλαστικό κάλυμμα και φανερώνει το πρόσωπό του. Χαμογελά πάντα. Και πλησιάζει.

Κάποιος από τους δικούς του ουρλιάζει κάτι σαν «Πού πας, ρε Αρίστο!».

Πνίγεται η ερώτηση μέσα στις κραυγές και τις φωνές και τα συνθήματα.

«Μπάτσοι, αφήστε τους νέους να ζήσουν!»

Ο νεαρός με το καφέ μπουφάν και τις δερμάτινες μπότες κοιτά σαστισμένος τον ένστολο άντρα που του χαμογελά και που τον πλησιάζει με σηκωμένα τα χέρια.

Και σταματά να φωνάζει.

Μόνο το βλέμμα του ξαφνικά παίρνει μια έκφραση πανικού καθώς βλέπει το γκλομπ να κατεβαίνει, να πέφτει με δύναμη πάνω του?

«Να ρε, πούστη! Για να μάθεις!...»

Κάποιοι ένστολοι τρέχουν γύρω από τον Αρίστο Αθανασίου.

Οι άλλοι νεαροί προσπαθούν να τραβήξουν σε μιαν άκρη τον πεσμένο νεαρό?
Αφήστε τους νέους να ζήσουν!

Ανίσχυρο σύνθημα ? σαν κι εμένα


Αστυνομικοί επετέθησαν αναίτια σε διαδηλωτές?

Απόσπασμα από ζωντανή

σύνδεση ραδιοφωνικού σταθμού



Το πλήθος διασχίζει την κεντρική λεωφόρο. Αγόρια, κορίτσια, άντρες, γυναίκες, μερικά παιδιά πάνω στους ώμους των πατεράδων τους. Όλοι διασχίζουν την κεντρική λεωφόρο. Οι πρώτοι της πορείας επιλέγουν τα συνθήματα? Όσοι ακολουθούν τα επαναλαμβάνουν.

«Μπάτσοι, αφήστε τους νέους να ζήσουν!»

Και όλοι προχωρούνε.

Κι ύστερα, από την κατηφορική πάροδο, τρέχοντας καταφθάνουν και σπάνε τους διαδηλωτές τύποι με τζιν, αρβύλες και σκουφιά που τους καλύπτουν τα πρόσωπα.

Κρατάνε λοστούς, ξύλα, μικρά μπετόνια. Σπάνε τις πλάκες στα πεζοδρόμια, πετούνε τα κομμάτια τους στις βιτρίνες, με τους λοστούς, τα ξύλα ορμάνε στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Και τα μπιτόνια τα αδειάζουν στους κάδους των απορριμμάτων?

Καπνοί, φωτιές? Οι διαδηλωτές προσπαθούν να διαφύγουν?


Νεαρά άτομα με καλυμμένα πρόσωπα

εισέβαλαν ανάμεσα στους διαδηλωτές

και άρχισαν να βιοπραγούν.
Απόσπασμα από ζωντανή

σύνδεση ραδιοφωνικού σταθμού



Ο Τάσος και η Αγγέλα προσπαθούν να βγούνε από την πορεία. Μα ήδη η πορεία έχει στην ουσία διαλυθεί?

Από τους γύρω δρόμους ακούγονται φωνές, σειρήνες, και η ατμόσφαιρα έχει πάρει ένα γκρίζο χρώμα ? το χρώμα του καπνού.

Τα μάτια και των δυο δακρύζουν. Ο Τάσος τραβά την Αγγέλα στην είσοδο ενός κτιρίου.

«Θέλω να φύγω!» ? η Αγγέλα αισθάνεται να ασφυχτιά. Όχι μόνο, ίσως όχι τόσο από τη βαριά μυρωδιά των καπνογόνων.

Ο Τάσος δεν την προσέχει. Κοιτά προς τη μέσα μεριά του κτηρίου? Ίσως υπάρχει τρόπος κάπου να χωθούνε.

Η Αγγέλα τραβά το χέρι της, ξαναβγαίνει στον δρόμο.

«Αγγέλα!» ? ο Τάσος τρέχει από πίσω της. Την προλαβαίνει, την πιάνει από το μπράτσο?

Η Αγγέλα φωνάζει, «?σε με!» ? η φωνή της έχει την αγριάδα ενός θυμού, τον πανικό μιας διάψευσης.

Γύρω τους τρεις τέσσερις νεαροί με κουκούλες. Από πίσω τους μια ομάδα κάποιων άλλων διαδηλωτών.

Ο Τάσος αγκαλιάζει την Αγγέλα, την σπρώχνει να ακουμπήσουν οι πλάτες τους σε κάποιο τοίχο.

Οι κουκουλοφόροι τους προσπερνούν, σπάνε τα τζάμια ενός αυτοκινήτου που έχει ακινητοποιηθεί στη γωνία.

Ανάμεσα στους νεαρούς που τους ακολουθούν, ένας τους κοντοστέκεται. Είναι στο απέναντι πεζοδρόμιο από εκείνο που ο Τάσος και η Αγγέλα βρίσκονται. Αγκαλιασμένοι.

Και ο άλλος τους κοιτάζει. Και μετά ένας μορφασμός κάνει τα χείλια του να υποκριθούνε πως χαμογελούν? Και στη συνέχεια σκύβει, αρπάζει ένα κομμάτι σπασμένης πλάκας πεζοδρόμιου, την πετά προς τη μεριά της Αγγέλας και του Τάσου?

Η πέτρα ραγίζει το τζάμι μιας βιτρίνας.

Η Αγγέλα ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα.

Ο Τάσος φωνάζει, «Μαλάκα!» και πάει να τρέξει προς την απέναντι πλευρά του δρόμου.

«Όχι!... ?σ? τον!» η Αγγέλα κρέμεται σχεδόν πάνω στον Τάσο και τον σταματά.

Ο Μίλτος τους ρίχνει ένα ακόμα βλέμμα και μετά στρίβει στην πρώτη πάροδο.



Το κέντρο της πόλης έχει γίνει πεδίο μάχης.

Κουκουλοφόροι σπάνε βιτρίνες, λεηλατούν μαγαζιά,

βάζουν φωτιές?. Δυνάμεις της αστυνομίας κτυπάνε αδιακρίτως ταραχοποιούς και διαδηλωτές και ρίχνουν καπνογόνα?
Απόσπασμα από ζωντανή σύνδεση ραδιοφωνικού σταθμού



«Δεν υπάρχει κράτος να προστατέψει τον απλό πολίτη!

Αυτό ξέρω εγώ να πω»

απάντηση καταστηματάρχη σε δημοσιογράφο



Εσείς οι άνθρωποι είστε που θυμάστε τα πάντα? Τα πάντα! Ε, καλά ?όσα μαθαίνετε και ζείτε?

Αυτά που θα συμβούν τα αγνοείτε. Μα το ίδιο κι εμείς οι άγγελοί. Τα μελλούμενα δεν τα ξέρουμε, αλλά και όσα έχουμε στο παρελθόν γνωρίσει, α, κι αυτά τα ξεχνάμε. Δεν έχουμε μνήμη εμείς οι άγγελοι.

Γι αυτό δεν μπορούμε να αισθανθούμε μήτε το μίσος μήτε και την αγάπη. Κανένα πάθος. Πόθο?

Συμπάσχουμε μόνο? Όσο τα δικά σας πάθη κρατάνε. Οι πόθοι σας, όσο? Ύστερα αλλού εσείς, αλλού εμείς.

?λλος ο κόσμος των ανθρώπων κι άλλος των αγγέλων.

Δεν ξέρω καν αν συναντιούνται? Εσείς το πιστεύετε;





«Πολύτιμα Δώρα»

Εικόνες: Ρίτα Τσιμόχοβα

Εκδ. Πατάκη, 2009

(Υπάρχουν κάποια πάθη και αισθήματα που είναι τόσο πολύτιμα, όσο και κάποιες σπάνιες πέτρες. Και υπάρχουν κάποιες ιστορίες που μιλάνε για όλα αυτά)


Σμαράγδια
(απόσπασμα)


«Δεν θέλω να πας? Φοβάμαι πως θα σε χάσω» το κορίτσι άφησε το δάκρυ του να πέσει στον ώμο του αγοριού.

«Πρέπει να σου δείξω το πόσο σε αγαπάω» το αγόρι κοιτούσε το χρώμα των ματιών της κι έπαιρνε δύναμη και κουράγιο.

«Μου το έδειξες? Μου το δείχνεις? Το ξέρω!» το κορίτσι επέμενε

«Θέλω όλοι να το μάθουν!» στη φωνή του μέσα το αγόρι είχε το πάθος αυτού που θέλει να φωνάξει το μεγάλο μυστικό του.

Το κορίτσι έγειρε στο στήθος του το κεφάλι της. Πίσω από τα ξανθά μαλλιά της, η θάλασσα λαμπύριζε κι ήταν σα να προκαλούσε το αγόρι να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. Ήταν σα να τον προκαλούσε να μετρηθεί μαζί της.

Η βάρκα τον πήγε στο μέσο του πελάγου. Γύρω του το απέραντο γαλάζιο του θαλασσινού νερού. Πάνω του το απέραντο θαλασσί του ουρανού. Αν είχε το κορίτσι γαλάζια μάτια, αυτός θα μάζευε σε μπακιρένιο δοχείο το αλμυρό νερό. Αν είχε το κορίτσι μάτια θαλασσιά, αυτός θα τολμούσε να κόψει ένα κομμάτι του ουρανού.

Μα το κορίτσι είχε μάτια που το χρώμα τους θα το έβρισκε μοναχά εκεί που τα κύματα δεν υπάρχουν. Στα βάθη τα πιο βαθιά του πελάγου.

Και το αγόρι έβγαλε τα ρούχα του κι έτσι γυμνό, σαν μια σάρκινη σαΐτα βούτηξε και με δυνατές απλωτές και δυνατά κτυπήματα των ποδιών πήρε να κατεβαίνει στα βάθη τα απύθμενα? Της θάλασσας και του έρωτα.


Σκοτάδι υπάρχει στο βυθό. Μα το δοχείο με το χρώμα των ματιών του κοριτσιού μπορούσε να σκίζει με τη λάμψη του τα σκοτεινά τα πέπλα των ακίνητων κυμάτων.

Κι έτσι το αγόρι το ξεχώρισε. Και το πλησίασε. Το άγγιξε. Το χάιδεψε. Όπως άγγιζε να χαϊδολόγαγε τα μάτια της καλής του. Κι έπειτα όπως εκείνη την τράβαγε στην αγκαλιά του, έτσι πήγε και το δοχείο να αγκαλιάσει. Να το πάρει μαζί του.

Μα η θάλασσα τους θησαυρούς της δεν τους προσφέρει σε κανένα. Μήτε καν σε όσους ζητάνε να βρούνε το αντικείμενο που έχει το χρώμα των ματιών της αγάπης τους. Η θάλασσα ζηλεύει. Κι όταν ζηλεύει θυμώνει. Αγριεύει. Και στέλνει τα πλάσματα των σκοτεινών βυθών της να πιάσουν, να φυλακίσουν εκείνον που ζητά να την κλέψει.

Και το αγόρι αισθάνθηκε πλοκάμια να τον τυλίγουνε, όστρακα να τον καλύπτουν, φύκια να δένουνε τα πόδια του, ρεύματα υπόγεια να προσπαθούν να τον παρασύρουν σε άλλα μέρη του βυθού.

Αλλά αυτός δεν άφηνε το δοχείο από τα χέρια του. Κοιτούσε ψηλά, μπορούσε να φανταστεί το φως του ήλιου να καθρεφτίζεται στην επιφάνεια της θάλασσας, μπορούσε να δει την κοπέλα να τον περιμένει στο ακρογιάλι.

Κι έτσι ανέβαινε. Με τα πλοκάμια, τα όστρακα, τα φύκια και τα κρύα ρεύματα να τον τραβάνε προς τα κάτω? Μα αυτός ανέβαινε. Ανέβαινε. Ανέβαινε.

Και το δοχείο ?πάντα- στην αγκαλιά του.
Και κάποτε το κεφάλι του ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα. Στα μαλλιά του όστρακα, στο πρόσωπό του φύκια. Τα πλοκάμια γύρω από τα γόνατά του πάντα και ολοένα με περισσότερη δύναμη τον τραβούσαν προς τα κάτω. Και τα ρεύματα γίνανε ρουφήχτρες και θέλανε να τον ρουφήξουνε.

Αλλά εκεί πέρα στην ακρογιαλιά, στα βράχια πάνω, μπόρεσε να ξεχωρίσει το κορίτσι.

Το κορίτσι που είχε υψωμένα τα χέρια και του έγνεφε την αγάπη της.
Όση δύναμη του είχε απομείνει μαζεύτηκε στα μπράτσα του. Στα χέρια του, που υψώθηκαν και πάνω από τη θάλασσα κράτησαν το δοχείο. Και ενώ τα πόδια του αφήνονταν στη δύναμη των πλοκαμιών και η ανάσα του εμποδιζότανε από τα φύκια που εισχωρούσαν μέσα στο στόμα του, αυτός πήρε τη πιο βαθιά ανάσα που γινότανε και τα χέρια του κατάφεραν να διατηρήσουν για ένα ακόμα λεπτό τη δύναμη που έχουν τα χέρια ενός παλικαριού και να ρίξουν προς την ακρογιαλιά το δοχείο.
Η θάλασσα είχε χάσει τον πιο ακριβό θησαυρό της.

Η θάλασσα είχε πάρει γι αντάλλαγμα ένα ερωτευμένο αγόρι.

Το δοχείο πήγε κι έπεσε στο βράχο που στεκότανε το κορίτσι.

Έπεσε πάνω στο βράχο κι έσπασε. Χίλια κομμάτια έγινε. Χίλιες μικρές πετρούλες που η κάθε μια τους λες κι ήταν τα μάτια του κοριτσιού.

Μα το κορίτσι δεν τις άγγιξε. Το κορίτσι κανείς δεν το ξανάδε μήτε στις ακρογιαλιές να τριγυρνά, μήτε στα δάση.

Την επόμενη μέρα ήταν που οι ναυτικοί και οι γυναίκες τους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους φτάσανε στο βράχο και είδαν τις πετρούλες που λαμπύριζαν και θύμιζαν στάλες της θάλασσας και φύλλα των δέντρων. Και τις μαζέψανε για να θυμούνται την τρέλα του έρωτα. Και αποφασίσανε να τις πούνε σμαράγδια.

Μάνος Κοντολέων
(Μάρτιος 2010)


Λίστα όλων των Συγγραφέων